A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Γ.Ο.Χ.ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Γ.Ο.Χ.ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             Ἱερὸς Παῦλος μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν μιλᾶμε τὶς γλῶσσες τῶν Ἀγγέλων, καὶ ἂν ἔχουμε τόση πίστη ὥστε νὰ μετακινοῦμε βουνά, καὶ ἂν ἀκόμη παραδώσουμε τὰ σώματά μας στὴ φωτιὰ γιὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἀγάπη, καθόλου δὲν ὠφελούμαστε. 

            Γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο. Γιὰ χάρη τῆς ἴδιας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καταδέχθηκε νὰ ὑψωθεῖ στὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ λυτρώσει ἐμᾶς, ποὺ μὲ τὴν θέλησή μας παρακούσαμε τὴν ἐντολή Του, ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο.

            φόσον, λοιπόν, τόσο ἀγάπησε ὁ Θεὸς ὅλους ἐμᾶς, ἔτσι κὶ ἐμεῖς ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας. Αὐτὸ τονίζει σήμερα ὁ Δεσπότης Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ΙΕ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου. 

            Βλέπουμε κάποιον διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν ρωτᾶ: «ποιά ἐντολὴ εἶναι μεγάλη στὸν νόμο;». Ὡς διδάσκαλος, ἀσφαλῶς καὶ γνώριζε τὴν ἀπάντηση. Ὡστόσο, ἤθελε νὰ πειράξει τὸν Κύριο. Ἤθελε νὰ ἀκούσει μία λανθασμένη ἀπάντηση, γιὰ νὰ ἔχει νὰ Τὸν κατηγορεῖ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα ἄκουγαν τὸν Κύριό μας νὰ κηρύττει, ὑπῆρχαν πολλοὶ τέτοιοι ὑποκριτές, δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὶς ἡμέρες μας ὑπάρχει τὸ γένος αὐτό, ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὸ στόμα τους μόνο γιὰ νὰ ἐπιτεθοῦν λεκτικὰ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔκανε ἕνα λάθος, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος ἔχει κάνει χίλια καλά. Τόσο «ἐνδιαφέρονται» γιὰ τὸ σωστό, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐπιστήσουν διακριτικὰ τὸ σφάλμα, σπεύδουν νὰ τὸ διακηρύξουν «ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ». Ἔτσι καὶ ὁ νομικός. Δυστυχῶς γιὰ ἐκεῖνον, ὅμως, συνομιλοῦσε μὲ τὸν Θεάνθρωπο, ὁ Ὁποῖος δὲν πέφτει σὲ παγίδες. 

             Κύριος ἀπάντησε: «ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολὴ εἶναι νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὴν διάνοιά σου. Δεύτερη δέ, ὅμοια μὲ τὴν πρώτη, νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου. Πάνω σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς κρέμεται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ Προφῆτες». 

            Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καθῆκον μας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συγκροτοῦν τὸν καθημερινὸ βίο τῶν Χριστιανῶν, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἀποτελοῦν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁδηγούμαστε πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας.       

            Καὶ τί σημαίνει ἀγάπη; 

            Τὴν ἀπάντηση μᾶς δίνει ὁ τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, εἶναι ἀγαθή· ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ· ἡ ἀγάπη δὲν καυχιέται, δὲν ὑπερηφανεύεται, δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν παροξύνεται, δὲν λογίζεται τὸ κακό, δὲν χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία, ἀλλὰ χαίρεται μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὴν ἀλήθεια· πάντα βαστάζει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει».

            Πρῶτα, λοιπόν, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Ἀγαπῶ τὸν Θεὸ ὅταν τηρῶ τῖς ἐντολές Του, καὶ οἱ ἐντολές Του δὲν εἶναι δύσκολες. Ἐμεῖς κάνουμε τὰ πράγματα δύσκολα. Καὶ ἂν ἀγαπῶ τὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς θὰ μοῦ φανερωθεῖ, διότι ὁ Ἴδιος μᾶς τὸ βεβαίωσε. 

            πειτα, ὁ Χριστὸς μᾶς τόνισε νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἄλλους ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Ἐνδιαφέρομαι καὶ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου; Ἂν ναί, τότε ἀγαπῶ πραγματικὰ τὸν ἑαυτό μου. Ἔ, λοιπόν, ἔτσι, πρέπει νὰ φροντίζω καὶ γιὰ τοὺς συνανθρώπους μου, διαθέτοντας τὸν ἑαυτό μου γιὰ ἐκείνους. 

            Αὐτά, ὅσο μένουν στὰ λόγια, καθόλου δὲν ὠφελοῦν. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἔμπρακτη καὶ δοκιμάζεται κυρίως στὰ δύσκολα. Καὶ γιὰ να μπορέσει νὰ κυριαρχήσει ἡ ἀγάπη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποχωρήσει τὸ «ἐγώ».

Μὲ τὴν εὐχὴ ὅλοι νὰ βιώσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης, 

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Πολλὲς φορές, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ προβλήματα νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φροντίζουμε νὰ τὰ δημιουργοῦμε. Στὶς παρακλήσεις πρὸς τὴν Κυρὰ-Παναγιὰ ψάλλουμε μεταξὺ ἄλλων: «οἱ μισοῦντές με μάτην […] λάκκον ηὐτρέπισαν».  Δυστυχέστερο, ὅμως, εἶναι τὸ φαινόμενο μόνοι μας νὰ σκάβουμε τὸν λάκκο μας καὶ νὰ πέφτουμε μέσα. Αὐτὸ γίνεται ὅταν στὴ ζωή μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε ὄχι τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ θέλημά μας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ τραγικὸ κεντρικὸ πρόσωπο τῆς σημερινῆς παραβολῆς.

               Κάποιος Βασιλιᾶς θέλησε νὰ ζητήσει λογαριασμὸ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτες του. Τοῦ παρουσίασαν τότε ἕναν δοῦλο, ὁ ὁποῖος χρωστοῦσε τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐπειδὴ ὁ δοῦλος δὲν εἶχε νὰ ξεπληρώσει τὸ βαρύτατο χρέος, ὁ Βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ πάρουν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ὅλο του τὸ βιός, ὥστε νὰ τὰ λάβει ὁ ἴδιος ἀντὶ τοῦ χρέους. Καταλυπημένος μὲ τὴν διαταγὴ αὐτή, ὁ ὀφειλέτης ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ παρακαλῶντάς τον νὰ δείξει ἔλεος, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ξεχρεώσει. Πράγματι, ὁ Βασιλιᾶς σπλαχνίσθηκε καί, τελικά, τοῦ χάρισε τὸ χρέος. 

               ναπαυμένος ὁ δοῦλος, βγῆκε ἀπ΄ τὸ παλάτι καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα εἶδε κάποιον σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Σὲ σύγκριση μὲ τὰ δέκα χιλιάδες τάλαντα, τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀποτελοῦσαν ἕνα τελείως μηδαμινὸ καὶ ἀσήμαντο ποσό. Κι ὅμως, γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας πόσο εὔκολα μποροῦν τὰ πάθη νὰ τυφλώσουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ δοῦλος ποὺ παρὰ λίγο γλίτωσε τὴν ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς οἰκογένειάς του χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Βασιλιᾶ, ἄρχισε ὡς δῆθεν ἀνώτερος νὰ ζητᾶ διὰ τῆς βίας τὰ ὀφειλόμενα ἑκατὸ δηνάρια ἀπὸ τὸν σύνδουλό του. Τί κι ἂν ἐκεῖνος ἔπεφτε καὶ τὸν παρακαλοῦσε; Ἀδίστακτος αὐτός. Εἶχε ξεχάσει τὴν θέση στὴν ὁποία μόλις πρὶν λίγο βρισκόταν, γιὰ αὐτὸ καὶ τόση ἦταν ἡ ἀσπλαχνία του, ποὺ ἅρπαξε τὸν σύνδουλό του καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Λογάριασε ὁ δυστυχὴς χωρὶς τὸν ξενοδόχο.

               Τὸ νέο γνωστοποιήθηκε ἀστραπιαῖα στὸν Βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος, ὀργισμένος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔλαβε χώρα, εἶπε στὸν δοῦλο: «δοῦλε πονηρέ, ὅλο σου τὸ χρέος σοῦ τὸ χάρισα ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ ἐσὺ νὰ σπλαχνισθεῖς τὸν σύνδουλό σου ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ σπλαχνίσθηκα;». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, διέταξε δικαίως νὰ τὸν παραδώσουν στοὺς βασανιστές, μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ὅσα χρωστοῦσε. 

               Εὔκολα κατανοοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Βασιλιᾶς, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Δικαιοκρίτης Θεός. Ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συγκεντρωμένο στὸ ἱστορικό μας ἕνα βαρύτατο φορτίο ἁμαρτιῶν. Ἂν καὶ φέρουμε αὐτὸ τὸ φορτίο, ὁ Θεὸς «οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν». Δὲν μᾶς ἀνταπέδωσε τὴν ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ μᾶς σπλαχνίσθηκε καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸ χρέος καὶ μᾶς λυτρώνει κάθε φορὰ ποὺ προστρέχουμε μὲ μετάνοια καὶ εἰλικρίνεια στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὅταν, ὅμως, φεύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς γρήγορα ξεχνᾶμε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ τὸ ποὺ βλέπουμε κάποιον -ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος λέγεται σύζυγος, πεθερὰ ἢ πεθερός, ἀδερφὴ ἢ ἀδερφός- ὁ ὁποῖος λίγο μᾶς κορόιδεψε, μᾶς σκούντηξε, μᾶς μίλησε ἀπότομα, μᾶς εἰρωνεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς ἔκρινε, μᾶς χτύπησε, εἴμαστε ἔτοιμοι (καὶ τὸ κάνουμε ἀρκετὲς φορές) νὰ τὸν παραδώσουμε στὸ πὺρ τὸ ἐξώτερον, σὰν νὰ εἴμαστε βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Τότε, ὅμως, λαμβάνουμε τὴν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς συνδούλους μας, προκαλεῖ τὴν Θεία Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀπόλυτη. 

               Δὲν εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο; Πῶς γίνεται νὰ θέλω ἀπὸ τὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ εἶναι Ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ἐμένα, ἕναν ταπεινὸ δοῦλο, ὅταν ἐγὼ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία σπεύδω νὰ καταστρέψω τοὺς ὅμοιους μὲ ἐμένα ταπεινοὺς συνανθρώπους μου; Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Γιὰ νὰ ἐπικρατήσει γιὰ λίγο τὸ «ἐγώ» μου. Γιὰ αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» ζημιωνόμαστε ἀφάνταστα. Αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» εἶναι ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὸν λάκκο. Ἂν ἀντ᾽ αὐτοῦ ἐπιλέξουμε τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτομάτως ἔχουμε ἐξασφαλίσει διὰ παντὸς τὸν πλοῦτο τῆς φιλανθρωπίας Του. Τί ἐξυπνώτερο ἀπὸ αὐτό;

               Τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι νὰ συγχωροῦμε, πράγμα ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸν ἐγωισμό. «Συγχωρῶ» στὴν κυριολεξία σημαίνει «κάνω χώρο γιὰ νὰ χωρέσει ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον». Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ χῶρος γιὰ τὸν συνάνθρωπο, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθεῖ τὸ «ἐγώ». 

                συγχώρεση εἶναι τὸ ἕνα φτερὸ τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν συγχώρεση δὲν θὰ δοῦμε Πρόσωπο Θεοῦ, διότι ἂν ἐμεῖς δὲν συγχωρέσουμε, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρέσει. Τί λέμε, ἄλλωστε, στὸ «Πάτερ ἡμῶν»; «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂν τόσο ἀνυποχώρητοι εἴμαστε στὸ νὰ μὴν συγχωροῦμε ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας ἐκεῖνον ποὺ μᾶς πίκρανε, τότε μάλλον πρέπει νὰ ἀλλάξουμε αὐτὴ τὴν προσευχή. Μὴ γένοιτο!

               Καὶ γιατί, τελικά, νὰ εἴμαστε ἀνυποχώρητοι; Τί μᾶς ἔκαναν; Μᾶς λιθοβόλησαν σὰν τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο; Μήπως καὶ ἐμᾶς σὰν τὸν Τίμιο Πρόδρομο μᾶς ἔκοψαν τὸ κεφάλι; Μήπως μᾶς ἀνέβασαν στὸν Σταυρό, σὰν τὸν Δεσπότη Χριστό; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου ἦταν καθηλωμένος, μάθημα μᾶς ἔδωσε νὰ συγχωροῦμε, λέγοντας: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους. Δὲν ξέρουν τί κάνουν».

γαπητοὶ ἀδελφοί,

                ὁδὸς πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι πιὸ ἁπλὴ ἀπὸ ὅσο τὴν θεωροῦμε. Μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς πάντες; Θὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ θὰ πεῖ στοὺς Ἀγγέλους Του: «διαγράψτε του τὸ χρέος καὶ βάλτε τον στὴν χαρὰ τῆς Ζωῆς». Εὔχομαι αὐτὸ νὰ ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ τὸ ἀκούσουμε!

               Καλὴ συνέχεια νὰ ἔχουμε τῆς νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου! Εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἡ περίοδος αὐτὴ ἡ καλύτερη εὐκαιρία νὰ τιμήσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ ἀκουμπήσουμε στὰ εἰκονίσματά της τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Μὴν τὴν ἀφήσουμε νὰ πάει χαμένη!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντασχιλίων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς διέταξε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μεταβοῦν μὲ τὸ πλοῖο στὴν ἀπέναντι πόλη μέχρι νὰ ἀπολύσει τὸ πλῆθος. Ἀφοὺ ἔφυγε ὁ κόσμος, ὁ Χριστὸς μεταβαίνει σὲ κάποιο ὄρος ὅπου, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς βραδιᾶς, ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Τὸ συνήθιζε αὐτὸ ὁ Κύριός μας. Ζητοῦσε τὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν δική μας φώτιση, μετάνοια καὶ σωτηρία. 

            Αὐτὴ τὴν ἡσυχία ἔμελλε νὰ ἀγαπήσουν ἀμέτρητοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανὲς καὶ νὰ τὴν ἀναζητήσουν στὶς ἐρήμους καὶ στὰ Μοναστήρια, ὅπου ὡς κεντρικὴ ἀσχολία εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν διὰ μέσου τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐγκατάλειψης τῶν ἐγκοσμίων ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Μακάριοι καὶ τρισευλογημένοι ὅσοι ἀγάπησαν καὶ ἀφιερώθηκαν στὴν ἡσυχία.

            Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἡσυχία τοῦ ὄρους ὅπου προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν μιὰ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ὁ ἄνεμος εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κατεύθυνσή τους, τὰ κύματα ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ ἡ σωτηρία τους εἶναι ἀβέβαιη. Ἄλλη μιὰ φορὰ εἶχε συμβεῖ αὐτό, ἀλλὰ τότε ἦταν καὶ ὁ Διδάσκαλος μαζί τους στὸ πλοῖο. Τότε εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἄνεμο καὶ στὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσουν καὶ ἐπικράτησε ἡ γαλήνη. Τώρα, ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἐπέτρεψε νὰ μείνουν μόνοι καὶ νὰ δοκιμασθοῦν γιὰ νὰ καταλάβουν τὶ σημαίνει ἀγώνας, τὶ σημαίνει ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμη τῆς πίστης. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς τους, οἱ Μαθητὲς ἀναζητοῦν ἐντονώτερα τὸν Θεάνθρωπο. Φωνάζουν γιὰ βοήθεια, ἀλλὰ ποιός νὰ τοὺς ἀκούσει στὰ μισὰ τῆς θάλασσας καὶ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας; Κι ὅμως, κάποιος τοὺς ἀκούει∙ Ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε ἀκούει ὅσους Τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τρέχει πρὸς ὅσους Τὸν καλοῦν.

            Τὴν ταραχή τους ἔρχεται νὰ μετατρέψει σὲ μεγάλο τρόμο ἕνα παράδοξο θέαμα: κάποιος περπατάει πάνω στὴ θάλασσα! «Φάντασμα;», σκέφτονται ἀμέσως. Ὥσπου ἀκούγεται ἡ γλυκιὰ φωνή Του: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος εἶναι καὶ ἦρθε νὰ τοὺς σώσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, καθὼς μόνοι τους δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας. 

            Ὁ πιὸ ἔνθερμος Μαθητής, ὁ Πέτρος, Τοῦ λέει: «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». Τέτοια ἦταν ἡ λαχτάρα του γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἶπε «διάταξέ με νὰ περπατήσω στὴ θάλασσα», ἀλλὰ «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». «Ἔλα» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ἀμέσως, ὁ Πέτρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπατᾶ στὴ θάλασσα. Οὐσιαστικά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κατάφερε κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Προσέξτε. Ὄχι μόνος του, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψη ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἐνῷ βλέπουν τὸ καλὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ λαμβάνεις τὴν εὐλογία, τὸ ἀκατόρθωτο δηλαδὴ νὰ γίνεται κατορθωτό, σπεύδουν νὰ κινηθοῦν κατὰ τὴν ἀτομική τους βούληση, κάνουν ὅ,τι νομίζουν, ἀποφεύγουν τὴν ὑπακοή. Ἀκόμη, ὅμως, καὶ σωστὰ νὰ εἶναι ὅ,σα κάνουν, τοὺς περιμένει ἡ πλήρης ἀποτυχία. 

            Ὁ  Πέτρος, λοιπόν, περπατᾶ στὴ θάλασσα καὶ πλησιάζει τὸν Χριστό. Ὕστερα, ὅμως, ἀρχίζει νὰ βάζει διάφορους λογισμοὺς στὸ μυαλό του∙ «ὤχ, εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἀέρας. Τί κάνω; Δὲν θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ, θὰ πέσω!». Αὐτὰ σκεπτόμενος, πράγματι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Ἂν καὶ δίπλα στὸν Χριστό, δείλιασε καὶ ἔπεσε. Ζήτησε τότε ἀμέσως τὴν βοήθειά Του: «Κύριε, σῶσον με!». Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν σήκωσε γλιτώνοντάς τον ἀπὸ τὸν θάνατο. 

            Αὐτὲς οἱ δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καθρεφτίζουν τὴν ζωὴ ὅλων μας. Ἀφ᾽ ἑνός, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κοντά μας, ἄγρια θαλασσοταραχὴ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ κατανοοῦμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Θλίψη καὶ φόβος γεμίζει τὴν ψυχή μας καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἀνέβηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἔρχεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ μᾶς διατάζει: Ποτὲ μὴν ἀπελπίζεστε. Θάρρος νὰ ἔχετε! Βλέπω τὰ βάσανά σας καὶ εἶμαι δίπλα σας.

            Ἀφ᾽ ἑτέρου, ὅπως ὁ Πέτρος, καὶ ἐμεῖς βλέποντάς Τον νὰ ἔρχεται ὡς Λυτρωτής, μὲ τὴν εὐλογία Του κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ξεκινᾶμε τὸ ἀκατόρθωτο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων∙ προχωροῦμε σὲ ἕναν ἀγῶνα ὑπὲρ φύσιν μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ χάριν. Στὴν πορεία, ὅμως, ἐνδεχομένως λογισμοὶ νὰ πειράξουν τὸ μυαλό μας: «ἄραγε θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ;». Ξέρετε, ὁ λογισμὸς ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς «μυρμηγκολέων». Στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρὸς, ἀλλὰ ἂν δὲν τὸν διώξουμε ἀμέσως καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μεγαλώσει, γίνεται λιοντάρι καὶ μᾶς τρώει. Ἔτσι καὶ τώρα, αὐτοὶ οἱ μικροὶ λογισμοὶ μποροῦν νὰ μᾶς ρίξουν στὴ θάλασσα τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ἄν, ὅμως, καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πέτρο ζητήσουμε τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ ἁπλώσει φιλάνθρωπα τὸ χέρι Του, θὰ μᾶς σηκώσει καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν αἰώνια Ζωή.

            Εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς αἰώνιας Ζωῆς μὲ τὴν ἱσχυροτάτη πρεσβεία τοῦ σήμερα τιμωμένου, ὁλοζώντανου Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος μὲ πύρινο ἅρμα ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ ἐπισκέπτεται τὴν γῆ σωματικά, καθὼς δὲν ἔχει πεθάνει, καὶ στηρίζει θαυμαστὰ ὅσους τὸν παρακαλοῦν νὰ μεσιτεύσει πρὸς τὸν Θεό.

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

«Φωστῆρες ὑπέρλαμπροι τῆς ἀληθείας Χριστοῦ 

τῷ κόσμῳ ἐδείχθητε ἐπὶ τῆς γῆς ἀληθῶς, Πατέρες μακάριοι»

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Φαντασθεῖτε πόσο μεγάλη καταστροφὴ θὰ γνώριζε τὸ σύμπαν ἐὰν ἔσβηνε ὁ ἥλιος, μαύριζε ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια ἔπαυαν νὰ μοιράζονται μὲ ἐμᾶς τὸ φῶς τους. Ἀνυπολόγιστο τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ. Ὡστόσο, μία μεγαλύτερη συμφορὰ θὰ συνέβαινε ἐὰν ἔσβηναν οἱ νοητοὶ ἀστέρες, δηλαδή, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι ἡ πρώτη καταστροφὴ θὰ θανάτωνε τὸ σῶμα καὶ τὸν αἰσθητὸ κόσμο μὲ τὸν παγετό, παραδείγματος χάριν, ἡ δεύτερη, ὅμως, τὴν ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν αἱρέσεων. 

            Σήμερα τιμοῦμε εὐγνωμόνως τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τοὺς τιμοῦμε διότι ἔζησαν ἑνωμένοι μὲ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο διέδωσαν στοὺς συνανθρώπους τους τόσο μὲ τὴν διδασκαλία, ὅσο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους. Ἀγάπησαν καὶ σεβάσθηκαν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ὀρθοπραξία. Ἔζησαν ὡς γνήσιοι, ἡρωϊκοὶ ποιμένες καθοδηγῶντας τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο στὸν ὑψηλὸ προορισμὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, μέσα ἀπὸ τὴν βασιλικὴ ὁδὸ τῆς διάκρισης. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀποστρέφεται ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν αἵρεση καὶ τὴν καινοτομία, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸν «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο» τῶν δῆθεν ὁμολογητῶν.  

            Οἱ ὑπέρλαμπροι φωστῆρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διασφάλισαν ἀνόθευτη τὴν Πίστη μας ἀντιμετωπίζοντας τὸν Εὐτυχῆ, τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο, τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τους κήρυτταν τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ αἱρέσεις, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ πάψουν τὴν διάδοση τῆς πλάνης καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ μετάνοια τοὺς αἱρετικούς, κινούμενοι στὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ἀπέκοψαν ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            ξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν βεβαίωση τῆς ὀρθῆς πίστης συνέβαλε τὰ μέγιστα τὸ θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας ποὺ ἑορτάσαμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή. Ὀρθόδοξοι καὶ μονοφυσίτες τοποθέτησαν στὴν λάρνακα τῆς Ἁγίας τοὺς ἀντίστοιχους τόμους καὶ ὅταν ἀργότερα ἄνοιξαν ξανὰ τὴν λάρνακα, εἶδαν τὸν τόμο τῶν αἱρετικῶν στὰ πόδια τῆς Ἁγίας, τὸν δὲ τόμο τῶν Ὀρθοδόξων στὸν θώρακα. 

             Ἐκκλησία μας, τιμῶντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἀνταποκρίνεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ λέει ὅτι τὸν ἀναμμένο, φωτεινὸ λύχνο τὸν τοποθετοῦμε στὸν λυχνοστάτη γιὰ  νὰ φωτίζεται ὅλος ὁ οἶκος. Δὲν τὸν κρύβουμε, διότι ἂν τὸν κρύψουμε, χάνουμε τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὴν παρουσία του. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν ἐπιτρέπεται τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς προικισμένους μὲ πολλὰ χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς φωτεινοὺς ὁδοδεῖκτες, νὰ τοὺς ἀπαξιώνουμε, διότι ἔτσι μόνο ζημιωμένοι βγαίνουμε καὶ ἐπιβεβαιώνουμε τὴν πνευματικὴ τύφλωσή μας. Τὰ φῶτα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν Ἁγίων, τῶν χαριτωμένων ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ διαχέονται σὲ ὅλο τὸν οἶκο, ὥστε καὶ ἐμεῖς καὶ ὅσοι θὰ εἰσέρχονται, νὰ βλέπουμε τὸ φῶς, νὰ φωτιζόμαστε καὶ νὰ ὁδηγούμαστε στὴ Θέωση τῆς ψυχῆς. Τὸ ποιὸς εἶναι τὸ Φῶς καὶ ποιὸς τὸ σκότος, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ καθενός.

            Πάντως, κάθε Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει καθῆκον νὰ εἶναι τὸ Φῶς γιὰ τὸν κόσμο, διότι πάλι λέει ὁ Κύριος: «με τέτοιο τρόπο νὰ λάμψει τὸ φῶς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ὥστε νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Οὐράνιο Πατέρα». Ἂν πρῶτα δὲν φωτισθοῦμε οἱ ἴδιοι καὶ ἔπειτα δὲν φωτίσουμε τοὺς συνανθρώπους μας, δὲν εἴμαστε αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Χριστὸς καὶ σίγουρα ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ζητοῦσε ἀπὸ ἐμᾶς κάτι στὸ ὁποῖο νὰ μὴν μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε. Ἂν τόσο καιρὸ ἔχουμε μάθει νὰ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, ὥρα νὰ τὸ ἀφήσουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Φῶς, διότι πιστεύουμε σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου».

            Αὐτὸς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐρχόμενος στὴ γῆ μετέδωσε τὸ Φῶς Του καὶ μείωσε τὸ σκοτάδι. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀνάμειξή τους. Ὡς πρὸς τὸν νόμο, μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν ἦρθε νὰ τὸν καταλύσει, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει καὶ τόνισε ὅτι ὅποιος προσθέσει ἢ ἀφαιρέσει ἕνα ἰῶτα ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωμένο θεϊκὸ νόμο, αὐτὸς θὰ εἶναι ἐλάχιστος γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εὔκολα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε τὴν πλάνη ὁρισμένων ἀποκαλουμένων χριστιανῶν, τῶν Λατίνων. Αὐτοί, ὄχι ἁπλῶς ἀφαίρεσαν ἕνα ἰῶτα, ἀλλὰ ἀκύρωσαν ὁλόκληρη τὴν ἐντολὴ τοῦ Βαπτίσματος. «Βαπτίζω» σημαίνει «βυθίζω κάτι μέσα στο νερό». Καὶ μάλιστα ὁ ὀρθὸς τύπος τοῦ Βαπτίσματος ἀπαιτεῖ τριπλὴ κατάδυση στὸ ἁγιασμένο νερό, ποὺ συμβολίζει τὴν τριήμερη ταφὴ καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μαζὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνοι ἔχουν θεσπίσει τὴν ἐπίχυση λίγου νεροῦ στὴν κεφαλή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἀβάπτιστοι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, λοιπόν, κάποιοι ἐπιμένουν νὰ διατηροῦν σχέσεις μετ’ αὐτῶν, ἀναμειγνύοντας τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πλάνη; Ἂς σκεφθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν ἀπάντηση. Πάντως, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι παιχνίδι ποὺ μεταχειριζόμαστε κατὰ τὸ δοκοῦν. 

              γραμμὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων χαράχθηκε μὲ σαφήνεια. Ὅστις θέλει τὴν ἀκολουθεῖ. Ὅστις δὲν θέλει ἐπειδὴ ἔχει κενὰ στὴν ψυχή του, καλὸ θὰ εἶναι νὰ μὴν μεταφέρει τὰ κενὰ καὶ τὰ πάθη του μέσα στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν ἔζησαν γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πίστευαν αὐτὸ ποὺ ἔκαναν. Δὲν σκόρπισαν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων οὔτε πλάνες καὶ καινοτομίες, οὔτε τρόμο καὶ ἀπελπισία. Μόνο τὴν Ὀρθοδοξία μετέφεραν, μόνο Φῶς, Ἐλπίδα καὶ Παρηγοριά, φυλάσσοντας πάντοτε τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Θέωση. Σὲ αὐτὴ τὴν ὁδὸ ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ ὑπόδειγμα τῶν Ἁγίων, ὄχι τῶν δυτικῶν ἀκαδημιῶν, οὔτε τῆς ἀδιακρισίας ποὺ ὁδηγεῖ στὸν φανατισμό.

Βοήθειά μας οἱ Ἅγιοι Πατέρες!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             ἄλλοτε ὑπέρλαμπρος Ἑωσφόρος, μετὰ τὴν πτώση του, βλέποντας τὴν τιμὴ καὶ εὐλογία ποὺ προσέφερε ὁ Θεὸς στὸ ἀνθρώπινο γένος, φθόνησε τοὺς ἀνθρώπους μανιωδῶς, διότι ὁ ἄνθρωπος στολίσθηκε μὲ χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσίν Του, ἔχοντας τὴν δυνατότητα νὰ γίνει κατὰ χάριν θεός. Ἐκτὸς αὐτοῦ, πλάσθηκε γιὰ νὰ συμμετέχει στὴν χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά Του. Χάρη σὲ αὐτὸν τὸν φθόνο του, ὁ μισόκαλος πείραξε τὴν Εὔα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγήσει αὐτὴν καὶ τὸν Ἀδὰμ στὴν παρακοὴ καὶ τὴν ἐξορία ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἔκτοτε, αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική του. Ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος: «ὁ ἀντίπαλός σας διάβολος περιφέρεται βρυχώμενος σὰν λιοντάρι ζητῶντας ποιὸν νὰ καταβροχθίσει». Τί κάνουμε, λοιπόν; Τὸν ἀφήνουμε νὰ βρυχᾶται ἐλεύθερος, ἢ τὸν ἀντιμετωπίζουμε; Πολλοὶ θὰ ποῦν ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουμε. Ναί. Ἀλλὰ ἐμεῖς εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὰ κατάλληλα ἐφόδια. Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία. Ἄλλο ἕνα πολὺ βασικὸ εἶναι ἡ γνώση ὅτι ὁ ἀντίπαλός μας, ὅσο φοβερὸς καὶ ἂν παρουσιάζεται, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἀδύναμος. 

            Αὐτὸ διαπιστώνουμε μέσα ἀπὸ τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή∙ ὁ Χριστὸς συνάντησε δύο δαιμονισμένους καὶ τὰ δαιμόνια φοβήθηκαν καὶ ταράχθηκαν. «Ἦρθες νὰ μᾶς βασανίσεις πρὶν τὴν ὥρα μας;», Τοῦ εἶπαν. Καὶ συνέχισαν: «τουλάχιστον ἐπίτρεψέ μας νὰ εἰσέλθουμε στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων». Τότε, ὁ Χριστὸς τοὺς ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ μποῦν στὸ κοπάδι, τὸ ὁποῖο, ἀκολούθως, οἱ δαίμονες ἔριξαν ἀπὸ τὸν γκρεμὸ στὴν θάλασσα.

            Βλέπουμε ξεκάθαρα μέσα ἀπὸ αὐτὰ ὅτι τὰ σκοτεινὰ πνεύματα δίχως τὴν ἄδεια τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα. Τότε θὰ ρωτήσει κάποιος: γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸν πειρασμὸ νὰ μᾶς πειράζει κάποιες φορές; Ὁ Θεὸς γνωρίζει. Ἐκεῖνος μᾶς δοκιμάζει ἂν εἴμαστε πιστοὶ καί -δίχως ἀμφιβολία- ἐργάζεται νὰ μᾶς ὠφελήσει μὲ κάθε τρόπο. Ἄλλωστε, «ἔπαρον τοὺς πειρασμοὺς καὶ οὐδεὶς ὁ σωζόμενος» διδάσκει ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Χωρὶς νὰ δοκιμασθοῦμε μέσῳ τῶν πειρασμῶν, δὲν θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ.

            Μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δαιμονισμένων, ὁ Θεὸς μᾶς δείχνει τὴν πρόνοιά Του, διότι τὰ πονηρὰ πνεύματα μπορεῖ νὰ πολεμοῦσαν τοὺς δύο νέους, τοὺς πολεμοῦσαν, ὅμως, μέχρι ἑνὸς σημείου. Ὁ Θεὸς τοὺς προστάτευε. Ὅταν, ἀντιθέτως τὰ πνεύματα εἰσῆλθαν στοὺς χοίρους, δίχως κανένα ἐμπόδιο ὅρμηξαν στὸν γκρεμὸ καὶ τοὺς ἔπνιξαν ὅλους στὴ θάλασσα. Ἂν εἶχαν τὴν δυνατότητα, θὰ ἔκαναν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς δύο νέους. Δὲν τὴν εἶχαν, ὅμως. Μπορεῖ, λοιπόν, ὁρισμένες δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς μας, ὥς ἄνθρωποι, νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι ἔχουμε μείνει μόνοι ἢ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε, πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ὅμως, ὅτι ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἦταν δίπλα μας νὰ μᾶς βοηθάει, τὰ πράγματα θὰ ἦταν πολὺ χειρότερα.  «Δόξα τῷ Θεῷ» νὰ λέμε. 

            Πρὸς τὸ τέλος τῆς περικοπῆς, μετὰ τὴν θεραπεία τῶν δαιμονισμένων καὶ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων, οἱ χοιροβοσκοὶ ἔτρεξαν στὴν πόλη νὰ διηγηθοῦν τὸ γενόμενο. Σὲ λίγη ὥρα συγκεντρώθηκε ὁ λαὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ τί Τοῦ εἶπαν; Εὐχαριστοῦμε Κύριε ποὺ θεράπευσες τοὺς συνανθρώπους μας; Ὄχι. Ἀλλὰ τί τοῦ εἶπαν; Φύγε ἀπὸ τὸν τόπο μας. Μήπως ἐπειδὴ θεωροῦσαν καὶ αὐτοὶ ἀνάξιους τοὺς ἑαυτούς τους, ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος τῆς προηγούμενης Κυριακῆς; Ὄχι, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶδαν τὰ οἰκονομικά τους συμφέροντα νὰ τραυματίζονται. 

            Νὰ σημειωθεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι τὸ χοιρινὸ κρέας ἦταν καὶ εἶναι μέχρι σήμερα παράνομη τροφὴ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Ἡ ἐκτροφή, λοιπόν, τῶν χοίρων ἦταν ἕνα παράνομο ἐπάγγελμα. Ὁ Χριστὸς ἐπέτρεψε στοὺς δαίμονες νὰ θανατώσουν τοὺς χοίρους γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν παρανομία καὶ τὴν αἰσχροκέρδεια τῶν κατοίκων. Καὶ αὐτοί, ἐπειδὴ ἦταν βουτηγμένοι στὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, ἐνῷ εἶχαν μάτια, στὴν πραγματικότητα δὲν εἶδαν τὸ Φῶς ποὺ ἐπισκέφθηκε τὴν ζωή τους, τὸ ἔδιωξαν καὶ παρέμειναν στὸ σκοτάδι. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀντὶ νὰ ἀφήσει τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο, ὡς δοῦλος ἐργάζεται ἐμμονικὰ στὰ πάθη του, δίχως νὰ φροντίσει νὰ θεραπευθεῖ.

            Στὴν συμπεριφορὰ αὐτὴ τῶν Γεργεσηνῶν, ὁ Χριστὸς ἀπάντησε μὲ τὴν πραότητά Του: «Δὲν μὲ θέλετε στὴ ζωή σας; Φεύγω. Ὁ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπιλέξει ἂν θέλει ἢ ἂν δὲν θέλει νὰ εἶμαι παρὼν στὴ ζωή του». Ὁ Θεὸς δὲν πίεσε κανέναν. Σεβόμενος τὴν ἐλευθερία τους, ἔφυγε καὶ συνέχισε τὸ ἔργο Του. 

            Φτάνουμε, λοιπόν, στὸ συμπέρασμα ὅτι ἂν θέλουμε τὸν Θεὸ στὴ ζωή μας, ἔρχεται καὶ μᾶς εὐλογεῖ. Δὲν φεύγει ἀπὸ κοντά μας. Καὶ ἂν ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, δὲν ἔχουμε νὰ φοβηθοῦμε κανέναν καὶ τίποτα∙ οὔτε ὁρατούς, οὔτε ἀοράτους ἐχθρούς. 

Μετ᾽ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στὴν Καθολικὴ Ἐπιστολή του ἀναφέρει: «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

            ὑπερηφάνεια ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν κακῶν ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Ἑωσφόρου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταποντισθεῖ καὶ ἀπὸ ὑπέρλαμπρος νὰ γίνει σκοτεινὸς καὶ νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια κόλαση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ ἐπιμονὴ βρίσκεται στὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὅταν δηλαδὴ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του καλύτερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπολοίπους καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ ἀλαζονεία, ὁ Θεὸς φεύγει ἀπὸ κοντά του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς φύγει, ἀμέσως ἔρχονται οἱ συμφορές. 

            Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει ἡ ἀνθρωπότητα. Ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ἡ Παναγία μας δέχθηκε τὸ Θεῖο Θέλημα. Ἀπὸ ταπεινοφροσύνη πάλι, ὁ Χριστός μας, ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἔλαβε σάρκα, ἐμπαίχθηκε, σταυρώθηκε.  Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλους -ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς- προσιτὸς καὶ ἀγαπητός, διότι μέσα του ἀναπαύεται ἡ Θεία Χάρις. 

            Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ὑπῆρξε ὁ ἑκατόνταρχος τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος, σημειωτέον, δὲν ἀνῆκε στὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ὁ Κύριος τελείωσε τὴν διδασκαλία, ὁ ἑκατόνταρχος Τὸν πλησίασε καὶ Τοῦ εἶπε μὲ εὐγένεια: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι στὸ σπίτι κατάκοιτος καὶ ὑποφέρει». «Ἐγὼ θὰ ἔλθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω», ἀπάντησε ἀμέσως ὁ Φιλάνθρωπος Θεός. Ὁ ἑκατόνταρχος δὲν πῆγε ἀλαζονικὰ νὰ πεῖ στὸν Χριστό: «θεράπευσέ μου τὸν δοῦλο. Δεῖξε μου κάποιο θαῦμα». Ὅταν οἱ δῆθεν πνευματικοὶ τῆς ἐποχῆς, οἱ Φαρισαῖοι, εἶχαν συμπεριφερθεῖ κατὰ τέτοιον τρόπο ἀπαιτῶντας ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα γιὰ νὰ πιστέψουν, Ἐκεῖνος τοὺς ἔκοψε τὸ θέλημα. Αὐτόν, ὅμως, ποὺ μὲ εὐγένεια καὶ ταπείνωση Τὸν πλησίασε, ὁ Χριστὸς τὸν βεβαίωσε ὅτι θὰ πάει ὁ Ἴδιος στὸ σπίτι του γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο. 

            Χρειαζόταν ὁ Χριστὸς νὰ πάει ἕως τὸ σπίτι γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα; Ὄχι. Τότε γιατί ὁ Χριστὸς εἶπε «θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω»; Διότι ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν πολὺ ἐνάρετος καὶ ταπεινὸς ἄνθρωπος καὶ ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ κάνει γνωστὴ σὲ ὅλους μας τὴν ἀρετή του, ἡ ὁποία φάνηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντησή του: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ εἰσέλθεις στὸ σπίτι μου. Μόνο πὲς ἕναν λόγο καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ θεραπευθεῖ». Ἀκούοντας τὴν φράση αὐτή, ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ἐθαύμασε, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπαίνεσε δημοσίως, προβάλλοντάς τον ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Σήμερα, ἂν κάποιος ἔχει ἀρετὲς ἢ ἂν κάνει καλὲς πράξεις, κανένας δὲν τὸν ἐπαινεῖ γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ ὑπερηφάνεια. Αὐτὸ εἶναι σωστὸ σὲ κάποιες περιπτώσεις. Σὲ κάποιες ἄλλες, ὅμως, ὅπως αὐτὴ τοῦ ἑκατοντάρχου, ὁ ἔπαινος ἐπιβάλλεται, διότι προσφέρει ἠθικὴ στήριξη καὶ διδάσκει ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ παράδειγμα ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε.

            Ὁ ἑκατόνταρχος μὲ τὰ λίγα ποὺ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τὸν Κύριο, εἶχε καταλάβει ποιὸν εἶχε ἀπέναντί του. Εἶχε πιστέψει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Θεάνθρωπος, γιὰ τὸν Ὁποῖο τὰ πάντα εἶναι δυνατά. Ἀντιθέτως, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερηφανεύονταν ὅτι ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, δὲν εἶχαν καταλάβει. Ἐμεῖς, ἄραγε, σὲ ποιά μερίδα ἀνήκουμε; Εἴμαστε ἀρεστοὶ στὸν Θεὸ ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ἢ σὰν τοὺς Ἰουδαίους κομπάζουμε κι ἐμεῖς ὅτι εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοί, ἀλλὰ τελικὰ δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ Φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι;

            Σήμερα ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴν δύση, ἄνθρωποι ποὺ δὲν περιμένουμε, θὰ εἰσέλθουν στὸν Παράδεισο, ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται κληρονόμοι τῶν Οὐρανῶν, θὰ καταλήξουν στὸ σκοτάδι. Ἔχει πεῖ ἄλλωστε καὶ ἀλλοῦ ὅτι «πολλοὶ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι πρῶτοι». Ὁ ἑκατόνταρχος προσέγγισε τὸν Χριστὸ θεωρῶντας τὸν ἑαυτό του ἔσχατο, τελευταῖο, ἀνάξιο, καὶ ὁ Χριστὸς τὸν τίμησε, τὸν ἀντέμειψε θεραπεύοντας ἀμέσως τὸν δοῦλο του καὶ τὸν ὁμολόγησε ἄξιο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἢ θεωροῦμε ὅτι ἔχουμε καὶ δικαιώματα ἐπειδὴ εἴμαστε καλοὶ χριστιανοί; Ἴσως πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε μέσα μας κάποια πράγματα. 

            Σὲ λίγο καιρὸ ἡ Ἐκκλησία μας θὰ τιμήσει τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, γιὰ τὴν ὁποία προετοιμάζεται μὲ τὴν παροῦσα νηστεία. Θὰ ἀναφερθῶ μόνο στὸν πρῶτο, διότι σχετίζεται μὲ τὸν ἑκατόνταρχο τῆς περικοπῆς. Εἴδαμε καὶ θαυμάσαμε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου ποὺ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Κυρίου στὸν οἶκο του. Ἂς δοῦμε τώρα τὴν ταπείνωση τοῦ Πρωτοκορυφαίου Πέτρου, ὁ ὁποῖος ὅταν κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἁπλὸ ἄνθρωπο, Τοῦ εἶπε: «Κύριε, φύγε ἀπὸ κοντά μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος». Θεωροῦσε ὅτι ἦταν ἀνάξιος μέχρι καὶ νὰ στέκεται δίπλα στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὴν ἀποστολικὴ Χάρη καὶ νὰ γίνει Διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης. Ἐὰν ἐκεῖνοι, λοιπόν, θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους ἀναξίους, πόσο ἀναξίους πρέπει νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας ἐμεῖς; Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μόνο ἂν πιστέψουμε εἰλικρινὰ ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶμαστε πραγματικὰ ἄξιοι, διότι ἐδὼ δεσπόζει ἡ ταπεινοφροσύνη.

            Ἂς προσέξουμε, λοιπόν, ἀφενὸς νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, διότι ὅσα καὶ ἂν εἶναι τὰ σφάλματά μας καὶ οἱ πτώσεις μας, μιμούμενοι τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου μποροῦμε νὰ ἀξιωθοῦμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου. Ἀφετέρου, νὰ μὴν νομίζουμε ὅτι εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οὔτε νὰ κρίνουμε κανέναν, διότι καὶ οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ἴδιο ἔκαναν, μά, τελικά, ἔμειναν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ. 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

   Χαίρετε! Χαίρετε ὅπως χάρηκαν οἱ ἁπλοὶ ψαράδες στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, οἱ ἀγράμματοι -πλὴν ὅμως πλήρεις ἀγάπης- ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, ὅταν ἄκουσαν ἀπὸ τὰ θεϊκὰ χείλη: «Ἀκολουθῆστε με καὶ ἀπὸ ἁλιεῖς ἰχθύων θὰ σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

    σημερινὴ Κυριακὴ συνδέεται ἄρρηκτα μαζὶ μὲ τὶς δύο προηγούμενες σὲ μία ἀντίθετη πορεία στὸν χρόνο, ἀπὸ τὴν κατάληξη τῶν Ἀποστόλων, ἕως τὴν ἀρχή τους. Τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς εἴδαμε τοὺς ἀγραμμάτους Μαθητὲς νὰ δέχονται τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ καθίστανται πάνσοφοι φωστῆρες τῆς οἰκουμένης. Τὴν δὲ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων ἀκούσαμε ἀπὸ τὸν Κύριο ὅτι ὅσοι ἐγκατέλειψαν σπίτια, γονεῖς, ἀδέλφια καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο βιοτικὸ ἕνεκεν τῆς ἀγάπης πρὸς Ἐκεῖνον θὰ λάβουν ἑκατονταπλασίονα καὶ θὰ κληρονομήσουν αἰώνια ζωή. Τότε ὁ Πέτρος εἶχε πεῖ στὸν Κύριο «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι». Σήμερα, λοιπόν, μαθαίνουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Ἀπόστολοι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. 

    Χριστός μας στὴν προκυμαία τῆς Γαλιλαίας προσκάλεσε τοὺς ἁλιεῖς, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν ἐν ὥρᾳ ἐργασίας, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν καὶ θὰ τοὺς ἀναδείκνυε ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ὥστε νὰ ἑλκύουν ἀπὸ τὴν θάλασσα τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἁμαρτίας ἀνθρώπινες ψυχὲς καὶ νὰ τὶς προσφέρουν στὸν Θεό. Χωρὶς πολλὰ λόγια, χωρὶς νὰ ἔχουν δεῖ μεγάλα θαύματα, χωρὶς νὰ ξέρουν τὴν κατάληξή τους ἢ ἂν θὰ ἔχουν φαγητὸ ἢ νερό, οἱ τέσσερεις ψαράδες τὰ ἄφησαν ὅλα -μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς λέξης- καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο. Ὁ Πέτρος ἦταν οἰκογενειάρχης. Ἄφησε, ὅμως, τὴν οἰκογένειά του καὶ ἔγινε Ἀπόστολος. Ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης ἄφησαν τὸν πατέρα τους νὰ συνεχίσει χωρὶς τὴν βοήθειά τους τὸ οἰκογενειακὸ βιοποριστικὸ ἐπάγγελμα καὶ ἔγιναν Ἀπόστολοι. Ἐπίσης, ὁ Ἰωάννης ἦταν μικρὸς στὴν ἡλικία. Τίποτα δὲν τοῦς στάθηκε ἐμπόδιο -ἢ καλύτερα τίποτα δὲν πρόβαλαν ὡς ἐμπόδιο- καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο. Σημειωτέον ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀκούσαμε ἐμεῖς τὴν παρελθοῦσα Κυριακή: «πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει», οἱ πρώην ψαράδες δὲν τὸ εἶχαν ἀκούσει. Παρὰ ταῦτα, ἐντελῶς πηγαῖα, ἐντελῶς αὐθόρμητα, ἔγιναν Μαθητές Του. 

   Βεβαίως, δὲν θὰ γίνονταν μὲ τόση εὐκολία μαθητὲς ὁποιουδήποτε τοὺς καλοῦσε. Αὐτὸ ποὺ τοὺς ἔκανε στὴν προκειμένη περίπτωση νὰ τὰ ἀφήσουν ὅλα πίσω δίχως δεύτερη σκέψη ἦταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Δεσπότης Χριστὸς εἶχε μιλήσει στὴν καρδιά τους καὶ ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ εἶχαν ἁγνὴ καρδιά, εἶχαν κατανοήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος. 

   Οἱ Ἀπόστολοι ἐμπιστεύθηκαν τὸν Κύριο γιὰ αὐτὸ ὁ Κύριος τοὺς τίμησε σὲ τόσο μεγάλο βαθμό, κάνοντας τὴν μεγαλύτερη ἀνατροπή. Γιὰ τὸ ὕψιστο ἔργο τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐπέλεξε ἐπιστήμονες καὶ ρήτορες.  Ἀνερμήνευτο τὸ Θέλημά Του, ἀλλὰ στοχευμένο καὶ πάνσοφο.Ἐπέλεξε ἐκείνους ποὺ ἦταν ἀσήμαντοι στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πολὺ σημαντικοὶ στὰ δικά Του μάτια. Τοὺς ἐπέλεξε καὶ τοὺς ἀνέδειξε ρήτορες καὶ σοφούς, δείχνοντας σὲ ὅλους μας τὴν παντοδυναμία Του. «Ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις».

   Ποιό εἶναι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ νόημα ὅσων ἀκούσαμε σήμερα; 

   Οἱ Μαθητὲς γιὰ νὰ φθάσουν στὴν αἴγλη στὴν ὁποία τοὺς εἴδαμε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς πρῶτα ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν προηγούμενη ζωή τους καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Κύριο. Ὁ Κύριός μας δὲν ζητᾶ ἀπὸ ὅλους νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς οἰκογένειές τους ἢ ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα, διότι κάπου μέσα στὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρει ὅτι «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον». Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ Τὸν προσεγγίσουν εἶναι νὰ Τὸν ἐμπιστεύονται καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦν περισσότερο ἀπὸ κάθε τὶ ἄλλο καὶ νὰ ἐκφράζουν αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἔμπρακτα, μὲ πνεῦμα θυσιαστικό. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς οἰκογένειας ἢ τῆς περιουσίας, αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν καθένα μας, ὅλοι μποροῦμε νὰ τὸ πετύχουμε, καὶ ὡς ἐκ τούτου, δὲν ὑπάρχουν δικαιολογίες. 

   ς ἐμπιστευθοῦμε, λοιπόν, τὸν Κύριο, ὥστε καὶ ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἐμπιστευθεῖ. Οἱ Ἀπόστολοι -ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν- Τὸν ἐμπιστεύθηκαν, μὲ ἀποτέλεσμα ὅλα ὁ Θεὸς νὰ τὰ κατευθύνει στὴ ζωή τους καὶ νὰ τοὺς ἀναδείξει μεγάλους. Ἐκεῖνος, ὅμως, ὁ ἕνας ποὺ δὲν ἐμπιστεύθηκε τὸν Διδάσκαλό του, γκρεμίστηκε. Καὶ ἔτσι γκρεμίζονται διαχρονικὰ ὅσοι δὲν ἐμπιστεύονται. Ὅσοι, πάλι, δείχνουν ἐμπιστοσύνη, ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση, τοὺς ἀναμένει ἡ τιμὴ ποὺ ἔλαβαν οἱ Ἀπόστολοι. 

Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ, ὁ Θεός, ὁδήγησέ μας στὸ Θέλημά Σου. Ἀμήν!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέσῳ τῆς ὁποίας διατρανώθηκε τὸ συνοδικὸ σύστημά της. Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τὰ προβλήματά της μὲ τὴν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κατεξοχὴν Διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, ἀποφασίζουν βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ κινοῦνται μὲ τὴν φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ συνοδικὸ σύστημα τῆς Ἐκκλησίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

            Σημαντικὸς κανόνας ποὺ θέσπισε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὑπῆρξε ἡ καθιέρωση τοῦ Πασχαλίου, ἡ Ἡμερομηνία, δηλαδή, ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα αὐτόν, τὸ Πάσχα κυμαίνεται ἀπὸ 23 Μαρτίου ἕως 25 Ἀπριλίου.

             Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ παράφρονα Ἀρείου. Ὁ Ἄρειος ἦταν ἕνας ταλαντοῦχος καὶ μορφωμένος κληρικός. Τί μποροῦν, ὅμως, νὰ προσφέρουν τὰ τάλαντα καὶ ἡ μόρφωση ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ κατάλληλη πνευματικὴ κατάσταση γιὰ νὰ ἀξιοποιηθοῦν; Ὁ Θεὸς μᾶς προικίζει μὲ τάλαντα, προκειμένου μέσῳ αὐτῶν νὰ ὁδηγηθοῦμε καὶ νὰ ὁδηγήσουμε ψυχὲς σὲ Ἐκεῖνον. Ὁ Ἄρειος, δυστυχῶς, τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τὸ ἀτομικό του κέρδος. Ὄντας κληρικὸς τῆς Ἐπισκοπῆς Ἀλεξανδρείας, ποτέ του δὲν σεβάσθηκε, ποτέ του δὲν συμβουλεύθηκε τὸν Ἐπίσκοπό του, Ἅγιο Ἀλέξανδρο. Θεώρησε τὸν ἑαυτό του καλύτερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπολοίπους καὶ σχημάτισε πλάνες σχετικὲς μὲ τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ μας, τὶς ὁποῖες ἀργότερα κήρυξε δημόσια, παραβαίνοντας κάθε στοιχειώδη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή. Τὸ «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε» ἐνσαρκώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρείου. Ἡ Σύνοδος κινουμένη στὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τὸν ἀναθεμάτισε καθὼς ἦταν σεσηπὸς μέλος, μὲ στόχο τόσο τὴν προστασία τοῦ ποιμνίου, ὅσο καὶ τὴν δική του μετάνοια. Ἡ πνευματικὴ τύφλωσή του, ὡστόσο, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μετανοήσει. Τὸ τέλος του ἦταν φρικτό.

            Δυστυχῶς, τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀρείου πολλοὺς δὲν κατάφερε νὰ τοὺς συνετίσει. Ἀμέτρητοι ἄνθρωποι φίλαρχοι, μὲ πολὺ ἐγωισμό, μὲ ἔπαρση γιὰ τὴν μόρφωσή τους, ἄνθρωποι ποὺ πίστεψαν ὅτι εἶναι ἐξυπνώτεροι καὶ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, ἀναδείχθηκαν αἱρετικοί. Οἱ διάφορες πλάνες ποὺ κήρυξαν ὑστεροῦσαν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ σωθεῖ. Πολλὲς πληγὲς ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτούς. Αὐτοί, δυστυχῶς, θὰ ὑπάρχουν ἕως τῆς συντελείας.

            τσι, λοιπὸν, μόλις τὸν περασμένο αἰώνα, ἄνθρωποι πλάνοι, προερχόμενοι ἀπὸ τὴν ὕπουλη Δύση καὶ κινούμενοι μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐγκαινίασαν μία νέα μέθοδο προσβολῆς τοῦ Λόγου τῆς Ἀληθείας. Ἡ μέθοδος αὐτὴ εἶναι ἡ λεγόμενη «οἰκουμενικὴ κίνηση» ἡ ὁποία προωθεῖ διαχριστιανικοὺς διαλόγους μὲ κύριο στόχο τὴν ἐξίσωση ὅλων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων. Τέτοιου εἴδους διάλογοι ὄχι καλὸ δὲν πρόκειται νὰ κάνουν, ὄχι μετάνοια στοὺς αἱρετικοὺς δὲν πρόκειται νὰ προξενήσουν, ἀντιθέτως, πολλὲς φορὲς ἀμβλύνουν καὶ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα ὥστε νὰ ἀποδέχεται διάφορες αἱρετικὲς δοξασίες. Πρὸς τί, λοιπόν, ἡ συμμετοχή; Ἕνας ἀληθινὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ἕνας Ἅγιος, πλημμυρισμένος ἀπὸ Φῶς Χριστοῦ, ἴσως νὰ μὴν χρειαζόταν καθόλου νὰ μιλήσει. Μόνο ἡ ὄψη του θὰ ἦταν ἱκανὴ νὰ προσελκύσει ἀνθρώπους στὴν σωτήρια ὁδὸ τῆς Ὀρθοδοξίας.

            δὼ θέλω νὰ σταθῶ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει καθῆκον νὰ λάμπει μὲ τὸ φωτεινό του παράδειγμα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ὁ Ὁποῖος λέει: «μὲ τέτοιον τρόπο νὰ λάμψει τὸ φῶς σας ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Οὐράνιο Πατέρα». Ἐνδεχομένως, σήμερα νὰ λείπει αὐτὸ τὸ φωτεινὸ παράδειγμα. Ἀλήθεια, ἐμεῖς εἴμαστε Φῶς στὸν κόσμο; Ἀγαποῦμε; Συγχωροῦμε; Ἀγωνιζόμαστε νὰ κρατοῦμε τὴν πίστη μας; Τὴν ὁμολογοῦμε ὅταν οἱ καταστάσεις τὸ ζητοῦν, ἢ κωφεύουμε;

            σον ἀφορᾶ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ὁμολογίας, αὐτή, ἐνδεχομένως, ἔχει παρερμηνευθεῖ. Ὁμολογοῦμε Χριστὸ ὄχι μόνο μὲ τὸ νὰ λέμε ἢ νὰ φωνάζουμε ὅτι εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νὰ ζοῦμε ὡς Ὀρθόδοξοι, δηλαδὴ συνδυάζοντας ἁρμονικὰ τὴν ὀρθὴ καὶ ἀκέραιη πίστη μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστὸς εἶπε νὰ μὴν ἀλλάξουμε ἰώτα ἕν, ἀλλὰ αυτὸ τὸ ἰώτα δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη, τὴν συγχώρεση, τὴν νηστεία καὶ τόσα ἄλλα.

       σοι πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τέκνα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουμε νὰ γίνουμε Φῶς. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἦταν Φῶς. Οὐδέποτε φέρθηκαν ἀναρχικά. Γνώριζαν νὰ κάνουν ὑπακοὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή. Οὐδέποτε φέρθηκαν μὲ ἀσέβεια. Γνώριζαν νὰ τιμοῦν καὶ νὰ σέβονται πρωτίστως τὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κλήθηκαν νὰ διακονήσουν. Οὐδέποτε φέρθηκαν ἰδιοτελῶς. Γνώριζαν νὰ θυσιάζονται ἀνὰ πάσα ὥρα καὶ στιγμὴ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.

Βοήθεια μας οἱ Ἅγιοι Πατέρες!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Χριστὸς Ἀνέστη!

            Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα βλέπουμε νὰ περνᾶ ὁ Χριστός μας κοντὰ ἀπὸ ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό καὶ οἱ Μαθητὲς νὰ κάνουν μία παράξενη ἐρώτηση: ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ γιὰ νὰ γεννηθεῖ τυφλός; Οἱ Μαθητὲς θεώρησαν τὴν ἐκ γενετῆς τύφλωση ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸν Θεὸ λόγῳ κάποιας ἁμαρτίας. Τὸ νὰ ἁμάρτησαν, λοιπόν, οἱ γονεῖς εἶναι ἐν μέρει κατανοητό. Ἡ θεωρία, ὅμως τοῦ νὰ ἁμάρτησε τὸ παιδὶ πρὶν ἀκόμη γεννηθεῖ ὀφείλεται σὲ πλάνες μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν μετενσάρκωση ἢ τὴν δυνατότητα τοῦ παιδιοῦ νὰ ἁμαρτήσει ὄντας μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας.

        Εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν περισσότερων ἀνθρώπων, ὅταν ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ κάποια ἀσθένεια, ἢ κάποιο γενικότερο πρόβλημα, νὰ λένε αὐτὸ τὸ «γιατί;». Τὸ «γιατί σὲ ᾽μένα, Θεέ μου» ἀκούγεται, πράγματι, συχνά. Γιὰ νὰ τερματίσει αὐτὲς τὶς ἀπορίες καὶ τὰ παράπονα ὁ Χριστὸς λέει ὅτι κανένας δὲν ἁμάρτησε. Ἡ ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου ὑφίσταται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ πάνω του. Ἔτσι πρέπει νὰ βλέπει ὁ καθένας μας τὰ προβλήματά του. Ὡς ἕναν Σταυρὸ ποὺ μὲ λίγη ὑπομονὴ θὰ φέρει τὴν Ἀνάσταση, ὡς μία αἰτία γιὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς μέσῳ τῆς καρτερίας μας.  Ὄχι ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι μὲν Δίκαιος, ἀλλὰ ὄχι τιμωρός.

             Συνεχίζει ὁ Χριστός, λέγοντας: πρέπει νὰ ἐργάζομαι ὅσο εἶναι μέρα, διότι θὰ ἔρθει κάποτε ἡ νύχτα καὶ κανένας δὲν θὰ μπορεῖ νὰ ἐργάζεται. Ὅταν εἶμαι στὸν κόσμο, εἶμαι Φῶς τοῦ κόσμου. Παίρνοντας τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ὑμνωδός, στὸ δοξαστικὸ τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἐσπερινοῦ ἀποκαλεῖ τὸν Χριστὸ «τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιο νοητό». Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης λέει ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζεται δίχως ἀναβολές, δίχως παύσεις, διότι ὁ καιρὸς περνάει καὶ ἔρχεται ἡ νύχτα καὶ ὅσο εἶναι στὸν κόσμο πρέπει νὰ ἁπλώνει συνεχῶς καὶ μόνο τὸ Φῶς. Τὰ λόγια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ λάβουμε πολὺ σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν ὅσοι ἀφήνουμε γιὰ αὔριο τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὅσοι τὴ μιὰ πράττουμε φωτεινὰ καὶ τὴν ἄλλη σκοτεινὰ ἔργα. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὸ σήμερα γιὰ νὰ ἐργαστοῦμε τὰ ἔργα τοῦ Φωτός. Τὸ αὔριο μπορεῖ καὶ νὰ μὴ μᾶς τὸ δώσει.

             Ἔρχεται στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ ποθητὴ στιγμὴ τῆς θεραπείας. Ὁ Χριστὸς προβαίνει σὲ μία συμβολικὴ κίνηση. Ἀναμειγνύει σάλιο μὲ χῶμα καὶ χρίει τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Γιατί τὸ κάνει; Γιατί ἐνῷ τὶς ἄλλες φορὲς θεράπευσε παράλυτους, κωφούς, δαιμονισμένους καὶ ἀνέστησε νεκροὺς μόνο μὲ ἕνα Του λόγο, τώρα ἀλείφει μὲ λάσπη τὰ μάτια τοῦ ἀσθενῆ; Ἀρχικά, γιὰ νὰ ὑποδείξει ὅτι εἶναι ὁ Πλάστης, Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δημιούργησε ἀπὸ χῶμα καὶ νερό. Ἔπειτα, γιὰ νὰ θυμίσει στὸν καθένα μας ὅτι εἴμαστε ἀπὸ χῶμα καὶ στὸ χῶμα θὰ ξαναβρεθοῦμε. Ἂν χαράξουμε καλὰ στὴν καρδιά μας ὅτι σὲ λίγο καιρὸ -γρήγορα ἢ γρηγορότερα- θὰ βρεθοῦμε στὸ χῶμα, θὰ μπορέσουμε μὲ περισσότερη εὐκολία νὰ στρέψουμε τὰ μάτια μας πρὸς τὸ Φῶς. 

          Ἔπειτα ἀπὸ τὴν συμβολικὴ αὐτὴ κίνηση, ὁ Χριστὸς προστάζει τὸν τυφλὸ νὰ νίψει τὸ πρόσωπό του στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Κάνοντας αὐτὸ μὲ ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁ τυφλὸς θεραπεύθηκε καὶ ἄρχισε νὰ βλέπει. Ἂν τόσο πολὺ ὠφελήθηκαν οἱ ὀφθαλμοί του ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, φαντασθεῖτε τὴν ὠφέλεια ποὺ λαμβάνουμε ψυχῇ καὶ σώματι ἐμεῖς ποὺ ὁλόκληροι βαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Τὴν θεραπεία τοῦ ἄλλοτε τυφλοῦ ἀκολούθησε ἕνας καταιγισμὸς ἐρωτήσεων ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς Φαρισαίους. Πῶς σοῦ ἄνοιξε τοὺς ὀφθαλμοῦς; Τί σοῦ ἔκανε; Τί λὲς γιὰ ἐκεῖνον  ποὺ σὲ θεράπευσε; Τοὺς ἐνόχλησε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφτιαξε πηλὸ ἡμέρα Σαββάτου… Τόσο κακοπροαίρετοι ἦταν. Ὁτιδήποτε ἔκανε ὁ Χριστὸς τὸ ἔβλεπαν μὲ καχυποψία: εἶναι ἀπὸ Θεοῦ; Μήπως θεραπεύει μὲ τὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ; Ἐπιζητεῖ τὸν θρόνο τῆς ἐξουσίας; Τί, τέλος πάντων, θέλει; Μέχρι καὶ τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου κάλεσαν γιὰ νὰ ἐξακριβώσουν τὴν ἐκ γενετῆς τύφλωσή του. Ἀπὸ αὐτοὺς φάνηκε ὅτι, πολλὲς φορές, γιὰ χάρη τοῦ συμφέροντος, κάποιοι εἶναι ἱκανοὶ μέχρι καὶ τὰ παιδιά τους νὰ ἀπαρνηθοῦν. «Τυφλὸς γεννήθηκε. Τώρα τὸ πῶς βλέπει, ἡλικία ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε», ἀπάντησαν πλαγίως. 

           Ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν μάτια καὶ ἔβλεπαν, στὴν πραγματικότητα ἦταν τυφλοί. Ἐνῷ, ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε τυφλὸς ἔβλεπε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό. Στὶς προσπάθειες τῶν Φαρισαίων νὰ μειώσουν τὸν Ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων, ὁ πρώην τυφλὸς ἦταν εὐθύς. Μὲ παρρησία τοὺς μίλησε καὶ ὁμολόγησε ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τὸν θεράπευσε δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος. Γιὰ αὐτό, τὸν ἔβγαλαν ἔξω. 

            Τὴν εὐγνωμοσύνη του, τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ ἰαθέντος τυφλοῦ τὰ τίμησε ὁ Χριστὸς ἐμφανιζόμενος ξανὰ ἐνώπιόν του. «Πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;». «Ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σὲ αὐτόν;» καὶ ὁ Χριστὸς τὸν τιμᾶ μὲ τὴν ἀποκάλυψη: «Καὶ τὸν εἶδες, καὶ μιλάει μὲ ἐσένα, Αὐτὸς εἶναι». 

             Εὐχή μου κὶ ἐμεῖς νὰ καταφέρουμε μέσῳ τῆς καλῆς προαίρεσης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ παρρησίας ποὺ εἶχε ὁ βλέπων τυφλός, νὰ δοῦμε τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινό. ληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος