A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

H Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920 για την ένωση των "Εκκλησιών" :

Οι δύο εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1902 και του 1920 για την προσέγγιση των ετεροδόξων και την ένωση των ¨εκκλησιών" 

Η παρούσα Πατριαρχική εγκύκλιος του 1920, αποτελεί το πρώτο σχέδιο βάσει του οποίου θα υλοποιηθεί το όραμα του Οικουμενισμού, δηλαδή η δημιουργία μιας Παγκόσμιας εκκλησίας η οποία θα συναποτελείται από διάφορες ετερόκλητες ομολογίες (βλέπε αιρέσεις) συμπεριλαμβανομένων και των κατ' όνομα...ορθοδόξων!

H Πατριαρχική Εγκύκλιος του  1920 για την ένωση των "Εκκλησιών" :

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗ 
ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Η καθ’ ημάς Εκκλησία φρονούσα ότι η των διαφόρων Χριστιανικών Εκκλησιών προσέγγισις προς αλλήλας και κοινωνία ουκ αποκλείεται υπό των υφισταμένων μεταξύ αυτών δογματικών διαφορών και ότι τοιαύτη τις προσέγγισις τα μάλα εστίν ευκταία και αναγκαία και πολλαχώς χρήσιμος εις τε το καλώς ενοούμενον συμφέρον εκάστης των επί μέρους Εκκλησιών και του όλου χριστιανικού σώματος και εις παρασκευήν και διευκόλυνσιν της πλήρους ποτέ, συν Θεώ και ευλογημένης ενώσεως, έκρινε τον παρόντα καιρόν τα μάλιστα πρόσφορον προς ανακίνησιν και από κοινού μελέτην του σπουδαίου τούτου ζητήματος. Ει γαρ και εν τούτω ενδέχεται ίνα προκύψωσι και παρεμβληθώσιν αι από των παλαιών προλήψεων και έξεων ή και εξ αξιώσεων δυσχέρεια, αι τοσάκις τέως το έργον της ενώσεως ματαιώσασαι, όμως κατά την γνώμην ημών, περί απλής το κατ΄ αρχάς προκειμένου συναφείας και προσεγγίσεως, αι δυσχέρειαι αύται έσονται πάντως ήττον σπουδαίαι, αγαθής δε υπαρχούσης θελήσεως και διαθέσεως ούτε δύνανται ούτε οφείλουσι κώλυμα αποτελέσαι ακαταγώνιστον και ανυπέρβλητον.

Όθεν το πράγμα ημείς γε και κατορθωτόν και είπερ ποτέ εύκαιρον επί τη συντελεσθείση νυν επ΄ αισίοις συμπήξει της Κοινωνίας των Εθνών υπολαμβάνοντες, προαγόμεθα θαρρούντως εκθείναι ενταύθα εν ολίγοις τας σκέψεις και την γνώμην ημών περί του τρόπου, καθ΄ ον την προσέγγισιν ταύτην και συνάφειαν ενοούμεν και δυνατήν υπολαμβάνομεν, μετά πόθου εκζητούντες και απεκδεχόμενοι την κρίσιν και την γνώμην και των λοιπών των τε κατά την Ανατολήν αδελφών και των εν τη Δύσει και απανταχού σεβασμίων Χριστιανικών Εκκλησιών.

Νομίζομεν τοίνυν ημείς, ότι δύο τάδε τα μέγιστα εις την επίτευξιν της τοιαύτης εφετής και ωφελίμου προσεγγίσεως συντελέσαι και ταύτην κατεργάσασθαι και εκδηλούν δύνανται.

Και πρώτον αναγκαίαν και απαραίτητον υπολαμβάνομεν την άρσιν και απομάκρυνσιν πάσης αμοιβαίας δυσπιστίας και δυσφορίας μεταξύ των διαφόρων Εκκλησιών, προκαλουμένης εκ της παρά τισιν εξ αυτών παρατηρουμένης τάσεως εις το σαγηνεύσαι και προσηλυτίσαι άλλων ομολογιών οπαδούς. Ουδείς γαρ αγνοεί τι και σήμερον συμβαίνει δυστυχώς πολλαχού, επί διασπάσει της εσωτερικής ειρήνης των Εκκλησιών, ιδία των εν Ανατολή, νέων ούτω θλίψεων και δοκιμασιών παρ΄ αυτών των ομοθρήσκων επιφερομένων αυτοίς, και οίαν μεγάλην, αντί του μηδαμινού αποτελέσματος, προκαλεί απέχθειαν και οξύτητα αντιθέσεως η τάσις αύτη τινών εις το προσηλυτίζειν και σαγηνεύειν τούς οπαδούς των άλλων χριστιανικών ομολογιών.

Ούτω δε της ειλικρινείας και της εμπιστοσύνης προ παντός αποκαθισταμένης μεταξύ των Εκκλησιών, νομίζομεν δεύτερον ότι επιβάλλεται ίνα αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μη λογιζομένων αλλήλας ως ξένας καί αλλοτρίας, αλλ΄ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ καί "συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ". (Εφεσ. 3, 6). Υπό της αγάπης γαρ εμπνεόμεναι αι διάφοροι Εκκλησίαι και ταύτην προτάσσουσαι εν ταις περί των άλλων κρίσεσι και ταις προς αυτάς σχέσεσι, την μεν διάστασιν αντί του επεκτείνειν και αυξάνειν ως οίον τε συντομεύσαι και σμικρύναι δυνήσονται, δια της διεγέρσεως δε τακτικού φιλαδέλφου ενδιαφέροντος περί της καταστάσεως, της ευσταθείας και της ευεξίας των άλλων Εκκλησιών, δια της σπουδής εις το παρακολουθείν τοις παρ΄ αυταίς συμβαίνουσι και ακριβέστερον γνωρίζειν το κατ΄ αυτάς και δια της προθυμίας εις το τείνειν εκάστοτε αμοιβαίως χείρα βοηθείας και αντιλήψεως, πολλά τα αγαθά εις δόξαν και εις όφελος εαυτών τε και του χριστιανικού σώματος επιτελέσουσι και κατορθώσουσι.

Δύναται δε η φιλία αύτη και αγαθόφρων πρός αλλήλους διάθεσις εκφαίνεσθαι και τεκμηριούσθαι ειδικώτερον, κατά την γνώμην ημών, ως εξής:

α) δια της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανκών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών,

β) δια της ανταλλαγής αδελφικών γραμμάτων κατά τας μεγάλας του εκκλησιαστικού ενιαυτού εορτάς, εν αις είθισται, και εν άλλαις εκτάκτοις περιστάσεσι,

γ) δια της οικειοτέρας συσχετίσεως των εκασταχού ευρισκομένων αντιπροσώπων των διαφόρων Εκκλησιών,

δ) δια της επικοινωνίας των Θεολογικών Σχολών και των αντιπροσώπων της Θεολογικής Επιστήμης και δια της ανταλλαγής των εν εκάστη Εκκλησία εκδιδομένων θεολογικών και εκκλησιαστικών περιοδικών και συγγραμμάτων,

στ) δια της συγκροτήσεως παγχριστιανικών συνεδρίων προς εξέτασιν ζητημάτων κοινού πάσαις ταις Εκκλησίαις ενδιαφέροντος,

ζ) δια της απαθούς και επί το ιστορικώτερον εξετάσεως των δογματικών διαφορών από της έδρας και εν ταις συγγραφαίς,

η) δια του αμοιβαίου σεβασμού των κρατούντων εν ταις διαφόροις Εκκλησίαις ηθών και εθίμων,

θ) δια της παροχής αμοιβαίως ευκτηρίων οίκων και κοιμητηρίων δια τας κηδείας και την ταφήν των εν τη ξένη αποθνησκόντων οπαδών των ετέρων ομολογιών,

ι) δια της πρόφρονος τέλος αμοιβαίας υποστηρίξεως των Εκκλησιών εν τοις έργοις της θρησκυτικής επιρρώσεως, της φιλανθρωπίας και τοις παραπλησίοις.

Ο τοποτηρητής του Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως

+ Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος

H Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1902 αλλά και τις αρνητικές απαντήσεις των Εκκλησιών δια το ζήτημα της ενώσεως των «εκκλησιών» όπως και δια την αλλαγή του εορτολογίου:

Οι δύο εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1902 και του 1920 για την προσέγγιση των ετεροδόξων και την ένωση των ¨εκκλησιών" 

H Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1902 αλλά και τις αρνητικές απαντήσεις των Εκκλησιών δια το ζήτημα της ενώσεως των «εκκλησιών» όπως και δια την αλλαγή του εορτολογίου
:



ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ: Πατριαρχική Εγκύκλιο του 1920 για την ένωση των "Εκκλησιών"


Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Ο ΜΕΓΑΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΥΡΟΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ (ΜΕΡΟΣ Β΄)

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ... ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


alt



... Αν δεις κάποιον να γίνεται πλούσιος χωρίς να το αξίζει, μην τον καλοτυχίσεις, μην τον ζηλέψεις, μην τα βάλεις με τη θεία πρόνοια, μη νομίσεις ότι γίνεται τίποτα στον κόσμο τούτο τυχαία και άσκοπα. Θυμήσου την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. O πλούσιος είχε φτάσει στην κορύφωση του πλούτου και των απολαύσεων, ενώ συ­νάμα ήταν σκληρός και απάνθρωπος, πιο άγριος κι από τα σκυλιά. Τα σκυλιά σπλαχνίζονταν το Λάζαρο κι έγλειφαν τις πληγές, που σκέπαζαν το σώμα του, ενώ ο πλούσιος ούτε τα ψίχουλα του τραπεζιού του δεν έδινε στον φτωχό. Ο πλούσιος είχε περισσότερα απ’ όσα του χρειάζονταν. Ο Λάζαρος δεν είχε ούτε τα απόλυτα αναγκαία, ούτε την απαραίτητη καθημε­ρινή του τροφή. Και μολονότι πάλευε συνέχεια με την πείνα και την αρρώστια, δεν αγανάκτησε, δεν βλα­στήμησε το Θεό, δεν παραπονέθηκε ενάντια στη θεία πρόνοια.

Δεν είναι, λοιπόν, αδικαιολόγητο, ενώ είσαι απαλ­λαγμένος από τέτοιες συμφορές, να βλαστημάς το Θεό, όταν άλλοι άνθρωποι, που δοκιμάζονται σκληρά από διάφορα βάσανα, δοξάζουν τον Κύριο ακατάπαυστα; Στο κάτω-κάτω, όποιος υποφέρει, κι αν ξεστομίσει καμιά βαρειά κουβέντα πάνω στον πόνο του, είναι άξιος κάποιας συγγνώμης. Όποιος, όμως, χωρίς να υποφέρει, βλαστημάει το Θεό και χάνει την ψυχή του, ποιάς συγγνώμης είναι άξιος;

Για ποιό λόγο, άνθρωπέ μου, ο πλούτος σου φαίνε­ται σπουδαίο πράγμα; Αναμφίβολα γιατί σου αρέ­σουν οι σπάταλες απολαύσεις, γιατί ευχαριστιέσαι όταν σε θαυμάζουν ή σε ζηλεύουν οι άλλοι, γιατί μπο­ρείς με τα χρήματά σου να κάνεις κακό στους εχθρούς σου και, τέλος, γιατί όλοι σε φοβούνται για τη δύναμη που σου δίνει ο πλούτος. Ναι, γι' αυτές τις τέσσερις αιτίες κυνηγάς τα λεφτά, για την ηδονή, την κολα­κεία, την εκδίκηση και το φόβο. Αλλη αιτία δεν υπάρχει. Γιατί, συνήθως, ο πλούτος ούτε πιο σοφό κά­νει τον άνθρωπο ούτε πιο συνετό ούτε πιο καλό ούτε πιο φιλάνθρωπο. Καμιάν αρετή δεν μπορεί να φυτέψει μέσα στην ψυχή μας ο πλούτος. Απεναντίας μάλιστα, αν βρει μερικές αρετές, τις ξεριζώνει, για να φυτέψει μέσα μας τις αντίστοιχες κακίες.


ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1829 ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΑΤΑΔΥΣΕΩΝ

ΜΩΫΣΗ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΡΩ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ





Εκεί που ο θρύλος συναντάται με την ιστορία, η διήγηση με την παράδοση, η υπερβολή με τη σύγχυση και η περιπέτεια με τη δράση βρίσκεται η αρχόντισσα Μάρω, μία από τις πιο δυναμικές, ως φαίνεται, γυναίκες της Τουρκοκρατίας.
Η Μάρω γεννήθηκε το 1418. Ήταν κόρη του Σέρβου Δεσπότη Βούλκου Γεωργίου Μπράγκοβιτς και της Ειρήνης, κόρης Ματθαίου του Κατακουζηνού. Ο σερβικός λαός την ονόμαζε Γερίνα. Αδελφή είχε την Ελένη, σύζυγο Δαυΐδ του Κομνηνού, του τελευταίου αυτοκράτορος της Τραπεζούντος, οι οποίοι μετά την Άλωση έμειναν στις Σέρρες.
Ο Γεώργιος Μπράγκοβιτς είχε διαδεχθεί τον θείο του Στέφανο Λαζάρεβιτς και η Σερβία είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη υποτέλεια κι εξαναγκάσθηκε να διαλύσει μια συμμαχία με τους Ούγγρους, στους οποίους είχε δώσει το Βελιγράδι. Του είχε επίσης ζητηθεί να δώσει σύζυγο την κόρη του στον Σουλτάνο Μουράτ Β΄και η καθυστέρηση αυτή του κόστισε μια Τουρκική εκστρατεία εναντίον του. Ταπεινούμενος ο Γεώργιος Μπράγκοβιτς στον εκστρατεύσαντα Σικίν Πασά το 1433 αναγκάσθηκε να υπογράψει συνθήκη νέας συμμαχίας και να δώσει την ανήλικη κόρη του στον σουλτάνο.
Οι γάμοι τελέστηκαν στην Αδριανούπολη στις 14.9.1435, όταν η Μάρω ήταν 17 ετών, αφού προηγήθηκε διετής αρραβώνας. Στον Μουράτ δόθηκαν ως προίκα αρκετές σερβικές περιοχές. Ο Σουρουτζάς πασάς μετέφερε την Μάρω στην Αδριανούπολη με τα δυό αδέλφια της˙ τον Γρηγόριο και τον Στέφανο. Ο σουλτάνος επέτρεψε στη νέα του σύζυγο να μείνει χριστιανή. Η Μάρω, ως η ίδια θεωρεί τον εαυτό της, μάταια έγινε θυσία για την πατρίδα της. Προτίμησε πάντως να συνδέεται με τους Τούρκους και όχι με τους Ούγγρους, που ήταν καθολικοί. Έμεινε χριστιανή ορθόδοξη βοηθώντας τον κλήρο. Από τη θέση της επέδρασε ευεργετικά για την ελευθερία της εκφράσεως των πιστών υποδούλων. Η αποστολή της ήταν η συνηγορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των μονών στην Υψηλή Πύλη. Η διακριτική τουρκόφιλη στάση της φαίνεται στην ανταλλαγή γραμμάτων μεταξύ Ντουμπρόβνικ και Βενετίας.
Η Μάρω δεν άργησε ν’ανέβει στην υπόληψη των Τούρκων. Ο σουλτάνος σύζυγό της επέτρεψε διπλωματικές παρεμβάσεις και το 1438 συμβούλεψε τον πατέρα της να λάβει τουρκόφιλη και αντιουγγρική στάση. Τα δυό αδέλφια της Μάρως συνωμότησαν στην Κωνσταντινούπολη εναντίον του σουλτάνου, ο οποίος τα τύφλωσε, μολονότι η Μάρω προσπάθησε να τον αποτρέψει προς τούτο, δίχως να προλάβει. Το 1441 επέστρεψαν στην Σερβία. Μετά μιά νέα ήττα του σερβικού Δεσποτάτου η Μάρω μεσολάβησε σε μία νέα συμμαχία παρά την Αδριανούπολη στις 2.6.1444. Αναφέρεται πως στην αυλή του πατέρα της η Μάρω έλαβε καλή μόρφωση και πως ο θετός υιός της Μωάμεθ Β΄, αν είχε κάτι καλό, σε αυτή το χρωστούσε. Κατά τον ιστορικό Κριτόβουλο από αυτή έμαθε να μιλά ελληνικά. Κατά τον Γ. Φραντζή « αγάπην μετά των βασιλέων εποίησε, μεσιτευσάσης της Κυράς Μάρως της μητρυιάς αυτού».
Μετά τον θάνατο του Μουράτ Β΄, τον Φεβρουάριο του 1451, αφέθηκε η Μάρω από τον διάδοχο Μωάμεθ Β΄με ιδιαίτερες τιμές και μεγάλη συνοδεία να επιστρέψει στη Σερβία, μετά της οποίας συνήψε ειρήνη. Της δόθηκε ξανά η προίκα της και ικανή σύνταξη ως αναφέρει ο Χαλκοκονδύλης. Το ίδιο έτος ο χρονικογράφος Γ. Φραντζής της έκανε πρόταση να παντρευτεί τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄. Κατά τον Σ. Ράνσιμαν, ο Φραντζής θεώρησε την πλούσια χριστιανή χήρα του σουλτάνου, η οποία ήταν ακόμα αρκετά νέα και αγαπητή στην τουρκική αυλή, μ’επιρροή δυνατή σε αυτή, καλή σύζυγο για τον αυτοκράτορα. Η άρνηση της Μάρως ήταν αμετάκλητη, γιατί είχε τάξει, πως, αν ξεφύγει από το χαρέμι του απίστου σουλτάνου, θ’αφιέρωνε το υπόλοιπο της ζωής της σε αγαθοεργίες, παραμένοντας άγαμη. Το 1454 είχε παρόμοια πρόταση από Τσέχο ηγεμόνα, που είχε την ίδια τύχη με την προηγούμενη.
Ο πατέρας της Μάρως πέθανε το 1456 και το 1457 η μητέρα της. Τότε υπήρχε μία κρίση στην οικογένεια, που είχε διχασθεί σε αυτούς που ήλπιζαν στην ειρηνική προς το παρόν συνύρπαξη με τους Τούρκους και στη βοήθεια των Δυτικών. Η Μάρω δεν έμεινε ούτε στην κηδεία της μητέρας της, για ν’αναποφύγει ανεπιθύμητες συναντήσεις με Δυτικούς. Έφυγε για την Αδριανούπολη με τον αδελφό της Γρηγόριο, που ίσως έγινε μοναχός στην αγιορειτική μονή του Χιλανδαρίου, και τον θείο της Θωμά Καντακουζηνό. Ο Στέφανος πιθανόν μετέβη στην Ορθόδοξη σημερινή Αλβανία κι εκεί παντρεύτηκε την κόρη του ηγεμόνος Αγγελίνα.
Απέκτησε τρία παιδιά που είναι άγιοι. Ο μεγάλος γιός πρίγκηπας Γεώργιος της Βλαχίας έγινε μοναχός και αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, με το όνομα Μάξιμος. Συνήψε ειρήνη με τη Μολδοβλαχία μετά του Μπόγδανου Ράδουλου. Ο Μωάμεθ Β΄ δέχθηκε τη Μάρω πίσω με χαρά. Μαζί της είχε την ανηψιά της Κραλίτσα, κόρη του Δεσπότη Λαζάρου, την οποία έλαβε σύζυγο ο Μωάμεθ Β΄.
Η Έζοβα δόθηκε στη Μάρω από τον Μωάμεθ Β΄. Η Έζοβα, Έζιοβα, Εζεβαί, Εζιόβη, Νισβά, η σημερινή Δάφνη, ήταν αξιόλογη κωμόπολη, κέντρο διαβάσεων και και συναντήσεων, έδρα επισκοπής. Επίσκοπος της εποχής αυτής ήταν ο ένας από τους κτίτορες της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών Ιωαννίκιος, όπου στο Καθολικό της μονής σώζεται ο τάφος του, στην οποία λόγω ασθενείας απεσύρθη, παραιτηθείς της επισκοπής του. Η καταγωγή του ήταν από πλούσια οικογένεια των Σερρών και νέος είχε μονάσει στο Άγιον Όρος.
Η Μάρω, περιβαλλόμενη από Σέρβους αξιωματούχους και κληρικούς, διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με διαφόρους, ως ανεξάρτητη κυρία. Το 1469 μετανάστευση η αδελφή της δούκισσα Αικατερίνη στην Έζοβα, με άδεια του σουλτάνου, μετά τον βίαιο θάνατο του συζύγου της Ουλδερίχου. Το 1456 μάταια προσπάθησε να αντισταθεί στο Βελιγράδι τους Αψβούργους (Αυστριακούς). Οι δύο αδελφές έπαιξαν σημαντικό ρόλο ως μεσολαβήτριες στον πόλεμο μεταξύ Βενετών και Τούρκων (1463-1479) κι ιδιαίτερα στα έτη 1470-1475. Από τις δύο πλευρές τις εμπιστεύθηκαν, έχοντας πληρεξουσιότητα, σε διπλωματικές αποστολές. Το 1471 η Μάρω συνόδευσε τον πρέσβη της Βενετίας προσωπικά σε σύσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, αν και δεν πήγαινε συχνά εκεί.
Η Μάρω στην εκκλησιαστική πολιτική συνέχισε να επιδρά με το κύρος των Μπράγκοβιτς μεσά στο Οσμανικό κράτος. Από το 1457 κατείχε διάφορες λειτουργίες από την οικογένειά της, τις οποίες είχε εκλάβει σοβαρά μετά τη δυναστεία των Νεμανιδών. Ο Μωάμεθ Β΄ σεβόταν τη Μάρω και την αποκαλούσε μητέρα, παρότι ήταν μητρυιά του. Τη θεωρούσε μέλος της σουλτανικής οικογένειας. Για τον λόγο αυτό η Μάρω μπορούσε να είναι η μόνη που είχε μια υψηλή και υπευθυνή θέση και από αυτή να έχει το ρόλο της προστάτιδος όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην επικράτεια των Οσμανιδών. Έτσι είχε μεγάλη επιρροή στην εκκλησιαστική πολιτική.
Τρείς φορές κατάφερε το σουλτάνο να θέσει στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τρείς ικανούς υποψήφιους: Το 1467 τον από Φιλιππουπόλεως Διονυσίο Α΄, άνδρα ενάρετο, ο οποίος υπήρξε πνευματικό ανάστημα του ανθενωτικού μητροπολίτου Εφέσσου αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Ο Διονύσιος μετά εξαετή πατριαρχεία παρητήθη και απεσύρθη στην Ιερά Μονή Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, όπου εστέφθη αγιωνυμίας.
Το 1475 προώθησε στον οικουμενικό θρόνο τον Σέρβο Ραφαήλ Α΄ και το 1486 τον Νηφώνα Β΄ από την Πελοπόννησο. Τον Μάρτιο του 1459 αγόρασε στη Θεσσαλονίκη τον ναό της μικρής Αγίας Σοφίας, την αγορά του οποίου βεβαίωσε με έγγραφο ο Μωάμεθ Β΄. Το 1469 διά της προσωπικής της επεμβάσεως στον σουλτάνο έλαβε την άδεια να μεταφερθούν τα τίμια λείψανα του Αγίου Ιωάννου της Ρίλας από το Τύρναβο στη Ρίλα.
Το 1479 είχε στην κατοχή της, μαζί με τον Φαΐκ-Πασά, μία λίμνη κοντά στις Σέρρες. Στον μητροπολιτικό ναό των Σερρών, των Αγίων Θεοδώρων, δώρισε εικόνα συρτή που περιείχε τίμιο ξύλο, ως μαρτυρεί ο αρχαίος κώδικας της ιεράς μητροπόλεως, κατά μία μάλλον επίσκεψή της στην εξόριστη αυτοκράτειρα της Τραπεζούντος θεία της Ελένη.
Το αρχοντικό της Μάρως στην Έζοβα δεν ήταν μόνο πέρασμα υψηλών προσώπων αλλά και ένα πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο, στην τότε τουρκική επικράτεια. Η Μάρω είχε δημιουργήσει σχολή αγιογραφίας και αντιγραφής χειρογράφων. Το 1480 μ’εντολή της αντέγραψε ο γραμματεύς Βλαδισλαύος το βιβλίο της Εξαημέρου. Έκτισε πύργο και ναό προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, που υπολείμματά τους σώζονται μέχρι σήμερα.
Ο Χάμμερ ονομάζει την κωμόπολη «Γιάσσοβον επί του Στρυμόνος ου μακράν του Άθω». Η Μάρω, συνεχίζοντας το έργο του πατέρα της, προσέφερε πολλά στο Άγιον Όρος και ιδιαίτερα στις μονές Χιλανδαρίου και Αγίου Παύλου. Πέτυχε χρήματα που χρωστούσαν κάτοικοι του Ντουμπρόβνικ να τα λαμβάνουν οι αγαπητοί της Αγιορείτες, οι οποίοι σύχναζαν επί ημερών της στην Έζοβα.
Στο Άγιον Όρος υπάρχουν επτά τουρκικά έγγραφα γνωστά, σχετικά με τη Μάρω, ενώ υπάρχει και μεγάλος αριθμός αμετάφραστων και αταξινόμητων τουρκικών εγγράφων. Στη μονή Αγίου Παύλου υπάρχουν δύο ακόμη έγγραφα, που αναφέρονται στην περιουσία της Μάρως, που την αποτελούσαν, κτήματα, ζώα, ενδύματα, υφάσματα, ασημένια και χρυσά νομίσματα κι αντικείμενα. Από αυτά διαίρεσε τρία μέρη για τη μονή Χιλανδαρίου και δύο για τη μονή Αγίου Παύλου.
Το πιο παλιό έγγραφο είναι της 1.3.1469. Τότε είχε καεί η μονή Εσφιγμένου και η Μάρω αγόρασε το μετόχι της στον Πρόβλακα, με πύργο και μύλο, και το δώρισε στη μονή Αγίου Παύλου, ώστε να μη φύγει η περιουσία από το Άγιον Όρος. Μάλιστα στο έγγραφο γράφει:«Εγώ η Μάρω η κϋρά από την Εζωβά εγύρευσα ίνα αγοράσω…». Σ’εγγραφό της 13.4.1479 η Μάρω φέρει τον τίτλο: «Σουλτάνα του αυτοκράτορος Μουράτ Ευσεβής Κτζαρίνα, Μάρα, θυγάτηρ του Δεσπότου Γεωργίου». Επεκύρωνε χρυσόβουλα με τη σφραγίδα του πατέρα της, που ήταν το δακτυλίδι του.
Το 1466 δώρισε μεγάλες περιοχές της Έζοβας και της Μοραβίτσας στις αγαπητές αγιορείτικες μονές, όπου κατοικούσαν Σέρβοι και Έλληνες, Χιλανδαρίου και Αγίου Παύλου. Στην πρώτη τα 3/5/αυτών των περιοχών και στη δεύτερη τα 2/5. Στο Χιλανδάρι υπάρχουν τέσσερα έγγραφα ακόμη σχετικά με τη Μάρω γι’αφιερώσεις και κτηματικές οριακές διαφορές.
Η μεγαλύτερη προσφορά της αρχόντισσας Μάρως στο Άγιον Όρος θεωρείται όχι η κτηματική περιουσία αλλά η δωρεά στην ιερά μονή Αγίου Παύλου των Τιμίων Δώρων που πρόσφεραν οι τρείς Μάγοι στον Χριστό. Πράγματι μεταξύ των πολυτίμων κειμηλίων, που φυλάγονται στο Άγιον Όρος – τίμια λείψανα, εικόνες, ιερά σκεύη και άμφια- εξέχουσα θέση κατέχουν τα Τίμια αυτά Δώρα, χρυσός, λίβανος και σμύρνα.
Ο χρυσός βρίσκεται υπό τη μορφή είκοσι οκτώ επιμελώς σκαλισμένων πλακιδίων. Ο λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα σε μορφή εβδομήντα σφαιριδίων. Προς μεγαλύτερη ασφάλεια είναι μοιρασμένα σε διάφορες λειψανοθήκες στο σκευοφυλάκειο της μονής.
Κατά την ιερά Παράδοση αυτά υπήρχαν στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων έως το έτος 400 περίπου, όταν ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Παρέμειναν εκεί έως της Αλώσεως από τους Φράγκους το έτος 1204, όταν για λόγους ασφαλείας μεταφέρθηκαν στην προσωρινή πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τη Νίκαια της Βιθυνίας. Μετά εξήντα έτη επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη όπου παρέμειναν έως της Αλώσεώς της.
Λαμβάνοντας αυτά η Μάρω τα έφερε αυτοπροσώπως να τα προσφέρει στη μονή του Αγίου Παύλου, της οποίας νέος κτίτορας ήταν ο πατέρας της. Ο πολύς Γεράσιμος Σμυρνάκης ως και άλλοι αναφέρουν πως στην οδό από του αρσανά προς τη μονή υπάρχει αναμνηστικό προσκυνητάρι, όπου η Μάρω εναπόθεσε τα τίμια Δώρα που έφερε, ύστερα από θεία φωνή, που δηλούσε την μη επιτρεπόμενη, ως γνωστόν, είσοδο των γυναικών, λόγω του αρχαιοπαραδότου αβάτου.
Η Μάρω επίσης προσέφερε στη μονή του Αγίου Παύλου και κτήματα στην Καλαμαριά Χαλκιδικής, όπου είχαν μετόχια δέκα αγιορειτικές μονές και που κατά μία ετυμολογία έλαβε την ονομασία της η περιοχή από το όνομα της αρχόντισσας Καλή Μαρία ή Καλαμαρία και σήμερα Καλαμαριά.
Η ενεργός ανάμειξη της Μάρως στην πολιτική έφερε αντιδράσεις, ώστε αναφέρεται ακόμη ότι εστάλη στην Έζοβα εναντίον της ο Ομούρ Μπεής για να τη φονεύσει. Γύρω από την υπόθεση αυτή δημιουργήθηκαν διάφορες διηγήσεις, που βεβαιώνουν για μία φορά ακόμη τη δυναμικότητα αυτής της γυναίκας και την βαθειά ορθόδοξη πίστη της, την οποία μέχρι του τέλους της φανέρωνε ματαιώνοντας δυσμενείς ενέργειες των Τούρκων κατά των χριστιανών.
Η Έζοβα αναφέρεται και ως τόπος αυτοεξορίας και εξορίας της, αφού πάντα φαίνεται να είναι φυσική η συνέπεια, η ευγένεια, η ευσέβια και η φιλοπατρία να διώκονται. Στη δύση του βίου της κινούμενη από θρησκευτικοπατριωτικά αισθήματα αφιέρωσε στη μονή Αγίου Παύλου το 16000 στρεμμάτων κτήμα της Έζοβας, τον πύργο, τον ναό, τα κτίρια, τα δάση και μέρος της ιχθυοτρόφου λίμνης. Για να εξασφαλίσει τις πάντα πάντα αγαπητές αγιορειτικές μονές μετά τον θάνατό της, υιοθέτησε το 1481 τον Βλάχο Βοεβόδα Βλαδίμηρο Δ΄ (1482-1496) για να τις φροντίζει. Στη συνέχεια τα μοναστήρια Χιλανδαρίου και Αγίου Παύλου έμειναν στην προστασία για όλους τους επόμενους βοεβόδες, οι οποίοι έπρεπε, ο ένας μετά τον άλλο, ν’αναγνωρισθούν από την Υψηλή Πύλη. Μετά τον θάνατο της Μάρως, στις 14.9.1487, εγκατεστάθηκαν στην Έζοβα Αγιοπαυλίτες μοναχοί, οι οποίοι ανήγειραν αργότερα δεύτερο πύργο. Μεταξύ των δύο πύργων υπήρχε ο τάφος της Μάρως. Οι περιπέτειες του μετοχίου στους επόμενους αιώνες, ιδιαίτερα από τους βέηδες των Σερρών ήταν μεγάλες. Σήμερα δεν ανήκει τίποτε στη μονή από την περιοχή.
Συμπερασματικά αναφέρουμε. Στα έτη 1418-1435 η Μάρω βρίσκεται στην αυλή του πατέρα της στη Σερβία. 1435-1451 μένει κυρίως στην Αδριανούπολη ως σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β΄. 1451-1457 επιστρέφει στη Σερβία. 1457-1487 παραμένει στην Έζοβα κι επικοινωνεί πρισσότερο με το Άγιον Όρος.
            Ο δρόμος της ζωής της εκφράζει όλη τη δυσκολία των μεγάλων αλλαγών της περιόδου αυτής, όταν τα Βαλκανικά κράτη, το ένα μετά το άλλο, κατέρρεαν λόγω εσωτερικών δυσκολιών και της τουρκικής κατακτητικής δυνάμεως. Η Μάρω μένοντας στο χαρέμι διατηρεί την πίστη της ακέραιη και φροντίζει για την Ορθόδοξη Εκκλησία με σθένος, ευφυία και τόλμη. Η μνήμη της διατηρείται φωτεινή, πέρα από τον μύθο και την φαντασία, που ελλοχεύει στην ποίηση και τη λαϊκή παράδοση. Αποτελεί σύμβολο πίστης Ορθοδόξου χριστιανής, αφιλοχρήματης, φιλάνθρωπης, φιλομόναχης, φιλοαθωνίτιδος, φιλόθεης ψυχής. Ειλικρινής και βαθειά πίστη διχάζεται κάποια στιγμή αν πρέπει να παραμείνει με τους Ούγγρους ή να πάει με τους Τούρκους. Την αποφασιστική εκείνη ώρα, θυσιαζόμενη, ακολουθεί τους δεύτερους, που θεωρεί λιγότερο επικίνδυνους για το παρόν. Δεν φαίνεται να λαθεύει. Απολαμβάνοντας την προστασία των Τούρκων τους εξυπηρετεί, ώστε να φροντίζει πιο άνετα για τους χριστιανούς. Η συμπεριφορά της και τα έργα της φανερώνουν προσωπικότητα ιδιαίτερα δυναμική και γενναία, που γνώριζε καλά να πραγματώνει τους στόχους της.

            Η ζωή της Μάρως αφιερώθηκε όλη για τη βοήθεια των χριστιανών στα Βαλκάνια και ότι αφορούσε εκκλησίες και μονές και μάλιστα αγιορείτικες, ώστε το μνημόσυνό της να είναι αιώνιο. Τα λείψανα των κτισμάτων στην Έζοβα των Σερρών θυμίζουν το πέρασμα μιας δυναμικής αρχόντισσας, που αγαπούσε την Ορθοδοξία, την ειρήνη και την ελευθερία.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ;



Ο ίδιος ο Κύριος στον εσχατολογικό του λόγο έδωσε το στίγμα της πορείας που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι Χριστιανοί στο θέμα της αναμονής των εσχάτων και της εξέτασης των σημείων των καιρών: « Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. Ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλός, καὶ τὰ φύλλα ἐκφύη, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος. Οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις ».

 Σε άλλο σημείο κατέκρινε τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους που δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα σημεία των καιρών. « Ὁψίας γενομένης λέγετε, εὐδία, πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός, καὶ πρωΐ, σήμερον χειμών, πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. Ὑποκριταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι; ». Η εξέταση των σημείων των καιρών λοιπόν είναι επιταγή του Κυρίου. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, οι Ιουδαίοι « τὸ μέγιστον σφάλμα ἐσφάλησαν », ακριβώς, επειδή δεν εξέταζαν τα σημεία των καιρών. Αν εξέταζαν τα σημεία των καιρών, δεν θα είχαν απορρίψει τον Ιησού Χριστό και δεν θα επρόκειτο να προσκυνήσουν στο μέλλον τον Αντίχριστο.

Υπάρχει μια σειρά από λόγους, για τους οποίους μας δόθηκαν τα σημεία των καιρών. Κατ’ αρχήν, για να είμαστε προετοιμασμένοι, ώστε, όταν συμβαίνουν, να τηρούμε τη σωστή στάση, αλλά και για να μην τα βλέπουμε σαν παράξενα και ταραζόμαστε. Επίσης, για να γρηγορούμε· « ἵνα μὴ τῇ κραιπάλῃ καὶ τῇ μέθῃ καὶ τῇ παντοίᾳ φαντασίᾳ καὶ ἡδονῇ τοῦ βίου ἀπατηθέντες καὶ μείζονα τὰ πρόσκαιρα καὶ ἐπίγεια καὶ εὔφθαρτα νομίσαντες τῶν ἀϊδίων καὶ ἀφθάρτων καὶ ἀκηράτων ἀγαθῶν, ἀπονυστάξαντες ἐκπέσωμεν τῆς αἰωνίου ζωῆς », γράφει ο Άγιος Ιππόλυτος. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Μέγας, μιλώντας για την Β΄ Παρουσία, σημειώνει: « Λέω αυτά τα πράγματα, φίλτατοι, γι’ αυτό το λόγο, ώστε οι διάνοιές σας να γρηγορούν και να επαγρυπνούν, και να μην πέσουν στην αμέλεια από μια αίσθηση ασφάλειας και κοιμηθούν από την άγνοια. Ας τις κάνει ο φόβος πάντα άγρυπνες, και η εγρήγορση ας τις ενδυναμώσει στα αγαθά έργα… ». Ακόμη, η γνώση των σημείων των καιρών δόθηκε και για να μη μετακινηθούμε από την πίστη· « ἵνα κατὰ πάντα ἑδραίως ἐστὼς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν μηδενὶ βαμβαίνων τῷ νοΐ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας τῷ Θεῷ πιστεῦσαι δυνηθῇ », γράφει ο Άγιος Ιππόλυτος. Η γνώση όσων πρόκειται να συμβούν θα βοηθήσει τους ανθρώπους να μείνουν σταθεροί και εδραίοι.

Κατά τον Άγιο Κύριλλο οφείλουμε να γνωρίζουμε τα σημεία της συντελείας. Και αυτό, για να μην πλανηθούμε και, περιμένοντας τον Χριστό, λατρεύσουμε τον Αντίχριστο. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η εξέταση των σημείων των καιρών. Από θεία έμπνευση και οικονομία κινήθηκαν οι Απόστολοι και ρώτησαν τον Χριστό για την Β΄ Παρουσία. Η απάντηση-προτροπή  του Κυρίου προς τους Αποστόλους: « Βλέπετε μὴ τὶς ἡμᾶς πλανήσῃ », αφορά άμεσα και τους Χριστιανούς κάθε εποχής. Και προτρέπει ο ιερός Πατήρ: « Βλέπε σύ, τίνα μὲν γέγονεν ἤδη, τίνα δὲ ἔτι λείπει, καὶ ἀσφαλίζου σεαυτόν ».
Σε άλλο σημείο του λόγου του ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων προτρέπει τους Χριστιανούς να « ασφαλίζουν » με τη γνώση των σημείων της συντελείας όχι μόνο τους εαυτούς τους αλλά και όσους βρίσκονται κοντά σε αυτούς, τους πλησίον τους. « Ἀσφάλιζε τοίνυν σεαυτόν, ἄνθρωπε. Ἔχεις τὰ σημεῖα τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ μὴ μόνος μνημόνευε τούτων, ἀλλὰ καὶ ἀφθόνως πᾶσι μεταδίδου. Εἰ τέκνον ἔχεις κατὰ σάρκα, τοῦτο ἤδη νουθέτει. Καὶ εἰ διὰ κατηχήσεως ἐγέννησάς τινα, καὶ τοῦτον προασφαλίζου, ἵνα μὴ τὸν ψευδῆ δέξηται ὡς ἀληθῆ… ἀσφαλιζώμεθα ».

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, επανειλημμένα, επισημαίνει την ανάγκη γνώσης των σημείων της συντελείας από πλευράς των Χριστιανών. Σε άλλα σημεία του έργου του διδάσκει: « Βλέπε τοίνυν σεαυτόν, ἄνθρωπε, καὶ ἀσφαλίζου τὴν ψυχήν. Διαμαρτύρεταί σε ἡ Ἐκκλησία νῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, προδιαλέγεταί σοι τὰ περὶ τοῦ Ἀντιχρίστου πρὶν παραγενέσθαι. Καὶ εἴτε ἐπὶ σοῦ γίνεται οὐκ οἴδαμεν, εἴτε μετὰ σε γίνεται οὐκ οἴδαμεν. Καλὸν δὲ ἐστι ταῦτα εἰδότα σε προασφαλίσασθαι » · « Ὁ δὲ τῶν ὅλων Θεὸς πάντας ὑμᾶς διαφυλάξειε, μνημονεύοντας τῶν σημείων τῆς συντελείας, καὶ ἀκαταγωνίστους ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου μένοντας. Ἔλαβες τὰ σημεῖα τοῦ μέλλοντος ἔρχεσθαι πλάνου. Ἔλαβες τὰς ἀποδείξεις τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ, τοῦ κατερχομένου φανερῶς ἐξ οὐρανῶν. Τὸν μὲν φεῦγε, τὸν ψευδῆ, τὸν δὲ προσδόκα, τὸν ἀληθινόν ».
Οι Άγιοι Ειρηναίος και Ιππόλυτος αναφέρουν και συγκεκριμένα « σημεία » που θα πρέπει να περιμένουν να δουν οι Χριστιανοί...

Οι Άγιοι Ιππόλυτος και Κύριλλος Ιεροσολύμων προτρέπουν τους Χριστιανούς να εξετάζουν όλα τα σημεία των καιρών και να είναι σε εγρήγορση. Απ’ τη στιγμή που θα συμβούν όλα αυτά και θα πραγματοποιηθούν τα « σημεία », τότε οι Χριστιανοί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει. Μετά την εμφάνιση των σημείων, δεν θα μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά, σύντομα, θα έρθει και η Β΄ Παρουσία…



( Απόσπασμα – χωρίς τις υποσημειώσεις – από το βιβλίο του Βασιλείου Ταμιωλάκη Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ )

pentapostagma.gr

Ο ΜΕΓΑΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΥΡΟΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ(ΜΕΡΟΣ Α΄)


Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἐλένης τῶν Ἱσαποστόλων (21 Μαΐου)


Οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι τιμόνται στις 21 Μαΐου

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

Γέννηση και καταγωγή

Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 274 μ.Χ. εις την Ναϊσόν ή Νίσσαν της Μοισίας, περιοχή δηλαδή της σημερινής Νοτιοσλαβίας ή Κεντρικής Σερβίας.
Μητέρα του ήταν η ευσεβέστατη χριστιανή Αγία Ελένη, της οποίας η μνήμη εορτάζεται την 21η Μαΐου από κοινού με τον υιό της, τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Τόπος γεννήσεως της Αγίας μητέρας του αναφέρεται το Δράπανο της Βιθυνίας, που λέγεται σήμερα Γιάλοβα και που στην εποχή του ο Μέγας Κωνσταντίνος
είχε μετονομάσει ο ίδιος, προς τιμήν της, εις Ελενόπολιν.
Πατέρας του Άγιου ήταν ο Κωνστάντιος ο Α΄, ο ονομαζόμενος Χλωρός, δια την χλωμότητα του προσώπου του. Η Ιλλυρία, που είναι η σημερινή βορειοδυτική
περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου η περιβρεχόμενη δυτικά από την Αδριατική θάλασσα, ήταν η πατρίδα του πατέρα του.

Οι πεποιθήσεις της Ελένης

Η ίδια επηρέασε και τον γιό της Κωνσταντίνο. Προσπάθησε να του μεταδώσει την πίστη του Χριστού και να φέρεται με συμπάθεια στους χριστιανούς, στη θρησκεία Του και στην
Εκκλησία.

Χωρισμός των Γονέων

Ο Διοκλητιανός διόρισε Καίσαρα στη Δύση τον Κωνστάντιο τον Χλωρό, τον πατέρα του Μ. Κωνσταντίνου. Στον Κωνστάντιο παρεχώρησε τα δυτικότατα μέρη
της αυτοκρατορίας ήτοι την Γαλατία (Γαλλία) την Βρετανία και την Ισπανία.
Οι νόμοι τότε επέβαλαν, για να ανέβει κανείς εις τα υψηλά αξιώματα, να έχει σύζυγο από ευγενή και επίσημη οικογένεια.
Στη βιογραφία του Κωνσταντίνου αναφέρεται, ότι οι γονείς χώρισαν με κοινή συμφωνία. Τούτο έγινε διότι:
Πρώτον. Ο Κωνστάντιος μόλις έγινε Καίσαρ θα διευκόλυνε τους χριστιανούς των μεγάλων επαρχιών του.
Δεύτερον. Η άνοδος του άνοιγε τον δρόμο στο αξίωμα του Αυγούστου, δηλαδή του αυτοκράτορα, που τόση μεγάλη σημασία θα είχε για τους χριστιανούς.
Τρίτον. Για τον γιό τους Κωνσταντίνο, που συγκέντρωνε τόσες ελπίδες. Για όλα αυτά η Ελένη δέχθηκε αυτήν την θυσία. Πόση, όμως, θλίψη και στενοχώρια θα πέρασε.
Πόσο ταπεινώθηκε! Χρειαζότανε γενναία ψυχή για ν’ αντέξει. Το υπέμεινε, όμως, διότι ήταν χριστιανή καταρτισμένη με την σκέψη, ότι θα συντελέσει στο να βοηθηθεί
η πίστης των χριστιανών με αυτόν τον τρόπον.
Ο Διοκλητιανός κράτησε όμηρο τον Κωνσταντίνο, για περισσότερη ασφάλεια ώς εγγύηση, δεν θα πολεμούσε εναντίον του.
Ο Κωνσταντίνος, λοιπόν, κρατείται ως όμηρος εις τα ανάκτορα του Διοκλητιανού και εν συνεχεία του Γαλερίου στη Νικομήδεια της Μ. Ασίας. Εκεί διέρχεται την νεότητά του
και του δίνεται η ευκαιρία να θαυμάσει την γενναιότητα των χριστιανών στους βάρβαρους διωγμούς, που εξαπέλυσαν τότε οιαυτοκράτορες εναντίον τους.
Ο Κωνσταντίνος μεγάλωνε στην ηλικία, μεγάλωνε όμως και στη ρωμαλεότητα. Κανένας δεν μπορούσε να παλέψει με αυτόν. Η εξυπνάδα, και η ωραιότατης του προκαλούσαν
τον φθόνο των τυράννων. Η ανησυχία τους, για την δύναμη, τη δεξιοτεχνία και τη δραστηριότητα του Κωνσταντίνου τους έβαλε σε ανησυχία. Ερώτησαν μάλιστα
και το Μαντείο του Απόλλωνα προκειμένου να μάθουν, για την εξέλιξη του. Και εκείνο, Θεού επιτρέποντας, απάντησε, ότι θα κυριεύσει τον κόσμο ολόκληρο
και ανακηρύξει τη θρησκεία του Χριστού επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αϊ ! λοιπόν από τότε τον μίσησαν πιο πολύ και ζητούσαν ευκαιρία να τον εξοντώσουν.

Προσπαθούν να τον εξοντώσουν

Ο Κωνστάντιος, ο πατέρας του, αρρώστησε εν τω μεταξύ και ζήτησε από τον Γαλέριο να επιτρέψει στο γιό του να τον επισκεφθεί. Του το επέτρεψε, αλλά σχεδίαζε
καθ’ οδό να τον εξόντωσει Ευτυχώς, όμως, ο Κωνσταντίνος ξεφεύγει την νύκτα και πηγαίνει στον πατέρα του. Ο πατέρας, που ήταν εις τας δυσμάς του βίου του,
τον δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Η χαρά του Κωνσταντίου, που είδε τον γιό του, ήταν απερίγραπτη. Άλλωστε ήταν ο κατάλληλος καιρός, να τον ορίσει διάδοχο του.
Ο Κωνστάντιος από τον δεύτερον γάμο του είχε, βεβαίως, αποκτήσει και άλλους τρεις γιούς; Τον Δαλμάτιο, τον Αννιβαλιανό και τον Κωνστάντιο, τον πατέρα του
Ιουλιανού του παραβάτου.

Ανακηρύσσεται Αύγουστος

Τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο Κωνστάντιος παραδίδει τα σκήπτρα της βασιλείας εις τον υιό του Κωνσταντίνο. Περί τα μέσα του 306 πεθαίνει ο Κωνστάντιος.
Τότε ο στρατός, οι ρωμαϊκές λεγεώνες, που ήταν αφοσιωμένος στον πατέρα του, είδαν στον νέον εκείνον τον αντάξιο διάδοχο του Κωνσταντίου. Γι αυτό μετά από λίγο,
στις 25 Ιουλίου 306, ανακήρυξαν τον Κωνσταντίνο εις το Εβόρακο (Υόρκην) της Βρετανίας Αυτοκράτορα Αύγουστο της Δύσεως. Ήταν τριάντα δύο ετών.
Την ανάδειξη του Κωνσταντίνου σε αυτοκράτορα με κανένα τρόπο δεν την ήθελε ο Γαλέριος Μαξιμιανός. Επιθυμούσε να κρατήσει, για τον εαυτόν του, ένα μέρος της βασιλείας.
γι αυτό δεν ανεγνώρισε ως Αύγουστο τον Κωνσταντίνο παρά μόνο ως Καίσαρα. Ο Κωνσταντίνος νυμφεύσει ακολούθως την Μινερβίνα, από την οποίαν απέκτησε τον Κρίσπο.

Συμφωνία με Μαξιμιανό και Μαξέντιο

Ο Μαξιμιανός και ο Μαξέντιος έκαναν συμφωνία με τον Κωνσταντίνο, αυτοί μεν να μένουν στη Ρώμη, εκείνος δε στα δυτικά μέρη, όπου βασίλευε προηγουμένως ο πατέρας του.
Ο Κωνσταντίνος επειδή εν τω μεταξύ είχε διαζευχθεί την πρώτη σύζυγο του Μινερβίνα, έλαβε για δεύτερη γυναίκα του την θυγατέρα του Μαξιμιανού, Φαύστα.
Εκείνη ήταν μεν ωραιότατη νέα, αλλά πονηρότατη και κακότροπη, σαν τον πατέρα της...
Μετά την συμφωνία η ειρήνη και η ησυχία αποκαταστάθηκαν και όλοι την χαίρονταν. Ο Κωνσταντίνος ασφάλισε με ραγδαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις τις επαρχίες
της διοικήσεώς του. Εσωτερικά έλαβε σπουδαιότατα μέτρα. Εμψύχωσε και προστάτευσε την γεωργία. Μείωσε τους φόρους. Ανοικοδόμησε πόλεις. Κυβέρνησε ευεργετικά
και πατρικά. Προστάτεψε τους χριστιανούς, περισσότερο από τον πατέρα του.
Τότε ο Ερκούλιος Μαξιμιανός ήλθε σε ρήξη με τον γιό του και συμβασιλέα Μαξέντιο και κατέφυγε στον γαμπρό του Κωνσταντίνο. Επιδόθηκε σε μηχανορραφίες
κι επιχείρησε να εξεγείρει τον στρατό εναντίον του Κωνσταντίνου! Ο Κωνσταντίνος όμως κρατούσε στον απόλυτο έλεγχο την κατάσταση και διέταξε τότε την φυλάκιση του.
Εν τω μεταξύ ο Γαλέριος Μαξιμιανός της Ανατολής αποφάσισε να εκδιώξει από την εξουσία και τον Μαξέντιο και τον Κωνσταντίνο. Συγκέντρωσε προς τούτο πολυάριθμο στρατό
και βάδισε εναντίον της Ιταλίας. Ο Μαξέντιος όμως του έστησε παγίδα, στην οποίαν έπεσε και τον κατέστρεψε. Υπεχώρησε όμως καιανασυνέταξε τις δυνάμεις του.
Θέλησε τότε να τα βάλει με τον Κωνσταντίνο. Ήταν βέβαιος, ότι θα τον νικούσε τον Κωνσταντίνο, διότι είχε ρωτήσει τους μάντεις, καιτους ιερείς των ειδώλων, οι όποιοι του είπαν,
ότι έμελλε να τον νικήσει εις τον πόλεμο. Του είπαν όμως ψέματα.
Διότι όταν συναντήθηκαν τα δύο στρατεύματα είδαν οι στρατιώτες του Γαλερίου τον τίμιο Σταυρόν φωτεινό και προπορευόμενοι του στρατεύματος του Κωνσταντίνου.
Δεν μπορούσαν να υποφέρουν την λάμψη Του. Οι σταυροφόροι στρατιώτες του Μ. Κωνσταντίνου τους κατέκοψαν κυριολεκτικά.

Σύγκρουση Μαξεντίου και Κωνσταντίνου

Στη Ρώμη μόνος αυτοκράτωρ έμεινε ο Μαξέντιος. Σκέπτονταν δε πώς θα εξοντώσει και τους άλλους βασιλείς, για να γίνει αυτός μονοκράτωρ. Οι Ρωμαίοι τότε
ήταν δυσαρεστημένοι από την τυραννία του Μαξεντίου κι έγραψαν στον Κωνσταντίνο, του οποίου άκουγαν την καλοσύνη, τα ανδραγαθήματα και την χρηστή διοίκηση,
να έλθει να τους ελευθέρωση.
Ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στην Ιταλία με 50 χιλιάδες στρατού ενώ ο στρατός του Μαξεντίου ήταν τριπλάσιος.
Ανέβηκε σε ένα ύψωμα και παρατηρούσε λυπημένος το πολύ στράτευμα του εχθρού και συλλογιζότανε, πώς θα μπορούσε να το νικήσει με τις λιγότερες δικές του δυνάμεις.
Τότε έγινε το θαύμα. Είδε δράμα θειο. Είδε στον ουρανό τον Τίμιο Σταυρόν. Μέχρι τότε συμπαθούσε μεν τους χριστιανούς ο Κωνσταντίνος και δεν τους εδίωκε,
ήταν όμως ακόμη Εθνικός ειδωλολάτρης. Τώρα στρέφεται ολόψυχα νοερά προς τον Θεό των χριστιανών. Τώρα συγκλονίζεται από το δράμα και πλημμυρίζει από αγάπη
για τους χριστιανούς. Άλλωστε αρκετό μέρος του στρατού του το αποτελούσαν οι χριστιανοί.
Βλέπει δηλ. το καταμεσήμερο στον Ουρανό ένα φωτεινό Σταυρόν από λαμπερά αστέρια και τις λέξεις Εν τούτω νίκα. Το σημείον το είδαν αξιωματικοί και στρατιώτες
και το θεώρησαν, ως θεία επιταγή.
Την νύκτα φάνηκε στον ύπνο του ο Χριστός μαζί με το σημείον, που είδε στον Ουρανό, ο όποιος του είπε:
Σήκω και κάμε ένα Σταυρόν, όπως τον είδες. Βάσταζέ τον εις τους πολέμους, και θα νικάς.
Πράγματι! Την άλλη μέρα κατασκεύασε ένα αργύρου Σταυρόν όπως ακριβώς τον είδε στον ουρανό. Αυτόν δε τον Σταυρόν τον κρατούσαν πάντοτε μπροστά στο στράτευμα.
Κάλεσαν, έπειτα χριστιανούς ιερείς και τους ρώτησε ποιος είναι ο Θεός, που του φανερώθηκε και φανερώνει το φανέν σημείο. Εκείνοιαπό αυτό έλαβαν αφορμή να τον
πληροφορήσουν περί του χριστιανισμού. Έχοντας πλέον πεποίθηση ο Κωνσταντίνος, ότι με την δύναμη του Θεού των χριστιανών καιτου σημείου του σταυρού θα νικήσει,
όρμησε με πίστην ακράδαντο κατά του Μαξεντίου, και τον κατανίκησε.
Ήταν η 26η Οκτωβρίου του 312.
Έστησε τότε εις την αγορά της Ρώμης ο Κωνσταντίνος τον αδριάντα του. Κρατούσε στο δεξί του χέρι το σωτήριο του Σταυρού σημείο, που έφερε την εξής επιγραφή:
«ΤΟΥΤΩ ΤΩ ΣΩΤΗΡΙΩΔΕΙ ΣΗΜΕΙΩ ΤΩ ΑΛΗΘΕΙ ΕΛΕΓΧΩ ΤΗΣ ΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΗΜΩΝ ΖΥΓΟΥ ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΥ ΔΙΑΣΩΘΕΙΣΑΝ ΗΛΕΥΘΕΡΩΣΑ , ΕΤΙ ΜΗΝ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΛΗΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΗΜΟΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΣ ΑΠΕΚΑΤΕΣΤΗΣΑ».
Έτσι, λοιπόν, κατασκεύασε η πρώτη χριστιανική Σημαία. Ο Κωνσταντίνος είχε μεγάλη τιμή να γίνει ο πρώτος χριστιανός βασιλεύς καιβασιλικός προστάτης της χριστιανικής
πίστεως.
Ο ευσεβής και θεοσκεπής βασιλεύς διέταξε και έστησαν τον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρόν εις τα κεντρικότερα μέρη της Ρώμης. Ερεύνησε με προσοχή και βρήκε τα τίμια λείψανα
των Άγιων Μαρτύρων, που βασανίστηκαν και πέθαναν για την πίστην του Χριστού και τα όποια ενεταφίασε με τις πρέπουσες τιμές. Επίσης ελευθέρωσε τους φυλακισμένους
χριστιανούς κι επανέφερε τους εξόριστους.

Το «Ἔδικτον» του Μεδιολάνου

Οι πρώτοι καρποί της νίκης φάνηκαν εις τον ορίζοντα. Τον Ιανουάριο του 313 εις το Μιλάνο έγιναν οι γάμοι της αδελφής τους Κωνσταντίνου με τον βασιλέα της Ανατολής Λικίνιο
Ο τελευταίος υποσχέθηκε εις τον Κωνσταντίνο, ότι εις το έξης δεν θα εδίωκε τους χριστιανούς. Τότε από κοινού εξέδωσαν το περίφημο διάταγμα ανεξιθρησκίας και ελευθερίας
της συνειδήσεως. Είναι γνωστότατο εις την Εκκλησιαστική Ιστορία ως Έδικτον (Διάταγμα) τον Μεδιολάνο, του σημερινού Μιλάνου. Το διάταγμα τούτο ανεγνώριζε την Εκκλησία,
ως οργανισμό αυτόνομο και ενοποίησε την θέση της εις το Κράτος. Εις τους χριστιανούς δίδεται απόλυτος ελευθερία να λατρεύουν τον Χριστό, να ανεγείρουν ναούς, να τελούν
ελεύθερα τις θρησκευτικές τους τελετές και τα καθήκοντά τους τα θρησκευτικά.

Ευεργετικές υπέρ της Εκκλησίας διατάξεις

Έκτος του Διατάγματος αυτού, ο Κωνσταντίνος ευεργέτησε ποικιλοτρόπως την Εκκλησία, με διάφορες άλλες διατάξεις.
Διέταξε π.χ. να της αποδώσουν τους ναούς της, τα νεκροταφεία και τα κτήματα της. Στην ειδική του περιοχή, στη Δύσι έδωκε πολλά προνόμια στον χριστιανικό κλήρο
και βοήθησε από το Δημόσιο Ταμείο την ανέγερση χριστιανικών Ναών. Ο ίδιος έκτισε ναό αφιερωμένο στο Σωτήρα Θεό, του οποίου το σχήμα σχεδίασε ο ίδιος ο βασιλεύς.
Γι αυτό επεκράτησε να λέγεται και Βασιλική.
Ο Κωνσταντίνος, από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, θέσπισε τα εξής χριστιανικά νομοθετήματα.
1. Κατήργησε την σταύρωση, που ήταν η συνηθισμένη θανατική ποινή των δούλων της Ρωμαϊκής εποχής.
2. Απαγόρευσε να στιγματίζονται οι καταδικαζόμενοι με ατιμωτικά σημεία στο πρόσωπο τους.
3. Κατήργησε τους αγώνας των μονομαχιών.
4. Κήρυξε έγκυρη την απελευθέρωση δούλων, άνευ πολύπλοκων τυπικών διατάξεων.
5. Χορήγησε διατροφή εκ του Δημοσίου Ταμείου ή του Αυτοκρατορικού, για συντήρηση φτωχών οικογενειών, ώστε να μη εκθέτουν ή πωλούν τα παιδιά τους, όπως ήτανε τότε
η συνήθεια.
6. Κήρυξε ένοχους ανθρωποκτονίας τους κυρίους, των οποίων ή κακούργος μεταχειρίσεις επέφερε τον θάνατον εις τον δούλο τους.
7. Απαγόρευσε στους ενοικιαστές δημοσίων κτημάτων να χωρίζουν άνδρες από τις γυναίκες τους, γονείς από τα παιδιά τους, αδελφούς από αδελφούς,
η δε αρχή αυτή βαθμηδόν επεξετάθει σε όλους τους δουλοπάροικους οιωνδήποτε ακινήτων.
8. Κατήργησε τις ποινές εναντίον της αγαμίας και της χηρείας, αναγνώρισε την ελευθερία της προσωπικής καταστάσεως.
9. Διά σειράς νόμων ανεγνώρισε νομικό πρόσωπον την Εκκλησία και την συνέδεσε με σχέσεις επίσημες με το κράτος. Κήρυξε ακόμη έγκυρους τας υπέρ αυτής διαθήκες.
10. Παρεχώρησε εις τους επισκόπους δικαστική δικαιοδοσία και επί υποθέσεων μικτής φύσεως, εκκλησιαστικής και αστικής.
11. Εις τας 3 Ιουλίου του 321 θέσπισε νόμο υπέρ της Κυριακής αργίας.
12. Χάραξε επί των νομισμάτων τον Ελληνικό Σταυρόν, με τους ίσους βραχίονας.
13. Πολλοί από τους νόμους του απηυθύνοντο προς τους επισκόπους. Μερικοί δε και εξηγέρθησαν δι’ επαρχιακών Συνόδων.
Όλη αυτή η συμπεριφορά του Κωνσταντίνου ευνοούσε τον Χριστιανισμό και συγκλόνιζε, έμμεσα βέβαια, το σαθρό οικοδόμημα της ειδωλολατρίας.
14. Εφήρμοσε επίσης και παλαιές αυτοκρατορικές διατάξεις, διά των οποίων απαγορεύονται μαγείες και μαγγανείες. Οι ειδωλολάτρες ιερείς είχαν συμφέρον
και προσπάθησαν να ματαιώσουν τις διατάξεις. Εκείνος όμως επέμεινε.
15. Προχώρησε δε και περισσότερο εις τα μέτρα εναντίον της πλάνης των ειδωλολατρών, διότι θέσπισε νόμο, διά του οποίου οιχριστιανοί, στρατιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι,
δεν ήσαν υποχρεωμένοι να μετέχουν εις τας επισήμους κρατικές ειδωλολατρικές τελετές και θυσίας.
16. Νομοθέτησε, γεμάτος ευλάβεια και πίστη, έτσι, ώστε, να μη τολμήσει κανείς να βλασφημήσει τον Χριστό ή να ενοχλήσει Χριστιανό. Ο παραβάτης των Νόμων τούτων,
τιμωρούνταν αυστηρώς, και τα υπάρχοντα του δημεύονταν.
17. Καθιέρωσε να εγγράφονται εις το στράτευμα μόνον οι χριστιανοί και αυτοί να λαμβάνουν αξιώματα και ηγεμονίας, διότι λόγω της αρετής και ευσυνειδησίας των, εις αυτούς
είχε εμπιστοσύνη.
18. Πρόσταξε να αργούν όλοι και ν’ απέχουν από κάθε βιοποριστική εργασία κατά τις δύο εβδομάδες του Πάσχα, από του Σαββάτου του Λαζάρου μέχρι της Κυριακής του Θωμά,
διά να προσέρχονται εις την Εκκλησία. Όσοι πτωχοί εμβαπτίζονταν, διέταξε να τρέφονται και να ντύνονται διά βασιλικών εξόδων.
19. Παρακινούσε τους πιστούς να κτίζουν Ναούς, διά να λατρεύεται ο Χριστός. Εις την Ρώμη έκτισε ο ίδιος μέγα Ναό αφιερωμένο εις τον Σωτήρα Χριστό.
Ο ίδιος, μάλιστα, ο βασιλεύς σχεδίασε και το σχήμα του Ναού. Από αυτό το γεγονός, (ονομάσθηκε ο Ναός αυτός Βασιλική του Κωνσταντίνου και ο ρυθμός, ρυθμός βασιλικής.
Για να έχει μάλιστα περισσότερο μισθό από τον Θεό έσκαψε με ταπείνωση, πρώτος στα θεμέλια του Ναού και κουβαλούσε στον ώμο του πέτρες, για την οικοδόμηση του.
Από όλα αυτά τα μέτρα, που έλαβε ο Κωνσταντίνος, άλλαξε αμέσως το πρόσωπο της Οικουμένης. Χαρά και αγαλλίασης και ειρήνη επεκράτησε παντού.
Παρατήρησε όμως ο Αυτοκράτορας, ότι μερικοί από τους άρχοντες έμειναν κολλημένοι στην ειδωλολατρία. Γι’ αυτό συνεκάλεσε την Σύγκλητο και όλους τους προύχοντες
της Ρώμης και τους συνεβούλευσε.
-Γνωρίζετε, φίλοι μου, τους είπε, ότι ο βέβηλος δεν δέχεται συμβουλή, για να σωθεί. Διότι βρίσκεται στο σκοτάδι της αγνοίας. Αν όμως ανοίξει τα μάτια της ψυχής του,
θα καταλάβει εύκολα την αλήθεια και δεν θα προσκυνάει τα αναίσθητα κι’ άχρηστα αγάλματα, που κατασκευάζουν οι άνθρωποι. Εγώ, ευτυχώς, βρήκα τον αληθινό Θεό.
Πιστέψτε Τον και σεις και μη ελπίζετε στα είδωλα, που δεν μπορούν να σας ωφελήσουν σε τίποτε.
Εγώ δεν αναγκάζω κανένα να ‘ρθει στην ευσέβεια. Αλλά, σαν φίλος σας, σας συμβουλεύω να πράξετε το καλύτερο. Και ο Πανάγαθος Θεός δεν βιάζει κανένα,
αλλά θέλει όσοι Τον λατρεύουν, να Τον λατρεύουν με τη θέληση τους.
Μόλις τελείωσε ο Άγ. Κωνσταντίνος όλοι φώναξαν με μια φωνή:
-Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός.
Πολλοί τότε πίστεψαν και βαπτίσθηκαν.

Σύγκρουση με τον Λικίνιο

Τα εννέα έτη της ειρήνης διέκοψε ο φθόνος και η κενοδοξία του Λικινίου. Ο Λικίνιος ο Άρχοντας της Ανατολής δεν τήρησε τους όρκους, που έδωσε. Νόμισε,
ότι ο ειδωλολατρικός κόσμος θα τον υπεστήριξε σε αγώνα του κατά του Κωνσταντίνου. Γι αυτό εκίνησε πόλεμο κατά των Χριστιανώνκαι του Μ. Κωνσταντίνου.
Εξεδίωξε όλους τους Χριστιανούς από την αυλή του. Έκλεισε Εκκλησίες και πολλές γκρέμισε. Θανάτωσε πολλούς χριστιανούς.
Ο Κωνσταντίνος του έγραψε να σταματήσει να διώκει τους Χριστιανούς και τον απείλησε με θάνατον. Ο Λικίνιος δεν τα ήκουσε. Με 150.000 δε πεζούς, 15.000 ιππείς
και 350 πλοία, κήρυξε τον πόλεμο κατά του Κωνσταντίνου το 323.
Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν απαράσκευος. Με 12.000 πεζούς, 10.000 ιππείς, και 200 πλοία και το χριστιανικό λάβαρο, τον αντιμετώπισε σε δύο κατά ξηρά μάχες,
κοντά στην Αδριανούπολη, την 3ην Ιουλίου το 324 μ.Χ. Εις τις μάχες αυτές έπαιξε σπουδαίο ρόλο το λάβαρο του Σταυρού. Μόλις αντίκριζαν την λάμψη οι στρατιώτες του Λικίνιου,
οι ειδωλολάτρες, τους έπιανε φόβος και τρόμος κι τρέπονταν εις φυγή.
Ο Λικίνιος οχυρώθηκε στο Βυζάντιο, αλλά κι εκεί νικήθηκε από τον στρατό και τον στόλο του Μ. Κωνσταντίνου. Πέρασε εν συνεχεία στη Χρυσούπολη (Σκούταρι).
Αλλά κι εκεί νικήθηκε κατά κράτος.

Φονεύει τον Λικίνιο και τον υιό του Κρίσπο

Εξόρισε τον Λικίνιο στην Θεσσαλονίκη! Και εκεί όμως ο Λικίνιος, αν και ευεργετημένος, έδειξε στάση ανταρσίας, και αναγκάστηκε ο Κωνσταντίνος να τον θανατώσει.
Σπουδαιότατο ρόλο έπαιξε ο υιός του Κωνσταντίνου Κρίσπος στον πόλεμο εναντίον του αυτοκράτορα Λικινίου, διότι ηγείτο επιδεξίως του στόλου. Ο Κρίσπος ήταν γιός,
που απέκτησε με την Μινερβίνα. Η Φαύστα, είχε τρεις γιούς, τους: Κωνσταντίνο, Κωνστάντιο και Κώνσταντα, οι όποιοι ύστερα έγιναν, αυτοκράτορες. Φοβήθηκε, λοιπόν,
μήπως η δόξα του Κρίσπου επισκιάσει τα παιδιά της. Γι’ αυτό ήθελε να τον εξοντώσει. Συνέλαβε δε την εξής εγκληματική συκοφαντία. Τον κατηγόρησε στον Μ. Κωνσταντίνο,
ότι ο Κρίσπος θέλησε να την μοιχεύσει και να φονεύσει τον πατέρα του, για να του αρπάξει και την γυναίκα και το θρόνο!
Ο Κωνσταντίνος πίστευε την συκοφαντία και διέταξε την θανάτωση του Κρίσπου.
Η Ελένη λυπήθηκε βαθύτατα κι ήλεγξε δριμύτατα τον αυτοκράτορα. Εκείνος μετανοιωμένος και συντετριμμένος διέταξε εξονυχιστικές ανακρίσεις. Απεδείχθη δε η φοβερή
πλεκτάνη της απάτης και της εγκληματικής συκοφαντίας και η Φαύστα οδηγείται στον θάνατον. Τα δύο αυτά γεγονότα πλήγωσαν βαθύτατα τον Κωνσταντίνο,
ο όποιος θρηνούσε σ’ όλη του την υπόλοιπη ζωή και ζητούσε συγχώρηση από τον Θεόν. Προς τιμήν του γιού του Κρίσπου του αδικοσκοτωμένου έστησε αργυρούν ανδριάντα
με την επιγραφή:
«Τῷ ἠδικημένω υἱῶ μου».

Η περίοδος της ειρήνης

Έτσι ο Κωνσταντίνος περί τα τέλη του 323, εις ηλικία 49 ετών, αφού πλέον είχε νικήσει τον Λικίνιο, έγινε Μονοκράτωρ, εις όλον το Ρωμαϊκό Κράτος, Δυτικό και Ανατολικό.
Αποκατεστάθη πλέον η ενότητα.

Κωνσταντίνος και Αρειανισμός

Εμπνευσμένος ο Κωνσταντίνος από τα ευαγγελικά διδάγματα, θέλησε να εξαπλώσει την ειρήνη σ’ όλο τα πλάτη και μήκη της Επικρατείας του. Το πράγμα όμως του
παρουσίασε τραγική ειρωνεία. Διότι, δυστυχώς, ανεφάνη οξυτάτη διαμάχη μεταξύ του Αρείου και του επισκόπου Αλεξανδρείας Πέτρου. Διαφωνούσαν επί του λεπτότατου
Θεολογικού θέματος της φύσεως του Χριστού.
Ο Άρειος, διδάσκαλος της Αλεξανδρινής Σχολής κάτοχος της Ελληνικής φιλοσοφίας κήρυττε, ότι ο Χριστός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Θεός αληθινός,
αλλά το πρώτον κτίσμα, διά του όποιου ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. Δίδασκε δηλ. αυτά, που αναμασούν και οι σημερινοί Ιεχωβάδες.
Πολλές επαφές του αιρεσιάρχου με τους εκκλησιαστικούς αρχηγούς της Αλεξανδρείας δεν καρποφόρησαν.
Ο Άρειος, παρά τις επανειλημμένες συστάσεις και υποδείξεις, επέμενε στην πλάνη του. Αλλά το πράγμα έφθασε στο απροχώρητο κι επενέβη ο Κωνσταντίνος, διά να ειρήνευση
την Εκκλησία.

Α΄. Οικουμενική Σύνοδος

Το θέμα ήταν σοβαρό. Επιβάλλετε να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, διά να διαλευκάνουν το ζήτημα εν Πνεύματι Αγίω. Είναι ο μόνος ενδεδειγμένος τρόπος,
όπως απέδειξαν η ιστορία, διά να επιλύονται τα σπουδαία και λεπτότατα θεολογικά προβλήματα. Με προσωπική του Κωνσταντίνου πρωτοβουλία, συγκαλούνται
οι επίσκοποι της υφηλίου, διά την Σύνοδο. Τις υπερβολικές δαπάνες αναλαμβάνει ο Αυτοκράτωρ. Έτσι το 325 συνήλθε η Α΄. Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Μικράς Ασίας.
Εκεί συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι δέκα οκτώ Πατέρες.
Εις την Σύνοδο αυτήν παρακάθισε και ο φιλόχριστος Κωνσταντίνος. Κάθισε δε, όχι επί βασιλικού θρόνου, αλλά επί χαμηλού καιταπεινού καθίσματος, όπως και οι Αρχιερείς.
Οι Πατέρες στη Σύνοδο είχαν απόλυτη ελευθερία να εκφράσουν την γνώμη τους. Ουδεμία δέσμευσης από τον Κωνσταντίνο. Εκείνος επιμελείτο μόνο τα έκτος της Εκκλησίας.
Καλείται ο αιρεσιάρχης Άρειος να έλθει ενώπιο της Συνόδου και να εκθέσει τις ιδέες του. Πράγματι, προσήλθε με τους πολλούς φίλουςκαι οπαδούς του. Ανέπτυξε τις ιδέες του
και οι Πατέρες τον αντέκρουσαν και ανέπτυξαν τις αλήθειες της Πίστεως. Ο Άγιος Σπυρίδων απέδειξε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, με το γνωστό θαύμα του κεραμιδιού.
Στη Σύνοδο αυτή διά θαύματος απέδειξαν επίσης την θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο Άγιος Αχίλλειος και ο Άγιος Οικουμένιος ο επίσκοπος Τρικάλων.
Έπειτα από όλα αυτά, πολλοί από τους οπαδούς του Αρείου τον εγκατέλειψαν κι επέστρεψαν στην Ορθοδοξία.
Η Σύνοδος συνέταξε τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως δηλ του Πιστεύω. Ρύθμισε επίσης, διάφορα άλλα θέματα, όπως το πότε να εορτάζεται το Άγιο Πάσχα
εις όλη την Εκκλησία. Ήτοι όρισε να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας και μετά το Πάσχα των Εβραίων.
Τα πρακτικά της Συνόδου τα υπέγραψαν όλοι οι Αρχιερείς, πλην του Αγίου Νικολάου που βρισκόταν στην φυλακή. Τον φυλάκισε ο Άγιος Κωνσταντίνος, διότι ράπισε τον Άρειο.
Τελευταίος τα υπέγραψε ο ευσεβέστατος Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος.
Οι εργασίες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου διήρκεσαν τριάμισι χρόνια από το 325 έως το 329.
Παρεκάλεσε κατόπιν τους 318 Πατέρες να επισκεφτούν κι ευλογήσουν την Νέα του Πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, που έκτιζε κι βρισκόταν εις το τέλος η οικοδομή.
Να επισκεφτούν επίσης εκεί και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη, ο όποιος ήτο βαριά άρρωστος.
Πράγματι, οι Αρχιερείς πήγαν εις την Νέα Πόλη και την ευλόγησαν. Την ονόμασαν Κωνσταντινούπολη, εις τιμήν του Μ. Κωνσταντίνου, που την έκτισε.
Την αφιέρωσαν δε εις την Αειπάρθενον Θεοτόκον, την Μητέρα του Σωτήρος.
Εις την Κωνσταντινούπολη παρέθεσε ο Άγιος Κωνσταντίνος ηγεμονική τράπεζα εις τους Αγίους Πατέρες και τους έδωσε πολύτιμα δώρα. Στην τράπεζα παρακάθισε και ο ίδιος.
Διά να λάβει δε ευλογία και αγιασμό, φιλούσε το βγαλμένο μάτι του Παφνουτίου και τα στρεβλωμένα χέρια και τα σώματα των Ομολογητών, που ήταν πληγωμένα από τους
τυράννους στον καιρό των διωγμών.

Κωνσταντίνος και Ρώμη

Μια επίσκεψις του στη Ρώμη το 326, συνειδητοποίησε στον Κωνσταντίνο την ανάγκη να μεταφέρει τη πρωτεύουσα. Το χάσμα μεταξύ αυτού και της Ρώμης ήταν αγεφύρωτο.
Υβρίσθηκε, για την χριστιανόφιλη πολιτική του κι επαινέθηκε, ο γιός του Κρίσπος, που δεν είχε καμιά σχέση με την Εκκλησία του Χριστού. Τότε, μετά απ’ όλα αυτά,
πήρε την απόφαση να κτίση την καινούργια πρωτεύουσα. Άλλωστε και η αχανής αυτοκρατορία επέβαλε την μεταφορά της πρωτευούσης εις το κέντρο του κράτους
για να μπορεί να κυβερνάται καλύτερα κι ευκολότερα.
Εκτός αυτών ο Μ. Κωνσταντίνος από το 316 είχε δει θεϊκό Όραμα και διατάχθηκε να κτίση μια πόλη στην Ανατολή, την οποίαν να αφιερώσει στην Παναγία.
Τώρα απεφάσισε να εκτελέσει την θεϊκή εκείνη προσταγή.

Το κτίσιμο της Κωνσταντινουπόλεως

Κατ’ αρχάς ο Μέγας Κωνσταντίνος θέλησε να κτίση τη νέα πρωτεύουσα στη Θεσσαλονίκη, αλλά εμποδίστηκε και πήγε στη Χαλκηδόνα, που είχαν καταστρέψει οι Πέρσες.
Του άρεσε η τοποθεσία εκείνη κι άρχισε να κτίζει. Δεν ήταν όμως θέλημα Θεού να γίνει εκεί. Γι αυτό έρχονταν αετοί, άρπαζαν τα εργαλεία των τεχνιτών και τα πετούσαν στο
Βυζάντιο. Βλέποντας αυτό το θαυμαστό γεγονός, κατάλαβε, ότι εκεί ήτο θέλημα Θεού να κτιστεί. Γι αυτό προτίμησε το κεντρικότερο αυτό μέρος, το όποιον συνέδεε Ανατολή
και Δύσι, Ευρώπη και Ασία. Άρχισε να κτίζει την νέα πόλη στα ερείπια του Βυζαντίου, εις τον Βόσπορο.
Η φροντίδα του, για τη νέα πρωτεύουσα ήταν μεγάλη. Ήθελε να ξεπερνά η νέα πρωτεύουσα την παλαιά. Ήθελε να την φτιάξη εξ ολοκλήρου χριστιανική την πόλη.
Έκτισε τους θαυμάσιους Ναούς του αγίου Μωκίου, του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, της Αγίας Ειρήνης, των Αγίων Αποστόλων και άλλους. Προσέφερε δε εις αυτούς πολλά και πολύτιμα ιερά σκεύη.
Δεκαπλασίασε την παλαιά έκταση της πόλεως του Βυζαντίου. Περιέβαλε με τεράστιο προστατευτικό τείχος την πόλη, η οποία χάρις, σ’ αυτά τα τείχη σώθηκε πολλές φορές
από τις επιδρομές των αλλοφύλων και διέγραψε την ιστορία της των χιλίων εκατό ετών.
Στην μεγάλη πλατεία του ονομαζόμενου Φόρου, υψώθηκαν δύο στήλες του Κωνσταντίνου και της Μητρός του Ελένης. Στη μέση των Στηλών
(όπως μας αναφέρει ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος), τοποθετήθηκε ο Σταυρός με την επιγραφή:
«Εἰς ἅγιος, εἰς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν».
Τα εγκαίνια της νέας Βασιλευούσης έγιναν μεγαλοπρεπέστατα την 11ην Μαΐου του 330. Την πόλη αφιέρωσε στη Θεοτόκο και την ονόμασαν, Κωνσταντινούπολη η Νέα Ρώμη.
Η οικοδομή της Πόλεως τελείωσε το 330 μ.Χ.
Κατά το 331 με διάταγμα γκρέμισε στην Αθήνα όλους τους ειδωλολατρικούς βωμούς. Και τούτο, διότι εις τους βωμούς και ναούς αυτούς λατρευόταν ο Σατανάς,
ο εχθρός του Θεού, που πλανούσε τους ανθρώπους και δεν τους άφηνε να σωθούν.
Την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός ξαπλωθεί.
Δικαίως, η Εκκλησία τον ονόμασε Ισαπόστολο.

Η τελευταία εκστρατεία του

Το 336 οι αντίχριστοι Εβραίοι, που βλέπανε, ότι οι χριστιανοί πληθύνονταν, παρακίνησαν τον βασιλέα των Περσών Σαπώρ να καταδιώξει τους χριστιανούς.
Εκείνος φόνευσε εκατό Κληρικούς σε μια μέρα μεταξύ των οποίων ήσαν και αρκετοί επίσκοποι. Επίσης φόνευσε και δέκα οκτώ χιλιάδες πιστούς.
Όταν τα έμαθε αυτά ο Άγιος Κωνσταντίνος, έστειλε επισήμως, απεσταλμένους στον Σαπώρ να πάψη τους διωγμούς. Αλλά εκείνος δεν θέλησε να συμμορφωθεί.
Ο Κωνσταντίνος τότε συνάθροισε στρατό πολύν κι εκστράτευσε εναντίον του.
Όταν το έμαθε ο βασιλεύς των Περσών, που είχε εν τω μεταξύ μπει στη Μεσοποταμία, φοβήθηκε, το μετάνιωσε κι έστειλε πρέσβεις ζητώντας ειρήνη.
Στην εκστρατεία αυτή ο Κωνσταντίνος αρρώστησε. Περνούσε τότε τη Νίκαια. Ήταν λίγες μέρες μετά το Πάσχα. Ένοιωσε ενόχληση καιγενική αδιαθεσία. Η αρρώστια χειροτέρευε.
Τον πήγαν τότε στην Νικομήδεια και κατόπιν σ’ ένα προάστιο της, τον Αχυρώνα. Ήταν κατάλληλος τόπος, για ανάπαυση κι αναψυχή. Εκεί, πήγε στο Ναό,
εξομολογήθηκε τα αμαρτήματα του και αποφάσισε να βαπτιστεί.
Από εκεί ήλθε στα ανάκτορα της Νικομήδειας. Κάλεσε τότε τους Ορθοδόξους Επισκόπους, που τον συνόδευαν και τους είπε την απόφαση του:
Αυτός είναι ο καιρός που περίμενα με πόθο, για να τύχω της κατά Θεό σωτηρίας. Είναι πλέον καιρός ν’ απολαύσω κι εγώ την αθανατοποιό σφραγίδα.
Σκεπτόμουν να λάβω το βάπτισμα στα ύδατα του Ιορδάνη ποταμού όπου και ο Σωτήρ το έλαβε ως άνθρωπος. Ο Θεός όμως, που βλέπει το συμφέρον,
είθε να με αξίωση εδώ τώρα να το λάβω. Κατόπιν οι Αρχιερείς τον βαπτίσαν.

Κοίμησης του Αγίου Κωνσταντίνου

Εκοιμήθει την 21ην Μαΐου του 337, την ημέρα της Πεντηκοστής εις ηλικία 63 ετών. Βασίλευε 30 χρόνια και δέκα μήνες. Περιέβαλαν δε αμέσως την σωρό του με την αλουργίδα.
Του έβαλαν το διάδημα. Τον τοποθέτησαν σε χρυσή λάρνακα και τον μετακόμισαν στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ τον τοποθέτησαν στην μεγάλη αίθουσα των ανακτόρων,
πάνω σε υψηλό ικρίωμα, ενώ γύρω - γύρω έκαιγαν άπειρες λαμπάδες. Όλοι οι αξιωματικοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί άρχοντες ασπάζονταν τον νεκρό γονυκλινείς.
Με γενικό πένθος τον ενταφίασαν στο Ναό των Άγιων Αποστόλων, εντός του τάφου, που ο ίδιος είχε προετοιμάσει προηγουμένως.
Η Ιστορία τον απεκάλεσε Μέγα.
Η Εκκλησία μας τον ανακήρυξε Ισαπόστολο, διότι η παύσης των διωγμών, η αντικατάστασης της παλαιάς ειδωλολατρικής θρησκείας με την χριστιανική το εισαχθέν
εις την νομοθεσία χριστιανικό πνεύμα και τόσα άλλα είναι προσφορά μεγίστη προς την Εκκλησία.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του την 21ην Μαΐου μετά της μητρός του Αγίας Ελένης, διότι και η μητέρα του Ελένη αναδείχτηκε Αγία καιΙσαπόστολος.


Αγία Ελένη

Έργα ευσεβείας

Η Αγία Ελένη πέρασε στη ζωή της πολλά βάσανα και στενοχώριες, αλλά τα αντιμετώπιζε με την πίστη της στο Χριστό. Σ’ όλα τα χρόνια της ζωής της είχε ένα σκοπό:
πώς να υπηρέτη τον Θεό, να Τον λατρεύει και να προοδεύει στην αρετή και την αγιότητα. Έφτασε σε ύψη αρετής και αγιότητας. Καίτοιέγινε ο γιός της αυτοκράτορας
και αυτή η πρώτη γυναίκα του κόσμου, εν τούτοις ήταν ταπεινή, ταπεινότατη και καλοκάγαθη. Γι’ αυτό την αξίωσε ο Θεός να κάνεικαι μεγάλα έργα.
Το 326 μεταβαίνει στην Ιερουσαλήμ διά ξηράς. Περνά τα Βαλκάνια και Μ. Ασία και παντού γίνεται δεκτή με θρίαμβο. Στις πόλεις, που περνά διαμοιράζει πλουσιοπάροχα
δωρεές στους φτωχούς, στους δυστυχείς ,στις Εκκλησίες και σ’ άλλα φιλανθρωπικά έργα.
Από πολύ καιρό ήθελε η Αγία να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους. Ποθούσε να ευρεθεί και να προσευχηθεί εκεί, όπου δίδαξε, βάδισε, θαυματούργησε και έπαθε ο Σωτήρας μας.
Έκτος απ’ αυτό ήθελε να εύρη και τον Τίμιο Σταυρό. Ο γιός της ο Μέγας Κωνσταντίνος είδε προηγουμένως, ένα θεϊκό δράμα και την έστειλε τώρα στα Ιεροσόλυμα,
για να ψάξει και βρει τον Τίμιο Σταυρόν καθώς επίσης και τον Τόπο, στον όποιον σταυρώθηκε κι ετάφη ο Κύριος. Αυτά, το Αντίχριστο γένος των Εβραίων, τα είχε σκεπάσει
και κρύψει, για να μη τα ξέρουν οι πιστοί και τα προσκυνούν. Γι’ αυτό η Αγία Ελένη φθάνοντας στην άγια γη, με πολύ στράτευμα καιστρατηγούς και άρχοντες,
κινείται κι ερευνά δραστήρια. Οι Εθνικοί και οι Εβραίοι για να εξαφανίσουν τα ίχνη του Χριστού, να αποκρύψουν τον τόπο της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως παραμόρφωσαν
το ύψωμα. Το ισοπέδωσαν, ρίχνοντας χώματα. Βεβήλωσαν τους Αγίους Τόπους, χτίζοντας εκεί ναό και άγαλμα της Αφροδίτης της θεάς της ακολασίας!
Ο Κωνσταντίνος διέταξε τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης Δρακολιανό να γκρεμίσει τον βωμό. Παρήγγειλε να κτίση εκεί μεγαλόπρεπη Εκκλησία.
Η πρώτη φροντίδα της Αγίας ήτανε να μαζέψει πληροφορίες από τον Επίσκοπο και προ πάντων από τους ντόπιους γέροντες κατοίκους Ιουδαίους, για το μέρος της Σταυρώσεως
και του Τάφου του Κυρίου.

Η εύρεσης του Τιμίου Σταυρού

Τότε παρουσιάσθηκε στην Αγία Ελένη μια Εβραία κόρη. Αυτή υποσχέθηκε, ότι θα δείξει τον τόπον, που είχε ακούσει από τους παλαιοτέρους, ότι είναι ο Σταυρός.
Ζήτησε όμως ασφάλεια ζωής. Διότι ήξερε, ότι θα την σκότωναν οι Εβραίοι, που πάντοτε μισούσαν θανάσιμα τους χριστιανούς. Αφού εξασφαλίστηκε, τότε υπέδειξε έναν Εβραίο,
ονόματι Ιούδα, ο όποιος γνώριζε ακριβώς το μέρος, που βρισκόταν θαμμένος ο Τίμιος Σταυρός. Ο Ιούδας όμως αρνούταν να υπόδειξη τον Άγιο Τόπο, όπου ήταν θαμμένος
ο Τίμιος Σταυρός. Γι’ αυτό χρησιμοποίησαν βία. Τον κατέβασαν σε ένα ξεροπήγαδο και τον άφησαν επτά μέρες νηστικό, χωρίς ψωμίκαι νερό. Την έβδομη όμως δεν άντεξε ο
Εβραίος και φώναξε:
-Βγάλτε με και θα σας δείξω τον τόπον, που σταυρώθηκε ο Χριστός.
Πράγματι ! Οδήγησε την Αγία Ελένη στο Γολγοθά, εκεί ακριβώς, που ήταν ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού μας. Πάνω στην τοποθεσία αυτή φύτρωσε ένα φυτό ευωδέστατο,
που από τότε το ονόμασαν, Βασιλικό χόρτο ή Βασιλικός. Πολλές φορές οι Εβραίοι και οι Εθνικοί το ξερίζωναν, αλλά εκείνο ξανά φύτρωνε πιο θαλερό και πιο ευώδες.
Θάνατος από τους Εβραίους περίμενε εκείνον, που θα φανέρωνε αυτά. Η Αγία Ελένη προσευχήθηκε τότε στον Κύριο και αμέσως έγινε σεισμός. Σχίσθηκε εκεί ο τόπος
και από αυτό το βάθος πετάχτηκε ευώδες θυμίαμα. Μόλις είδε το θαύμα ο Ιούδας, επίστεψε και έγινε Χριστιανός.
Παρουσία της Αγίας Ελένης έγινε τότε η ανασκαφή και βρέθηκαν τρεις Σταυροί σ’ ένα μικρό κοίλωμα. Δεν ήξεραν όμως, ποιος από τους τρεις ήταν του Χριστού.
Τη στιγμή εκείνη εκεί κοντά βρίσκονταν μια ετοιμοθάνατος γυναίκα, που έπασχε από χρονιά αρρώστια και έπνεε τα λοίσθια. Ετέθησαν επάνω της οι δύο σταυροί των ληστών,
αλλά τίποτε δεν έκαμαν. Μόλις όμως έβαλαν και τον τρίτον σταυρόν, η γυναίκα που ψυχορραγούσε ανέλαβε δυνάμεις αμέσως κι η αρρώστια έφυγε. Έγινε τελείως, καλά.
Τότε κατάλαβαν, ότι αυτός ήταν ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου. Άλλωστε καθώς αναφέρει κι ο Ευθύμιος Ζυγαβινός κατάλαβαν τον Σταυρόν του Χριστού και από την πινακίδα,
σανίδα, που είχε βάλει ο Πιλάτος στο πάνω μέρος με την τρίγλωσση επιγραφή Ι.Ν.Β.Ι.
Η χαρά της Αγίας Ελένης δεν περιγράφεται. Ευχαριστούσε τώρα τον Θεόν από τα βάθη της καρδιάς της. Το θαύμα το είδαν και πολλοί Εβραίοι και πιστέψανε στο Χριστό.
Κατόπιν αυτών ο Ιούδας βαπτίσθηκε κι ονομάστηκε Κυριάκος.
Η Βασίλισσα τον κάλεσε και του ανέθεσε να βρει τους Ήλους, με τους οποίους καρφώσανε τον Χριστό. Ο Κυριάκος με άλλους χριστιανούς προσευχήθηκαν και αμέσως έλαμψε
ο τόπος, που ήταν τα καρφιά χωμένα. Έσκαψαν και τα βρήκαν.
Η συγκίνηση της Αγίας Ελένης κορυφώνεται με το χτίσιμο του Ναού της Αναστάσεως στο Γολγοθά. Έκτισε επίσης τον Ναό της Γεννήσεως στο Σπήλαιον της Βηθλεέμ,
τον Ναό του όρους των Ελαιών και άλλους. Έμεινε ένα χρόνο περίπου στην άγια Πόλη, παρακολουθώντας την ανέγερση των Ναών αυτών με τις αυτοκρατορικές δαπάνες.
Όταν επρόκειτο η μακαρία Ελένη να επιστρέψει εις την Κωνσταντινούπολη, διέταξε κι έκοψαν με πριόνι τον Τίμιο Σταυρό από πάνω έως κάτω. Έτσι έγιναν δύο Σταυροί, με ολιγότερο πάχος.
Τον ένα τον άφησε στα Ιεροσόλυμα και τον άλλον τον πήρε μαζί της στην Κωνσταντινούπολη Επίσης πήρε και τους Ήλους διά τα επίσημα εγκαίνια της Πόλεως, που έγιναν το 330 μ.Χ.
Επιστρέφοντας η Αγία Ελένη, πέρασε και από την Κύπρο, έχοντας μαζί της τον Τίμιο Σταυρό. Ο Σταυρός όμως, χάθηκε από κοντά τηςκαι πήγε σε ένα βουνό,
που από τότε το ονόμασαν Σταυροβούνιο. Από εκεί ψηλά έλαμπε, με ένα γλυκό φως παντού.
Τότε η Αγία Ελένη μετέβη εκεί, έκανε ένα άλλο ξύλινο Σταυρόν μεγάλο και επί του οποίου έβαλε ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου. Στη θέση εκείνη κτίσθηκε
Μοναστήρι.
Είναι η Ιερά Μονή Σταυροβουνίου.
Το 327 ο υιός της Μ. Κωνσταντίνος δέχθηκε την επιστροφή της Μητέρας του Ελένης με συγκινητικότατα δείγματα στοργής καιευλάβειας. Βγήκε εις προϋπάντηση της
και έπεσε κάτω και προσκύνησε με χαρά το Τίμιο Ξύλο. Παρέδωσε δε στον Πατριάρχη Μακάριο το Τίμιο Ξύλο και την θήκη, που περιείχε τους Ήλους, διά να τα προσκυνούν
οι πιστοί.
Από τους τέσσαρις όμως Ήλους τους δύο τους τοποθέτησαν στο βασιλικό Στέμμα. Ο Κωνσταντίνος πάντοτε έφερε μαζί του στην περικεφαλαία τον τύπον του Τιμίου Σταυρού.
Αργότερα ένα τμήμα του Τιμίου Σταυρού το έφερε στη Ρώμη ο Κωνσταντίνος. Εκεί έκτισε Ναό.
Σήμερον το μεγαλύτερο τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού ευρίσκεται εις το Άγιο Όρος, στη Μονή του Ξηροποτάμου. Το 1969 το μετέφεραν εις τας Αθήνας και το προσκύνησαν τα
πλήθη του λαού.

Κομμάτι από το Τίμιο Σταυρό

Η κοίμησης της Αγίας Ελένης
Η κούραση όμως, οι φροντίδες και οι ταλαιπωρίες του μακρινού ταξιδίου κλόνισαν την υγεία της και υπέκυψε. Γι αυτό τον άλλον χρόνο, εκοιμήθει και εισήλθε πλήρης ημερών
η Αγία Ελένη στα αθάνατα σκηνώματα, εις ηλικία 80 - 81 ετών. Απέθανε πιθανότατα στη Νικομήδεια κοντά στον αγαπημένο της γιό τον Μ. Κωνσταντίνο. Εκηδεύθει δε βασιλικά,
όπως τις άξιζε.
Αργότερα τα οστά της μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κι ετάφησαν στο Ναό των Αγίων Αποστόλων, που τον άρχισε ο Μ. Κωνσταντίνος και τελείωσε ο γιός του
Κωνστάντιος. Εκεί συγκέντρωσαν όλα τα Αγία λείψανα των Αγίων Αποστόλων. Ήταν και αυτή Ισαπόστολος.
Η Εκκλησία μας την συνεορτάζει με το παιδί της, τον Άγιο Κωνσταντίνο, την 21ην Μαΐου. Και οι Αγιογράφοι την εικονίζουν πάντοτε μαζί. Την ονόμασαν δε η Εκκλησία
Ισαπόστολων. Και πράγματι ήταν.
1ον Διότι ότι έκαμε ο Μέγας Κωνσταντίνος διά τον χριστιανισμό, οφείλεται στην Αγία Ελένη. Η προς τους Χριστιανούς συμπεριφορά του Κωνσταντίνου, η οποία τόσον
ευεργετικά αποτελέσματα είχε για την Εκκλησία, προπαρασκευάσθηκε με τη διαπαιδαγώγηση, που του έδωσε η μητέρα του Ελένη.
2ον Διότι η ίδια ήταν Αγία. Έζησε ζωή αγιασμένη. Δεν επηρεάστηκε από τις τιμές.
Αυτή έβαλε σκοπό, πώς να σώσει την ψυχή της, να αρέσει στο Θεό και να μπει στον Παράδεισο. Και το πέτυχε.
Αλλά και η ίδια προήγαγε τα έργα της Χριστιανικής ευσεβείας και φιλανθρωπίας. Με το παράδειγμά της και τα έργα της τράβηξε πολύν κόσμο στην πίστη του Χριστού.
Εκμεταλλεύτηκε την αγάπη του γιού της και ίδρυσε τους μεγαλοπρεπείς Ναούς της Χριστιανοσύνης, μέσα στους οποίους προσκυνούνκαι λατρεύουν οι πιστοί τον Θεό μέχρι
σήμερα.

Πηγή: Από το βιβλίο «Οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη»


Στίχος

Ὡς κοινόν εἶχον γής βασιλεῖς τό στέφος, Ἔχουσι κοινόν καί τό τοῦ Πόλου στέφος, Ξύνθανε μητέρι εἰκάδι πρώτη Κωνσταντῖνος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος

Τοῦ Σταυροῦ σου τόν τύπον ἐν οὐρανῶ θεασάμενος καί ὡς ὁ Παῦλος τήν κλῆσιν, οὐκ ἐξ ἄνθρωπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεύσιν Ἀπόστολός Σου Κύριε βασιλεύουσαν
Πόλιν τή χειρί σου παρέθετο. Ἤν περίζωσε διά παντός ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.


Ἕτερον. Ἦχος γ΄. Θείας Πίστης

Πρῶτος πέφηνας ἐν βασιλεύσι, Θεῖον ἔδρασμα, εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τό χάρισμα, ὅθεν Χριστοῦ τόν Σταυρόν ἐφανέρωσας, καί τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν
ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σύν μητρί Ἑλένη τή θεοφρονι, πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος δ΄ Ἐπεφάνης σήμερον

Κωνσταντῖνος σήμερον, σύν τή μητρί τή Ἑλένη, τόν Σταυρόν ἐμφαίνουσι, τό πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μέν, τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δέ, πιστῶν ἀνάκτων
κατ’ ἐναντίων, δί’ ἠμᾶς γάρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καί ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάρια

Τούς τῆς εὐσεβείας Θείους πυρσούς, καί τῶν Ἀποστόλων θιασώτας καί μιμητᾶς, σύν Κωνσταντίνω, Ἑλένην τήν Ἁγίαν, ὡς βασιλέων δόξαν, ἀνευφημήσωμεν.
Τόν τῆς εὐσεβείας θεῖον πυρσόν καί τῆς Ἐκκλησίας τόν ἀκήρατον στολισμόν, τήν ἄσειστον βάσιν, τῆς ἀληθοῦς Λατρείας τόν Μέγαν Κωνσταντῖνο, ὕμνοις τιμήσωμεν.
Τόν ἐγκεκρυμμένον ἐπί τῆς γής, οὐρανός δί’ ἄστρων, ἐκδηλοί σοί θεῖον Σταυρόν, ὄν Ἑλένη μήτηρ, εὑροῦσα Κωνσταντῖνε, πιστῶν ἐδράζει Κράτος, καί μέγα τρόπαιον.

Συνεχίζει απτόητος ο Πατριάρχης την εμπέδωση της παναιρέσεως του Οικουμενισμού

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)


Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).

Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.

Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό.

 Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρεί νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το «νερό που θα σου δώσω» θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξαναδιψήσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.

Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατα Πνεύμα και αλήθεια.

Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατα Πνεύμα και αλήθεια». Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.

Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.

Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.

Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες πρός το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.

(Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)