A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Περί σωτηρίας των ετεροδόξων και των ετεροθρήσκων κατά τον Απόστολον Παύλον και τον Χρυσορρήμονα Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον ( π. Νικολάου Δημαρᾶ)

Σχετική εικόνα

Ἡ ἔξοδος ἀπ΄τήν συναγωγή
"Ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ' οὐρανοῦ μετ' ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ,
ἐν πυρί φλογός διδόντος ἐκδίκησιν
τοῖς μή εἰδόσιν Θεόν
καί μή ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ,
οἵτινες δίκην τίσουσι, ὄλεθρον αἰώνιον"
(Β΄ Θεσ. 1, 79)
Ἡ βαθειά ἄγνοια τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ἐμπειρίας στήν ἐποχή μας δημιουργεῖ μιά ψεύτικη χριστιανική "πνευματικότητητα" τῆς ὁποίας ἡ φύση εἶναι πολύ κοντά στή "νέα θρησκευτική συνείδηση" πού τείνει νά διαμορφωθεῖ παγκοσμίως:
" Ὅτι ὅλοι πηγαίνουμε πρός τόν Θεό, ὁ καθένας ἀπό τόν δρόμο του, εἴτε χριστιανός εἶναι αὐτός, εἴτε μωαμεθανός, εἴτε βουδιστής, εἴτε ἰνδουιστής εἴτε καί ἄθεος, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι φιλεύσπλαχνος καί στό τέλος θά συγχωρήσει τούς πάντες, ἀκόμη καί αὐτόν ... τόν διάβολο, γιατί δέν θά μπορεῖ τάχα ἡ φιλεύσπλαχνη καρδιά του νά ἀνέχεται νά τιμωροῦνται οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων αἰώνια! "
Ἡ Μαίριλυν Φέργκισον στό βιβλίο της ἡ Συνομωσία τοῦ Ὑδροχόου διαπιστώνει ὅτι " ἕνας αὐξανόμενος ἀριθμός ἐκκλησιῶν καί συναγωγῶν ἔχουν ἀρχίσει νά διευρύνουν τό ἀντικείμενό τους γιά νά ὑποστηρίξουν ἐπιτροπές γιά προσωπική ἀνάπτυξη, ὁλιστικά κέντρα ὑγείας, θεραπευτικές ὑπηρεσίες, ἐργαστήρια διαλογισμοῦ, ἀλλαγή συνείδησης μέσῳ τῆς μουσικῆς, ἀκόμη καί βιοανατροφοδοτούμενη ἐκπαίδευση."1
Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἔχουμε τόν ἴδιο Θεό μέ τούς "μονοθεϊστές", μωαμεθανούς καί ἑβραίους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν Ἁγία Τριάδα, ἤ μέ τό συνονθύλευμα τοῦ Σατανᾶ, τούς εἰδωλολάτρες ἰνδουιστές καί τούς βουδιστές! Ἐμεῖς ἀποτελοῦμε τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.
Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἡ Πίστη στόν Τριαδικό μας Θεό, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Σιναΐτη, εἶναι ἡ πηγή τῆς προσωπικῆς μας ἀθανασίας.
Οἱ ἐμπειρίες καί οἱ δυνάμεις πού προέρχονται ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς "θεούς" τοῦ Ἰνδουισμοῦ2, ἀπό τούς γκουρού, τούς χοτζάδες καί τούς βουδιστές εἶναι σατανικῆς φύσεως. Οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ἀργύριον καί χρυσίον, στόμα ἔχουσιν καί οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμούς ἔχουσιν καί οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσιν καί οὐκ ἐνωτισθήσονται.
Αὐτή ἡ ἑτεροδιδασκαλία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού ἀποτελεῖ καί τήν θεωρητική του βάση, ὅτι δηλ. ὅλοι πρός τόν θεό πηγαίνουμε ὁ καθένας ἀπό διαφορετικό δρόμο καί διαφορετική θρησκεία καί ὅτι ἕνας εἶναι ὁ θεός, πού σέ κάθε ἔθνος καί σέ κάθε ἐποχή λατρεύεται μέ διαφορετικό ὄνομα καί διαφορετικό τρόπο ἔχει ἀποκτήσει τελευταία καί "θεολογική" κάλυψη. Καί οἱ λεγόμενοι χριστιανοί Οικουμενιστές διδάσκουν καί προβάλλουν τόν Οἰκουμενισμό φέρνοντας παραδείγματα μάλιστα καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ὅπως τό χωρίον τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων:
"... ὁ Θεός δέν κάνει διακρίσεις, ἀλλά δέχεται τόν καθένα, σέ ὅποιον λαό καί ἄν ἀνήκει, ἀρκεῖ νά τόν σέβεται καί νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημά του"3.
Ἡ ἀνατροπή τῆς θεωρητικῆς βάσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία βέβαια δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τά πιό πάνω λόγια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἤ πολύ περισσότερο μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού διδάσκει: "Δόξα δέ καί τιμή παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καί Ἕλληνι, οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ"4.
a. Πρίν ἀπό τήν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μας στήν γῆ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαιρέτως πήγαιναν στόν Ἅδη.
Κανείς δέν περνοῦσε τίς πῦλες τοῦ Παραδείσου. Μόνον διά τοῦ Τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ κατελύθη τό κράτος τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου.
Οὔτε δίκαιος, οὔτε προφήτης, οὔτε Ἑβραῖος, οὔτε Ἐθνικός μποροῦσε νά σωθεῖ!
Κανείς!!!
Μόνον, Κύριε, "ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος. Ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον, Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα Σοι"!
Ἀκόμη καί ἀπό τούς τεθνεῶτας, δέν σώθηκαν ὅλοι, σώθηκαν μόνον ὅσοι πίστεψαν!
b. Μετά τήν Θεία Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ μας, τήν Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασή Του θά κριθοῦμε ὅλοι σύμφωνα μέ τόν Εὐαγγελικό Νόμο.
Σέ ὅλη τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά καί στούς περισσότερους ἀρχαίους πολιτισμούς ὁ θάνατος συνδέεται μέ τήν κάθοδο στόν Ἅδη.
Ἀφοῦ, λοιπόν, κανείς δέν ἦταν δυνατόν νά σωθεῖ πρίν τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ μας καί τό λυτρωτικό Του ἔργο, πόσο μᾶλλον κανείς δέν θά σωθεῖ μετά τήν ἐνανθρώπησή Του, ἐάν Τόν ἀρνεῖται καί δέν Τόν πιστεύει καί ἐξακολουθεῖ νά Τόν βλασφημεῖ.
"Τίς ἐστίν ὁ ψεύτης εἰ μή ὁ ἀρνούμενος ὅτι ὁ Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν." (Ἰωάν. α΄ 2, 22). Δηλαδή αὐτός πού δέν ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μας τόν μόνον Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, αὐτός εἶναι ὁ ψεύτης πού τόν ἀρνεῖται.
Ὁ νόμος ἀπεκάλυψε τί εἶναι ἁμαρτία. "Διά γάρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας" (Ρωμ. 3, 20).
Ὁ Μωσαϊκός νόμος προετοίμασε τόν κόσμο γιά νά δεχθεῖ τό πλήρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας. Στούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διέφερε ἀπό τούς νόμους τῶν βαρβάρων λαῶν πού προσκυνοῦσαν τούς δαίμονες, μέ φρικτές ἀνθρωποθυσίες, μέ ἀκολασίες καί ὄργια, μέ φόνους καί κάθε εἴδους ἀκατονόμαστες βαρβαρότητες!
Βέβαια καί οἱ Ἑβραῖοι πού ἔμειναν νά τηροῦν τόν Μωσαϊκό νόμο δέν σώζονται πλέον, ἄν δέν ἀσπαθοῦν τό Εὐαγγέλιο, γιατί παρῆλθεν ἡ σκιά τοῦ νόμου τῆς Χάριτος ἐλθούσης.
Ἔτσι τό ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί τό ὀδόντα ἀντί ὀδόντος εἶναι ἀπαράδεκτο πλέον στήν Χριστιανική Πίστη τῆς ἀγάπης καί τῆς συγχωρήσεως καί τῶν ἐχθρῶν. Ὁ λιθοβολισμός τῆς μοιχαλίδος εἶναι ἀδιανόητος γιά τόν Χριστιανό.
Καί γενικά ἡ ἐκδικητικότητα, πού φαίνεται νά δικαιολογεῖται γιά τούς Ἑβραίους στήν Παλαιά Διαθήκη, εἶναι ἄκρως ἀντίθετη μέ τόν Νόμο τοῦ Ευαγγελίου.
Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Δόξα δέ καί τιμή παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καί Ἕλληνι, οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ" (Ρωμ. 2, 9). Διδάσκει ἄραγε ὁ Θεῖος Ἀπόστολος ὅτι σώζονται καί οἱ ἀγαθοποιοῦντες Ἑβραῖοι καί οἱ Ἐθνικοί;
Αὐτό ἰσχύει, ἀλλά μόνον γιά τούς Ἰουδαίους καί τούς Ἐθνικούς πού ἔζησαν πρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ μας στή γῆ καί σέ καμμία περίπτωση μετά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελίου Του.
Ὁ μεγάλος ἑρμηνευτής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύει τό σχετικό χωρίο λέγοντας ὅτι ὁ Ἀπόστολος ἀπευθύνεται σέ Χριστιανούς στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του. Τόσο σέ Χριστιανούς πού προέρχονται ἀπό τούς Ἑβραίους, ὅσο καί σέ ἐκείνους πού προέρχονται ἀπό τούς Ἐθνικούς. Καί οἱ μέν (καί οἱ Ἐθνικοί) καί οἱ δέ (καί οἱ Ἑβραῖοι) ἀπέτυχαν κατά τόν Θεῖο Ἀπόστολο!
Στό πρῶτο κεφάλαιο, λοιπόν, ταπεινώνει τούς Ἐθνικούς. Κατεφρόνησαν τόν φυσικό νόμο τῆς συνειδήσεως, ἐνῶ ὀφειλαν νά συμμορφωθοῦν πρός αὐτόν ἐπειδή "τό γνωστόν τοῦ Θεοῦ φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς. Ὁ Θεός γάρ αὐτοῖς ἐφανέρωσε." (1, 19).
Πρῶτα περιγράφει τίς ἀσχημοσύνες τους καί εὐτελίζει τήν μεμωραμένην σοφία τους.
Στήν συνέχεια, στό δεύτερο κεφάλαιο, πλήττει μέ μεγάλη τέχνη τήν Ἰουδαϊκή ὑπερηφάνεια. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πρῶτος κατέδειξε καί περιέγραψε σέ βάθος τόν σκοπό καί τήν μέθοδο τοῦ Ἀποστόλου.
Γράφει ὁ Ἅγιος: "... ἐδῶ μάχεται ἰδιαίτερα τούς Ἰουδαίους. Ἐπειδή ἐκεῖνοι ἦσαν περισσότερο φιλόνικοι, πρῶτα μέ τό νά ἔχουν τήν ἀξίωση νά μήν ἀριθμοῦνται μαζί μέ αὐτούς πού προέρχονταν ἀπό τούς Ἐθνικούς. Δεῦτερον, μέ τό νά περιγελοῦν τό ὅτι ἡ Πίστις ἐξαφανίζει ὅλα τά ἁμαρτήματα".
Οἱ Ἑβραῖοι δηλ. μετά τήν βάπτισή τους συνέχισαν τήν παλαιά τους πλάνη ὅτι μόνον αὐτοί σώζονται. Ποῦ ἀποσκοπεῖ ὁ Ἀπόστολος; Στό νά ἀποδείξει ὅτι πρίν τόν Χριστό ζοῦσαν καί Ἐθνικοί, οἱ ὁποῖοι χωρίς τόν νόμο καί τόν Μωϋσέα εὐαρεστοῦσαν τόν Θεό, γιαὐτό καί στήν Δευτέρα Παρουσία θά δοξαστοῦν.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος τσάκισε τήν κακιά συνήθεια τῆς ἐνορίας νά φατριάζουν κατακρίνοντας ἀλλήλους, ἐνῶ μάλιστα ζοῦν ἁμαρτωλά (2, 1), ἀφοῦ τούς φοβέρισε ὑπενθυμί-ζοντας σ' αὐτούς τήν φοβερή κρίση στήν ὁποία κάθε ὑποκρισία ἀποκαλύπτεται (2, 2), ἀφοῦ εἶπε πόσο κακό εἶναι νά ζῆ κανείς μέ πονηρία, ἔδειξε ὅτι κανείς δέν ἁμαρτάνει ἀπό ἄγνοια οὔτε χωρίς τιμωρία, ἀλλά καί ἄν ἀκόμη δέν τιμωρηθεῖ τώρα, θά τιμωρηθεῖ ὁπωσδήποτε (2, 3-6).
"Δές τώρα", συνεχίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, "τήν τέχνη τοῦ Ἀποστόλου, πῶς δηλ. θά φέρει τά πράγματα ἐκεῖ πού θέλει ἀνώδυνα γιά τά εὐαίσθητα Ἰουδαϊκά ὦτα. Πρῶτα μιλάει γιά τήν ἀδιαφιλονίκητη καταδίκη τῶν ἁμαρτωλῶν:
"Τοῖς δέ ἐξ ἐριθείας καί ἀπειθοῦσι μέν τῇ ἀληθείᾳ πειθομένοις δέ τῇ ἀδικίᾳ θυμός καί ὀργή". (2, 8).
Στήν φοβερή καί μεγάλη κρίση ὅμως, δέν καταδικάζονται μόνον οἱ μετά τόν Χριστόν ἁμαρτωλοί, ἀλλά καί ὅλοι καί οἱ πρίν τόν Χριστόν ἀναμφισβήτητα. Βεβαίως, ἀπό τούς πρό Χριστοῦ ἁμαρτωλούς καταδικάζονται πρῶτα καί αὐστηρότερα οἱ Ἰουδαῖοι, διότι ἐκτός τῆς συνειδήσεως εἶχαν καί τόν γραπτό νόμο:
"Θλῖψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καί Ἕλληνος" (2, 9).
Ἄν, ὅμως, οἱ πρίν τόν Χριστόν ἁμαρτωλοί τιμωρηθοῦν, τότε λογικά, οἱ πρίν τόν Χριστόν δίκαιοι θά τιμηθοῦν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἐθνικοί:
"δόξα καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καί Ἕληνι". (2, 10).
Εἶδες, λοιπόν, Ἰουδαῖοι καί Ἐθνικοί στόν ἴδιο παρονομαστή. Πῶς; μόνον ἀπό τά ἀγαθά ἔργα. Ὅλα αὐτά ὅμως πρίν τόν Χριστό. Τό διασαφηνίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
"Ποιόν Ἰουδαῖο ἐννοεῖ ἐδῶ ἤ γιά ποιούς Ἕλληνες μιλάει; Γιαὐτούς πού ἔζησαν πρίν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ". Καί ποιοί εἶναι οἱ Ἐθνικοί πού ἐξισώνονται μέ τούς δικαίους Ἑβραίους;
" Ἕλληνες ἐδῶ ἐννοεῖ ὄχι τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά τούς θεοσεβεῖς, ἐκείνους πού πείθονταν στόν φυσικό νόμο, ἐκείνους πού ἐκτός ἀπό τίς Ἰουδαϊκές παρατηρήσεις διατηροῦσαν ὅλα ὅσα ὁδηγοῦσαν στήν εὐσέβεια, ὅπως οἱ περί τόν Μελχισεδέκ, ὁ Ἰώβ, οἱ Νινευῖτες, ὁ Κορνήλιος..." καί ἄλλοι πολλοί πού δέν κατέγραψε ἡ Ἁγία Γραφή.
Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος: "ἀποδεικνύοντας, λοιπόν, ἀπό τά προηγούμενα ὅτι καί ἐκεῖνοι πού δέν εἶχαν νόμον θά ἀπολαύσουν τά ἴδια, δείχνει καί ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ νόμου δέν ἦταν ἀπό τά πολύ ἐπείγοντα, γιατί ἡ κόλαση καί ἡ τιμή βρίσκονται στά ἔργα καί ὄχι στήν περιτομή καί τήν ἀκροβυστία".
Γιατί;
Ἀπαντᾶ ὁ Ἀπόστολος: "Οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ" (2, 11).
Κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, λοιπόν, μετά τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ μας δέν θά κριθοῦν πλέον οἱ Ἑβραῖοι μέ βάση τόν παλαιό γραπτό νόμο, οὔτε οἱ Ἐθνικοί μέ τόν νόμο τῆς συνειδήσεως ἀλλά μέτρο γιά τήν κρίση θά εἶναι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, καθότι πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ (2, 23). Μόνον μέ τήν πίστη στόν Χριστό ἔχει πλέον νόημα ὁ Μωσαϊκός νόμος. Μόνος του δέν στέκει, αὐτοκαταρρίπτεται. "Νόμον οὖν καταργῶμεν διά τῆς πίστεως; μή γένοιτο, ἀλλά νόμον ἱστῶμεν" (2, 31).
c. Πρίν δοθεῖ μέ τόν Μωσαϊκό Νόμον ἡ ἀποκάλυψις, οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν κατά τόν νόμο τοῦ θανάτου, μή γνωρίζοντας ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κάποιο παράσιτο μέ τό ὁποῖο βασιλεύει ἡ ἁμαρτία καί ὁ διάβολος.5 "Ἄχρι γάρ νόμου ἁμαρτία ἦν ἐν κόσμῳ".6
Βεβαίως ἡ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου "ἁμαρτία οὐκ ἐλλογεῖται μή ὄντος νόμου". Οἱ νόμον μή ἔχοντες θά κριθοῦν "κατά τόν νόμον τόν γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν."7 Ὄχι ὅμως ὅλοι ἀλλά ὅσοι ἔζησαν πρό τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί πάντως, συνεχίζοντας ὁ Ἀπόστολος διδάσκει ὅτι: " Ὅσοι γάρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται καί ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον διά νόμου κριθήσονται".8
Ἁμαρτία εἶναι κάθε παράβασις τοῦ Θείου θελήματος καί ἑπομένως ἡ ἀστοχία τοῦ ἀνθρώπου νά πραγματοποιήσει τόν ἀρχικόν του προορισμόν. Ἡ κατά θάνατον ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ζῶντας ὁ ἄνθρωπος κατά τόν νόμον τοῦ θανάτου, ἄν καί μή γνωρίζων ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κάποιο παράσιτον, στό ὁποῖο βασιλεύει ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἁμαρτωλός. Ἄν καί δέν εἶναι παραβάτης τῆς διά νόμου ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, παρά ταῦτα εἶναι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. " Ὁ εἰδώς τό θέλημα τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, καί μή ποιήσας, δαρήσεται πολλάς. Ὁ δέ μή εἰδώς τό θέλημα τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, καί μή ποιήσας, δαρήσεται ὀλίγας.9 Οὐκοῦν ἄμμεινον ὁμολογουμένως τό ἐν ἀγνοία πλημμελεῖν, ἤ τό ἐν εἰδήσει νόμων".10
Ἄλλο εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι παραβάτης τοῦ Θείου θελήματος καί ἄλλο τό θέμα τῆς ἐκ μέρους του γνώσεως τῆς παραβάσεως καί τῆς μερίδος εὐθύνης αὐτοῦ γιά τήν παράβαση.11
Εἶναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ὅτι δέν λέει ὁ Ἀπόστολος ὅτι θά κρίνει πλέον ὁ Θεός τούς μέν Ἑβραίους πού ἔζησαν μετά τήν παρουσία Του, κατά τόν γραπτό, τούς δέ ἐθνικούς κατά τόν φυσικό νόμο τῆς συνειδήσεως.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος στήν Β΄ πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του τό ἀποκλείει πέρα γιά πέρα, ὅταν μιλάει γιά τήν "Ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ' οὐρανοῦ μετ' ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ, ἐν πυρί φλογός διδόντος ἐκδίκησιν
τοῖς μή εἰδόσιν Θεόν καί
μή ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ, οἵτινες δίκην τίσουσι, ὄλεθρον αἰώνιον..." (1, 79).
Εἶναι ξεκάθαρο ἐπίσης ἀπό τήν Ἁγίαν Γραφήν ὅτι "οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει οὐδέ ἁμαρτωλοί ἐν βουλῇ δικαίων."
Ὅποιος δέν γίνει μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δέν θά συναναστηθεῖ μέ αὐτό, δέν θά σωθεῖ. Ἄν ὑπάρχει ἄνθρωπος γιά σωτηρία, τό ἅγιο Πνεῦμα καί κατά τόν Ἅγιο Ναζάριο -(τόν Γέροντα τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ)- τόν ὁδηγεῖ στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τόν Κορνήλιο, πού ἔκανε ἔργα εὐάρεστα στόν Θεό, ἀλλά δέν γνώριζε τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι σαφέστατο, λοιπόν, πῶς καί γιά τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἡ ἁμαρτία εἶναι κατάστασις, πού ὑπάρχει παρά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιαὐτό ἀκριβῶς πάντες οἱ γεννηθέντες στήν κατάσταση αὐτή "ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν".12 "Πάντες ἐξέκλιναν"13 "πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ".14 Μέ ἄλλες λέξεις, ἕνεκα τῆς ἐνεργείας τοῦ διαβόλου μέ τήν ψυχική νέκρωση (στέρηση τῆς Θείας Χάριτος) καί μέ τήν ἀσθένεια τῆς σαρκός, πάντες γεννῶνται μέ ἰσχυρή ροπή πρός τήν ἁμαρτία καί πάντες παραβαίνουν εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γεννῶνται αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας καί ὡς ἐκ τούτου ἀποτυγχάνουν τοῦ ἀρχικοῦ τους προορισμοῦ, δηλ. τῆς ἠθικῆς τελειώσεως, τῆς ἀθανασίας καί τῆς θεώσεως καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν βαπτισθοῦν καί δέν γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει ὅτι "ἐλθών ὁ νόμος ὅστις ἐδόθη εἰς τόν Μωϋσῆν καί μαρτυρῶν περί ἁμαρτίας, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, ἦρε τό βασίλειον αὐτοῦ, ἀποκαλύπτων αὐτόν ὄχι ὡς βασιλέα, ἀλλ' ὡς ληστήν. Ὅμως ἐβάρυνε ὁ νόμος τόν ἄνθρωπον, ὅστις εἶχεν ἐν ἑαυτῷ τήν ἁμαρτίαν, ἀποκαλύπτων αὐτόν ὡς αἰχμάλωτον τοῦ θανάτου. Παρά τό γεγονός ὅτι ὁ νόμος ἦτο πνευματικός, μόνον ἐφανέρωσε τήν ἁμαρτία, δέν τήν κατέστρεψε."15 Ὁ νόμος δηλ. ἀποκαλύπτει τήν ἀληθινή φύση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, ἀλλά δέν τήν καταργεῖ.
Γιαὐτό ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, ἔτσι ὥστε διά μέσου ἑνός σώματος, διά τοῦ ὁποίου ἡ ἁμαρτία ἐκράτησεν καί διέμεινε καί ἐβασίλευσε, νά καταργηθῆ ὁ θάνατος καί νά μήν ὑπάρχει πλέον ἐντός ἡμῶν.
Ὁ Θεός ἀνακεφαλαίωσε ἐν ἑαυτῷ τό ἀρχαῖον πλάσμα, γιά νά θανατώσει τήν ἁμαρτίαν, γιά νά στερήσει τόν θάνατον ἀπό τήν δύναμή του καί γιά νά ζωοποιήσει τόν ἄνθρωπον.16
Ἡ ἔξοδος
Σέ δύσκολους καιρούς ὁ κάθε Χριστιανός εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος γιά τήν Ἐκκλησία στό σύνολό της. Κάθε μέλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔχει εὐθύνη γιά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Καί σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐχθρούς καί διώκεται ἀπ᾿ ἔξω ἀλλά κυρίως ἀπό μέσα, ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, πού σφετερίζονται τούς θρόνους τῶν Πατριαρχείων καί τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν.
Αὐτό τό τόνιζε συνέχεια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς. Κάθε ἕνας βέβαια ἔχει καί εὐθύνη πού συνεπάγεται ἡ ἐλευθερία πού τοῦ ἀναγνωρίζεται ὡς πρόσωπο, ἡ ἐλευθερία αὐτή νά ἐκδηλώνεται μέσα στό πλαίσιο τῆς ὑπακοῆς πρός τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν ἁγία Παράδοσή της.
Ἡ Ἁγία Παράδοση τῆς εἰρηνοχύτου Ὀρθοδοξίας μας ἐπιβάλλει τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου καί κάθε κοινωνίας ὅλων τῶν αἱρετικῶν πατριαρχῶν, ἀρχιεπισκόπων, ἐπισκόπων, γερόντων καί πνευματικῶν πού ἀσπάζονται τόν Οἰκουμενισμόν. Ὅλων ἐκείνων τῶν ἀθέων Οἰκουμενιστῶν ψευδοπατριαρχῶν καί ψευδεπισκόπων στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, πού μέ λόγια καί μέ ἔργα δείχνουν ὅτι δέν πιστεύουν στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, καί ὅτι σώζονται καί οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας, πού διακηρύσσουν μέ κοινές συμφωνίες ὅτι ἀποτελοῦν τήν μία ἐκκλησία μέ τούς προαιώνιους αἱρετικούς, τούς Προτεστάντες, τούς Παπικούς καί τούς Μονοφυσίτες καί συμπροσεύχονται ὄχι μόνον μέ ἑτεροδόξους ἀλλά καί μέ τούς ἀλλοθρήσκους. Ὅλων ἐκείνων πού ἀγκαλιάζουν τόν πάπα, ὅπως ὁ π. Βαρθολομαῖος, καί κάνουν οὐνιτικά συλλείτουργα, κοινωνῶντας καί τούς Παπικούς καί πού συμπροσεύχονται μέ τούς προτεστάντες, πάστορες καί παστορίνες ἀλλά καί μέ τούς ἀλλοθρήσκους. Ὅλων τῶν Λατινοφρόνων, ὅπως ὁ κ. Χριστόδουλος. Καί ὅλων ἐκείνων πού εἶναι κοινωνικοί πρός τούς Λατινόφρονες Χριστόδουλους καί Βαρθολομαίους.
Πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ Γραφαί, πάντες οἱ Πατέρες μᾶς προτρέπουν νά φεύγουμε τούς ἑτερόφρονες καί νά διακόπτουμε τήν κοινωνία μαζί τους, γιατί αὐτοί δέν εἶναι ἐκκλησία ἀλλά συναγωγή πονηρευομένων, κατά τόν Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό καί ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Πατέρες.
Αὐτό μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας:
"Μήν κάνετε ἀταίριαστους δεσμούς μέ ἀπίστους.
Ποιά σχέση μπορεῖ νά ἔχει
ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἀνομία;
ἤ τί κοινό ὑπάρχει ἀνάμεσα στό φῶς καί στό σκοτάδι;
ἤ τί ἔχει νά μοιράσει ὁ πιστός μέ τόν ἄπιστο;"17
"Διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου (τῆς Συναγωγῆς) αὐτῶν καί ἀφορίσθητε καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε. Κἄγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς καί ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καί ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱούς καί θυγατέρας λέγει Κύριος Παντοκράτωρ."18
----------------------------------------

1. Marilyn Feguson, Ἡ συνομωσία τοῦ Ὑδροχόου, Los Angeles: J. P. Tarcher, Inc. 1980, p. 369.
2. Ὁ ἰνδουισμός εἶναι καθαρή ειδωλολατρεία, ἔχοντας ἁγάλματα μέ ἐλεφαντόμορφα τέρατα ὡς θεούς. Θεούς πού καταξεσχίζουν καί κατατρώγουν τίς σάρκες τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ὁ Σίβα ἤ θεές ἀκολασίας μέ ὀκτώ χέρια ὅπως ἡ Κάλι!
4. Πραξ. 10, 34-35
Ρωμ. 2, 9
5. Ἁγίου Εἰρηναίου, Ἔλεγχος, Γ΄, XVIII, 7
6. Ρωμ. 5, 13.
7. Ρωμ. 2, 15.
8. Ρωμ. 2, 12.
9. πρβλ. Λουκ. 12, 47.
10. Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν, PG 74, 804. Παρά τό γεγονός ὅτι κάποιοι Πατέρες μᾶς δίνουν τήν ἐντύπωση τῆς μή ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τῆς Ἑβραϊκῆς ἀντιλήψεως περί τῆς ἐν ἀγνοίᾳ ἁμαρτίας, ἐπειδή ὑπερτονίζεται χάριν τοῦ κηρύγματος ὡς ἁμαρτία ἀποκλειστικά ἐκείνη ἡ παράβαση πού στηρίζεται στήν βούληση, προσεκτική μελέτη τοῦ θέματος δείχνει ὅτι ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Πατέρες συμφωνοῦν μέ τήν θέση πού διατυπώνεται στίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δηλ. ἡ ἁμαρτία, εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, εἶναι μία νοσηρή κατάσταση. Ἔτσι ἐνῶ στό θέμα τῆς ἐν ἀγνοίᾳ ἁμαρτίας ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι: "οὐδείς γάρ οὐδέποτε ἐν ἀγνοίᾳ ἥμαρτεν ... Εἰ γάρ ἀγνοοῦντες ἡμάρτανον, οὐδέ δίκην ἦσαν ἄξιοι δοῦναι", Ἑρμηνεία στήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν, PG 60, 508 καί φαίνεται νά διαφωνεῖ μέ τό ἀναφερθέν χωρίον τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, (ἀλλά καί στό "ἠνομίκασι γάρ, εἰ καί μή ἐγνώκασι" PG 74, 805), κατ' οὐσίαν ἀμφότεροι οἱ Πατέρες προϋποθέτουν τήν ἴδια ἀντίληψη περί ἁμαρτίας, ὅπως ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν ἐκτενῆ ἀνάλυση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ποῦ παρουσιάζεται ἀνωτέρω.
11. Χ. Ἀνδρούτσου, Δεύτερον Μάθημα περί Προπατορικοῦ Ἁμαρτήματος, 1896, σελ. 11.
12. Ρωμ. 5, 19.
13. Ρωμ. 3, 12.
14. Ρωμ. 3, 23.
15. Ἔλεγχος, Γ΄ XVIII, 7.
16. Ἁγίου Εἰρηναίου, Ἔλεγχος, Γ΄, VIII, 7.
17. Β΄ Κορ. 6, 14-16.
18. Β΄ Κορ. 6, 16-18

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για παπαδιαμάντης αλέξανδρος


ΚΑΘΕ ἀναφορὰ στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη († 1911), τὸν κορυφαῖο λογοτέχνη πεζογράφο τῆς Πατρίδος μας, ἔχει βαρύτητα καὶ σοβαρότητα μεγίστη, καὶ ὡςἐκ τούτου πρέπει νὰ γίνεται μὲ δέος καὶ εὐσυνειδησία.

 ἀξία του εἶναι μοναδικὴ καὶ τὸ μήνυμά του διαχρονικὸ καὶ ἀφυπνιστικό. Τὸ ὅτιβίωνε τὴν Πίστι τῶν προγόνων μας μὲ συνέπεια θαυμαστὴ καὶ ἐξυμνοῦσε αὐτὴν περιπαθῶς καὶ ἐγκαρδίως εἶναι κάτι γνωστόν. Τὸ ὅτι θεωροῦσε τὴν Ὀρθοδοξία μας ὡς σπονδυλικὴ στήλη τοῦ ἐθνικοῦ μας σώματος, ὡς τὸ κυρίαρχο στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς μας ταυτότητος, εἶναι διαπιστωμένο καὶ παραδεκτό.

Ἐπειδὴ γνώριζε καὶ ἐκτιμοῦσε τὴν Παράδοσί μας, ὡς ἄριστα ἐξοικειωμένος μὲ αὐτήν, γι’ αὐτὸ καὶ πονοῦσε ὑπερβολικὰ τὰ Πάτρια καὶ ἀντιτασσόταν μὲ σθένος σὲ κάθε ἰδέα μεταβολῆς τους, ποὺ πρόθυμα καὶ πρόχειρα ἐξέφραζαν διάφοροι «ἐκσυγ­ χρονιστὲς» στὴν ἐποχή του, κυρίως δυτικόπληκτοι «γραικύλοι». Αὐτοὶ ἦταν, ἀλλὰ καὶ εἶναι, ὅσοι νοσοῦν βαρύτατα ἀπὸ τὸ σύμπτωμα μειονεξίας ἔναντι τῆς Δύσεως καὶ τῶν δῆθεν περιφήμων καὶ καταπληκτικῶν προόδων της σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, δια­ κρινόμενοι ἀπὸ αἴσθημα προκαταλήψεως κατὰ τοῦ Βυζαντίου, ἀπὸ τραγικὴ ἄγνοια τῆς ἑλληνορθοδόξου θεάσεως τοῦ κόσμου. Ἐπακόλουθο εἶναι νὰ πάσχουν ἀπὸ κρίσι ταυτότητος, ἀπὸ μιμητισμὸ καὶ ξενομανία.

 Παπαδιαμάντης, ὡς γνήσιος φορέας τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πνεύματος, γνωρίζειὅτι κάθε ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς Πάτριες ρίζες, ἕνεκα δῆθεν ἐκσυγχρονισμοῦ, σημαίνειθανάσιμο πλῆγμα στὴν ψυχὴ τοῦ Γένους.

Γνωρίζει καὶ περιγράφει ἄριστα τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀγῶνες τῶν Ὀρθοδόξων προ­ μάχων τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος μας γιὰ τὴν διαφύλαξι τῆς Πίστεως ἀνοθεύτου ἀπὸ τὴν Παπικὴ ἀπολυταρχία καὶ τὸν «λατινικὸν δόλον» καὶ ἀπορεῖ ὑπέρμετρα, πῶς εὑρίσκονται καὶ «ἡμέτεροι τινὲς τόσον ἐκφυλισμένοι», οἱ ὁποῖοι νὰ θαυμάζουν τὰἐφευρήματα τῶν Παπιστῶν.

Καὶ πράγματι, στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, ὅταν δρᾶ δημιουργικὰ  Παπα­ διαμάντης, ὑπῆρχε ἤδη συζήτησις καὶ περὶ τοῦ Ἡμερολογιακοῦ ζητήματος καὶ ἠκούοντο ἀντι­παραδοσιακὲς φωνὲς γιὰ ἀποδοχὴ τοῦ Φραγκικοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου,  κάποιου ἄλλου νέου τελειοτέρου ἐπιστημονικῶς.

 Παπαδιαμάντης δὲν φαίνεται νὰ εἰσέρχεται στὴν συζήτησι εὐθέως,ἀλλὰ ὅπως συνήθιζε καὶ ἐν σχέσει μὲ ἄλλα θέματα­ προβαίνει σὲ μία θὰ λέγαμεἔμμεση παρέμβασι μὲ τὸν δικό του μοναδικὸ τρόπο, ἀναφερόμενος μάλιστα πρὸςτοῦτο καὶ στὴν ἰσχύουσα δυστυχῶς διαπίστωσι περὶ τῆς «νεοελληνικῆς ραστώνηςκαὶ ἀταλαιπωρίας».

 Συγγραφέας μας βλέπει τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσι μὲ σεβασμὸ καὶἑνοποιημένα, ὄχι ἀποσπασματικά, γνωρίζον­ τας ὅτι  ἐμμονὴ καὶ προσκόλλησιἀκόμη καὶ σὲ λεπτομέρειες, τὶς ὁποῖες οἱ «σοφοὶ» καὶ «συζητητὲς τοῦ αἰῶνοςτούτου» ἀντιμετωπίζουν μὲ περιφρόνησι καὶ διάθεσι «διορθώσεως», συνιστᾶ ἔργοἱερὸ καὶ θεάρεστο, ἐφ’ ὅσον  νόθευσις  ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ μέρους, ἐπιφέρειἀναπόφευκτα ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα στὸ ὅλον.

Πῶς γίνεται αὐτὴ  παρέμβασίς του; Μὲ τρόπο ἀδιόρατο καὶ ἀφανῆ, ὅπως ἦτανἄλλωστε καὶ ὅλη  ζωή του, καὶ μάλιστα μέσῳ κειμένου, τὸ ὁποῖο δὲν προσέχθηκεστὴν ἐποχή του, διότι τελικὰ δὲν δημοσιεύθηκε! Ὅμως, στὴν ἐποχή μαςποὺ προφανῶς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀκουσθῆ καὶ αὐτὴ  μαρτυρία, ἐρχόμαστε νὰτονίσουμε τὸ ἐν πολλοῖς ἄγνωστο αὐτὸ στοιχεῖο, γιὰ νὰ προβληθῆ καὶ ἀξιολογηθῆδεόντως.

Πρόκειται λοιπὸν γιὰ ἀνέκδοτο μέχρι πρότινος κείμενο τοῦ Συγγραφέως μας, τὸὁποῖο εἶχε γραφῆ τὸ 1892 καὶ προοριζόταν γιὰ τὸν «Καζαμίαν* τῆς Ἀκροπόλεως»(τιτλοφορούμενο «Ἄρθρον διὰ τὸν Καζαμίαν») τοῦ 1893, ἀλλὰ ἔμεινε τελικὰ ἀδημοσίευτο. Εἶναι ἕνα αὐτόγραφο 16 σελίδων, ἀνολοκλήρωτο (κολοβό), τὸ ὁποῖοβρέθηκε σὲ φάκελο τοῦ ἀρχείου τοῦ ἐκδότου Βλάση Γαβριηλίδη καὶ πρωτο­ δημοσιεύθηκε μόλις τὸ 1987. Τὸν Ὀκτώβριο δὲ τοῦ ἔτους ἐκείνου δόθηκε γιὰ συμπερίληψι στὸν πέμπτο τόμο τῶν Ἁπάντων τοῦ Παπαδιαμάντη τῶνἐκδόσεων «Δόμος», ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1988 (βλ. Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη,Ἅπαντα, τ. Ε΄, κριτικὴ ἔκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, α΄ἔκδ. 1988, α΄ ἐπανέκδ. 1998, β΄ ἐπανέκδ. 2005, σσ. 302­308).

Στὸ κείμενο αὐτὸ  Παπαδιαμάντης ἀσχολεῖται ἀρχικῶς μὲ προβλήματα ἀπὸ τὰ περιεχόμενα τοῦ λεγομένου «Καζαμία» σχετικὰ μὲ ψευδοπροφητεῖες προρρήσεων γιὰ δῆθεν φοβερὰ γεγονότα, τὶς ὁποῖες ἔγραφαν ἀσυνείδητοι νεαροὶ ἀσχολούμενοι μὲ τὴν δημοσιογραφία, πρὸς ἄγραν ἀγοραστῶν, ποὺ ὅμως πίστευαν αὐτὲς καὶ γέμιζαν μὲ τρόμο, πρὸς γελοιοποίησιν θρησκείας καὶ ἐπιστήμης καὶ ἐκφόβισιν τοῦ πλήθους.

Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ,  Παπαδιαμάντης διεκτραγωδεῖ τὴν κατάστασι τῶν Ἡμερο­λογίων, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο ἐτησίως στὴν ἐποχή του, διακρινόμενα γιὰ «ἐπι­ πολαιότητα καὶ ἀδιαφορία αὐτόχρημα ρωμέϊκη» (σ. 303), ἐφ’ ὅσον καμμία ἀκρίβεια καὶ τάξις δὲν διέκρινε αὐτά, οὔτε στὴν ἀναγραφὴ τῶν ἑορτῶν –κινητῶν καὶ ἀκινήτων­ οὔτε στὴν ὀρθογραφία καὶ ὀρθὴ ἐκφορὰ τῶν ὀνομάτων τῶν Ἁγίων. Δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ ἀποφύγη, ὡς ἐκ τούτου, τὴν σύγκρισι μὲ ὅσα συνέβαιναν στὴν Δύσι τὸν ἴδιο καιρὸ στὸν τομέα αὐτό, μεταξὺ τῶν ἑτεροδόξων καὶ δὴ τῶν Παπικῶν:

«Τοὺς Φράγκους, ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρή­ σωμεν ὡςΧριστιανικωτέρους ἡμῶν αὐτῶν, καὶ ὅμως οἱ Φράγκοι ἐκδίδουν ἐν τελειοτάτῃἀκριβείᾳ καὶ τάξει τὰ ἡμερολόγιά των, θρησκευτικά τε καὶ ἄλλα» (σ. 304).

Στὰ παρ’ ἡμῖν, διαπιστώνει  Συγγραφέας μας, ὅπως ὅλα τὰ πράγματα στοὺςνεωτέρους  Ἕλληνες  διεξάγονται  μὲ  «ραστώνην  καὶ  νωχέλειαν»  (σ.  304), μὲ τέτοια «ἐπιπολαιότητα καὶ ὀλιγωρίαν συντάσσονται καὶ τὰ ἡμερολόγια» (σ.304). Ἐνῶ θὰ ἦταν εὔκολο, μὲ τήρησι κάποιων ὀλίγων κανόνων, «καὶ  σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ ἡ συντομία νὰ μὴ λείψῃ» (σ. 304), δίδων παραδείγματαὀρθῆς καὶ συντόμου ἀποδόσεως Ἁγίων κατὰ ἡμέραν.

Ὅμως, συμπεραίνει μὲ δυσθυμία: «Ἀλλὰ ποῦ τὰ ἀκούει  Ρωμιὸς αὐ­ τά, φίλεμου. Ρωμιὸς εἶσαι καὶ τὰ ἠξεύρεις. Ὅλοι, καὶ πρὸ πάντων σεῖς οἱ ἐπιχειρηματικοὶἄνδρες, ζητεῖτε εἰς πάντα τὴν εὐκολίαν, ὄχι τὴν ἀκρίβειαν.  Ρωμιὸς δὲν τὸ ἔχειδιὰ τίποτε ν’ ἀντιγράψῃ τὸ ἐφετινὸν ἡμερολόγιον ἀπὸ τὸ περυσινόν, ἀδιάφορον ἄναἱ ἡμέραι τοῦ μηνὸς δὲν συμπίπτουν πλέον μὲ τὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος» (σ.305). Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ παρέχει χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἐξ ἰδίας γνώσεως,προξενοῦντα τῶ ὄντι κλαυσιγέλωτα! Ἐν συνεχείᾳ, δίδει χρησιμώτατες ὁδηγίες γιὰτὴν ὀρθὴ ἀναφορὰ τῶν Ἑορτῶν στὰ Ἡμερολόγια καὶ μάλιστα τοῦ κινητοῦἙορτολογίου, ὡς καὶ τοῦ Κυριακοδρομίου, διότι τὸ «θρησκευτικὸν ἡμερολόγιον»τοῦ ἔτους χρησιμεύει ἀκριβῶς «ὡς χρήσιμον βοήθημα ὅλου τοῦ θρησκευτικοῦἔτους» καὶ ἄρα ὀφείλει νὰ εἶναι «σχετικῶς τέλειον» (σ. 306)  νὰ μὴν ὑπάρχηκαθόλου.

Μάλιστα, ἀφοῦ ἔκανε μνεία τῶν λατινικῶν ἡμερολογίων, προβαίνει σὲ παρουσίασι τῆς μεθοδικότητός τους, συντομίας, τάξεως καὶ ἀκριβείας, ὥστε νὰ καθίστανται ἄξια μιμήσεως.

Κατόπιν δὲ τούτου, σπεύδει νὰ ἀντιμετωπίση τὴν ἀναμενόμενη αὐτονόητη πρό­ τασι:«Ἴσως τις, μὲ τὴν συνήθη πάλιν νεοελληνικὴν ἀνυπομονησίαν καὶ ἰταμό­ τητα...ἐνταῦθα ἀνακράξῃ: “Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ Εὐρωπαῖοι ἔχουν τόσον καλὰ τὸ ἡμερολόγιόντων, καὶ τὸ ἰδικόν μας εὑρίσκεται εἰς τόσον ἀθλίαν κατάστασιν, ἄς παραδεχθῶμενμία φορὰν διὰ πάντα τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν...”.Βλέπεις; Τί σοῦ ἔλεγα ἐγώ!... Εὐκολίαν ζητεῖ  Ρωμιός, ραστώνην ζητεῖ καὶ ἀνάπαυσιν...  Θέλει  τὸ  λατινικὸν  ἡμερολόγιον  διὰ  νὰ τὸ ἀντιγράφῃ εὐκόλως, νὰμὴ τὸ ἀντιγράφῃ μάλιστα, νὰ τὸ κρεμνᾶ εἰς τὸν τοῖχον, νὰ τὸ ἔχῃ πρόχειρον, καὶνὰ μὴ σκοτίζεται... Ἀλλ’  φίλτατε Ρωμιέ, ἐγὼ δὲν σοῦ εἶπα ὅτι τὸ ἡμερολόγιοντὸ ἰδικόν μας εἶναι ἐσφαλμένον, καὶ ὅτι τὸ φράγκικον εἶναι σωστόν. Ἄπαγε!Τόσον σοφὸς δὲν εἶμαι. Ἀλλὰ σὺ ἐκλαμβάνεις τὴν σκιὰν ὡς πρᾶγμα, κάμνεις δηλαδή,κιπρόκο [λάθος/ παραποίησι], ὡς λέγουν οἱ Φράγκοι. Ἐγὼ εἶπα ὅτι αἱ ἡμέραι αἱτακταί, αἱ ἐκ συνθήκης ἑορταί, αἱ μνῆμαι τῶν Ἁγίων, ὡς ἔχουσι παρ’ αὐτοῖς,ἐσφαλμένως βέβαια, σημειοῦνται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ χάρτου· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ἐνῷἔχουσιν ὀρθῶς, σημειοῦνται ἀνακριβῶς καὶ συγκεχυμένως, καὶ τοῦτο ἐκραστώνης καὶ ἀταλαιπωρίας νεοελληνικῆς» (σ. 307).

Καὶ συνεχίζει τὶς σκέψεις του  ἐθνικὸς διηγηματογράφος μας: «Ἐνταῦθα  λόγοςκυρίως εἶναι περὶ ἡμερολογίων καὶ ὄχι περὶ Ἡμερολογίου, almanachs καὶ ὄχιCalendrier. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φοβοῦμαι μήπως ὄχι μόνον οἱ Δυτικοί, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖςἀκόμη βαίνομεν ἐμπρὸς ὡς πρὸς τὸν ἀκριβῆ χρόνον, ὅταν π.χ. κρυολογῶ τὸνἸούνιον ἐν Ἀθήναις, καὶ ὑποπτεύω ὅτι εἶναι ἀκόμη Ἀπρίλιος. Ἀνησυχοῦντες ἄν μετὰδισχίλια ἔτη  παρ’ ἡμῖν Μάρτιος θὰ εἶναι  Ἰούλιος τῶν Εὐρωπαίων, ἐνῷ οὐδόλωςεἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ὑπάρχῃ κόσμος μετὰ δισχίλια ἔτη, ὑπερακοντίζομεν τὸνἀρχαῖον Σχολαστικόν, ὅστις ἔτρεφε κόρακα διὰ νὰ πεισθῇ ἰδίοις ὄμμασιν ὅτι  ὄρνιςοὗτος ζῇ ὑπὲρ τὰ διακόσια ἔτη. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι  Ἀνατολικὴ Ἐκκλησίαοὐδέποτε θ’ ἀσπασθῇ τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον. Ἀλλὰ καὶ ἄν οἱ εὐρωπαΐζοντες ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐνεκολποῦντο τὸ Ἡμερολόγιον τοῦτο εἰς τὰς πρὸς ἀλλήλους σχέσεις, ἐντοῖς ἡμετέροις ἡμερολογίοις οὐδέποτε θ’ ἀναγραφῶσι τὰ Πέντε Τραύματατοῦ Κυρίου, οὔτε  Ἱερὰ Καρδία τοῦ Ἰησοῦ, οὔτε τῆς Παναγίας τὰ Δάκρυα, οὔτε οἱΧαιρετισμοὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ. Ἀδύνατον δὲ νὰ τιμηθῶσι παρ’ ἡμῖν  ἅγ. Λουδοβίκοςκαὶ  ἅγ. Φραγκίσκος καὶ  Σὰν­Κάρλος, ὅστις, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἔφαγεν ἐννέακοφίνια σαλιάγκους  καὶ πάλιν τὰ κοφίνια εὑρέθησαν γεμᾶτα. Τὸ Ἡμερολόγιον ἄρα τὸἡμέτερον θὰ διαφέρῃ οὐσιωδῶς τοῦ παρὰ Δυτικοῖς καὶ Διαμαρτυρομένοις ἡμερο­λογίου, καὶ ἐπειδὴ μόνον περὶ τάξεως μεθόδου πρόκειται, εὐκόλως δύναται μετά τινοςπροσοχῆς νὰ καταρτίζωνται μεθοδικῶς τὰ ἐνιαύσια θρησκευτικὰ ἡμερολόγια τῇβοηθείᾳ τῶν οἰκείων βιβλίων τῆς Ἐκκλησίας» (σ. 307­308).

Σὲ αὐτὴ τὴν περιστασιακὴ καὶ σύντομη ἀναφορά, ἐξ ἀφορμῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦπρακτικοῦ θέματος ὀρθοῦ καταρτισμοῦ τῶν κατ’ ἔτος Ἡμερολογίων,  Σκιαθίτης Κοσμοκαλόγερος εἶναι ὄχι μόνον ἀπόλυτος  καυστικὸς καὶ σατιρικός, ἀλλὰ καὶὑπερβέβαιος γιὰ τὴν μὴ πιθανότητα εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ  Νέου Ἡμερο­λογίου στὴν Ὀρθοδοξία γιὰ ἐκκλησιαστικὴ χρῆσι, βέβαιος ὤν γιὰ τὴν ὀρθότητα τοῦἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καὶ γιὰ τὸ ἐσφαλμένον τοῦ φραγκικοῦ τοιούτου.

Ἐν τούτοις, γνωρίζει ὅτι οἱ δυτικότροποι καὶ δυτικόφιλοι τῆς ἄρχουσας τάξης καὶ τῶν κυβερνώντων στρέφονται στὴν Δύσι, ὅπως ἐπίσης φοβεῖται καὶ τὴν ραστώνηκαὶ νωχέλεια τοῦ μέσου νεοέλληνος,  ὁποῖος ἀναζητεῖ ἐναγωνίως τὴν διευκόλυνσι καὶ τὴν ἀποφυγὴ εὐθύνης καὶ κόπου.

Παρὰ λοιπὸν τὸ ὅτι οἱ συνθῆκες δὲν εὐνοοῦσαν τὴν ἐπικράτησι τῆς ἰδικῆς του θεωρήσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμούς, ἐν τούτοις γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς ἐξέφραζε τὴν ὄντως ὀρθόδοξη ταυτότητα τοῦ Γένους μας, βασισμένη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, γι’ αὐτὸ καὶ πίστευε στὸ ἀσύμβατον Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καὶ ἐκδυτικισμοῦ σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο. Ἔχει τὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστὸ καὶ στοὺς πραγματικὰ πιστούς Του, παρὰ τὸ ὅτι οἱ «ἐκσυγχρονιστές», ὄχι μόνον πολιτικοί, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἐκκλησιαστικοί, ἐπιθυμοῦν τὴν σύμπλευσι μὲ τὴν Δύσι. Ἄλλωστε  ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου σὲ αὐτὸ ἀπέβλεπε καὶ τὸ ὅτι εἰσήχθη ἐν μέρει τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο γιὰ τὶς ἀκίνητες καὶ ὄχι γιὰ τὶς κινητὲς ἑορτές, δὲν σημαίνει μὴ ἀποδοχή του, οὔτε σώζει τὴν κατάστασι τὸ ὅτι δὲν υἱοθετήθησαν οἱ ἀναφερόμενες ὡς ἄνω καθαρὰ παπικὲς ἑορτές.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν  Παπαδιαμάντης ἀπευθύνη τὶς γνωστὲς προτροπές του γιὰ φύλαξι τῶν Πατρίων, δὲν αἰθεροβατεῖ, παρὰ ἐκφράζει τὸ ὀρθόδοξο βίωμά του, τὸ ὁποῖο φυλάσσει στὰ κατάβαθά της  ἀμόλευτη ὀρθόδοξη ἑλληνικὴ ψυχή, στὴν ὕπαρξι καὶ στὴν δύναμι τῆς ὁποίας προφανῶς πίστευε καὶ ὑπολόγιζε:

«Νὰ παύσῃ  συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς  θρησκείας  ἐκ  μέρους τῶν πολιτικῶνἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων.  λεγομένη ἀνωτέρατάξις νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἄν θέλῃ νὰ ἐγκλιματισθῇ ἐδῶ. Νὰγίνῃ προστάτις τῶν πατρίων, ὄχι διώκτρια. Νὰ ἀσπασθῇ καὶ ἐγκολπωθῇ τὰςἐθνικὰς παραδόσεις. Νὰ μὴ περιφρονῇ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τιἑλληνικόν. Νὰ καταπολεμηθῇ  ξενισμός,  πιθηκισμός,  φραγκισμός. Νὰ μὴνοθεύωνται τὰ θρησκευτικὰ καὶ οἰκογενειακὰ ἔθιμα. Νὰ καλλιεργηθῇ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοσις εἰς τὴν Λατρείαν, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν Ναῶν,τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ζωγραφικήν. Νὰ μὴ μιμώμεθα πότε τοὺς Παπιστὰς καὶ πότετοὺς Προτεστάντας. Νὰ μὴ χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰπάτρια. Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια καὶ νὰ μὴφροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν. Ἄς σταθμίσωσι καλῶς τὴν εὐθύνην των, οἱ ἔχοντεςτὴν μεγίστην εὐθύνην» (Στὸ κείμενο τοῦ 1896: Ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ Ἱερεῖς τῶνχωρίων, Ἅπαντα, τ. Ε΄, σελ. 198).

 Παπαδιαμάντης εἶναι σαφῶς διορατικὸς στὴν θεώρησί του. Δὲν στοχεύει σὲ μίαπαραδοσιαρχία, ἀλλὰ στὴν εὐλαβικὴ διατήρησι τῶν παραδεδομένων ὡς ζῶσα πηγὴἀναβαπτισμοῦ. Ὅπως καὶ στὸ προηγούμενο κείμενό του ἔτσι καὶ ἐδῶ, κρούει οὐσιαστικὰ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ὅτι μὲ τὴν ἀπεμπόλησι τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καὶ θεσμῶν, ὅπως φυσικὰ καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει, καὶ τὴν στροφὴ πρὸς τὸν φραγκισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν «ἐθνικὴ» ραστώνη καὶ νωχέλεια, δὲν θὰ διατηρήσουμε τὴν ψυχὴ καὶ τὴν συνείδησί μας, τὴν ταυτότητα, τὴν ἀποστολὴ καὶ τὸν στόχο μας, ἀλλὰ θὰ συγχυσθοῦμε καὶ θὰ ξεφτίσουμε, καὶ θὰ γίνουμε ἐμεῖς, οἱ ἄλλοτε ἔνδοξοι, ὄνειδος ἐθνῶν!

Τελικά, αὐτὰ ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι πρόκειται νὰ συμβοῦν (Ἡμερολογιακὴ Μεταρ­ ρύθμισις) καὶ αὐτὰ ποὺ εὐχόταν νὰ συμβοῦν (προσκόλλησις στὴν Παράδοσι καὶ ἄρνησις τοῦ φραγκισμοῦ) φαίνεται νὰ μὴν ἐπαληθεύθηκαν. Ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῆ, συνέβη· καὶ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ συμβῆ, δὲν συνέβη!...

Ὅμως, ἐπειδὴ  Παπαδιαμάντης διασώζει καὶ ἐνσαρκώνει τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλη­ νικὴψυχή, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὀπισθοδρομικὸς  ξενοφοβικός, ἀλλὰ ἦταν καὶ παραμένει ἐπίκαιρος, δυνάμενος νὰ ἀντιταχθῆ κριτικὰ στὶς ἐκ Δυσμῶν προκλήσεις, πιστεύουμε ὅτι οὐσιαστικὰ δὲν διαψεύσθηκε.  μαγιά, τὸ «λεῖμμα τῆς Χάριτος», οἱπνευματικοί του ἐπίγονοι ἀντιτάχθηκαν ἐξ ἀρχῆς στὸ κτύπημα κατὰ τῆςΠαραδόσεως καὶ Πίστεως τοῦ 1924 καὶ ἑξῆς, γιὰ νὰ διασώσουν τὴν Ἐλπίδα.Ὅσοι ἀπέρριψαν τὴν Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία καὶ συνέχισαν νὰ ἀγωνίζωνται κατὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς τῶν πάντων ἰσοπεδώσεως,διακρατοῦν τὴν ἱερὴ φλόγα ποὺ πυρπολοῦσε καὶ τὰ στήθη τοῦ Παπαδιαμάντη, χάριτιδὲ Θεοῦ δὲν θα προδώσουν τὴν Παρακαταθήκην, ἀλλὰ θὰ ἀγωνισθοῦν μὲ τὶς ὅποιεςδυνάμεις τους γιὰ τὴν ταυτότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ὑπόστασί μας· γιὰ ὅσα ἀξίζεικανεὶς νὰ θυσιάζεται, προκειμένου νὰ μείνη ἀδούλωτος στὸ φρόνημα καὶπραγματικὰ ἐλεύθερος, μὲ ἀνοικτοὺς τοὺς ὁρίζοντες τῆς θείας ἀπεραντοσύνης!