A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ Ο ΜΑΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ (20 Ὀκτωβρίου)

Σχετική εικόνα


Ο Άγιος Αρτέμιος ήταν διακεκριμένος πολιτικός του Βυζαντίου και ευσεβέστατος χριστιανός. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τα ηθικά και πολιτικά του χαρίσματα, του έδωσε το αξίωμα του πατρικίου και τον διόρισε Δούκα και Αυγουστάλιο της Αλεξανδρείας.

Το 357 μ.Χ. πηγαίνει στην Πάτρα, κατ' εντολή του Αυτοκράτορα Κωνσταντίου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για να παραλάβει τα σεπτά λείψανα του Αγίου Ανδρέα και να τα ανακομίσει στον νεόκτιστο Ναό των Αγίων αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη (3 Μαρτίου 357 μ.Χ.).

Κατά την διαμονή του στην Πάτρα και με την επίβλεψη του κατασκεύασε υδραγωγείο. Στρατοπεδευμένος στην περιοχή της Μονής Γηροκομείου ελεούσε και βοηθούσε πλήθος αναξιοπαθούντων και κυρίως γερόντων, γεγονός που δικαιολογεί την τοπωνυμία Γηροκομείο.

Όταν, το 363 μ.Χ., ο Αρτέμιος άκουσε ότι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης βασάνιζε τους χριστιανούς στην Αντιόχεια, ήλθαν στα χείλη του τα λόγια του ψαλμωδού Δαβίδ προς το Θεό: «Κύριε, πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με» (Ψαλμός Ν' (50), στ. 14). Κύριε, στήριξε με με σκέψεις σταθερές και θέληση ισχυρή, που να κυριαρχεί μέσα μου και να με κατευθύνει στην υπεράσπιση του αγαθού με θάρρος.

Πράγματι, ο Αρτέμιος, με τη δύναμη που του έδωσε ο Θεός, πήγε αμέσως στην Αντιόχεια και με παρρησία ήλεγξε ευθέως τον Ιουλιανό για τις παρανομίες του κατά των χριστιανών. Ο Ιουλιανός, που δεν περίμενε τέτοια στάση από αξιωματούχο, τον συνέλαβε και τον μαστίγωσε αλύπητα. Έπειτα του έσπασε τα κόκαλα με πέτρες, και τελικά τον αποκεφάλισε. Το Ιερό λείψανο του Αρτεμίου παρέλαβε κάποια διακόνισσα, η Αρίστη, που το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό του προφήτου Προδρόμου.



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Εὐσεβείας ἐμπρέπων τοῖς κατορθώμασι, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, ἐναθλήσας ἀνδρικῶς Μάρτυς Ἀρτέμιε· ὅθεν πηγάζων δαψιλῶς, ἰαμάτων δωρεάς, τὸ πάθος ἐντεροκήλης, ὡς συμπαθὴς θεραπεύεις, τῶν προστρεχόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἀριστέα τοῦ Σωτῆρος πολυθαύμαστον Καὶ παροχέα ἰαμάτων πλουσιόδωρον Ἀνυμνοῦμέν σε προφρόνως Μεγαλομάρτυς. Ἀλλ’ ὡς πέλων ἰατὴρ τῆς κήλης ἄριστος, Ἀσινῆ με ἐκ τῆς βλάβης ταύτης φύλαττε, Ἵνα κράζω σοι, χαίροις Μάρτυς Ἀρτέμιε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν εὐσεβῆ καὶ στεφηφόροv Μάρτυρα, τὸν κατ' ἐχθρῶν νίκης ἀράμενον τρόπαια, συvελθόντες ἐπαξίως vῦν, ἐν ὑμνωδίαις εὐφημήσωμεv, Ἀρτέμιον τὸν μέγιστον ἐν Μάρτυσι, θαυμάτων τε δοτῆρα πλουσιώτατον, πρεσβεύει γὰρ Κυρίῳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν. 

Κάθισμα
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς.
Τὸν στρατιώτην τοῦ Χριστοῦ τὸν ἀήττητον, καὶ καθαιρέτην τοῦ ἐχθροῦ γενναιότατον, τὸν ἐν μεγίστοις τέρασιν ἐκλάμψαντα, ἅπαντες Ἀρτέμιον, εὐφημήσωμεν πίστει· βρύει γὰρ ἰάματα, τοῖς προστρέχουσι πόθῳ, καὶ καταπαύει πάθη χαλεπά, καὶ τῶν ἐν θλίψει ἀνθρώπων προΐσταται.

Ὁ Οἶκος
Τὶς τοὺς ἀγῶνας ἐξαρκέσει ἐξειπεῖν Ἀθλοφόρε, ἢ τοὺς πόνους τοὺς σούς, οὓς περ ἀνδρείως ὑπέμεινας, διὰ τῆς πίστεως τοῦ Κυρίου, καὶ τῆς χάριτος ἧς περ κατηξιώθης; οὐκ ἐξαρκεῖ διηγήσασθαι στόμα ἀνθρώπινον· σοφίαν γὰρ ἐνδεδυμένος καὶ ἀνδρείαν, τὸν πλοῦτον ἐμίσησας καὶ τὴν ἀξίαν τὴν πρόσκαιρον, στρατιώτης φανεὶς γνησιώτατος. Καὶ νῦν πρεσβεύεις Κυρίῳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Δόξαν ὑπατείας ὑπεριδών, τὸ ὕπατον κλέος, ἐπορίσω τῶν ἀρετῶν, ὡς ἀνδραγαθήσας, Ἀρτέμιε ἐνδόξως· διὸ παντοίας βλάβης, ῥύου τοὺς δούλους σου.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἰαμάτων, τὸν πολλύρρυτον ποταμόν, τῆς ἐντεροκήλης, τὸν θεῖον ἰατῆρα, Ἀρτέμιον τὸν μέγαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.




Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ (24 Σεπτεμβρίου)

Agia Thekla


Η Αγία Θέκλα, η Πρωτομάρτυρας και Ισαπόστολος,  καταγόταν από το Ικόνιο, της Μικράς Ασίας. Η μητέρα της ήταν η Θεόκλεια, η οποία καταγόταν από ευγενή και επιφανή οικογένεια και ήταν ειδωλολάτρισσα, όπως και η Θέκλα. Σε ηλικία 18 χρόνων η Αγία Θέκλα αρραβωνίαστηκε με κάποιον που τον έλεγαν Θαμύρη, αλλά ο γάμος τους ματαιώθηκε, γιατί η Θέκλα έγινε χριστιανή λόγω του κυρήγματος του Αποστόλου Παύλου.
Η Αγία γνώρισε τον Απόστολο Παύλο στο σπίτι του ευσεβούς οικογενείαρχη Ονησιφόρου, όπου εκεί τον άκουσε να κηρύττει το λόγο του Θεού.  Για τρεις ημέρες η Αγία ούτε έφαγε, ούτε πήγε στο σπίτι της ακούγοντας το θείο κύρηγμα του Αποστόλου Παύλου.   Όταν η μητέρα και ο μνηστήρας της έμαθαν για τις νέες συνήθειες της Θέκλας, προκειμένου να την καθηλώσουν στην ειδωλολατρία κανόνισαν να φυλακιστεί ο Παύλος. Φυσικά η Αγία δεν πτοήθηκε, αλλά αντίθετα πήγε κρυφά και τον συνάντησε στη φυλακή για να ακούσει τα μελίρρυτα λόγια του Παύλου και για να μαθαίνει για το Χριστιανισμό. Ακολούθως οι διώκτες έριξαν τη Θέκλα στη φωτιά χωρίς ωστόσο να καεί αφού την εσκέπε ο Θεός, αλλά κατάφεραν να διώξουν τον Απόστολο Παύλο. Όταν η Αγία έμεινε ελεύθερη έψαξε τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο εντόπισε μέσα σ’ ένα τάφο μαζί με τον Ονησιφόρο.
Αποφάσισε να ακολουθήσει τον Παύλο και έφτασαν στην Αντιόχεια, αλλά εκεί η ομορφιά της την έκανε να υποφέρει τα πάνδεινα. Παρόλα αυτά τίποτα δεν μπορούσε να πτοήσει τη θεϊκά εμπνευσμένη Θέκλα. Ο κόσμος σάστισε αφού κανένα θηρίο δεν την κατασπάραξε όσες φορές και αν επιχείρησαν να την θανατώσουν. Μετά την πάροδο του χρόνου η Αγία Θέκλα πήγε στα Μύρα της Λυκίας, από όπου μετά την παρακίνηση του Αποστόλου Παύλου επέστρεψε στο Ικόνιο για να κηρύξει εκεί το Ευαγγέλιο. Στη συνέχεια κατέφυγε σε ένα βουνό κοντά στη Σελευκεία, όπου ασκήτεψε και εν ονόματι του Ιησού Χριστού θεράπευε πολλούς αρρώστους. Η δράση της όμως ενόχλησε πολλούς ιατρούς της Σελευκείας και απέστειλαν πληρωμένους νέους να βιάσουν την παρθένο πιστέυοντας έτσι ότι η Αγία θα χάσει τη δύναμή της.
Η Αγία Θέκλα δεν φοβήθηκε καθόλου όταν τους είδε. Σήκωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της και ως εκ θαύματος μια πέτρα σχίστηκε γι’ αυτήν για να εισέλθει μέσα. Εκεί αναπαύτηκε για πάντα κοντά στον Θεό, σε ηλικία 90 χρόνων.
Η εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη της Αγίας  Πρωτομάρτυρας και Ισαποστόλου Θέκλας την 24η Σεπτεμβρίου.


Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου συνέκδημος, ὡς καθαρα τὴν ψυχήν, καὶ πρώταθλος πέφηνας, ἐν γυναιξὶν εὐκλεῶς, Χριστὸν ἀγαπήσασα, σὺ γὰρ τῆς εὐσέβειας, πτερωθεῖσα τῷ πόθῳ, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, Ἰσαπόστελε Θέκλα διὸ σὲ ὁ Πανοικτίρμων νύμφην ἠγάγετο.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΒΙΡ: Ο βίος του,η θαυμαστή αφθαρσία του,η εμφάνιση της ΑγίαςΤριάδος και η Μονή του Αγίου (30 Αὐγούστου)

1)O ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ.

Ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1448 στα μέρη του Νοβγκοροντ σε μια οικογένεια ευλαβών χριστιανών.Ηταν το τρίτο παιδί του Στέφανου και της ΒασάιΤο βαπτιστικό του όνομα ήταν Αμώς.Ήταν πράος,υπάκουος,νηστευτής και όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν.Εκείνος όμως στα 19 του χρόνια έφυγε για τη μονή Βαλαάμ.Περνώντας ο νεαρός Αμώς από τη λίμνη Ροτσίνσκ άκουσε μια φωνή να του λέει ότι σ΄αυτό το σημείο θα χτίσει ένα μοναστήρι.Τότε έλαμψε από πάνω του ένα φως και ένας άγγελος του έδειξε το δρόμο για το Βαλαάμ.Στο Βαλαάμ εκάρη μοναχός μετά από 7 χρόνια στα εικοσιέξι του και πήρε το όνομα Αλέξανδρος.Ο πατέρας ήρθε να τον βρει στο μοναστήρι και ο νεαρός Αλέξανδρος όχι μόνο τον καθησύχασε,αλλά και τον έπεισε να γίνουν αυτός και η μητέρα του μοναχοί.Πρόκοβε συνεχώς στα πνευματικά και δέκα χρόνια τα πέρασε εν σιωπή σ’ένα νησάκι.
Το σπήλαιο που ασκήτεψε ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ


Εδώ σε μια στενή και υγρή σπηλιά,η οποία ακόμη υπάρχει, ασκήτεψε ο Άγιος.

Το εσωτερικό του σπηλαίου

Μια μέρα ενώ προσευχόνταν άκουσε μια θεική φωνή να του λέει να πάει στον τόπο που κάποτε του είχε υποδειχθεί για να σωθεί.Ένα φως του έδειξε το μέρος στις όχθες της λίμνης(1485).Έμεινε εκεί μόνος επτά χρόνια, τρώγωντας μόνο χόρτα και υποφέρωντας από τις βαρειές ασθένειες και το ανυπόφορο κρύο.Το 1493 τον ανακάλυψε τυχαία ένας άρχοντας που είχε βγει για κυνήγι.Η φήμη του ως αγιασμένου ασκητή εξαπλώθηκε γρήγορα και πολλοί μοναχοί μαζεύτηκαν γύρω του,ενώ ο απλός λαός τον τιμούσε ως άγιο όταν ήταν εν ζωή


2)Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑ
Πιστεύεται, ότι ο Θεός διατήρησε το Λείψανο σε τόσο θαυμαστή κατάσταση αφθαρσίας, διότι ο Άγιος Αλέξανδρος είναι ο μόνος Άγιος μετά τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο όποιος αξιώθηκε επισκέψεως της Αγίας Τριάδος με μορφή τριών Αγγέλων. Κατά την διάρκεια αυτής της επισκέψεως, ή Αγία Τριάς μέχρι που άγγιξε τον Άγιο, και αυτό το άγγιγμα προφανώς ήταν που έκανε το σώμα του απρόσβλητο στην φθορά. Θαυμαστός ο Τριαδικός Θεός, ο ενδοξαζόμενος εν τοις Άγίοις Αυτού!


Ό Άγιος Αλέξανδρος αναχώρησε για την Ουράνιο Βασιλεία την 30ή Αυγούστου του 1533, σε ηλικία 85 ετών.

Ό Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ εδοξάσθη με θαυμαστά σημεία και θαύματα κατά την διάρκεια της ζωής του και μετά την κοίμηση του. Το 1545, ο μαθητής και διάδοχος του Ηγούμενος Ηρωδίων συνέθεσε τον Βίο του. Το 1547 άρχισε ο τοπικός εορτασμός της μνήμης του και συν­ετέθη ή Ακολουθία του. Στις 17 Απριλίου του 1641, κατά την διάρ­κεια της ανακαινίσεως του Ναού της Μεταμορφώσεως, όπου ο Άγιος είχε ταφή, αποκαλύφθηκε τα άγιο Λείψανο του σε κατάσταση πλήρους Αφθαρσίας· έκτοτε, ή Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του δύο φορές: την ήμερα της Κοιμήσεως του, 30ή Αυγούστου, και την ήμερα της επισήμου Διακηρύξεως της Αγιότητας του και της ανακομιδής του Ιερού Λειψάνου του, 17η Απριλίου.
Ό Άγιος Αλέξανδρος, όπως του υποσχέθηκε ή Υπεραγία Θεοτόκος, άφησε πίσω του μεγάλο πλήθος μαθητών, πολλοί από τους οποίους ηγίασαν και τιμώνται μέχρι σήμερα από την Εκκλησία του Θεού επί γης ως Άγιοι.


Έκτοτε, το αδιάφθορο άγιο Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου αποτελούσε πηγή αγιασμού, προσκυνήσεως και θεραπείας: οι τυφλοί ελάμβαναν το φως τους, οι παραλυτικοί ελάμβαναν την δύναμη των ποδών τους, και όσοι έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια, ελάμβαναν την πλήρη ίαση. Οι δαίμονες έφευγαν από τους δαιμονισμένους και στείρες γυναίκες συνελάμβαναν… 
Θαυμαστός είναι ο Πανάγαθος Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού, ο Όποιος δόξασε τον δούλο Αυτού σε αύτη την εφήμερη ζωή με θαύματα και σημεία, τα όποια εγίνοντο δια των χειρών του. Και μετά τον θάνατο του ακόμη αξίωσε να τοποθετηθεί το πάντιμο και ιερό Σκήνωμά του στην Εκκλησία Του, για να καταυγάζει από εκεί, ως μέγας φάρος, με τα πανένδοξα Θαύματα του!…


2α)Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ
Την 30ή Ιουλίου του 1998, οι πιστοί της Ρωσίας έσπευσαν κατά χιλιάδες να προσκυνήσουν το νεωστί ανακαλυφθέν ιερό Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στον Ναό των Αγίων Σοφίας, Πίστεως, Αγάπης και Ελπίδος στην Αγία Πετρούπολη. Μετά απουσία περί­που 80 χρόνων, ένας από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Θηβαΐδος του Βορρά επέστρεψε στον τόπο των μοναχι­κών του αγώνων.
Οκτώ δεκαετίες ενωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου του 1918, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα της Ρωσικής Θηβαΐδος του Βορρά: την περιοχή γύρω από το Όλονετς και το Λοντέϊνογιε Πολιέ. Την αμέσως επομένη ήμερα οι Μπολσεβίκοι έκαναν την εμφάνιση τους στο Μοναστήρι του Σβίρ στην λειψανοθήκη του Αγίου Αλεξάνδρου. Ένα τέτοιο ταμείο αγιότητας αποτελούσε ένα προφανές εμπόδιο στον διάβολο και τα όργανα του, τα όποια είχαν καταλάβει τότε την γη της Ρωσίας. Όμως, στην περίπτωση εκείνη ήταν ανεξήγητα ανίκανοι να προκαλέσουν κάποια βλάβη στο Λείψανο του Αγίου ή να το μετακινήσουν. Οι Κομμουνιστές έκαναν ακόμη κάποιες απόπειρες και μόνον στην έκτη τους προσπάθεια, στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (1918), κατόρθωσαν να μετακινήσουν το αδιάφθορο Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Τούτο εγκαινίασε την θλιβερή «εκστρατεία κατασχέσεως των λειψάνων», ή οποία συνεχίσθηκε από το 1919 ως το 1922, οπότε τα Λείψανα 63 Ρώσων Αγίων εκλάπησαν, υπεβλήθησαν σε «επιστημονικές εξετάσεις», παρουσιάσθηκαν ως «μούμιες», ή ακόμη και ως «κίβδηλα», σε αντιθρησκευτικά μουσεία ή κατεστράφησαν. 


Κατά την περίοδο αυτήν, ολόκληρη ή βόρεια περιοχή της Ρωσίας μετεβλήθη σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ή Θηβαΐδα του Βορρά βεβηλώθηκε και μολύνθηκε, αλλά ταυτοχρόνως και αγιάστηκε, γινομένη ένας Γολγοθάς από τους πολλούς στην Ρωσία. Ή Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ δοκίμασε την ίδια μοίρα των πολλών Μοναστηριών της περιοχής: έγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γνωστό ως «Σβίρλαγκ» («Στρατόπεδο του Σβίρ»). Αργότερα, έγινε διαδοχικά οίκος αναπήρων πολέμου, οίκος παιδιών, τεχνική σχολή και στρατόπεδο. Τελικά, το τμήμα της Αγίας Τριάδος της Μονής μετατράπηκε σε ψυχια­τρικό άσυλο, ένα μέρος του οποίου παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα.

Ή Μονή υπέστη άσχημες φθορές με την πάροδο των χρόνων. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να χαθεί το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Μετά την κατάσχεση του από τους Μπολσεβίκους, πρώτα εφέρθη στο Λοντέϊνογιε Πολιέ. Ή τοπική επιτροπή των Τσεκιστών ζήτησε να γίνει μία έρευνα για την αυθεντικότητα του Λειψάνου. Εξετάσθηκε από Σοβιετικούς επιστήμονες με την ελπίδα αποδείξεως ότι ήταν κίβδηλο – μία απάτη της Εκκλησίας για την αποβλάκωση των πιστών. Όμως, προς αμηχανία των Μπολσεβίκων, τα αποτελέσματα τους επιβεβαίωσαν όσα είχαν καταγραφή κατά την πρώτη ανακάλυψη του Λειψάνου του Αγίου το 1641· ότι δηλαδή επρόκειτο πράγματι περί του Αγίου Αλεξάνδρου και ότι το σώμα του ήταν, σε εκπληκτικό βαθμό, αδιάφθορο. Το δέρμα του ήταν λευκό και ελαστικό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήσαν καθαρά διακρινόμενα και έφεραν μία εντυπωσιακή ομοιότητα με τις εικόνες του Αγίου, οι οποίες αγιογραφήθηκαν μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνος. Ένας ακαδημαϊκός, ο Πέτρος Πέτροβιτς Ποκρύσκιν, δεν φοβήθηκε σε εκείνη την εποχή των διωγμών να γράψει μία θαρραλέα απάντηση στην αίτηση των Τσεκιστών: «Αναγνωρίζοντας ότι το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ αποτελεί αναμφισβήτητα ιστορικό γεγονός, ή θέσης των οποίου πρέπει να είναι σε μία εκκλησία, ζητούμε να ληφθούν μέτρα για την διαφύλαξη Αυτού του εθνικού ιστορικοί θησαυρού».
Από το Λοντέϊνογιε Πολιέ το Λείψανο εφέρθη στην Αγία Πετρούπολη (τότε Πέτρογκραντ). Την εποχή εκείνη ήλθε εντολή από το Κομμισαριάτο της Δικαιοσύνης να τοποθετηθούν όλα τα Λείψανα σε μουσεία. Το Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου έφέρθη στο ανατομικό μουσείο της πόλεως, το όποιο στεγαζόταν στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία. Εκεί το Λείψανο εξετέθη ως έκθεμα, αλλά έμεινε χωρίς εγγραφή -μία προφανής προσπάθεια από τους υπαλλήλους του μουσείου να αποκρυφθή. Ταυτόχρονα, έγιναν απόπειρες να επιδειχθούν ψεύτικα λείψανα του Αγίου στο κοινό, τα όποια δεν ομοίαζαν στην ιστορική του περιγραφή, ως μέρος σχεδίου των Κομμουνιστών να πλήξουν την Εκκλησία, άλλα αυτές οι απόπειρες απέτυχαν. Χάρις σε έναν από τους επιστήμονες, τον Β. Ν. Τόνκοβ, ο όποιος δεν ήταν «στρατευμένος αθεϊστής» όπως οι συνάδελφοι του, το Λείψανο παρέμεινε στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπολέως, εξορισμένο στην λήθη. Εκεί έμεινε για περίπου οκτώ δεκαετίες, με αναμονή της στιγμής, κατά την οποία, θεία πρόνοια, θα επέστρεφε στους πιστούς.
Στις 14 Ιουνίου 1997, περί­που έξι χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού ολο­κληρωτισμού στην Ρωσία, το τμήμα της θείας Μεταμορφώ­σεως της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ επεστράφη ολόκληρο στην Εκκλη­σία. Το τμήμα της Αγίας Τριά­δος, το όποιο απέχει ένα τρίτο μιλίου από το έτερο τμήμα, επεστράφη μερικώς στην Εκ­κλησία στις 22 Σεπτεμβρίου 1998.



Ή έρευνα για τον Άγιο Αλέξανδρο άρχισε το 1997, με την ευλογία του Μητροπολίτου της Αγίας Πετρουπολέως Βλαδίμηρου. Τα περισσότερα ντοκουμέντα από την σοβιετική περίοδο είτε εχάθησαν είτε κατεστράφησαν, όμως οι προσευχητικές ερευνητικές προσπάθειες των Αδελφών της Γυναικείας Μονής της Αγίας Σκέπης Τερβενίτσι, υπό την καθοδήγηση του πνευματικού τους Πατρός, του Ηγουμένου Λουκιανού (Κουτσένκο), Προϊσταμένου τώρα της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου Σβίρ, ανταμεί­φθηκαν τελικά. Τον Δεκέμβριο Αυτού του έτους (1997) το Λείψανο του Αγίου ευρέθη! Όταν αυτό εξετάσθηκε, ήταν ακριβώς εφάμιλλο προς την αρχική περιγραφή της πρώτης ανακομιδής του Λειψάνου του 1641. Ήταν το ίδιο αδιάφθορο όσο και πριν από την κατάσχει του. Σύμφωνα με ανθρωπολόγους και εθνολόγους ειδικούς, το Λείψανο άνηκε σε άνδρα της φυλής των Βεπ-μιας πολύ μικρής ομάδος Φινλανδικής καταγωγής, ή οποία κατοικούσε στην περιοχή όπου ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε και όπου αργότερα έκτισε την Μονή του.
Τελικά, μετά την έκτος πάσης αμφιβολίας απόδειξη της ταυτότητος του Αγίου, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος έδωσε την ευλογία του, ώστε το πλήρες θείας Χάριτος Λείψανο να μεταφερθεί στον Ναό των Αγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης για τέσσερις μήνες, προκειμένου να τεθεί σε δημόσια προσκύνηση προ της επιστροφής του στην Μονή του Αγίου. Πριν από την μεταφορά του Λειψάνου στον Ναό, έτελέσθη μία δέηση στην αίθουσα εξετάσεων της Ιατρικής Ακαδημίας. Προς έκπλησιν και πνευματική άγαλλίασιν των παρόντων, τα χέρια και τα πόδια του Αγίου άρχισαν να αναβλύζουν σταγόνες ευώδους μύρου, σαν ο Άγιος να έλεγε: «Ναι, σάς ακούω· εγώ είμαι»! Αυτή ή έκχυσης Χάριτος συνεχίσθηκε και όταν το Λείψανο μετεφέρθη στον Ναό. Ή ροή του ευώδους μύρου ήταν τόσο ισχυρή, ώστε πετούσαν μέλισσες κοντά στα πόδια του Αγίου.
Κληρικός Αλέξιος Γιάνγκ (τώρα Ιερομόναχος Αμβρόσιος) ήταν στην Αγία Πετρούπολη όταν το Λείψανο ευρέθη. Περιγράφων την εμπειρία της προσκυνήσεώς του, γράφει αυτός ο αμερικανός προσκυνητής: «Με έκπληξη είδα, ότι ο Άγιος δεν ήταν μόνον αδιάφθορος, αλλά το δέρμα του δεν είχε καθόλου σκουρύνει από την πάροδο πέντε περίπου αιώνων ήταν τόσο λευκό όσο κάποιου πού ζει σήμερα. Ασπαζόμενος τα ακάλυπτα πόδια του, μπορούσα να ιδώ τον σχηματισμό του θαυματουργού μύρου, σαν σταγόνες πλουσίου μέλιτος, μεταξύ των δακτύλων».
Εικόνες του Αγίου, οι όποιες ευλογήθηκαν στην λειψανοθήκη, άρχισαν ομοίως να αναδίδουν είτε μύρο είτε εύωδία. Ό Δόκι­μος Αλέξανδρος της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στεκόταν συνεχώς στην λειψα­νοθήκη, παρατηρώντας όχι μόνον την ποσότητα του ρέοντος μύρου, άλλα και τις θαυματουργικές θεραπείες, οι όποιες ελάμβαναν χώρα εκεί. θεραπεύθηκαν άνθρωποι με πολλές ασθένειες: παραλυτικοί, καρκινοπαθείς, πάσχοντες από δερματικές παθήσεις ή παθήσεις των οστών και δαιμονισμένοι.Μετά την μεταφορά του Λειψάνου στην Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ τον Νοέμβριο του 1998, οι θεραπείες συνέχισαν να συμβαίνουν ενώπιον του. Ή ροή του μύρου επίσης συνεχίσθηκε απαραμείωτα. Παρατηρήθηκε, ότι αυτό το θαύμα αυξάνει σε ένταση όταν καταφθάνουν στην Μονή ομάδες ανθρώπων, στις όποιες δεν συμπεριλαμβάνονται μόνον πιστοί, άλλα και αμφισβητίες επίσης. Μέχρι και σήμερα ή Μονή καταγράφει τα θαύματα, τα όποια τελούνται στο Λείψανο του Αγίου του Θεού



3)Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ` ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αν­τοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ' τον Όσιο και καταλα­βαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ' αυτόν, προσπάθη­σαν απ' την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια πού έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.

Μια νύχτα ό όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξα­φνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν νάταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ' το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
Φύγε, φύγε απ' αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ' εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό. 
Ό Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλι­σμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ' αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και ή προσευχή ,του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
Ό όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ό Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ό άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
Είμαι άγγελος Κυρίου και ό Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σου υπενθυμίσω τα θεια οράματα πού είχες δει σ' αυτόν τον τόπο πού έχεις εγκατα­σταθεί- γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν- ό Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δη­λώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ' αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελ­φούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.

Κι αφού είπε αυτά ό άγγελος έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ' αύτη όλες τις μέρες της ζωής του- γι' αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε πού είχε απομακρυνθεί απ' την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμ­φανίστηκε πάλι ό άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολ­λοί πού επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ό άγγελος έγινε και πάλι άφαντος. 
Κατά το 1508 πάλι, πού ό Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ' αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο πού βρι­σκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ό Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφ­τηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ' τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα.. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο. Όταν τους είδε ό Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συν­ήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ' το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ό Άγιος είπε:
-Κύριοι μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε πού, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
Ακούγοντας αυτά ό Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
- Κύριε μου, ποιος είμαι εγώ ό αμαρτωλός, ό χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, πού θα ήμουν άξιος ν' αναλάβω τέτοιες ευ­θύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν' αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ό ανάξιος δεν ήρθα σ' αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά πού με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
Μόλις είπε αυτά ό Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ό Κύ­ριος τον έπιασε πάλι απ' το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα.
Ό Όσιος απάντησε:
- Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα να σου αντιμιλήσω- πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία πού ή αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ' αυτόν τον τόπο;
Και ό Κύριος είπε στον Όσιο:
Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και ή ειρήνη Μου πού σου χαρίζω θα είναι μαζί σου. 
Και ξαφνικά ό Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι' αυτό το Θεό, πού τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι' αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ό Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού πού φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο πού άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:
- Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ' αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου πού εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος.
Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ό Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό πού δεν παρείδε τη δέηση του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.


4)ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
Η Ιερά Μονή του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ βρίσκεται 260 χιλιόμετρα από την Αγ.Πετρούπολη και 21 χιλιόμετρα από την περιοχή Lodeynoye.Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Αγ.Αλέξανδρο στα τέλη του 15ου αιώνα στο παρθένο δάσος του Olonets κοντά στη γραφική λίμνη Roshinsky και γρήγορα έγινε γνωστό, συρρέοντας πλήθος κόσμου ενώ και η μοναστική αδελφότητα γρήγορα έγινε μεγάλη.



Στη μονή υπάρχουν η πέτρινη εκκλησία της Αγίας Σκέπης,δωρεά του τσάρου Βασιλείου,ο καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως του Χριστού όπου βρέθηκε το άφθαρτο λείψανο του Αγ.Αλεξάνδρου,o ναός της Αγίας Τριάδος χτίστηκε το 1791,αντικαθιστώντας έναν παλαιότερο ξύλινο ναό τον οποίο είχε κτισεί ο ιδρυτής της μονής.Το 1685 ανηγέρθη ο ναός των αγίων Ζαχαρίου και Ελισάβετ,ενώ εκεί υπάρχει και ο ναός του Αγ.Ιωάννη του Δαμασκηνού.
Για την κατασκευή των ναων και των κτιρίων βοήθησαν αυτοκράτορες,δούκες,βασιλείς,βογιάροι και ευγενεις .



Η μονή γνώρισε εισβολές εχθρών,λεηλασίες,πυρκαγιές,αλλά και αυστηρή μοναχική ζωή.Ηταν ένα από τα πλούσια μοναστήρια,με ανεκτίμητους θυσαυρούς γι’αυτό και το 1918 ήταν ένα από τα πρώτα μοναστήρια του οποίου η περιουσία κατασχέθηκε από τους μπολσεβίκους.Τότε εκτελέστηκαν και πολλοί μοναχοί της μονής μαζί με τον ηγούμενο,ενώ η μονή μετατράπηκε σε φυλακές ,οίκο αναπήρων πολέμου,τεχνική σχολή ,στρατόπεδο,ενώ ένα μέρος της μονής μετατράπηκε σε ψυχιατρικό άσυλο το οποίο λειτουργεί και σήμερα.
Το 1997 η νέα αδελφότητα χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά για να αναστηλωθεί η μονή ενώ το 1998-μετά από 80 χρόνια- επέστρεψε στη μονη το λείψανο του ιδρυτή της μονής Αγ.Αλεξάνδρου,το οποίο είχαν παρατημένο σε μια γωνιά της στρατιωτικής ακαδημίας της Αγ.Πετρούπολης οι μπολσεβίκοι

πηγές-κεφ.1-www.lumeacredintei.ro
κεφ.2-www.ahdoni.blogspot.com
κεφ.3-www.apantaorthodoxias.blogspot.com
κεφ.4-www.svirskoe.ru





|


Τρία ἐνδεικτικὰ σύγχρονα Θαύματα τοῦ ῾Αγίου ᾿Αλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ ΕΔΩ

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΠΕΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟ (Ὃσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος)

Φωτογραφία του Αθανάσιος Καλαμαρινός.


Αποτέλεσμα εικόνας για όσιος εφραίμ ο σύροςΧαίρετε, άγιοι Απόστολοι, βασιλείς του Χριστού· διότι σ’ εσάς εμπιστεύθηκε την επουράνια και την επίγεια βασιλεία. Σας έδωσε την εξουσία να κυβερνάτε και να φροντίζετε και τους δυο θρόνους, θέλοντας από τη μια να αποκατασταθεί η κληρονομιά της επίγειας βασιλείας, από την άλλη να αστράψει η δόξα, να πλεονάσει η ομορφιά, να φανερωθεί το φως, να γίνουν γνωστά τα μυστήρια, να κηρυχθεί η δύναμη της επουράνιας βασιλείας.


Χαίρετε εσείς που είστε το άλας της γης, που ποτέ δεν μπορεί να χάσει τη δύναμή του. Χαίρετε εσείς που είστε το φως του κόσμου (Ματθ. 5:13-14), που μένει στην ανατολή και λάμπει παντού, που φωτίζει αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι, που καίει χωρίς ξύλα. Το λυχνάρι είναι ο Χριστός, και λυχνοστάτης ο Πέτρος, και λάδι η χορηγία του Αγίου Πνεύματος.

Χαίρετε εσείς που είστε το φως του κόσμου, στο οποίο υποχωρεί η νύχτα όλη· που δεν το σκιάζει η νεφέλη, δεν το αντιμάχεται η καταιγίδα, ούτε η λαίλαπα το πλησιάζει, απεναντίας φωτίζονται μ’ αυτό τα σκοτάδια που έχουμε μέσα μας, φανερώνονται τα κρυφά, διασαφηνίζονται τα ασαφή, καθαρίζονται οι λογισμοί.

Χαίρετε εσείς που είστε οι σφραγιστές των ιερέων (1), οι εκπαιδευτές των διδασκάλων, οι ψαράδες των εθνών, οι κήρυκες των λαών, οι παιδαγωγοί των δικαίων, οι πλύντες των αμαρτωλών, οι σφάκτες της αμαρτίας, οι φωτιστές των απίστων, οι ανίκητοι φύλακες, οι δραστήριοι έμποροι.

Χαίρετε εσείς που είστε οι χαλκουργοί και της δικής μου φωνής, οι χορηγοί της αμαρτωλής γλώσσας μου, οι ενδυναμωτές της αδυναμίας μου, οι γυμναστές της παρρησίας μου, οι τεχνίτες των λόγων μου.

Χαίρετε εσείς που δεν κρατάτε σακκούλι (Ματθ. 10:9-10) και όμως γεμίσατε με πλούτο όλη την οικουμένη· εσείς που δεν είχατε περιττό ραβδί, και όμως διώξατε τους λύκους από παντού· εσείς που δεν είχατε δεύτερο χιτώνα, και όμως ντύθηκαν από σας βασιλιάδες· εσείς που δεν είχατε διπλά υποδήματα, και όμως ταράξατε τη γη με τις πορείες σας και οι νεφέλες έτρεχαν κάτω από τα πόδια σας. Οι Άγγελοι έδειχναν το δρόμο, τακτοποιώντας τον, η θάλασσα επίσης καθώς βαδίζατε στην επιφάνειά της σας κρατούσε σαν πλοία ιστιοφόρα. Εσείς που δεν είχατε ασημένια νομίσματα στη ζώνη σας, και δεν είχε το βαλάντιό σας χρυσάφι, όμως δανείζατε από το σακκούλι σας πολλά στους χωλούς· και όταν άγγιξε ο τυφλός τη ζώνη σας, άρχισε να μετρά την πάροδο των ημερών, και να υπολογίζει με τα μάτια του τον ήλιο, και να δείχνει με το δάχτυλό του τα αστέρια, κάτι που προηγουμένως δεν το γνώριζε.

Χαίρετε, οι εμποδιστές του Διαβόλου και οι ανατροπείς των δαιμόνων· οι καθαιρέτες της πλάνης· εσείς που αφαιρέσατε την απάτη από τις ψυχές· που τα μαντήλια σας (Πραξ. 19:12) μιμούνται τις άκρες των ενδυμάτων του Κυρίου· που οι σκιές σας πραγματοποίησαν πολλές και διάφορες θεραπείες (Πραξ. 5:15) στις πόλεις και στις χώρες.

Χαίρετε εσείς που βρήκατε το θησαυρό τον κρυμμένο στο χωράφι (Ματθ. 13:44)· εσείς που δείξατε στη γυναίκα τη δραχμή που έχασε (Λουκ. 15:9)· εσείς που προσκομίσατε στον Χριστό διπλά τα τάλαντα του κηρύγματος, τα οποία σας εμπιστεύθηκε· εσείς που ρίξατε στο βυθό της οικουμένης το δίχτυ, και έπιασε κάθε λογής ψάρια· εσείς που πιάσατε ψάρια, με τα οποία, και ως τώρα ακόμη δειπνώντας στον ουρανό ο Βασιλιάς, ευφραίνεται· εσείς που διδάξατε τη σοφή γυναίκα να ανακατώσει τα τρία σάτα αλεύρι και να κάνει μία ζύμη (Ματθ. 13:33· Λουκ. 13:21)· εσείς που αφαιρέσατε τους φράχτες και αναγκάσατε τους περαστικούς και αναζητήσατε τις ερήμους και γεμίσατε με καλεσμένους τους θαλάμους του γάμου του Νυμφίου (Λουκ. 14:23).

Χαίρετε εσείς που βρήκατε τον ακρογωνιαίο λίθο (Χριστό), και από αυτό το λίθο τόσους πολλούς βασιλικούς νυφικούς θαλάμους ανυψώσατε, τόσες πολλές εκκλησίες ανοικοδομήσατε επάνω στη γη, όμοιες με ουρανούς, τόσα πολλά θυσιαστήρια θεμελιώσατε για τη θυσία που γεννά τη ζωή.

________________


(1) Αναφέρεται στην εξουσία των Αποστόλων να επικυρώνουν με τη σφραγίδα της χειροτονίας το αξίωμα της ιεροσύνης.


(Από το βιβλίο: Οσίου Εφραίμ του Σύρου Έργα, τ. Ζ’, «Εγκώμιο στον Πέτρο και στον Παύλο…». Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 112)

Πηγή: alopsis.gr/

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Από τον Μελέτιον Πηγάν ως τον Πατροκοσμάν

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του κ. Νικολάου Μάννη, εκπαιδευτικού

Την πνευματική επιβίωσή μας (των Ρωμιών Ορθοδόξων), στα χρόνια που όλα “τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά” της Τουρκοκρατίας, την οφείλουμε σε εκείνες τις άγιες μορφές που έγιναν θυσία για το Γένος, αφιερώνοντας το είναι τους στην ορθόδοξη μόρφωση, και την δι’ αυτής απελευθέρωση (πνευματική πρωτίστως), των συμπατριωτών τους. Ερχόμενος κάποιος σε επαφή με την ζωή και το έργο των μακαριστών εκείνων Διδασκάλων, μπορεί εύκολα να κατανοήσει ποιό θα ήταν και σήμερα το αντίδοτο στην σημερινή σκλαβιά, που είναι κυρίως σκλαβιά μυαλών και ψυχών. Και η λύση αυτή είναι η κατά Θεόν μόρφωση, σε συνδυασμό με το θυσιαστικό πνεύμα και το ανδρείο φρόνημα.
Πρώτος στην χορεία των Διδασκάλων, που επιλέχθηκαν να παρουσιασθούν με το παρόν κείμενο, είναι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς (1550-1601). Γεννήθηκε στον Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης και σπούδασε στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στην Ιταλία, αρνούμενος όμως να παραλάβει το πτυχίο του, για την κτήση του οποίου απαιτούνταν «Δήλωση Πίστεως» στις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας. Μετέβη στην Αλεξάνδρεια και έγινε Πρωτοσύγκελλος του Πατριάρχου Σιλβέστρου, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 1590, «τη ομοψήφω γνώμη κλήρου και λαού». Το 1593 συμμετείχε στην εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξο Σύνοδο, ενώ κατά τα έτη 1596 – 1598 ανέλαβε Τοποτηρητής του χηρεύοντος πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αρνούμενος να δεχθεί τον θρόνο που του προτάθηκε από τον εκεί κλήρο και λαό. Κοιμήθηκε νεώτατος στις 13 Σεπτεμβρίου του 1601. Άφησε τεράστιο συγγραφικό έργο, ανεκτίμητης πνευματικής αξίας και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως “ο μετά το σχίσμα νέος Φώτιος”. Μερικά από τα έργα του (εκ των οποίων πολλά παραμένουν εισέτι ανέκδοτα) είναι τα εξής: “Διάλογος ορθόδοξος χριστιανός”, “Κατά Ιουδαίων”, “Περί της αρχής του Πάπα”, “Ορθόδοξος διδασκαλία”, “Περί των αχράντων Μυστηρίων”, “Τόμος Αλεξανδρινός περί του Πασχαλίου” (το έργο αυτό υπήρξε καθοριστικότατο για την στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας απέναντι στην Ημερολογιακή Καινοτομία του Γρηγοριανού Ημερολογίου, διότι επηρέασε τις συνοδικές αποφάσεις του ΙΣΤ  αἰῶνος). Οι δε επιστολές του (πραγματευόμενες διάφορα ζητήματα) πλησιάζουν τις πεντακόσιες.
Εκτός από το γραπτό έργο ο κλεινός Μελέτιος άφησε ως κληρονομιά στο Γένος και ένα έμψυχο θησαυρό: τον ανιψιό, αγαπημένο μαθητή και διάδοχό του. Ο Κύριλλος  Λούκαρις (1570-1638) γεννήθηκε και αυτός στο Ηράκλειο της Κρήτης και ακολούθησε παρόμοια, με του θείου και πνευματικού πατρός του, πορεία. Σπούδασε στην Βενετία και στην Πάδοβα αρνούμενος κι εκείνος να παραλάβει το πτυχίο του. Κατέστη ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του και ομιλούσε, εκτός της ελληνικής, την λατινική, την ιταλική, την τουρκική και την αραβική γλώσσα. Έγινε Πρωτοσύγκελλος του Μελετίου, και με την ιδιότητα αυτή συμμετείχε στην Πανορθόδοξο Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1593). Από  την Κωνσταντινούπολη αποστέλλεται εσπευσμένα (το 1595), ως Πατριαρχικός Έξαρχος, στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, για να αγωνισθεί υπέρ της Ορθοδοξίας, η οποία κινδύνευε εξ αιτίας της τότε εμφανιζομένης Ουνίας. Εκεί ίδρυσε σχολείο και τυπογραφείο, για να διαδίδονται ανοθεύτως τα ορθόδοξα δόγματα. Το 1601, ο Μελέτιος Πηγάς προαισθανόμενος τον θάνατό του, τον κάλεσε για να τον διαδεχθεί στον θρόνο της Αλεξανδρείας. Το 1620 ο Κύριλλος εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και πατριάρχευσε συνολικά πέντε φορές, αφού οι σκευωρίες παπικών και λατινοφρόνων τον έρριχναν συχνά από τον θρόνο. Πολέμησε με μεγάλο ζήλο τους παπικούς και για να σταματήσει την προπαγάνδα των Ιησουιτών, οι οποίοι είχαν ιδρύσει σχολείο στην Κωνσταντινούπολη, οργάνωσε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο, το λεγόμενο Πατριαρχικό, ώστε, μέσα από τα βιβλία, να διαφωτίσει τους ορθοδόξους. Οι Ιησουίτες (η μάλλον “‘Αντιχριστίτες”, κατά τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία τον Τρανό), έσπευσαν να τον κατηγορήσουν στους Οθωμανούς, πως το τυπογραφείο του, είναι τάχα εργοστάσιο όπλων και πως ετοιμάζεται να ξεσηκώσει τον λαό σε επανάσταση. Έτσι πέτυχαν την ολική καταστροφή του. Μετά από πολλές εξορίες, προπηλακισμούς και ταπεινώσεις έλαβε τελικώς, στις 27 Ιουνίου 1638, τον στέφανο του μαρτυρίου, κατόπιν σκευωρίας και πάλι των Ιησουιτών, οι οποίοι τον κατηγόρησαν στους Αγαρηνούς ως συνωμότη, προσφέροντάς τους παράλληλα υπέρογκο χρηματικό ποσό (από τα ταμεία της εν Ρώμη διαβόητης Propaganda Fidei) για την εξόντωσή του. Οι Γενίτσαροι τον μετέφεραν στα παράλια του Αγίου Στεφάνου (εκεί που βρίσκεται σήμερα το αεροδρόμιο της Κωνσταντινουπόλεως) και τον έπνιξαν, γονυπετή προσευχόμενο. Αλλά ακόμη και μετά τον θάνατό του δεν βρήκε ησυχία ο ζηλωτής Πατριάρχης. Η σορός του ρι-χθηκε στην θάλασσα, όπου την βρήκαν ψαράδες και την έθαψαν. Οι λατινόφρονες την ξέθαψαν και την έρριξαν ξανά στην θάλασσα. Τα λείψανά του όμως ξαναβρέθηκαν και ενταφιάστηκαν με κάθε δέουσα τιμή. Στον Κύριλλο Λούκαρι οφείλουμε το ότι οι Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες δεν έγιναν ουνιτικές από τότε. Υπήρξε όχι μόνο ο κύριος τορπιλιστής της Ουνίας της Βρέστης (1596), αλλά με την άνοδό του στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην Ένωση με τον Πάπα Ρώμης, την οποία επεδίωκαν τότε οι παπικοί με όργανά τους, λατινόφρονες η φιλοχρήματους, Αρχιερείς. Μισήθηκε δε από αυτούς όσο κανείς άλλος, ενώ κατηγορήθηκε ως Προτεστάντης, τόσο εξ αιτίας μιας αμφιλεγόμενης γνησιότητος “Ομολογίας”, όσο και των πολιτικών σχέσεων που είχε με αξιωματούχους προτεσταντικών κρατών στην προσ­πάθειά του να διασώσει το Γένος από τον αντίχριστο παπισμό. Συνέγραψε την πραγματεία “Κατά Ιουδαίων” (Κωνσταντινούπολις, 1627), το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο, καθώς και πολλές εγκυκλίους και επιστολές, με τις οποίες στηλίτευε τις παπικές καινοτομίες (Διάλογος Ζηλωτής και Φιλαλήθης, Περί της διαφοράς ην έχουσιν οι ανατολικοί μετά των δυτικών, Περί πυρός καθαρτηρίου κ. α.).
Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Κυρίλλου, ο μαθητής του Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός (1595-1682), συνέγραψε Ακολουθία προς τιμήν του, το χειρόγραφο της οποίας αγνοείται. Ο Ευγένιος υπήρξε επίσης μια φωτισμένη (με το φως της Ορθοδοξίας) προσωπικότητα, ο οποί­ος γεννήθηκε γύρω στα 1597 στο Μέγα Δένδρο του Θέρμου Αιτωλίας. Μετά από διάφορα ταξίδια στην ελληνική επικράτεια και το Άγιον Όρος, για να μαθητεύσει κοντά σε διαφόρους διδασκάλους, βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου χειροτονήθηκε ιερέας από τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Διακόνησε στα Ιεροσόλυμα και κατόπιν, συνέχισε τις σπουδές του κοντά σε σημαντικούς διδασκάλους της εποχής σε διάφορα μέρη και την Κωνσταντινούπολη, στην οποία τον είχε καλέσει ο Λούκαρις. Το 1639 ίδρυσε Σχολή στο Αιτωλικό, έπειτα στο Καρπενήσι, ενώ το 1661 ίδρυσε Σχολή στα Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων, το περίφημο “Ελληνομουσείον Αγράφων”. Κοιμήθηκε στις 6 Αυγούστου 1682. Κατέλιπε πλούσιο παιδευτικό, συγγραφικό αλλά και φιλανθρωπικό έργο και πολλούς άξιους μαθητές, που διέπρεψαν στα Γράμματα και συνέχισαν το έργο του.
Σπουδαιότερος από αυτούς είναι ο βιογράφος του, λόγιος ιερομόναχος, Αναστάσιος ο Γόρδιος (1654-1729). Γεννήθηκε περί το 1654 στα Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων. Εκεί σπούδασε κοντά στον Ευγένιο, όπως ειπώθηκε, και έπειτα συνέχισε τις σπουδές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Το 1676 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Αν και του πρότειναν να διδάξει σε διάφορες μεγάλεις πόλεις της ομογένειας, προτίμησε να υπηρετήσει τους ανθρώπους της ταπεινής επαρχίας του. Έτσι δίδαξε, επί δεκαετίες, στη Σχολή του Αιτωλικού και στο “Ελληνομουσείον”, Κοιμήθηκε στην γενέτειρά του στις 7 Ιουνίου 1729. Εκτός του παιδευτικού, σπουδαίο είναι και το φιλολογικό, θεολογικό, επιστολογραφικό (σώζονται περίπου 700 επιστολές του) και συγγραφικό του έργο. Το σημαντικώτερο θεολογικό του έργο είναι το (ερμηνευτικό στην Αποκάλυψη) “Περί Μωάμεθ και κατά Λατίνων”.
Καρπός του έργου των παραπάνω διδασκάλων, υπήρξε ο, πολυαγαπημένος Άγιος των νεωτέρων Ελλήνων, ο Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779). Ο Πατροκοσμάς γεννήθηκε το 1714 στην Αιτωλία και αφού διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον ιεροδιάκονο Ανανία, συνέχισε τις σπουδές στο “Ελληνομουσείον”, κοντά στο αδελφό του Χρύσανθο (μαθητή του Γορδίου και τότε Σχολάρχη) και στον Θεοφάνη, μαθητή του Ευγενίου. Κατόπιν μετέβη στον Άγιον Όρος και φοίτησε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή. Το 1759 με ευλογία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ ξεκίνησε τις περιοδείες του στην Δυτική Ελλάδα και την Βόρειο Ήπειρο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο τότε εξισλαμισμό των Χριστιανών. Όπου σταθεί διδάσκει, νουθετεί, παρηγορεί και – κυρίως – ανοίγει σχολεία (σε 247 ανέρχονται τα σχολεία που ίδρυσε!), ξυπνώντας ψυχές και πυρπολώντας καρδιές. Με τις Διδαχές του ποτίζει με ύδωρ Ορθοδοξίας την αποξηραμένη σκέψη των αμαθών συμπατριωτών του. Η επιρροή που άσκησε υπήρξε τεράστια και δεν άργησε να γίνει στόχος των σκοτεινών δυνάμεων. Όπως και ο πνευματικός του πρόγονος Κύριλλος Λούκαρις, συκοφαντήθηκε στους Αγαρηνούς (από τους Ιουδαίους σε αυτήν την περίπτωση) και οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 24 Αυγούστου 1779.
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω δεν είναι δυνατόν να μη κατανοήσει το τεράστιο βάρος της κληρονομιάς που φέρουμε ως απόγονοι τέτοιων Πατέρων. Άραγε θα ξυπνήσουμε; Άραγε θα εγερθούμε σηκώνοντας κι εμείς ψηλά τις, ποδοπατημένες σήμερα, σημαίες της Ορθοδοξίας, τις οποίες εκείνοι οι κλεινοί Διδάσκαλοι δεν υπέστηλαν ουδέποτε; Είθε!



Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (7 Σεπτεμβρίου)






Λέγει ὁ Μέγας Ἀπόστολος Παῦλος περὶ τοῦ Δικαίου Μωϋσέως, ὅτι προετίμησε μᾶλλον «συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ» (Ἑβρ. ια΄ 25-26). Τοῦτον τὸν Θεόπτην Προφήτην μιμησάμενος, ὁ Ἀοίδιμος Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, προετίμησεν ὑποστῆναι μυρίας κακουχίας καὶ διώξεις, ὁμοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, παρὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ ἄνεσιν, τιμὰς καὶ πλούτη συσχηματιζόμενος μετὰ τῶν καινοτομησάντων Ἀρχιερέων. 

Ο ἀείμνηστος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐγεννήθη στὶς 13.11.1870 στὴν Μάδυτο τῆς ᾿Αν. Θράκης ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας κλήσεώς του στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τῆς ὀξυνοίας του, ἐπεθύμησε νὰ φοιτήση στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ὅπου καὶ ὡλοκλήρωσε τὶς σπουδές του τὸ 1901 μὲ βαθμὸ ἄριστα. Τὸ ἴδιο ἔτος ἐχειροτονήθη Διάκονος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωακεὶμ τὸν Γ’ καὶ διετέλεσε ῾Ιεροκῆρυξ Πανόρμου καὶ ἀργότερα Μέγας Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων. Διεκρίνετο ὡς Πατριαρχικὸς Κληρικὸς γιὰ τὸ σεμνοπρεπὲς καὶ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρος του, γιὰ τὸ ἐξαίρετο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος του, γιὰ τὴν μεγάλη ἐμβρίθεια καὶ τὴν ρέουσα ρητορικότητά του, γιὰ τὰ διοικητικά του χαρίσματα, γιὰ τὴν εὐγένεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἡρωϊσμὸ τῆς ψυχῆς του.

 Τὴν 6.8.1908, σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν, ἐχειροτονήθη ᾿Επίσκοπος ῎Ιμβρου καὶ Τενέδου καὶ τὸ 1912 προήχθη σὲ Μητροπολίτη Πελαγονίας, μὲ ἕδρα τὸ Μοναστήριον (Βιτώλια) τῆς Βορείου Μακεδονίας, στὴνἰδιαίτερα νευραλγικὴ αὐτὴ θέσι κατὰ τὴν ἐξαιρετικὰ δύσκολη ἐποχὴ τοῦ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου καὶ τῶν ταραγμένων χρόνων μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ὅπου καὶ ἀνέπτυξε θαυμαστὴ ἐθνικοθρησκευτικὴ δρᾶσι. ᾿Αγωνίσθηκε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος γιὰ τὰ δίκαια τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἐτιμήθη γιὰ τὴν ἀκάματη δραστηριότητά του. ῞Ομως, ἐξ αἰτίας πολιτικῶν μεταβολῶν στὸν χάρτη τῆς περιοχῆς τῆς ᾿Επαρχίας του, εὑρέθη ἐξόριστος στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1918 μὲ ἀκόλουθο τὸν Διάκονό του ᾿Αθηναγόρα Σπύρου, τὸν μετέπειτα Οἰκουμενιστή, δυστυχῶς, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως!

Στὴν ἐντελῶς παράνομη καὶ ἀντικανονικὴ ἐκλογὴ ὡς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τοῦ διαβοήτου Μελετίου Μεταξάκη τὸ 1921, ὁ ἐραστὴς τῆς Κανονικῆς Τάξεως πρώην Πελαγονίας Χρυσόστομος ἀντετάχθη σθεναρῶς καὶ κατέφυγε στὴν ᾿Αλεξάνδρεια γιὰ νὰ ἀποφύγη πιθανὴ δεύτερη ἄδικο ἐξορία. ῾Ο Μελέτιος Μεταξάκης προσεπάθησε νὰ τὸν καθαιρέση, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του ἐναυάγησε. Περὶ τὸ ἔτος 1926, μετὰ ἀπὸ σύντομο ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτου Φιλιατῶν καὶ Γηρομερίου, ὁ θαρραλέος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος ἐτοποθετήθη στὴν νεοϊδρυθεῖσα τότε Μητρόπολι Φλωρίνης, τὴν ὁποία καὶ διεποίμανε μέχρι τὸ 1932, ὁπότε καὶ παρητήθη τῆς ἐνεργοῦ δράσεως διὰ λόγους ὑγείας, παραμείνας στὴν ᾿Αθήνα καὶ ἀφοσιωθεὶς στὸ κήρυγμα, τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν φιλανθρωπία. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ συνεργάζεται μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου καὶ νὰ τοὺς συμπαραστέκεται στὸν θεάρεστο ἱερὸ Ἀγῶνα τους, συγγράφων ἄρθρα στὸ ἐπίσημο περιοδικό τους «Κῆρυξ τῶν ᾿Ορθοδόξων» μὲ τὴν ὑπογραφὴ «᾿Εκκλησιαστικός».

Οἱ συνθῆκες πλέον εἶχαν ὡριμάσει. ῾Η Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία προετοίμαζε μέσα ἀπὸ τὶς ἀνεξιχνίαστες ὁδούς Της τὸν Ἀγωνιστὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας κατὰ τῆς Καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου, τῆς ἀπαρχῆς αὐτῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὸν χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καλοῦσε τώρα τὸν ὑπάκουο δοῦλο Της σὲ δρᾶσι ἀπὸ μία νέα ἔπαλξι. Καὶ ὁ ἐκλεκτὸς ἐργάτης τοῦ Κυρίου, ὡς πιστὸς καὶ φρόνιμος Οἰκονόμος, συγκατετέθη καὶ ἔτσι ἄρχισε ἡ πιὸ ἔνδοξη καὶ δύσκολη περίοδος τῆς-ζωῆς του, ἡ ὁποία τοῦ ἔπλεξε τὸν ἀμαράντινο χρυσοῦν στέφανον τῆς ῾Ομολογίας...

Τὸ ἔτος 1935, μαζὶ μὲ τοὺς Μητροπολῖτες Δημητριάδος Γερμανὸ καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομο, ἀποτειχίζονται ἐκ τῆς καινοτόμου ἐκκλησίας τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν διαποίμανσι τοῦ στερουμένου μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ᾿Αρχιερέως ἡρωϊκοῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. Τὸ χαρμόσυνο καὶ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονός, ἀνυπολογίστου πνευματικῆς ἀξίας καὶ σπουδαιότητος, ἐπεσφραγίσθη μὲ Θεία Λειτουργία στὸν Ἱερὸ Ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸν Κολωνὸ ᾿Αθηνῶν τὴν 13/26.5.1935, τῇ συμμετοχῇ πλέον τῶν 25.000 πιστῶν! Ἀμέσως συνεκροτήθη ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐχειροτονήθησαν τέσσερις νέοι ᾿Αρχιερεῖς, ἐφ᾿ ὅσον ἡ σύνοδος τῆς Καινοτομίας ὄχι μόνον δὲν ἀνένηψε, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔκκλησιν ἐπανορθώσεως ποὺ τῆς ἀπηύθυναν οἱ τρεῖς ῾Ομολογηταὶ ῾Ιεράρχαι, ἀλλὰ καταθορυβηθεῖσα καὶ καταταραχθεῖσα, προέβη σὲ διώξεις καὶ ἐξορίες αὐτῶν.

῾Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτὸν «καθηρέθησαν» ὑπὸ τῶν Καινοτόμων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς καὶ διάσημον ᾿Ορθοδοξίας, καὶ ὁ ἴδιος συνελήφθη καὶ ἐξωρίσθη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Αγίου Διονυσίου ᾿Ολύμπου στὴν Πιερία. ᾿Εκεῖ παρέμεινε ἐπὶ διάστημα ὀλίγων μηνῶν, διότι ἀνεκλήθη συντόμως. ῎Εκτοτε ἀφιερώθη ψυχῇ τε καὶ σώματι στὸν ἱερὸ Ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀναστύλωσι τῆς Πατρώας Παραδόσεως, στὴν ἐνίσχυσι καὶ διαποίμανσι τῶν διωκομένων προβάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν πειρασμῶν τῆς διασπάσεως τῶν Ἀκαινοτομήτων ἐξ αἰτίας ἀγνοίας καὶ ἀδιακρισίας, ὡς καὶ θλιβερᾶς ἐλλείψεως ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καὶ χαρισματικῆς εὐλυγισίας. Χάριτι Θεοῦ, ἀνταπεξῆλθε σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς δυσκολίες μὲ γαλήνη ψυχῆς, λειτουργῶν, προσευχόμενος, παραδειγματίζων, ὁμιλῶν, κηρύττων, συγγράφων, περιοδεύων, ἀπολογούμενος, ἐν μέσῳ ποικίλων ἀντιξοοτήτων: λοιδορούμενος, διωκόμενος, ὑστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος, συρόμενος στὰ εἰδώλια τῶν δικαστηρίων καὶ ἀδικούμενος... Καὶ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνον, δυστυχῶς, ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους διώκτας του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεωρουμένους ὡς ἀδελφούς του ἐν Χριστῷ καὶ συναγωνιστάς του!... Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ τὰ ἀνθέξη, ἂν δὲν εἶχε αἰσθητὴ τὴν ἀντίληψι τῆς Θείας Χάριτος καὶ μία σιδηρᾶ πίστι καὶ ἀποφασιστικότητα ἕως θανάτου.

Τὸ 1951 ξέσπασε ὁ νέος φοβερὸς διωγμὸς τῶν Καινοτόμων κατὰ τῶν Ὁμολογητῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων, ἐπὶ τοῦ στιγνοῦ διώκτου ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου. ῾Ο ῾Ομολογητὴς Πρωθιεράρχης Χρυσόστομος συλλαμβάνεται καὶ ἐξορίζεται ἐπὶ δεκαεπτάμηνον στὴν ἀπομακρυσμένη ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Υψηλοῦ Μυτιλήνης, διανύων ἤδη τὸ 81ο ἔτος τῆς ἡλικίας του! Καὶ πάλι τὸ ἀδαμάντινον τῆς ψυχῆς του ἔμεινε στερρὸ καὶ λαμπερὸ καὶ ἡ δρόσος τῆς Χάριτος τὸν ἐπαρηγόρει θαυμασίως. Εἶναι ἐνδεικτικόν, ὅτι ὅταν κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ φύλακάς του στὸ κελλὶ τῆς ἀπομονώσεώς του, εἶδε αὐτὸν νὰ προσεύχεται περιβαλλόμενον φῶς οὐράνιον!... Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐξορίας του αὐτῆς, τοῦ ἔγινε πρότασις ἀπὸ τὸν πρώην Διάκονό του καὶ ἤδη πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα νὰ ἐπανέλθη στὴν Καινοτομία καὶ νὰ «ἀποκαταστασθῆ», ἐγκαταλείπων ἔτσι τὸν ῾Ιερὸν ᾿Αγῶνα καὶ τὶς ᾿Αρχές του. ῾Η ἀξιοπρεπεστάτη ἀπάντησις τοῦ Πανιερωτάτου Προέδρου ἦταν βεβαίως ἀρνητική, ὡς ἀπόρροια δὲ μιᾶς ἀρχιερατικῆς καρδιᾶς, φλεγομένης ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, πέρασε στὴν ῾Ιστορία. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ σὲ παρόμοια πρότασι τοῦ διώκτου Σπυρίδωνος Βλάχου.

Μετὰ τὴν ἐπανάκαμψίν του καὶ ἕως τῆς τελευτῆς του συνέχισε τὸν καλὸν Ἀγῶνα τῆς Πίστεως καὶ Ἀρετῆς, ἐν μέσῳ πολλῶν καὶ ποικίλων ἀντιξοοτήτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν. ῾Η ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ σεμνόν, κόσμιον, ἀφιλοχρήματον καὶ ἀξιοπρεπές, ἡ εὐγένεια, τὸ ἦθος καὶ ἡ διάχυτος καλωσύνη του, τὸ ταπεινὸν καὶ πρᾶον τοῦ χαρακτῆρος του ἀκόμη καὶ στὶς πλέον θυελλώδεις στιγμὲς τοῦ Ἀγῶνος του, ἡ λεπτότης τῶν τρόπων του καὶ ὁ σεβασμός, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπιζε πάντα ἄνθρωπον καὶ τὸν πλέον «κατώτερόν» του ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, προσέδιδαν στὴν ἁγνή του ὕπαρξι μίαν οὐράνια διάστασι. Ἀπέπνεε ἀπέραντο σεβασμὸ στὸ περιβάλλον του, στοὺς συνεργάτες καὶ στὰ πνευματικά του τέκνα, ὅμως ποτὲ δὲν τὸ ἐκμεταλλευόταν αὐτό, ὥστε νὰ ἐπιβάλλη κάτι παρὰ τὴν θέλησι ἢ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσί τους. Εἶχε μεγάλη ἀνεξικακία καὶ οὐδέποτε παραφέρθηκε κατὰ τῶν διωκτῶν καὶ συκοφαντῶν του. Ποτὲ ἐπίσης δὲν μέμφθηκε ἢ κατέκρινε κάποιον γιὰ ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα, λάθος ἢ ἐλάττωμα ἀντιλαμβανόταν. ῏Ηταν ὑπεράνω μικροπρεπειῶν καὶ ἀπρεπειῶν καὶ τὸν διέκρινε τὸ λιτὸν καὶ ἀπέριττον σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. ῾Η περιβολή του, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ναοῦ, ἦταν ἡ ἁρμόζουσα σὲ ῾Ιεράρχη μαρτυρικοῦ, ἐμπεριστάτου καὶ διωκομένου Ποιμνίου, χωρὶς ἴχνος ματαιοδοξίας, αὐταρεσκείας καὶ προκλητικῆς ἐπιδεικτικότητος. ῾Ο φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τὸν συνεῖχαν μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς του.

῎Ετσι, ἀρχὰς Σεπτεμβρίου τοῦ 1955, προαισθανόμενος τὸ τέλος του, ἐκάλεσε τὸν Πνευματικό του, τὸν χαρισματικὸ π. ᾿Ιωάννη τῆς ᾿Αμφιάλης, γιὰ νὰ ἐξομολογηθῆ. Καθαρμένος ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, ἐζήτησε νὰ τοῦ στρώσουν σὲ καθαρὰ ὁλόλευκα σεντόνια καὶ παρέδωσε ἀνώδυνα καὶ εἰρηνικὰ τὴν ὁλόλευκη ψυχή του στὸν Κύριο καὶ Θεό, γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ ἐκ τῶν κόπων καὶ πόνων του! ῎Οντως, «τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ᾿Αρχιερεύς»!...

Ἐτάφη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πάρνηθος, κατὰ δὲ τὴν ἐκταφὴ τῶν ἱερῶν του Λειψάνων ἐξεχύθη μία λεπτὴ ἄρρητος εὐωδία σὲ ὅλο τὸ Μοναστήρι, ἐνῶ μαρτυρίες γιὰ ἐπιτέλεσι Θαυμάτων διὰ πρεσβειῶν του ἔγιναν γνωστές... Εἴθε ἡ εὐχή του νὰ μᾶς σκεπάζη, νὰ μᾶς συνοδεύη καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύη στὴν διακράτησι τῆς ἱερᾶς Παρακαταθήκης Αὐτοῦ!


Ἀπολυτίκιo
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε. 

Γενναίῳ φρονήματι, καὶ θεολόγῳ φωνῇ,
κατέβαλες φρύαγμα τῶν Καινοτόμων Σοφέ, 
καὶ ἤθλησας ἄριστα· κλέος Ἀρχιερέων, ὦ Χρυσόστομε ὤφθης,
Πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων, στερεώσας ἐσχάτως,
ἀμέμπτῳ Ὁμολογία, βίῳ θεόφρονι.

Κοντάκιον.
 Ἦχος πλ. δ΄. 
Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν Ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ τὸν Θεοπρόβλητον, Ὁμολογίας Ὀρθοδόξου θεῖον ἔρεισμα, Ζηλωτῶν Σε αἱ χορεῖαι ἀνευφημοῦμεν· τὴν δὲ Μνήμην Σου τιμῶντες ὦ Χρυσόστομε, Σὲ γεραίρομεν ἡμῶν τὸ περιτείχισμα· καὶ κραυγάζομεν· Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε.

Κάθισμα.

Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν. 
Τὰς ζοφερὰς τῶν Δυτικῶν ἐλέγξας πλάνας, καὶ Καλανδάριον τὸ Νέον ἀπελάσας, ἀνεδείχθης προστάτης τῆς Ὀρθοδοξίας· τὰ Μύρα τῶν Σῶν Λειψάνων τὰ ἱερά,
πληροῦσι πάσας καρδίας θείου Φωτός, καὶ τὸν ζόφον διώκουσι,
δογμάτων πλάνης ἐχθροῦ· κραυγάσωμεν οὖν ἅπαντες,
χαῖρε θεῖε Χρυσόστομε. 


Μεγαλυνάριον Ἦχος πλ. δ΄. 

Χαίροις τῶν Πατέρων ὁ μιμητής, θράσος Καινοτόμων, θαρσαλέως καταβαλών· τῆς Πίστεως πύργος, στεῤῥὸς ἐν τοῖς ἐσχάτοις, Χρυσόστομε ἐδείχθης, ὅθεν τιμῶμέν Σε. 

Οἶκος. 

Ἄγγελος καὶ Προστάτης, Ὀρθοδόξων ἐφάνης, ἐσχάτως θεοδώρητος Πάτερ, καὶ τῆς Θεολογίας αὐγαῖς, Καινοτόμων λήρους τοὺς δεινοὺς ἤλασας, καὶ ἅπαντας διήγειρας, τοῦ βοᾶν Σοι εὐφροσύνως ταῦτα· 
Χαῖρε δι᾿ οὗ κατῃσχύνθη ἡ πλάνη, 
Χαῖρε δι᾿ οὗ ἡ Ἀλήθεια λάμπει· 
Χαῖρε Ὀρθοδόξων ἁπάντων παράκλησις, 
Χαῖρε Καινοτόμων ἡ τελεία ἀναίρεσις· 
Χαῖρε τεῖχος ἀῤῥαγέστατον Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, 
Χαῖρε φάρος τηλαυγέστατος Ἀληθείας τοῦ Θεοῦ· 
Χαῖρε ὅτι διώκεις τὰς αἱρέσεις ἁπάσας, 
Χαῖρε ὅτι στηρίζεις Εὐσεβείας τοὺς λάτρας· 
Χαῖρε Πατὴρ καὶ ῥήτωρ θεόληπτε, 
Χαῖρε λαμπτὴρ σοφίας ἀκοίμητε· 
Χαῖρε δι᾿ οὗ ἀπελαύνεται ζόφος,

Χαῖρε δι᾿ οὗ θεῖος ἅπτεται πόθος· 

Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε!