A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ (Ἃγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Όπως στεκόταν στον παράδεισο (Γεν. 3:24), έτσι στέκεται και τώρα απειλητικός απέναντι στον άνθρωπο ο θανάσιμος εχθρός του, το πεσμένο «Χερουβείμ», με το περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος. Αδιάκοπα και αδιάλλακτα πολεμάει το πλάσμα του Θεού, προσπαθώντας να το παρασύρει στην παράβαση των εντολών Του και σε όλεθρο μεγαλύτερο από εκείνον των προπατόρων μας. Δυστυχώς, με κάθε επιτυχία του ο εχθρός ενθαρρύνεται και γίνεται πιο επιθετικός. 


Το περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος που έχει στο χέρι του ο άρχοντας του αέρα, είναι, σύμφωνα με την ερμηνεία του οσίου Μακαρίου του Μεγάλου, (1) η δυνατότητα των δαιμόνων να περιστρέφουν τη διάνοια και την καρδιά του ανθρώπου, σαλεύοντας και φλογίζοντάς τες με ποικίλα πάθη. Ο απόστολος κάνει λόγο για «τα φλογισμένα βέλη του πονηρού» (Εφ. 6:16), ενώ ο προφήτης παρομοιάζει την επενέργεια του διαβόλου στην ψυχή με «τη φωτιά που καίει τ’ αγκάθια» (Ψαλμ. 117:12).
Ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «Από τότε που έκανε τον άνθρωπο να εξοριστεί, εξαιτίας της παρακοής του, από τον παράδεισο και τον Θεό, ο διάβολος με τους δαίμονες έχει τη δυνατότητα να σαλεύει νοητά μέρα και νύχτα το λογιστικό κάθε ανθρώπου, άλλου λίγο, άλλου πολύ και άλλου πιο πολύ. Και το λογιστικό δεν μπορεί να οχυρωθεί διαφορετικά, παρά με την ακατάπαυστη μνήμη του Θεού. Αν, δηλαδή, με τη δύναμη του σταυρού εντυπωθεί στην καρδιά η θεία μνήμη, θα στερεώσει και θα κάνει ακλόνητο το λογιστικό. Σ’ αυτόν τον σκοπό οδηγεί ο νοητός αγώνας, στον οποίο κάθε χριστιανός αποδύθηκε να αγωνιστεί μέσα στο στάδιο της πίστεως του Χριστού· αλλιώς θ’ αγωνιστεί μάταια». (2)
Η εντολή που δόθηκε από τον Θεό, αφορά όχι μόνο τα έργα και τα λόγια, αλλά κυρίως την πηγή και την αιτία τους, τους λογισμούς. Γι’ αυτό ο εχθρός πολεμάει πρώτιστα τον νουΑν, λοιπόν, ο νους, που ηγεμονεύει στις δυνάμεις του ανθρώπου, δεν συγκατατεθεί στην αμαρτία, δεν μπορούν να γεννηθούν ούτε λόγια ούτε έργα αμαρτωλά.
Το όπλο του εχθρού είναι η σκέψη και η φαντασίωση της αμαρτίας. Ο άνθρωπος πρέπει να παλεύει εναντίον των πονηρών εναερίων πνευμάτων μέσα στον χώρο του νου. Εκεί θα νικήσει ή θα νικηθεί. Εκεί θα ελευθερωθεί από τα τελώνια ή θα υποταχθεί σ’ αυτά. Εκεί θα αποφασιστεί η αιώνια κατάστασή του. Ο ίδιος θα διαλέξει ελεύθερα είτε την αιώνια ζωή, που του χαρίστηκε πρώτα από τον Πλάστη κι έπειτα από τον Λυτρωτή του, είτε τον αιώνιο θάνατο, που προαναγγέλθηκε ήδη στον παράδεισο από τον δίκαιο Θεό ως συνέπεια της παραβάσεως της ευεργετικής εντολής Του.
Σ’ αυτή τη μεγάλη και πολύ κρίσιμη πάλη μάς καλεί ο άγιος απόστολος Παύλος, όταν λέει: «Ντυθείτε με την πανοπλία που δίνει ο Θεός, για να μπορέσετε ν’ αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου. Γιατί δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους αλλά με αρχές και εξουσίες, δηλαδή με τους κυρίαρχους του σκοτεινού τούτου κόσμου, τα πονηρά πνεύματα, που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό» (Εφ. 6:11-12).
Ο ίδιος απόστολος αναφέρει και τον χώρο αυτής της φοβερής πάλης και το είδος των όπλων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν: «Τα όπλα με τα οποία πολεμάμε εμείς δεν είναι κοσμικά, αλλά έχουν τη δύναμη από τον Θεό να γκρεμίζουν οχυρά (πνευματικά). Μ’ αυτά, δηλαδή, ανατρέπουμε λογισμούς και καθετί που ορθώνεται με αλαζονεία εναντίον της γνώσεως του Θεού. Μ’ αυτά αιχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη και την κάνουμε να υπακούει στον Χριστό» (Β’ Κορ. 10:4-5).
Όπως βλέπουμε, ο απόστολος μας προτρέπει να αιχμαλωτίζουμε όχι μόνο τους αμαρτωλούς λογισμούς, που φανερά τους αποστρέφεται ο Κύριος, αλλά όλες τις σκέψεις, κάνοντάς τες να υπακούνε σ’ Εκείνον. Γιατί ο πονηρός εχθρός μας, έμπειρος καθώς είναι στον νοερό πόλεμο, δεν υποβάλλει εξαρχής στον άνθρωπο λογισμούς ξεκάθαρα αμαρτωλούς. (3) Αντιπαραθέτει στον πνευματικό λογισμό, δηλαδή στην ευαγγελική διδασκαλία, τον μεταπτωτικό ανθρώπινο λογισμό, τον σαρκικό και ψυχικό, που τον παρουσιάζει ως ορθό και υγιή, ως σοφό και επιβεβλημένο. Μ’ αυτόν προσπαθεί να αναιρέσει τον λογισμό της υπακοής στον Χριστό.
Γι’ αυτό ο απόστολος συνιστά την αποφασιστική και πλήρη αυταπάρνηση, όταν μας καλεί να ντυθούμε με την πανοπλία που δίνει ο Θεός, και όχι απλώς να πάρουμε στα χέρια κάποιο όπλο. Δεν αρκεί, δηλαδή, μόνο η νηστεία, ούτε μόνο η προσευχή, ούτε μόνο η ελεημοσύνη, ούτε μόνο η αγνεία. Η πανοπλία του Θεού αποτελείται απ’ όλες τις ευαγγελικές εντολές. Όποιος παραβεί έστω και μία μόνο απ’ αυτές, θεωρείται παραβάτης όλου του θείου νόμου (Ιακ. 2:10) και «θα κηρυχθεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5:19), θα ριχθεί, δηλαδή, στη γέεννα, σύμφωνα με ερμηνεία του μακαρίου Θεοφυλάκτου. (4) «Γι’ αυτό τηρούσα όλες τις εντολές Σου, μισώντας κάθε άδικη πράξη» (Ψαλμ. 118:128). «Γι’ αυτό φορέστε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε ν’ αντισταθείτε την ώρα της σατανικής επιθέσεως. Λάβετε κάθε απαραίτητο μέτρο για να μείνετε ως το τέλος σταθεροί στις θέσεις σας» (Εφ. 6:13). Μόνο όποιος φοράει την πανοπλία του Θεού μπορεί ν’ αντισταθεί την ώρα της σατανικής επιθέσεως.
Μόνο όποιος τηρεί όλες ανεξαίρετα τις εντολές μπορεί να νικήσει τον εχθρό. Τις ώρες των σατανικών επιθέσεων αναδεικνύονται και αποδεικνύονται οι ανδρείοι στρατιώτες του Χριστού, που, νικώντας, μεταβαίνουν από τον αιώνιο θάνατο στην ανάσταση και την αιώνια ζωή της ψυχής.
Την πανοπλία του Θεού τη φορούν οι άγιοί Του. Ο κανόνας της ζωής των αγίων είναι το Ευαγγέλιο. Ο λόγος τους –ο λόγος και των χειλιών και του νου και της καρδιάς τους– είναι ο λόγος του Θεού, είναι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Μ’ αυτή την πνευματική μάχαιρα (Εφ. 6:17) συντρίβουν τα περιστρεφόμενα πύρινα ξίφη των εχθρών –τους δαιμονικούς λογισμούς και τις δαιμονικές φαντασίες– κι έτσι αυτά δεν μπορούν να διαπεράσουν τις ψυχές τους.
Με συνεχή εγρήγορση και νήψη επιτηρούν τον νου και την καρδιά τους όλοι οι αληθινοί δούλοι του Θεού. Φωτισμένοι από τη θεία χάρη, αντιλαμβάνονται ήδη από μακριά τους νοητούς κλέφτες και φονιάδες, όταν αυτοί τους πλησιάζουν, και βλέπουν μέσα τους σαν σε καθρέφτη τα μαύρα πρόσωπα των νοητών αιθιόπων. Διακόπτοντας από τούτη τη ζωή κάθε κοινωνία με τους δαίμονες, στερούν απ’ αυτούς κάθε δικαίωμα ή εξουσία πάνω στις ψυχές τους. Έτσι, όταν χωρίζονται από τα σώματά τους, περνούν ανεμπόδιστα τις εξουσίες του αέρα, τις νικημένες ήδη από την αρετή τους.
__________________
(1) Oσίου Μακαρίου του Μεγάλου, Ομιλίαι Πνευματικαί, ΛΖ’, 5.
(2) Οσίου Νικηφόρου του Μονάζοντος, Λόγος περί νήψεως και φυλακής καρδίας – Συμεών του Θεολόγου.
(3) Αββά Δωροθέου, Διδασκαλίαι, Ε’, 62.
(4) Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, κεφ. Ε’, στ. 19.

(Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, “Έργα 5. Λόγος για τα πνεύματα – λόγος για τον θάνατο”. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014)
Πηγή: alopsis.gr

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ (Ἃγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)
 
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).
Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).
Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.
Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.
Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση. Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.
Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό. Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.
Μη σκεφθείτε, αγαπητοί αδελφοί, ότι ο ορισμός που δώσαμε στην ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ως την ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση, γενικά, και για τον εαυτό του, ειδικά, είναι αυθαί­ρετος. Ο ίδιος ο Κύριος την όρισε έτσι, λέγοντας: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32). Τι είναι αυτή η ελευθερία, η πνευματική ελευ­θερία, που παρέχεται από την αλήθεια, αν όχι η ευλο­γημένη ειρήνη της καρδιάς, αν όχι η αγία ταπείνωση, αν όχι η ευαγγελική ταπεινοφροσύνη; Η θεία αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός (Βλ. Ιω. 14:6). Εκείνος διακήρυξε: «Μάθετε από μένα», από τη θεία Αλήθεια, «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυ­ση στις ψυχές σας» (Ματθ. 11:29). Η ταπεινοφροσύνη είναι τρόπος σκέψεως του ανθρώπου εμπνευσμένος από τη θεία Αλή­θεια [“Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια”, σημειώνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, (Περί νόμου πνευματικού Κεφάλαιο Σ’, θ’)]. Η έπαρση είναι θλιβερή και ολέθρια αυταπάτη, είναι θανάσιμη πλάνη, με την οποία η τυφλωμένη ανθρώπινη φύση ξεγελά τον εαυτό της και ξεγελιέται από τους δαίμονες.
Λανθασμένες είναι οι κρίσεις και οι εκτιμήσεις του υπερόπτη. Τον εαυτό του τον θεωρεί αυθύπαρκτο ον, όχι πλάσμα του Θεού. Την επίγεια ζωή την αισθάνεται ατέλειωτη. Τον θάνατο δεν τον συλλογίζεται. Στην αιωνιότητα δεν πιστεύει. Η θεία πρόνοια γι’ αυτόν είναι ανύπαρκτη. Ως κυβερνήτη του κόσμου αναγνωρίζει την ανθρώπινη λογική. Όλες οι σκέψεις του σέρνονται στη γη. Τη ζωή του την έχει προσφέρει θυσία στον κόσμο τούτο, στον οποίο επιθυμεί να εγκαθιδρύσει τη διαρκή απόλαυση μέσω της αμαρτίας. Αυτή ακριβώς είναι η άλο­γη και μάταιη επιδίωξη των τυφλωμένων Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.
Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, απεναντίας, στον δρό­μο της επίγειας ζωής τον συνοδεύει η μνήμη του θανά­του, διδάσκοντάς τον να ενεργεί σε κάθε περίσταση με το βλέμμα του στραμμένο στην αιωνιότητα και επιδρώντας ευεργετικά σ’ όλα του τα έργα. Ο ταπεινός εργάζεται για την αρετή, όχι για την ικανοποίηση παθών, και γι’ αυτό ό,τι κάνει είναι ωφέλιμο για τους συνανθρώπους του. Ο ταπεινός βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ασήμαντο κόκκο μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες, μέσα στις γενιές και τα γεγονότα που πέρασαν και που έρχονται. Ο νους και η καρδιά του ταπεινού δέχονται πρόθυμα τη χριστιανική αλήθεια και προοδεύουν σταθε­ρά στις χριστιανικές αρετές. Ο νους και η καρδιά του τα­πεινού βλέπουν και αισθάνονται την πτώση της ανθρωπίνης φύσεως, γι’ αυτό μπορούν ν’ αναγνωρίσουν και να δεχθούν τον Λυτρωτή.
Η ταπεινοφροσύνη δεν αναγνωρίζει αξία στην πε­σμένη ανθρώπινη φύση. Βλέπει τον άνθρωπο ως κορυ­φαίο θείο δημιούργημα, αλλά βλέπει και τηναμαρτία που έχει διαποτίσει και δηλητηριάσει όλη την ύπαρξή του. Η ταπεινοφροσύνη αναγνωρίζει το μεγαλείο του πλάσματος του Θεού, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει και την παραμόρφωσή του από την αμαρτία. Γι’ αυτή τη συμ­φορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τη γη σαν έναν τόπο εξορίας του ανθρώπου και τον βιάζει να επιστρέψει με τη μετάνοια στον ουρανό, που τον έχασε με την έπαρση.
Η έπαρση, απεναντίας, που προκάλεσε την πτώση και την καταστροφή της ανθρωπότητας, δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει πτώση και παραμόρφωση στην ανθρώ­πινη φύση· βλέπει μόνο αξία, ωραιότητα, τελειότητα. Ακόμα και τα νοσήματα της ψυχής, τα πάθη, τα θεωρεί προσόντα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρωπίνης φύσεως κάνει τον Λυτρωτή τελείως περιττό.
Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα, ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού.
Λάμπουν ζωηρά μέσα στον καθαρό ουρανό της νύ­χτας τ’ αναρίθμητα αστέρια, παραβγαίνοντας ποιο θα στείλει στη γη περισσότερο φως. Μόλις, όμως, ξεπρο­βάλει ο ήλιος, όλα τ’ αστέρια γίνονται άφαντα σαν ανύπαρκτα, αν και στην πραγματικότητα παραμένουν στις θέσεις τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες αρετές: Όταν συγκρίνονται μεταξύ τους, έχουν κάποιο φως. Εξαφανίζονται, όμως, μπροστά στην απόλυτη αρετή, μπροστά στο φως της Θεότητας.
Ο απόστολος, μιλώντας για τις αρετές του δίκαιου Αβραάμ, λέει ότι ο πατριάρχης «μπορούσε να καυχηθεί, όχι όμως απέναντι στον Θεό… Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο» (Ρωμ. 4, 2-3). Έτσι έπρεπε να κάνουν οι Φαρισαίοι, που καμάρωναν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, αλλά είχαν αποξενωθεί πνευματικά απ’ αυτόν. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ, θέλησαν να διατηρήσουν τις νομιζόμενες αρετές του «παλαιού ανθρώπου», κι έτσι έγι­ναν ανίκανοι ν’ αποκτήσουν αυτογνωσία και θεογνωσία. Άκουσαν, λοιπόν, τη φοβερή ετυμηγορία του Κυρίου: «Αν ήσασταν τυφλοί», αν, δηλαδή, αναγνωρίζατε την πνευματική σας τυφλότητα, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως», όντας τυφλοί, «λέτε με βεβαιότητα ότι βλέ­πετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει»· παραμένει, γιατί την αποδεχθήκατε και τη χαράξατε μέσα σας με την αμφιβολία σας.
Μαθητής των Φαρισαίων ήταν στα νεανικά του χρό­νια ο άγιος απόστολος Παύλος. Όπως ο ίδιος διηγείται, για να μας διδάξει, ήταν «Εβραίος γέννημα θρέμμα» και «ως προς την ερμηνεία του νόμου Φαρισαίος». «Ήμουν άμεμπτος», λέει, «σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου. Αυτά, όμως, που άλλοτε ήταν για μένα πλεονεκτήματα, τώρα με την πίστη στον Χριστό τα βλέπω σαν μειονε­κτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μει­ονεκτήματα σε σχέση με το ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα, γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου»  (Φιλιπ.3, 5-8).
Αγαπητοί αδελφοί! Ας μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο και τους άλλους αγίους του Θεού. Ας πλησιά­σουμε τον Κύριο, έχοντας απορρίψει τελείως την κατα­στρεπτική έπαρση και έχοντας εγκολπωθεί την ταπείνω­ση. Μέσω της ταπεινώσεως ας προσκολληθούμε στον Πλάστη μας. Με την ταπείνωση ας ελκύσουμε την προ­σοχή και την ευσπλαχνία του Θεού μας, που είπε: «Σε ποιον θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον ταπεινό, στον ήσυχο, σ’ εκείνον που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2).  Βλέ­ποντας και αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες μας, ας συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας στους αμαρτωλούς, τους αγαπημένους του Θεού. Απορρίπτοντας την έπαρση, ας δια­χωρίσουμε τον εαυτό μας από τους ψευτοδικαίους, για να μη μας αποστραφεί ο Θεός, που είπε: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτω­λούς» (Ματθ. 9:13). Με την ταπείνωση η καρδιά μας ας γίνει πνευ­ματικό θυσιαστήριο του Θεού και ο θύτης, ο νους μας, ας προσφέρει σ’ Εκείνον θυσίες πνευματικές, ας προ­σφέρει τη θυσία της κατανύξεως, τη θυσία της μετάνοι­ας, τη θυσία της Εξομολογήσεως, τη θυσία της προ­σευχής, τη θυσία της ευσπλαχνίας, εμπλουτίζοντας κα­θεμιάν απ’ αυτές τις θυσίες με την ταπεινοφροσύνη· για­τί «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια καρδιά γεμάτη συν­τριβή και ταπείνωση» (Ψαλμ. 50:19). Αμήν.

(“Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)
Πηγή: alopsis.gr

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ (Ἃγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος ιγνατιος μπριαντσιανινωφ


Ο σατανάς δεν ικανοποιήθηκε με το ότι υπέταξε τον άνθρωπο και μαζί του όλη τη γη, με το ότι τον κρατούσε αιχμάλωτο, χρησιμοποιώντας σαν αλυσίδες τα διάφορα πάθη που ξεσήκωνε μέσα του, με το ότι τον έκανε δούλο της αμαρτίας και, μέσω αυτής, δούλο δικό του. Ο λογισμός που κυρίεψε τον πονηρό άγγελο όσο βρισκόταν στον ουρανό, δεν τον άφησε ούτε και τότε που ρίχτηκε, μετά την αποστασία του, κάτω από τον ουρανό, στα πρόθυρα, θα λέγαμε, του άδη. Ποιος λογισμός; Να γίνει ίσος με τον Θεό! Τον λογισμό του, λοιπόν, αυτόν τον έκανε πράξη, εισάγοντας στη γη την ειδωλολατρία. 
Το ανθρώπινο γένος όλο και αυξανόταν, ενώ συνάμα όλο και περισσότερο ικανοποιούσε όχι μόνο τις ανάγκες του, αλλά και τις ιδιοτροπίες του και τις αμαρτωλές επιθυμίες του. Με τέτοια ζωή, όμως, η αυτογνωσία και η θεογνωσία είναι ασυμβίβαστες! Έτσι, βυθισμένοι στις επίγειες μέριμνες και απολαύσεις, οι άνθρωποι έγιναν αποκλειστικά σαρκικοί και έχασαν την ίδια την έννοια του ενός και αληθινού Θεού. Αλλά το αίσθημα της τιμής προς τον Θεό, αίσθημα εγγενές στον άνθρωπο από την πλάση του και επομένως φυσικό, είναι αναφαίρετο από την καρδιά του. Η πτώση δεν το κατέστρεψε, μόνο το αλλοίωσε, του στέρησε την αυθεντικότητά του. Οδηγημένοι ασυνείδητα απ’ αυτό το αίσθημα, οι άνθρωποι, μέσα στον μεταπτωτικό σκοτισμό τους, προσκύνησαν σαν θεούς τον εφευρέτη της αμαρτίας, τον πεσμένο άγγελο, και το τάγμα των δαιμόνων του. Θεοποίησαν την αμαρτία, που τους θανάτωσε ψυχικά, σ’ όλες τις μορφές της. Θεοποίησαν και τους εκπροσώπους της αμαρτίας, τα πονηρά πνεύματα. Θεώρησαν θεϊκές απολαύσεις τους τρόπους ικανοποιήσεως όλων των παθών. Τίμησαν και την πορνεία και τη μέθη και την κλοπή και τον φόνο. Κάθε πάθος εκπροσωπούνταν από το δικό του είδωλο.
Τα είδωλα ήταν σύμβολα των δαιμόνων εντελώς ξένα προς τη ζωή, εντελώς νεκρά ως προς τα πνευματικά αισθήματα. Μπροστά τους τελούνταν ατομικές, οικογενειακές και μαζικές λατρευτικές πράξεις, με την προσφορά ζωοθυσιών ή και ανθρωποθυσιών. Αλλά η λατρεία των ειδώλων ήταν στην ουσία λατρεία των δαιμόνων, όπως μας βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος. Οι ειδωλολατρικοί ναοί και τα ίδια τα είδωλα ήταν τα πιο αγαπητά κατοικητήρια των πονηρών πνευμάτων. Απ’ αυτά έδιναν με ανθρώπινη φωνή χρησμούς, εξαπατώντας τη δύστυχη ανθρωπότητα. Ναός και κατοικητήριο του σατανά έγινε και ο ίδιος ο άνθρωπος, αφού έπαψε να είναι ναός του αληθινού Θεού.
Η ειδωλολατρία απλώθηκε σ’ όλη τη γη και έγινε δεκτή απ’ όλους σχεδόν τους ανθρώπους. Μόνο λίγοι εκλεκτοί άνθρωποι διαφύλαξαν την αληθινή θεογνωσία, λατρεύοντας τον μοναδικό Θεό. Αργότερα ο Θεός διάλεξε για τη διακονία Του τον ισραηλιτικό λαό, στον οποίο έδωσε γραπτό νόμο. Η ειδωλολατρία, ωστόσο, τόσο ισχυρή έλξη ασκούσε στην πεσμένη ανθρωπότητα, που ακόμα και ο εκλεκτός λαός του αληθινού Θεού συχνά, εγκαταλείποντας Εκείνον, λάτρευε θεούς ψεύτικους.
Ο άνθρωπος, αφότου με την πτώση του στερήθηκε το θείο Φως, το Άγιο Πνεύμα, έπρεπε να αρκείται στο δικό του φτωχό φως, το φως της λογικής. Αυτό το έμφυτο φως, όμως, πολύ λίγους ανθρώπους οδήγησε στη γνώση του αληθινού Θεού. Οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν τη λογική τους δύναμη για την απόκτηση κάθε λογής επίγειων ανέσεων και για την ανάπτυξη διαφόρων επιστημών και τεχνών, οι οποίες ακριβώς συμβάλλουν στην αύξηση και την αναβάθμιση αυτών των ανέσεων, αλλά συνάμα ευνοούν και την αμαρτωλή ζωή, επισφραγίζοντας, εδραιώνοντας και ωραιοποιώντας την πτώση με ποικιλόμορφα και εντυπωσιακά επιτεύγματα.
Πανηγυρίζει ο άνθρωπος για την ευημερία που του εξασφαλίζουν οι επιστήμες του. Αυτές, όμως, ως καρπός της πτώσεως, τον οδήγησαν στην αυτάρκεια και την αυτονόμηση από τον Πλάστη του, τον έκαναν να πιστέψει ότι δεν έχει ανάγκη τον Θεό και τη χάρη Του. Απορρίπτοντας και βλασφημώντας το Άγιο Πνεύμα, οι ανθρώπινες επιστήμες έγιναν το πιο ισχυρό όπλο του διαβόλου και το πιο αποτελεσματικό μέσο της αμαρτίας για την παγίωση της πτώσεως. Το φως των ανθρώπων ενώθηκε με το φως των δαιμόνων και δημιούργησε την ανθρώπινη σοφία, που είναι εχθρική προς τον Θεό και διαφθείρει τον άνθρωπο με τη διαβολική υπερηφάνεια. Χτυπημένος από την αρρώστια της πολυμάθειας, ο σοφός του κόσμου τούτου τα έχει υποτάξει όλα στο λογικό του και έχει ειδωλοποιήσει τον ίδιο του τον εαυτό, στον οποίο πραγματοποίησε τα λόγια του σατανά: «Θα γίνετε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό».
Η αυτοαποκαλούμενη σοφία είναι αυταπάτη, είναι δαιμονική πλάνη, είναι γνώση ψευδώνυμη και δημιουργεί σφαλερή σχέση του δήθεν σοφού με τον εαυτό του και με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η κοσμική σοφία είναι βδέλυγμα και αλογία μπροστά στον Θεό, είναι κάτι περισσότερο· δαιμονισμός. Την τυφλότητά της τη διαλαλεί σαν τέλεια όραση, γι’ αυτό και παραμένει αθεράπευτη, διατηρώντας την πτώση ως αναπαλλοτρίωτη κληρονομιά των δύστυχων Φαρισαίων όλων των αιώνων. «Το σαρκικό φρόνημα είναι έχθρα προς τον Θεό, αφού δεν υποτάσσεται στον θεϊκό νόμο, αλλά ούτε και μπορεί να υποταχθεί. Το σαρκικό φρόνημα είναι (πνευματικός) θάνατος».
Το Άγιο Πνεύμα παραγγέλλει σ’ όποιον θέλει να πλησιάσει τον Θεό και να γίνει μέτοχος της πνευματικής σοφίας, να απορρίψει την εγκόσμια σοφία. Ο απόστολος Παύλος σημειώνει ότι λίγοι σοφοί, με τα ανθρώπινα κριτήρια, δέχτηκαν τη χριστιανική πίστη, καθώς στους ξιπασμένους εκείνους, που λογαριάζονται για σοφοί, φαίνεται μωρία η πνευματική σοφία, η πλούσια και τέλεια πνευματική σοφία της χριστιανικής πίστεως και οι φιλόσοφοι και οι καλλιτέχνες ήταν οι πιο θερμοί θιασώτες της ειδωλολατρίας και οι πιο μεγάλοι εχθροί της αληθινής θεογνωσίας. Όταν ο Χριστιανισμός κυριάρχησε στην οικουμένη, η σοφία γέννησε αναρίθμητες αιρέσεις και μ’ αυτές επιχείρησε να καταρρίψει την αγία πίστη. Η πιο φρικτή κακουργία της ιστορίας, η θανάτωση του Θεανθρώπου, εκτελέστηκε από τους σοφούς στο όνομα της σοφίας τους και του νόμου τους.
Στην εποχή μας η σοφία οδηγεί πάλι τους ειδωλολάτρες, που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό και τον απαρνήθηκαν, στην ειδωλολατρία και στην υπηρεσία του σατανά. Μόνο που έχει αλλάξει τώρα τη μορφή της ειδωλολατρίας, για να πλανήσει πιο εύκολα την ανθρωπότητα. Σπάνια, πολύ σπάνια γραμματέας αποδέχεται τη βασιλεία των ουρανών και αν την αποδεχθεί, παρουσιάζει στην κοινωνία των ομοίων του την καινούργια διδασκαλία του Πνεύματος ντυμένη με τα κουρέλια της ανθρώπινης σοφίας, για να την κάνει πιο ελκυστική σ’ εκείνους που αγαπούν το παλιό πιο πολύ από το καινούργιο.

(ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Β’. Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού)
Πηγή: alopsis.gr

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΨΕΥΤΙΚΗ (Ἃγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Κανείς ας μη σας κατακρίνει, δείχνοντας δήθεν ταπεινοφροσύνη”, λέει ο άγιος απόστολος Παύλος. Αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι η οικείωση του φρονήματος του Χριστού, “ο οποίος, αν και ήταν Θεός, …τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου, έγινε άνθρωπος, και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού”. Η αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι η διάκριση, που αποτελεί δώρο Θεού, ενέργεια της θείας χάριτος στον νου και την καρδιά του ανθρώπου.
Υπάρχει και αυτόβουλη ταπεινοφροσύνη. Αυτή είναι εφεύρημα ψυχής φιλόδοξης, ψυχής πλανεμένης και αυταπατημένης, ψυχής που κολακεύει τον εαυτό της και ζητάει την κολακεία του κόσμου, ψυχής που ολοκληρωτκά προσηλώθηκε στις επίγειες επιτυχίες και απολαύσεις, ψυχής που λησμόνησε την αιωνιότητα και τον Θεό.
Η αυτόβουλη, η επινοημένη, η πλαστή ταπεινοφροσύνη είναι ένα σύνολο αναρίθμητων και ποικίλων τεχνασμάτων, με τα οποία η ανθρώπινη υπερηφάνεια προσπαθεί να υποκλέψει τη δόξα της ταπεινοφροσύνης από τον τυφλωμένο κόσμο, τον κόσμο που αγαπά τα δικά του, τον κόσμο που εγκωμιάζει το ελάττωμα, όταν αυτό καλύπτεται πίσω από το προσωπείο της αρετής, τον κόσμο που μισεί την αρετή, όταν αυτή παρουσιάζεται μπροστά του με τη θεία απλότητά της, με την αγία και σταθερή υποταγή στο Ευαγγέλιο.
Τίποτα δεν είναι τόσο ενάντιο στην ταπείνωση του Χριστού όσο η αυθαίρετη ταπεινοφροσύνη, που απορρίπτει τον ζυγό της υπακοής στον Κύριο και υπηρετεί τον σατανά, φορώντας τον μανδύα της υπηρεσίας του Θεού.
Αν κοιτάζουμε ακατάπαυστα την αμαρτωλότητά μας, αν προσπαθούμε να παρατηρούμε κάθε της όψη, δεν θα βρούμε μέσα μας καμιάν αρετή, ούτε την ταπεινοφροσύνη.
Η αληθινή ταπείνωση κρύβει την αληθινή αρετή, όπως μια σεμνή κόρη κρύβει την ομορφιά της μ’ ένα κάλυμμα, όπως τα “άγια των αγίων” κρύβονταν από τα μάτια των ανθρώπων με το καταπέτασμα.
Η αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι ο χαρακτήρας του Ευαγγελίου, το ήθος του Ευαγγελίου, η λογική του Ευαγγελίου.
Η αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι θεϊκό μυστήριο, μυστήριο ασύλληπτο από τον ανθρώπινο νου. Όντας ύψιστη σοφία, φαίνεται παράλογη στη σαρκική διάνοια.
Το θεϊκό μυστήριο της ταπεινώσεως το αποκαλύπτει ο Κύριος Ιησούς στους πιστούς μαθητές Του, σ’ εκείνους που κάθονται κοντά στα πόδια Του και ακούνε με προσοχή τα σωτήρια λόγια Του. Μα κι όταν αυτό αποκαλυφθεί, παραμένει κρυφό. Η ταπείνωση είναι ανεξήγητη με τα λόγια και τη γλώσσα της γης. Η ταπείνωση είναι απρόσιτη στον σαρκικό λογισμό. Προσιτή γίνεται μόνο στον πνευματικό λογισμό. Ωστόσο, κι όταν γίνεται προσιτή, ουσιαστικά παραμένει απρόσιτη.
Η ταπείνωση είναι ζωή ουράνια πάνω στη γη.
Η θαυμαστή και ευλογημένη θέα των μεγαλείων του Θεού και των αναρίθμητων ευεργεσιών Του προς τον άνθρωπο, η μακάρια γνώση του Λυτρωτή και η διακονία Του με αυτοθυσία, η αναγνώριση της καταστροφικής πτώσεως του ανθρωπίνου γένους – να τα αόρατα γνωρίσματα της ταπεινώσεως, να οι προθάλαμοι του πνευματικού αυτού ανακτόρου που έχτισε ο Θεάνθρωπος.
Η ταπείνωση δεν αισθάνεται ταπεινή. Απεναντίας, βλέποντας μέσα της υπερβολικό εγωισμό, ψάχνει επίμονα να βρει όλα τα κλαδιά του. Και όσο ψάχνει, τόσο διαπιστώνει ότι πρέπει ν’ αγωνιστεί για πολύ ακόμα.
Ο σημειοφόρος και πνευματοφόρος όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, που επονομάστηκε από την Εκκλησία Μέγας για τις μεγάλες αρετές του, ιδαίτερα για τη βαθιά του ταπείνωση, λέει σε μιαν από τις υψηλές, τις άγιες, τις πνευματικές πραγματικά ομιλίες του ότι ακόμα κι ένας καθαρός, ακόμα κι ένας τέλειος, θα λέγαμε, άνθρωπος έχει μέσα του την τάση προς την έπαρση. Αυτός ο δούλος του Θεού όχι μόνο έφτασε ο ίδιος στην πιο υψηλή βαθμίδα της χριστιανικής τελειότητας, αλλά και γνώρισε στα χρόνια του, χρόνια πλήθους αγίων, τον πιο μεγάλο όσιο, τον Μέγα Αντώνιο. Βεβαίωσε, ωστόσο, ότι δεν γνώρισε κανέναν άνθρωπο που θα μπορούσε να ονομαστεί τέλειος μ’ όλη τη σημασία της λέξεως.
Η ψεύτικη ταπείνωση αισθάνεται ταπεινή. Και είναι αστείο, συνάμα και θλιβερό, να ευχαριστιέται μ’ αυτή την απατηλή και ψυχοφθόρα αίσθηση.
Ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός. Οι απόστολοι του σατανά μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού. Η διδασκαλία του σατανά παρουσιάζεται σαν διδασκαλία του Χριστού. Οι απατηλές και πλανερές καταστάσεις που προκαλούνται από τον σατανά, παρουσιάζονται σαν πνευματικές και ευλογημένες καταστάσεις που προέρχονται από τον Χριστό. Η υπερηφάνεια και η κενοδοξία που εμπνέονται από τον σατανά, δημιουργούν στον άνθρωπο την αυταπάτη ότι αποτελούν την ταπείνωση του Χριστού.
Αχ! Που κρύβονται από τους δύστυχους ονειροπόλους, που είναι αλήθεια ικανοποιημένοι με την κατάσταση της αυταπάτης τους και δεν σκέφτονται παρά την απόλαυση και την ευδαιμονία, που κρύβονται απ’ αυτούς τα λόγια του Σωτήρα, “Μακάριοι εσείς που τώρα κλαίτε…, μακάριοι εσείς που τώρα πεινάτε…, αλίμονο σ’ εσάς που τώρα είστε χορτάτοι…, αλίμονο σ’ εσάς που τώρα γελάτε”.
Κοίταξε με προσοχή, κοίταξε δίχως εμπάθεια την ψυχή σου, αγαπητέ μου αδελφέ! Δεν είναι προτιμότερη γι’ αυτήν η μετάνοια από την ηδονή; Δεν είναι προτιμότερο γι’ αυτήν το κλάμα πάνω στη γη, την κοιλάδα των θλίψεων την προορισμένη ακριβώς για τον θρήνο, από τις άκαιρες, τις απατηλές, τις άπρεπες, τις ολέθριες απολαύσεις;
Η μετάνοια και το πένθος για τις αμαρτίες σου αποτελούν προϋποθέσεις της αιώνιας μακαριότητάς σου – είναι γνωστό, είναι αναμφισβήτητο, είναι βεβαιωμένο από τον Κύριο. Βυθίσου σ’ αυτές τις άγιες καταστάσεις σταθερά και μόνιμα. Μη ζητάς τις απολαύσεις, μην ευφραίνεσαι μ’ αυτές, μην ικανοποιείσαι μ’ αυτές, μην εξαλείφεις μ’ αυτές την ευλογημένη πείνα και δίψα της δικαιοσύνης του Θεού, την ευλογημένη και σωτήρια λύπη της ψυχής σου για τη αμαρτωλότητά της.
Η πείνα και η δίψα της δικαιοσύνης του Θεού είναι οι μάρτυρες της συναισθήσεως της πνευματικής φτώχειας. Το πένθος είναι η έκφραση της ταπεινώσεως, είναι η φωνή της. Η απουσία του πένθους, η απουσία πνευματικής ζωής, ο χορτασμός και η απόλαυση φανερώνουν την υπερηφάνεια της καρδιάς.
Να φοβάσαι μην τυχόν, για την κούφια και απατηλή απόλαυση, κληρονομήσεις την αιώνια συμφορά, όπως προειδοποίησε ο Θεός, όσους χορταίνουν τώρα εκούσια, ενάντια στο θέλημά Του.
Η κενοδοξία και τα παιδιά της, δηλαδή οι ψεύτικες πνευματικές απολαύσεις, που ενεργούν μέσα στην ψυχή δίχως να διαποτίζονται με την μετάνοια, δημιουργούν ένα φάντασμα ταπεινώσεως. Αυτό το φάντασμα αντικαθιστά στην ψυχή την αληθινή ταπείνωση. Το φάντασμα της αλήθειας, το οποίο στο όνομά της εγκαταστάθηκε στο ναό της ψυχής, φράζει στην ίδια την αλήθεια όλες τις εισόδους του πνευματικού αυτού ναού.
Αλίμονό σου, ψυχή μου, θεόπλαστε ναέ της αλήθειας! Με το να δέχεσαι μέσα σου το φάντασμα της αλήθειας, με το να προσκυνάς το ψέμα αντί για την αλήθεια, γίνεσαι ειδωλολάτρισσα!
Στο ειδωλείο στάθηκε το είδωλο: η ψευδοταπείνωση. Η ψευδοταπείνωση είναι η πιο φρικτή μορφή υπερηφάνειαςΑν με τόση δυσκολία διώχνει ο άνθρωπος από μέσα του την υπερηφάνεια, όταν την αναγνωρίζει ως υπερηφάνεια, πως θα την διώξει όταν του φαίνεται σαν ταπείνωση;
Σ’ αυτό το ειδωλείο βρίσκεται το θλιβερό βδέλυγμα της ερημώσεως! Εκεί ψάλλονται ύμνοι που ευφραίνουν τον άδη. Εκεί οι λογισμοί και τα αισθήματα γεύονται τα απαγορευμένα ειδωλόθυτα και πίνουν κρασί ανακατεμένο με θανατηφόρο δηλητήριο. Εκεί κατοικούν είδωλα, ακάθαρτα δαιμόνια, γι’ αυτό όχι μόνο η θεία χάρη και τα πνευματικά χαρίσματα δεν πλησιάζουν, μα και καμιά αληθινή αρετή ή ευαγγελική εντολή.
Η ψεύτικη ταπείνωση τυφλώνει τόσο τον άνθρωπο, που τον κάνει όχι μόνο να πιστεύει και να υπαινίσσεται, όταν μιλά στους άλλους, πως είναι ταπεινός, αλλά και ανοιχτά να το λέει και δυνατά να το κυρήσσει. Σκληρά μας εμπαίζει το ψέμα, όταν εμείς, απατημένοι απ’ αυτό, το παίρνουμε για αλήθεια.
Η μακάρια ταπείνωση είναι αόρατη, όπως αόρατος είναι και ο χορηγός της Θεός. Είναι σκεπασμένη με τη σιωπή, την απλότητα, την ειλικρίνεια, τη φυσικότητα, την ελευθερία.
Η ψεύτικη ταπείνωση συνοδεύεται πάντοτε από την προσποίηση και την εξωστρέφεια, με την οποία αυτοδιαφημίζεται. Η ψεύτικη ταπείνωση αγαπά τους θεατρινισμούς, μ’ αυτούς απατά και αυταπατάται.
Η ταπείνωση του Χριστού είναι ντυμένη με χιτώνα άρραφο, με το πιο απλό ένδυμα. Μ’ αυτό το ένδυμα δεν αναγνωρίζεται και δεν γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους.
Η ταπείνωση είναι άγιος καρδιακός θησαυρός, είναι ανώνυμη καρδιακή ιδιότητα, είναι θεία συνήθεια, που γεννιέται ανεπαίσθητα στην ψυχή από την τήρηση των ευαγγελικών εντολών.
Η αρετή της ταπεινοφροσύνης ενεργεί όπως το πάθος της φιλαργυρίας. Όσο συγκεντρώνει φθαρτούς θησαυρούς ο φιλάργυρος, τόσο κυριεύεται από την απληστία, όσο πιο πλούσιος γίνεται, τόσο πιο φτωχός αισθάνεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ταπεινό άνθρωπο: Όσο περισσότερο πλουτίζει σε αρετές και θεία χαρίσματα, τόσο πιο φτωχός πνευματικά, τόσο πιο τιποτένιος αισθάνεται. Είναι φυσικό. Ο άνθρωπος που δεν έχει γευθεί το ύψιστο ουράνιο καλό, θεωρεί πολύτιμα τα δικά του καλά, τα μολυσμένα από την αμαρτία. Ο άνθρωπος που έχει γευθεί το αγιοπνευματικό, το θείο καλό, βλέπει πως δεν έχουν καμίαν αξία τα δικά του καλά, που είναι συνενωμένα με το κακό.
Πολύτιμο είναι για τον ζητιάνο το σακί με τα χάλκινα νομίσματα, που μάζεψε με πολύ κόπο έπειτα από πολλά χρόνια. Όταν, όμως, ένας πλούσιος του προσφέρει θησαυρό αμύθητο από χρυσά νομίσματα, το σακί με τα χάλκινα νομίσματα το πετά περιφρονητικά σαν περιττό βάρος.
Ο δίκαιος και πολύπαθος Ιώβ, μετά την παροιμιώδη υπομονή που έδειξε στις φοβερές του δοκιμασίες, αξιώθηκε να δει τον Θεό. “Πρωτύτερα Σε γνώριζα μονάχα απ’ όσα είχα ακουστά για Σένα, μα τώρα Σε είδα με τα μάτια μου”, Του είπε σε μιαν ωραία προσευχή του. Και ποιος ήταν ο καρπός της θεοπτίας στην ψυχή του δικαίου; Η ταπείνωση: “Γι’ αυτό περιφρόνησα τον εαυτό μου, έλιωσα (από καρδιακή συντριβή), αισθάνομαι σαν χώμα και στάχτη”.
Θέλεις ν’ αποκτήσεις ταπείνωση; Τήρησε τις ευαγγελικές εντολές. Έτσι θα εγκατασταθεί στην καρδιά σου και θα ενωθεί μαζί της η αγία ταπείνωση, η ταπείνωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αρχή της ταπεινώσεως είναι η συναίσθηση της πνευματικής φτώχειας.Μέσα της είναι η ειρήνη του Χριστού. Τέλος και τελείωσή της είναι η αγάπη προς τον Χριστό.
Η ταπείνωση ποτέ δεν οργίζεται, ποτέ δεν ζητάει την επιδοκιμασία των ανθρώπων, ποτέ δεν παραδίνεται στην θλίψη, ποτέ και τίποτα δεν φοβάται.
Μπορεί, αλήθεια, να παραδοθεί στη θλίψη εκείνος που προκαταβολικά θεώρησε τον εαυτό του άξιο για κάθε θλίψη; Μπορεί, αλήθεια, να φοβηθεί τις συμφορές εκείνος που προκαταβολικά αυτοκαταδικάστηκε σε συμφορές, εκείνος που βλέπει τις συμφορές σαν μέσο σωτηρίας;
Οι δούλοι του Θεού αγαπούν τα λόγια του συνετού ληστή, που ήταν σταυρωμένος κοντά στον Κύριο, και τα επαναλαμβάνουν στις θλίψεις τους: “Τιμωρούμαστε δίκαια γι’ αυτά που κάναμε… Θυμήσου μας, Κύριε, στη βασιλεία Σου”. Κάθε θλίψη την αντιμετωπίζουν με τη συναίσθηση πως είναι άξιοι γι’ αυτήν.
Η ουράνια ειρήνη έρχεται στις καρδιές τους χάρη στα ταπεινά τους λόγια και αισθήματα. Αυτή η ειρήνη προσφέρει το ποτήρι της παρηγοριάς και στον άρρωστο και στον φυλακισμένο και στον κατατρεγμένο από τους ανθρώπους και στον πληγωμένο από τους δαίμονες.
Το ποτήρι της παρηγοριάς προσφέρεται με τα χέρια της ταπεινώσεως και σ’ εκείνον που είναι καρφωμένος σε σταυρό. Ο κόσμος μπορεί να του προσφέρει μόνο “ξύδι ανακατεμένο με χολή”.
Ο ταπεινός είναι ανίκανος να αισθανθεί κακία και μίσος. Εχθρούς δεν έχει. Αν αδικηθεί από κάποιον άνθρωπο, αυτόν τον βλέπει σαν όργανο της δικαιοκρισίας ή της πρόνοιας του Θεού.
Ο ταπεινός παραδίνει ολοκληρωτκά τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού. Ο ταπεινός ζει όχι αυτονομημένος αλλά μαζί με τον Θεό και εξαρτημένος από τον Θεό.
Ο ταπεινός δεν γνωρίζει την έπαρση, γι’ αυτό πάντοτε ζητάει τη βοήθεια του Θεού και αδιάλλειπτα προσεύχεται.
Το καρπερό κλαδί γέρνει προς την γη, λυγίζοντας κάτω από το βάρος των πολλών καρπών του. Το άκαρπο κλαδί υψώνεται προς τα πάνω, αυξάνοντας τα άκαρπα βλαστάρια του.
Ψυχή πλούσια σε ευαγγελικές αρετές, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην ταπείνωση. Στα βάθη αυτής της νοητής θάλασσας βρίσκει πολύτιμα μαργαριτάρια, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Η υπερηφάνεια είναι πιστό γνώρισμα ανθρώπου κούφιου, γνώρισμα δούλου των παθών, γνώρισμα ψυχής στη οποία η διδασκαλία του Χριστού δεν βρήκε πρόσβαση.
Μην κρίνεις τους ανθρώπους από την εξωτερική τους εμφάνιση. Μη βγάζεις επιπόλαια συμπεράσματα για την υπερηφάνεια ή την ταπείνωσή τους. “Μην κρίνετε επιφανειακά”, μας συμβουλεύει ο Κύριος, “να κρίνετε με τα σωστά κριτήρια”. “Από τους καρπούς τους θα καταλάβετε“, δηλαδή από τη διαγωγή τους, από τις πράξεις τους και από τις συνέπειες των πράξεών τους.
Ξέρω την υπερηφάνεια σου και την κακία της καρδιάς σου”, έλεγε στον Δαβίδ ο πλησίον του. Αλλά ο Θεός έδωσε διαφορετική μαρτυρία για τον προφήτη: “Βρήκα τον δούλο μου τον Δαβίδ και με το άγιό μου λάδι τον έχρισα βασιλιά”. “Ο Θεός δεν βλέπει, όπως βλέπουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά“.
Οι επιπόλαιοι κριτές συχνά θεωρούν ταπεινό έναν υποκριτή και τιποτένιο, που επιδιώκει να αρέσει στους ανθρώπους. Αυτός, όμως, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια άβυσσος κενοδοξίας. Απεναντίας, υπερήφανο θεωρούν εκείνον που δεν αποζητάει επαίνους ή αναγνώριση από τους ανθρώπους και γι’ αυτό δεν σέρνεται δουλικά μπροστά τους. Αυτός είναι αληθινός υπηρέτης του Θεού. Έχοντας γνωρίσει τη θεϊκή δόξα, που αποκαλύπτεται μόνο στους ταπεινούς, οσφράνθηκε τη δυσοσμία της ανθρώπινης δόξας κι έφυγε μακριά της.
Τι είναι πίστη;”, ρώτησαν έναν μεγάλο δούλο του Θεού. Κι εκείνος αποκρίθηκε: “Πίστη είναι το να ζει κανείς με ταπεινοφροσύνη και να έχει ευσπλαχνία”.
H ταπείνωση στηρίζει τις ελπίδες της στον Θεό. Δεν τις στηρίζει στον εαυτό της. Δεν τις στηρίζει στους ανθρώπους. Γι’ αυτό η συμπεριφορά της είναι απλή, ειλικρινής, σταθερή, μεγαλειώδης. Τέτοιας λογής συμπεριφορά οι άνθρωποι αυτού του κόσμου, όντας πνευματικά τυφλοί, την ονομάζουν υπερηφάνεια.
Η ταπείνωση δεν εκτιμά καθόλου τα επίγεια αγαθά. Μπροστά στα μάτια της μεγάλος είναι ο Θεός, μεγάλο είναι το Ευαγγέλιό Του. Εκεί είναι προσηλωμένη σταθερά. Την προσοχή της και τη ματιά της δεν την ελκύουν η φθορά και η ματαιότητα. Αυτή την αγία αδιαφορία της προς την φθορά και τη ματαιότητα οι εργάτες της φθοράς και της ματαιότητας την ονομάζουν υπερηφάνεια.
Υπάρχει προσκύνηση αγία, που γίνεται από ταπείνωση, από σεβασμό προς τον πλησίον, από σεβασμό προς την εικόνα του Θεού, από σεβασμό προς τον αδελφό του Χριστού. Και υπάρχει προσκύνηση ψυχοκτόνα, προσκύνηση υστερόβουλη, προσκύνηση ανθραπάρεσκη και συνάμα μισάνθρωπη, προσκύνηση θεομίσητη. Είναι η προσκύνηση που ζήτησε ο σατανάς από τον Θεάνθρωπο με αντάλλαγμα όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη λαμπρότητά τους.
Πόσοι δεν είναι και σήμερα εκείνοι που προσκυνούν, για ν’ αποκτήσουν επίγεια αγαθά και αξιώματα! Επαινούνται, μάλιστα, για την ταπείνωσή τους από τους ανθρώπους που δέχονται την προσκύνησή τους!
Προσεκτικά παρατήρησε όσους σε προσκυνούν. Το κάνουν, άραγε, από σεβασμό προς τον άνθρωπο; Το κάνουν από αγάπη και ταπείνωση; Ή μήπως η προσκύνησή τους αφενός ικανοποιεί τη δική σου υπερηφάνεια και αφετέρου αποβλέπει στο δικό τους πρόσκαιρο συμφέρον;
Μεγάλε της γης! Προσεκτικά παρατήρησε και συνετά συλλογίσου: Μπροστά σου σέρνονται η κενοδοξία, το ψέμα, η υποκρισία! Αυτοί που σε προσκυνούν, όταν πετύχουν τον σκοπό τους, θα σε χλευάσουν και με την πρώτη ευκαιρία θα σε προδώσουν. Τη γενναιοδωρία σου ποτέ μην τη δείχνεις στον κενόδοξο. Ο κενόδοξος όσο σκυφτός είναι μπροστά στους ανωτέρους του, τόσο θρασύς και απάνθρωπος είναι μπροστά στους κατωτέρους του. Πως θα καταλάβεις τον κενόδοξο; Από την ιδιαίτερη ικανότητα και επίδοσή του στην κολακεία, την ιδιοτελή εξυπηρετικότητα, το ψέμα και, γενικά, τη φαυλότητα και τη χαμέρπεια.
Ο Πιλάτος παρανόησε τη σιωπή του Χριστού, αποδίδοντάς την σε υπερηφάνεια. “Σ’ εμένα δεν μιλάς;”, Του είπε. “Δεν ξέρεις πως έχω εξουσία είτε να Σε σταυρώσω είτε να Σε αφήσω ελεύθερο;”. Ο Κύριος του εξήγησε ότι σώπαινε από υπακοή στο θέλημα του Θεού, όργανο του οποίου ήταν ο Πιλάτος, μολονότι νόμιζε ότι ενεργούσε με την ελεύθερη βούλησή του. Εξαιτίας της υπερηφάνειάς του ο ηγεμόνας ήταν ανίκανος να καταλάβει ότι μπροστά του στεκόταν η απόλυτη Ταπείνωση, ο σαρκωμένος Θεός.
Την ψυχή που πετά ψηλά, την ψυχή που ελπίζει στα ουράνια, την ψυχή που περιφρονεί τα φθαρτά αγαθά του κόσμου, την ψυχή που δεν γνωρίζει τη φτηνή δουλοπρέπεια και τη χαμέρπεια των ανθρώπων, εσφαλμένα την αποκαλείς υπερήφανη, επειδή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις των παθών σου. Τίμησε. Αμάν, την ευλογημένη, τη θεάρεστη υπερηφάνεια του Μαρδοχαίου! Αυτό που θεωρείς υπερηφάνεια δεν είναι παρά η αγία ταπείνωση.
Η ταπείνωση είναι ευαγγελική διδασκαλία και ευαγγελική αρετή, είναι το μυστικό ένδυμα και η μυστική δύναμη του Χριστού. Ντυμένος την ταπείνωση ήρθε ανάμεσά μας ο Θεός. Όποιος από τους ανθρώπους ντυθεί την ταπείνωση, γίνεται όμοιος με τον Θεό.
Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει”, είπε η παναγία Ταπείνωση, “ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί”. Αλλιώς δεν είναι δυνατό να γίνει κανείς μαθητής και ακόλουθος Εκείνου που “ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού”, Εκείνου που κάθισε στα δεξιά του Θεού, Εκείνου που είναι ο νέος Αδάμ, ο ιδρυτής του αγίου γένους των εκλεκτών. Στον αριθμό των εκλεκτών συγκαταλέγονται όσοι πιστεύουν στον Χριστό. Η πίστη σ’ Αυτόν, όμως, προϋποθέτει την αγία ταπείνωση και επισφραγίζεται με την αγία αγάπη. Αμήν.

(ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ, “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Β΄”, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)


Πηγή: alopsis.gr