A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ ! ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ ! ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι. - Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι· Μάγοι δὲ, μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος η΄ - τελευταίο)



(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: https://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2018/01/blog-post_8.html

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

ΚΑ. Για τα όσα θίγει ο Σ. στις «Συμπερασματικές θεωρήσεις» έχει, λίγο πολύ, γίνει λόγος. Θα σταθούμε μόνο σε λίγα σημεία:
i.         Στη σελ. 89 γράφει ο Σ.: «Εἶναι εὔκολο πρᾶγμα μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Μιχαὴλ Κηρουλάριο νὰ ἀναθεματίζεις τοὺς Δυτικούς. Εἶναι δύσκολο πρᾶγμα νὰ κατανοεῖς τὴν ταυτόχρονη θέση τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἔβλεπε τότε ἀκόμα, ὡς τὴ μόνη οὐσιαστικὴ διαφορὰ τὸ Filioque, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ γίνει διάλογος καὶ ὄχι νὰ ἐπιβληθεῖ ἀναθεματισμός». Δυστυχώς ο Σ. αδικεί τον εαυτό του με τέτοιες άδικες και ανιστόρητες θέσεις. Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η αποκοπή των Παπικών από την Εκκλησία το 1054, έγινε με τον ίδιο τον Αφορισμό στον οποίο προέβησαν οι Παπικοί Λεγάτοι, υπό τον Καρδινάλιο Ουμβέρτο στις 16 Ιουνίου. Στο αφοριστικό έγγραφο αναθεματίζονται οι Ορθόδοξοι ως Σιμωνιακοί, Αρειανοί, Δονατιστές, Νικολαΐτες, Σεβηριανοί και Μανιχαίοι[232]! Η δε αντίδραση των Ορθοδόξων (σαφέστατα επιβεβλημένη απέναντι σε τέτοιο κατηγορητήριο) δεν ήταν ένα… «εύκολο ανάθεμα του Κηρουλάριου», αλλά ένα επιβαλλόμενο  Ανάθεμα του κατάπτυστου εκείνου εγγράφου, των συντακτών του, καθώς και όσων αποδέχονται το εν αυτώ κατηγορητήριο και έγινε όχι μόνο από τον Πατριάρχη Μιχαήλ, αλλά από την Τοπική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (στις 24 Ιουλίου του έτους εκείνου), ενώ με το Ανάθεμα αυτό συμφώνησαν και οι άλλοι τρεις Πατριάρχες της Ανατολής, και αυτός ακόμη ο Πέτρος Αντιοχείας, ο οποίος μάλιστα στην πρώτη απάντησή του διαβεβαιοί πως η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν μνημονεύει τον Πάπα στα Δίπτυχα ήδη από τεσσαρακονταπενταετίας! Πολύ σωστά έπραξε ο Πέτρος Αντιοχείας συστήνοντας μετριοπάθεια (χωρίς να παραλείπει επίσης να συνιστά στον Κηρουλάριο «μή παύσαιτό ποτε περί τούτου ἐνισταμένη καί πείθουσα, ἀπό τε τῶν ἁγίων γραφῶν, καί τῶν ἀναγεγραμμένων εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων, μέχρις ἄν αὐτούς ἕξεις συντιθεμένους τῇ ἀληθείᾳ»[233]), αλλά πολύ σωστά έπραξε και ο Μιχαήλ, ο οποίος αφού πρώτα πρότεινε Διάλογο με τους Λεγάτους, ζητώντας παράλληλα, να ανακαλέσουν το αφοριστικό έγγραφο - πράγματα που αρνήθηκαν οι τελευταίοι -, τότε μόνο συνεκάλεσε Σύνοδο και έπραξε αυτό που έπρεπε[234]. Ξεκάθαρα η ευθύνη για το Σχίσμα, ή πιο σωστά για την Αποστασία της Ρώμης από την Εκκλησία, βαρύνει τον Ουμβέρτο, αλλά και τους,  από το 1054, Πάπες[235]. Αυτή είναι η αλήθεια εν προκειμένω[236].
Το ίδιο άδικη και ανιστόρητη είναι η άποψη του Σ. όταν γράφει: «Εἶναι εὔκολο νὰ καταδικάζωνται οἱ κακοδοξίες τοῦ Λουθηρανισμοῦ ἅμα τῇ ἐμφανίσει του, κατέστη ὅμως ἀντικειμενικὰ ἀδύνατο στὴν Ἀνατολή, νὰ συναισθανθεῖ τὴν ἀντίδραση τῆς Διαμαρτύρησης καὶ νὰ τὴν κατευθύνει πρὸς τὴ σωστὴ πορεία». Γιατί παραλείπει να αναφερθεί στην αγωνιώδη προσέγγιση των Ορθοδόξων Ποιμένων της εποχής, όπως του Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου του Τρανού (+1595), του Αλεξανδρείας Μελετίου του Πηγά (+1601), του Κωσταντινουπόλεως Κυρίλλου του Λουκάρεως (+1638) και του Αλεξανδρείας Μητροφάνους του Κριτόπουλου (+1639), οι οποίοι με σωστούς (χωρίς «συλλείτουργα» και πνεύμα δογματικού μινιμαλισμού) Διαλόγους[237], προσπάθησαν να κατευθύνουν την Διαμαρτύρηση προς την σωστή πορεία; Και αν απέτυχαν γιατί να ευθύνονται εκείνοι και όχι οι εμμένοντες πεισματωδώς στις πλάνες τους Διαμαρτυρόμενοι, οι οποίοι στη θέση ενός «αλάθητου», τοποθέτησαν τόσους «αλάθητους» όσο και το πλήθος αυτών με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό τους σε εκατοντάδες «εκκλησίες»;
Αντιθέτως είναι δίκαιη η παρακάτω επίκριση του Σ. με τις εξής ερωτηματικές προτάσεις: «Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν καμιὰ εὐθύνη, ζώντας τὴ νάρκη τῆς αὐτάρκειας τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους αὐτοκεφαλίας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀτροφία τῆς συνοδικῆς τους συνείδησης, γιὰ τὴν μὴ πλήρη εὐόδωση τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Προχαλκηδονίους ἢ τοὺς Παλαιοκαθολικούς; Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἐν πολλοῖς ἡ ἐγκατάλειψη δὲν εἶναι στίγμα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη συνείδησή μας, ὅταν εἶναι δεδομένο ὅτι ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν ἐπὶ πλέον σὲ νέες διαφορές;». Βεβαίως και υπάρχει ευθύνη των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ποιοι όμως ποιμαίνουν τις Ορθόδοξες Εκκλησίες τα τελευταία εκατό χρόνια αν όχι οι Οικουμενιστές; Αυτοί λοιπόν φέρουν ακεραία την ευθύνη της αποτυχίας! Αντιθέτως, όπου υπήρξαν αληθινοί Ορθόδοξοι Ποιμένες (όπως το καύχημα της Παγκοσμίου Ορθοδοξίας του Κ΄ αιώνος ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς), τότε και οι αληθινοί Διάλογοι Ορθοδόξου Μαρτυρίας στέφονται με επιτυχία και οι ετερόδοξοι προσέρχονται μαζικώς στην Εκκλησία του Χριστού, εγκαταλείποντας την πλάνη τους! Ας ανέβουν στους επισκοπικούς θρόνους πραγματικά Ορθόδοξοι στο φρόνημα Αρχιερείς και θα δούμε αν ευοδωθεί το έργο της επιστροφής στην Εκκλησία των ετεροδόξων[238]! Η δε Ψευδοσύνοδος της Κρήτης σε καμία περίπτωση δεν δίνει «μιὰ νέα ὤθηση πρὸς τὴν κοινὴ πανορθόδοξη συναντίληψη τοῦ χρέους ἑνὸς διαλόγου καταλλαγῆς ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ». Αντιθέτως, νομιμοποιεί την πολιτική της αποτυχίας του Οικουμενισμού…
ii.        Οι αντιλήψεις του Σ. περί συμμετοχής του Πάπα Ρώμης (και μάλιστα χίλια σχεδόν χρόνια μετά την αποστασία του από την Καθολική Εκκλησία) στο σύστημα της Πενταρχίας είναι παρωχημένες, αφού οι τέσσερις Πατριάρχες με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 1593«ἀναγνωρίζοντες μετ᾿ ἀγάπης τὸν Πατριάρχην τῆς Μόσχας συναδελφὸν αὐτῶν ἀντὶ τοῦ τῆς Ῥώμης, ἀποσπασθέντος, ἔδωκαν αὐτῷ τὸν πέμπτον βαθμὸν ἐν τῇ ἱεραρχία τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας»[239]. Στην ίδια Σύνοδο επίσης, εκτός από την αναγνώριση της Μόσχας ως Πατριαρχείου, με αφορμή την εισαγωγή νέου ημερολογίου από την Ρώμη (1582) και την εξ αυτής μετάθεση του Πάσχα, διακηρύχθηκε και η έκπτωση από την Εκκλησία όλων όσων εορτάζουν το Πάσχα[240].
Συμφωνούμε όμως με τον Σ. σχετικά με το ότι είναι «ἄδικη ἡ κατηγορία κατὰ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅτι ὑπῆρξε Σύνοδος Προκαθημένων καὶ ὄχι Σύνοδος Ἐπισκόπων»[241]. Αφενός μεν διότι έλειπε ο ένας εκ των πέντε Προκαθημένων, ήτοι ο Πατριάρχης της Ρωσίας, αφετέρου δε επειδή τελικώς το κριτήριο για την αποδοχή ως Ορθοδόξου μίας Συνόδου Αγίας και Μεγάλης ή και Οικουμενικής ακόμη, δεν είναι ούτε το αν αυτή αποτελεί Σύνοδο Προκαθημένων ή όλων των Επισκόπων[242], ούτε φυσικά αν υπάρχει η ομοφροσύνη μόνο των πέντε Πατριαρχών (όπως ισχυρίζεται το κακόδοξο κείμενο του Chieti[243]), αλλά αν υπάρχει η αποδοχή από την ορθόδοξη συνείδηση, δηλαδή αν είναι αποδεκτή από τον «λαό του Θεού» (κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς). Και αυτό διαπιστώνει και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 1848  όταν τονίζει πως «παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[244].
iii.         Για τους Διαλόγους, ο Σ. προτείνει (σελ. 92) «ὡς πρότυπο τὴ μετριοπαθῆ στάση τοῦ Μ. Βασιλείου ἔναντι τῶν Πνευματομάχων, γιὰ τοὺς ὁποίους, προκειμένου νὰ διευκολύνει τὴν ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία ἐπισημαίνει: «Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν. Κἂν ἐκείνη συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μηδὲ κοινωνικοὺς εἶναι αὐτῶν τοὺς λέγοντας. Πέραν δὲ τούτων ἀξιῶ μηδὲν ἐπιζητεῖσθαι παρ᾽ ἡμῶν. Πέπεισμαι γὰρ ὅτι τῇ χρονιωτέρα συνδιαγωγῇ καὶ τῇ ἀφιλονείκῳ συγγυμνασίᾳ καὶ εἴ τι δέοι πλέον προστεθῆναι εἰς τράνωσιν, δώσει Κύριος ὁ πάντα συνεργῶν εἰς ἀγαθὸν τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν»». Και συνεχίζει (σελ. 93) επικριτικά: «Πῶς ἀκούγεται στοὺς σύγχρονους «ὑπερορθοδόξους» ὁ λόγος τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι ἡ «συνδιαγωγή» καί «συγγυμνασία» θὰ ἐξαλείψουν διαφορές, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει συμφωνία στὰ θεμελιώδη; Δὲν εἶναι ἀβάσιμη ἡ ὑπόθεση, ὅτι οἱ σύγχρονοι «ὑπερορθόδοξοι» θὰ ἀποδοκίμαζαν σκληρὰ καὶ τὸ Μ. Βασίλειο!»
Εκ μέρους των συγχρόνων «υπερορθοδόξων» (χαρακτηρισμός ο οποίος μπορεί να είναι είτε τιμητικός, είτε υποτιμητικός, αναλόγως από ποιους και εναντίον ποίων εκστομείται) οφείλω να πω πως είναι ατυχής ο παραλληλισμός. Οι Πνευματομάχοι, σε αντίθεση με τους σημερινούς αιρετικούς της Δύσεως, ήταν τυπικώς ακόμη εντός Εκκλησίας τότε, ως «μὴ ἐληλεγμένοι συνοδικῶς»[245], και με μια απλή συμφωνία να μην αποκαλούν κτίσμα το Άγιο Πνεύμα και να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με όσους το πράττουν, θα υπήρχε επισύναψη με τους Ορθοδόξους στο φρόνημα οπαδούς της «ἐν Νικαίᾳ» πίστεως. Αποτελεί διαστρέβλωση της ποιμαντικής αυτής θέσεως του Μεγάλου Βασιλείου η εφαρμογή της σε «παντελῶς ἀπερρηγμένους» σχισματοαιρετικούς, όπως οι Δυτικοί. Μήπως άραγε μόνο το filioque μας χωρίζει; Πρέπει να είναι κανείς είτε πολύ αφελής, είτε πολύ... Οικουμενιστής, αν το πιστεύει αυτό πραγματικά.
iv.        Εν συνεχεία ο Σ. θίγει το ζήτημα του τρόπου αποδοχής των αιρετικών στην Εκκλησία κατακρίνοντας την θέση του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος σε σχέση με τις θέσεις άλλων Πατέρων ή Συνόδων και αναφέροντας περιπτώσεις (σ. ημ. φαινομενικής) ασυμφωνίας μεταξύ Ιερών Κανόνων για το ζήτημα αυτό, ενώ προβαίνει και σε μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων (σελ. 94-96) πριν καταλήξει ως εξής: «Εἶναι δυνατὸν μὲ τέτοιος κανόνες νὰ προσδιορίσουμε σήμερα, στὸν 21. αἰῶνα, τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχαν τὴν ἐποχὴ θεσπίσεως τῶν κανόνων;». Επειδή μια γενική απάντηση περί του τρόπου αποδοχής των αιρετικών θα ξέφευγε από τα πλαίσια της παρούσης απαντήσεως, παραπέμπεται ο κάθε ενδιαφερόμενος στην εξαιρετική εργασία για το ζήτημα (περί του οποίου θα βρει διαφωτιστικές απαντήσεις) του π. Γεωργίου Μεταλληνού, Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τίτλο «Ὁμολογῶ ἒν βάπτισμα»[246].
Εδώ θα σταθούμε μόνο σε ένα σημείο. Ισχυρίζεται ο Σ. πως «στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἰκονομάχοι ἐπίσκοποι ἐγένοντο δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία, ἀναγνωρισθέντες τοῦ βαπτίσματος τοῦ χρίσματος καὶ τῆς Ἱερωσύνης ποὺ ἔλαβαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας»! Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω (στην §Η) η Εκκλησία αποδέχεται τα Μυστήρια των πεσόντων σε αίρεση, αλλά «μὴ ἐληλεγμένων» ακόμη «συνοδικῶς», μελών Της, όπως ήταν μέχρι την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο οι Εικονομάχοι!
v.        Παραβλέποντας την (εν πολλοίς όχι άδικη) κριτική του Σ. απέναντι στη στάση των επισήμων Τοπικών Εκκλησιών που δεν προσήλθαν στο Κολυμπάρι, θέλω να σταθώ στην υποσ. 279 της σελ. 101 του Κειμένου, και συγκεκριμένα στην θέση του Σ. πως η αντιμετώπιση ημών των Ζηλωτών «ἀπαιτεῖ σύνεση, μετριοπάθεια καὶ κυρίως ἕνα αὐθεντικὸ διάλογο ἀγάπης». Συγχαίρω ιδιαιτέρως τον Σ. και εύχομαι να μην πρόκειται μόνο για μεγάλα λόγια. Είμαστε έτοιμοι για ένα τέτοιον Διάλογο Αγάπης και Αληθείας. Η αρχή θα μπορούσε να γίνει με την δημόσια συγγνώμη εκ μέρους της επίσημης Εκκλησίας για τους φρικτούς διωγμούς των προγόνων μας, οι οποίοι για την άρνησή τους να δεχθούν μία μονομερή και παράνομη ημερολογιακή μεταρρύθμιση (χάριν της ενότητος με τους ετεροδόξους, όπως δηλώνει ξεκάθαρα η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920), αντιμετώπισαν όχι μόνο την χλεύη, αλλά και την ωμή βία. Οι μαθητές του Χριστού και διάδοχοι των Αποστόλων, των οποίων τα χείλη έσταζαν μέλι για κάθε είδους αιρετικούς, τα ίδια τα παιδιά τους τα εδίωξαν ποικιλοτρόπως. Οι πιστοί μας ξυλοκοπήθηκαν επανειλημμένως (ενώ κάποιοι μαρτύρησαν, με γνωστότερη περίπτωση εκείνην της Αικατερίνης Ρούττη), οι ναοί μας σφραγίστηκαν ή γκρεμίστηκαν, οι ιερείς μας ξυρίστηκαν βιαίως σε γραφεία Μητροπόλεων και αστυνομικά τμήματα, οι μοναχοί μας αφορίστηκαν και εξορίστηκαν, τα Μυστήριά μας θεωρήθηκαν βέβηλα και καταπατήθηκαν[247]. Παρόλα αυτά πρέπει να μην κρατούμε κακία και να ευχόμαστε ο Θεός να ελεήσει και να συγχωρήσει τους διώκτες των προγόνων μας. Προσωπικά είμαι πρόθυμος να ανταποκριθώ σε έναν τέτοιον Διάλογο και πιστεύω ότι και αυτή η απάντηση αποτελεί τρόπον τινά μέρος ενός άτυπου Διαλόγου. Επειδή όμως τυγχάνω ένας απλός λαϊκός, αν οι Οικουμενιστές θέλουν έναν επίσημο Διάλογο, ας απευθυνθούν στην Ιεραρχία μας.
vi.        Συμφωνούμε με τα γραφόμενα του Δοσιθέου Ιεροσολύμων και του Παναγιώτου Τρεμπέλα, όπως και με την παρατήρηση του Σ. περί περιστασιακής πλειοψηφίας ή μειοψηφίας (σελ. 102). Διαφωνώ όμως με την εκτίμησή του «ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲν ἔχουν καὶ δὲ θὰ ἔχουν πρόβλημα στὴν ἀποδοχή τους». Αυτό θα το δείξει το μέλλον. Παραβλέποντας δε την ατυχή σύγκριση μεταξύ Απολλιναριστών και «ενισταμένων Ζηλωτών» (σελ. 103), στέκομαι στην πολύ σημαντική φράση του Πρεβέζης Μελετίου: «Τὴν Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ταλαιπωροῦσαν καὶ ταλαιπωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ φαντάζονται ὅτι ἐνεργοῦν σωστά· ὅτι ἐνεργοῦν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Πολύ σωστά! Πάρα πολύ σωστά! Αυτό ακριβώς λέμε και μεις! Ελάτε, ω επικριτές μας, κοιτάξτε στον καθρέφτη και αναλογιστείτε: μήπως ισχύει για σας, αυτό; Μήπως; Για βάλτε έναν λογισμό μετανοίας και αυτοκριτικής…
vii.       Πριν κλείσουμε δεν θα πρέπει να παραλειφθεί ακόμη μία παρερμηνεία (θέλω να πιστεύω όχι εσκεμμένη) δύο ιερών Κανόνων (του Δ΄ της Δ΄ και του ΞΔ΄ της Πενθέκτης) και της θέσεως ενός ακόμη Αγίου (Θεοδώρου του Στουδίτου). Γράφει ο Σ. (σελ. 104): «Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι μοναχοί «τῷ μοναχικῷ κεχρημένοι προσχήματι», οἱ ὁποῖοι δὲν κατάλαβαν ὅτι ὀφείλουν «ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντες», ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ κάνουν τὸ δάσκαλο ὑπερβαίνοντας τὰ ὅριά τους. Ξεχνοῦν αὐτὰ ποὺ ἔγραφε ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γιὰ τὸν ἑαυτό του: «...τὶς γὰρ εἰμι ἐγὼ ὁ τάλας ἵνα ἀντινομοθετῶ; πλὴν ὅτι συμβουλευτικῶς καὶ ἃ ἐν τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις...ἐρωτηθεὶς ἀπεκρίθην, οὐ κανονικῶς, οὐ νομοθετικῶς...ἐπὶ μὴ θεμιτὸν μηδὲ ἐξουσιαστικὸν· ἱερεὺς γὰρ εἰμι, εἰ καὶ ἀνάξιος, οὐκ ἱεράρχης· τοῦ τοιούτου γὰρ καὶ τῶν αὐτῷ ὁμοταγῶν καθολικῶς κανονίζειν καὶ νομοθετεῖν». Ἐὰν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μιλάει ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ πράττουν σήμερα κάποιοι μοναχοὶ ἢ μοναχές; Ἴσως νὰ παύσουν νὰ ὁμιλοῦν καὶ μάλιστα μὲ τὴν αὐθεντία Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπείκοντες στὰ πατερικὰ κελεύσματα: «Τὶ σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; τὶ γίνῃ κεφαλή, ποῦς τυγχάνων; τὶ στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένοι ἐν στρατιώταις;»».
Ο Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν αφορά την στάση των μοναχών στην περίπτωση που κηρύτττεται αίρεση στην Εκκλησία, αλλά αναφέρεται σε εκείνους που «μεταχειρίζονται τὸ μοναχικὸν σχῆμα πρὸς ἐπίδειξιν καὶ δέλεαρ διὰ νὰ τιμῶνται, καὶ συγχέουσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα, θέλοντες νὰ διοικοῦσιν αὐτά»[248]. Επίσης όταν ο Κανών συνιστά «ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ» δεν εννοεί κάθε επίσκοπο, πόσο μάλλον τον ψευδεπίσκοπο[249], εκείνον δηλαδή που έχει χάσει (διά της εκτροπής του από την ορθή πίστη) τα δικαιώματά του ως επισκόπου. Τρανή απόδειξη, η στάση των μοναχών εν καιρώ αιρέσεως. Εκ των πλείστων παραδειγμάτων που συναντά κανείς στην Εκκλησιαστική Ιστορία[250] ας αναφερθεί μόνο ένα. Περί το 365 περίπου, και ενώ στην Αντιόχεια επίσημος Επίσκοπός της ήταν ο Ευζώιος, κάποιος μοναχός, που ασκήτευε έξω από τα τείχη της πόλεως, ονόματι Αφραάτης εγκατέλειψε τον τόπο της ασκήσεώς του και ήλθε στην πόλη διδάσκοντας τους πιστούς τα ορθόδοξα φρονήματα ενάντια στις αρειανίζουσες απόψεις του Ευζωΐου. Τότε λοιπόν τον συνάντησε ο φιλοαρειανός αυτοκράτορας, Ουάλης και τον ρώτησε γιατί άφησε την ησυχία και ήλθε στην πόλη. Ο Αφραάτης του απάντησε: «πες μου, βασιλιά, αν εγώ ήμουν μία παρθένος κόρη κρυμμένη μέσα στο ιδιαίτερο δωμάτιο (κατά την τότε συνήθεια) και έβλεπα κάποιον να βάζει φωτιά στην οικία του πατέρα μου, τι θα με συμβούλευες να κάνω; Βεβαίως θα με συμβούλευες να τρέξω να σβύσω την φλόγα. Αυτό λοιπόν συμβούλευσέ με και τώρα, διότι βλέπω ότι καίγεται ο οίκος του πατρός μου Θεού, και για αυτό τρέχω και αγωνίζομαι πώς να σβήσω την φλόγα· εάν με κατηγορείς, ότι άφησα την ησυχίαν μου, κατηγόρησε περισσότερο τον εαυτό σου, που έβαλες την φωτιά στον οίκο του Θεού, και μη κατηγόρεις εμένα, που αγωνίζομαι να την σβήσω». Και όμως αυτόν τον μοναχό που θα εγκαλούσε ο Σ., και οι ομόφρονές του, ως παραβάτη ιερών Κανόνων, τον τιμούν σήμερα ως Άγιο στις 29 Ιανουαρίου, αφού η Εκκλησία τον τίμησε και αναγνώρισε την αγιότητά του! Η υπακοή στον επίσκοπο λοιπόν δεν είναι απροϋπόθετη.
Περί του αποσπάσματος του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου που παραθέτει ο Σ. παρατηρούμε πως ξεκινά με τελίτσες… Επειδή είναι πολύ διαφωτιστικό το σημείο που παραλείπεται παραθέτω εδώ ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα της επιστολής του Οσίου: «Περὶ οὗ εἴρηκας διὰ στόματος τοῦ γραμματηφόρου ὀγδόου κεφαλαίου ἐλλιπῶς ἔχειν διὰ τὸ ὑπὸ κανόνα κεῖσθαι τοῦ Ἁγίου Πέτρου ἠγνόουν. Κρατείτω ὁ κανών· τίς γάρ εἰμι ἐγὼ ὁ τάλας ἵνα ἀντινομοθετῶ; πλὴν ὅτι συμβουλευτικῶς καὶ ἃ ἐν τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις καὶ ἐν οἷς ἄρτι ἐπεζήτησας καὶ ἐφ' οἷς παρ' ἄλλων ἐρωτηθεὶς ἀπεκρίθην, οὐ κανονικῶς, οὐ νομοθετικῶς ὅσον εἰς προῦπτον πρὸς τοὺς ἔξω, ἐπεὶ μὴ θεμιτὸν μηδὲ ἐξουσιαστικόν· ἱερεὺς γάρ εἰμι, εἰ καὶ ἀνάξιος, οὐκ ἱεράρχης· τοῦ τοιούτου γὰρ καὶ τῶν αὐτῷ ὁμοταγῶν καθολικῶς κανονίζειν καὶ νομοθετεῖν». Όπως παρατηρεί κανείς, ο Όσιος απαντώντας στον μαθητή του Ναυκράτιο σχετικά με έναν Κανόνα συστήνει να επικρατήσει ο Κανόνας, διότι, όπως γράφει με ταπείνωση «ποιος είμαι εγώ ο ταλαίπωρος για να αντινομοθετήσω;» και τα λοιπά. Καμία σχέση δηλαδή με την ταπεινολογική τακτική αλόγων προβάτων που συστήνει ο Σ. στους μοναχούς (και όχι μόνο) θέλοντας να επιβάλλει την - μακράν του πνεύματος της Ορθοδοξίας - τυφλή υπακοή! Απόδειξη ότι ο Όσιος Θεόδωρος καθόλου δεν συμφωνεί με την θέση του Σ., αλλά αντιθέτως με την δική μας, είναι τα πάμπολλα κείμενά του περί του θέματος εκ των οποίων αποδεικνύεται φερ᾿ ειπείν ποιο θεωρεί ο Άγιος ως κύριο έργο του μοναχού («Ἔργον δὲ μοναχοῦ, μηδὲ τὸ τυχὸν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ Εὐαγγέλιον· ἵνα μὴ ὑπόδειγμα τοῖς λαϊκοῖς προτιθέμενοι αἱρέσεως καὶ αἱρετικῆς συγκοινωνίας, τῆς ὑπὲρ αὐτῶν ἀπωλείας λόγον ὑφέξωσι»[251]), τι συστήνει όχι μόνο στους μοναχούς να πράττουν εν καιρώ αιρέσεως («Ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, ἐν ᾧ ὁ Χριστὸς διώκεται διὰ τῆς εἰκόνος αὐτοῦ, οὐ μόνον εἰ βαθμῷ τις καὶ γνώσει προέχων ἐστὶν ὀφείλει διαγωνίζεσθαι, λαλῶν καὶ διδάσκων τὸν τῆς ὀρθοδοξίας λόγον, ἀλλὰ γὰρ καὶ εἰ μαθητοῦ τάξιν ἐπέχων εἴη, χρεωστεῖ παρρησιάζεσθαι τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐλευθεροστομεῖν»[252]), αλλά και σε κάθε πιστό, μέχρι και τον πιο ελάχιστο («Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα. Καί, ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ὥστε ὅτε περὶ πίστεως ὁ λόγος, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν. Ἐγὼ τίς εἰμι; Ἱερεύς; Ἀλλ᾿ οὐδαμοῦ. Ἄρχων; Καὶ οὐδ᾿ οὕτως. Στρατιώτης; Καὶ ποῦ; Γεωργός; Καὶ οὐδ᾿ αὐτὸ τοῦτο. Πένης, μόνον τὴν ἐφήμερον τροφὴν ποριζόμενος. Οὐδείς μοι λόγος καὶ φροντὶς περὶ τοῦ προκειμένου. Οὐά, οἱ λίθοι κράξουσι, καὶ σὺ σιωπηλὸς καὶ ἄφροντις; Ἡ ἀναίσθητος φύσις Θεοῦ ἐπακήκοε, καὶ αὐτὸς λαιλαπιστής; Ὅ μὴ ἐψύχωται, μηδὲ ἐν κριτηρίῳ λελογοθέτηται, δεδοικὸς οἱοναὶ τὸ πρόσταγμα φωνοβολεῖ· καὶ σὺ ὁ μέλλων εὐθύνεσθαι ὑπὸ Θεοῦ ἐν καιρῶ ἐτάσεως, καὶ περὶ ἀργοῦ ῥήματος, κἄν ἐπαίτης εἶ, διδόναι λόγον· λέγεις ἀλογῶν· Τίς μοι ἐν τοῦτο φροντίς; Ταῦτα, ὦ δέσποτα, φησὶν ὁ Παῦλος, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς· ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὅ γέγραπται φρονεῖν. Ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μὴ τανῦν λαλῶν ὡς κριθησόμενος καὶ διὰ τοῦτο μόνον»[253]), αλλά και ποιοι είναι οι αληθινοί σοφοί («πολλοὶ δοκησίσοφοι καὶ ἀρχιεροφανεῖς καὶ ἀγιόδοκοι ἐν τοῖς πάλαι ἑαλώκεσαν ἔλαμψαν δὲ ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ ὀλίγοι καὶ ἀληθινοί σοφοί, οἵτινές είσι φόβῳ Θεοῦ διαζώντες, ἐπείπερ ἀρχὴ σοφίας φοβεῖσθαι τὸν Κύριον, καὶ μὴ οἰηθέντες εἶναι πολλοῦ ἄξιοι ἐπειδὴ ἄνθρωπος εἰς πρόσωπον, Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν ὁρᾷ»[254]).  
Σχετικά με το απόσπασμα του ΞΔ΄ Κανόνος της Πενθέκτης («Τὶ σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; τὶ γίνῃ κεφαλή, ποῦς τυγχάνων; τὶ στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένοι ἐν στρατιώταις;»[255]) ενός Κανόνος που ορθά απαγορεύει στους λαϊκούς να διδάσκουν. Ο Κανόνας αυτός θέλει να προφυλάξει την Εκκλησία από την αναρχία και τις συγχύσεις που θα επέρχοντο στην περίπτωση που όλοι ήθελαν να γίνουν αυτόκλητοι διδάσκαλοι!  Απαραιτήτως λοιπόν για να διδάξει ένας λαϊκός πρέπει να έχει την άδεια του Επισκόπου, διότι όπως γράφει ο Βαλσαμών, στην ερμηνεία του εν λόγω Κανόνος, «τὸ διδάσκειν τὸν τοῦ Κυρίου λαὸν, καὶ ἑρμηνεύειν τὰ θεία δόγματα, μόνοις ἐδόθη παρὰ τῆς χάριτος τοῦ παναγἰου Πνεύματος τοῖς ἀρχιερεῦσι, καὶ τοῖς παρὰ τούτων ἐπιτρεπομένοις»[256]. Ο Σ. προφανώς και οι υπόλοιποι Οικουμενιστές[257] χρησιμοποιούν τον Κανόνα αυτόν ως όπλο για την φίμωση των Ορθοδόξων, αλλά τελικώς στρέφεται εναντίον τους. Διότι ποια άδεια από Ορθοδόξους Επισκόπους έχει η στρατιά αυτή των «θεολόγων» που προπαγανδίζει επί τόσες δεκαετίες, διά τύπου και διαδικτύου, τις οικουμενιστικές θεωρίες; Καμία! Αλλά το πράττουν εξαιτίας του πτυχίου που θεωρούν ότι τους καθιστά «Διδασκάλους» και «Θεολόγους»! Αντιθέτως, οι περισσότεροι εξ ημών κατόπιν ευλογίας Ορθοδόξου Επισκόπου (ή ελλείψει τούτου στην περιοχή, - διά την χαλεπότητα των καιρών - ευλογία Πνευματικού, ο οποίος έλαβε από Ορθόδοξο Επίσκοπο το «δεσμείν και λύειν», διά του οφφικίου της πνευματικής πατρότητας) εκφράζουμε τις ενστάσεις μας, στηλιτεύοντας ακόμη και εκείνους που άνευ ευλογίας και δι’ υπερβάλλοντος ζήλου, προσπαθούν να πολεμήσουν την μία αίρεση (τον Οικουμενισμό), πέφτοντας σε άλλες αιρέσεις και πλάνες (π.χ. ακραίο Ζηλωτισμό).
  Ας μην προσπαθεί λοιπόν ο σεβαστός Σ. να κατηγορήσει και να φιμώσει τους ενισταμένους Ορθοδόξους. Αντιθέτως, να κατηγορήσει εκείνους που έβαλαν την φωτιά στον οίκο του Θεού, και όχι εκείνους που αγωνίζονται να την σβήσουν!
viii.      Κλείνοντας την ανασκόπηση του τελευταίου κεφαλαίου στέκομαι με απορία στα εξής: «Ἐμμένουν (σ. μιλά για μας τους «φανατικούς») στὶς ἀποκλειστικὲς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ποὺ ἐμπνέουν φόβο καὶ τρόμο καὶ δημιουργοῦν ἐνοχές. Ἀδυνατοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν πασχάλεια ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ πνευματικὴ εὐφροσύνη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ πλήρη της βεβαιότητα, ὅτι «συν-ανέστησεν ὁ Χριστὸς παγγενῆ (!) τὸν Ἀδὰμ ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου»». Τί θέλει να μας πει εδώ ο Σ. με τούτα τα γραφόμενά του, τα οποία, κατά την γνώμη μου, έχουν μια κάποια ωριγενιστική[258] χροιά; Ότι δεν υπάρχει Κόλαση και μάλιστα αιώνιος, για όσους αρνηθούν να δεχθούν ως Σωτήρα τους τον Χριστό και να εισέλθουν (με τους τρόπους που Εκείνος γνωρίζει) στην σωστική Κιβωτό, την Εκκλησία Του; Και τι θέλει να μας πει με το «συν-ανέστησεν ὁ Χριστὸς παγγενῆ τὸν Ἀδὰμ ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου»! Ότι άπαντες θα σωθούν; Δεν διάβασε άραγε το του Δεσπότου Χριστού «ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως»[259];
ΚΒ. Αυτές γενικώς ήταν οι σκέψεις που ήθελα να καταθέσω με την παρούσα Απάντηση. Συνοψίζοντας, πρέπει να επαναληφθεί πως αναγνωρίζοντας οι Οικουμενιστές, διά της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, την εκκλησιαστικότητα των αιρετικών ομάδων περιττεύει κάθε διακήρυξη ότι συναποτελούν μετ’ αυτών Υπερ-Εκκλησία, αφού ήδη αισθάνονται ότι αποτελούν μέλη Μίας Εκκλησίας προς το παρόν αοράτου, τα οποία, κατά την δική τους ομολογία, αγωνίζονται και για την ορατή ενότητα! Ιδού η Νέα Εκκλησία που ευαγγελίζονται και η οποία θα ιδρυθεί επισήμως με την διακήρυξη και της ορατής τους ενότητας. Μια Νέα Εκκλησία, με παπικό σύστημα διοίκησης (οι θεωρίες του Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα ήδη θεμελίωσαν τον επισκοποκεντρισμό), προτεσταντικό τρόπο σκέψης (δεν αξιώνεται από κάθε «εκκλησία» να εγκαταλείψει τις δικές της εκκλησιολογικές και εν γένει θεολογικές της θεωρήσεις)[260] και ορθόδοξο τυπικό (υπό το σύνθημα «επιστροφή στην αρχαία Εκκλησία», εννοώντας την όχι ως επιστροφή στην  Ορθή Πίστη, αλλά στις τελετές και την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας[261])!
Μπροστά σε μια τέτοια εκκολαπτόμενη «Νέα Εκκλησία», οι πραγματικά Ορθόδοξοι δεν μπορούμε παρά να σταθούμε ενάντιοι και, έχοντας συναίσθηση της αιωνιότητος, να αδιαφορήσουμε εάν μας θεωρούν «σχισματικούς», «κυπριανικούς», «φωτειανούς», «παλαμιστές», «εκτός Εκκλησίας», «φανατικούς», «ζηλωτές» ή όπως αλλιώς θέλουν να μας αποκαλούν, και να μη παύσουμε να αγωνιούμε μόνο για ένα πράγμα: για το αν μας αναγνωρίσουν ως Ορθοδόξους και Φίλους, εκείνοι οι οποίοι έχουν ήδη κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών, ήτοι οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό μας διδάσκει και ο Μέγας Αντώνιος, ένας ακόμη μοναχός που ύψωσε το ανάστημά του απέναντι σε μια επίσημη Εκκλησία, την οποία διοικούσαν οι τότε παντοδύναμοι Αρειανόφρονες: «Σπουδάσατε δὲ μᾶλλον καὶ ὑμεῖς ἀεὶ συνάπτειν ἑαυτοὺς, προηγουμένως μὲν τῷ Κυρίῳ, ἔπειτα δὲ τοῖς ἁγίοις ἵνα μετὰ θάνατον ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνὰς, ὡς φίλους καὶ γνωρίμους, δέξωνται καὶ αὐτοί»[262]. Την ίδια αγωνία ευχόμαστε να αποκτήσουν και οι ημέτεροι Οικουμενιστές και να βάλουν λογισμούς μετανοίας τους απευθύνουμε δε τα λόγια του Αγίου Μελετίου του Πηγά: «Ὅταν ἀναστῶμεν πάντες τῷ φοβερῷ βήματι παριστάμενοι, τίνας ἐπιγνώσονται οἰκείους οἱ Πατέρες, τοὺς τὴν πατρώαν πίστιν, τοὺς τὰς παραδόσεις τὰς πατρικάς ἀθετήσαντας, ἢ ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, τοὺς μηδὲν κατὰ μηδὲν παραλάττοντας; Οὐκ ἐκείνους, οἶμαι, ἀλλ᾿ ἡμᾶς»[263].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[232] Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του σχίσματος, τόμ. β΄, Αθήνα, 1912, σελ. 29.
[233] P.G. 120, 809.
[234] Επομένως το Ανάθεμα δεν έγινε για το filioque, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται ο Σ..
[235] Ήταν στο χέρι των Παπών να απορρίψουν τον αφοριστικό έγγραφο που κατέθεσε εκ μέρους της Ρώμης ο Ουμβέρτος και να μην υποπέσουν στο Ανάθεμα της Εκκλησίας, αλλά δεν το έπραξαν∙ αντιθέτως στερέωσαν τις αιρέσεις και τις καινοτομίες τους, καταδικάζοντας μάλιστα με πολλές Ψευδοσυνόδους, όσους δεν τις αποδέχονταν.
[236] Όποιος αμφιβάλει ας ανατρέξει, στο προαναφερθέν σύγγραμμα του Αγίου Νεκταρίου, αλλά και στα διαφωτιστικά κείμενα των Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου (Ιστορία της Εκκλησίας Αντιοχείας, Αλεξάνδρεια, 1951, σελ. 848-860), Βλασίου Φειδά (Εκκλησιαστική Ιστορία Β΄, Αθήνα, 1994, σελ. 164-175 και λ. Μιχαήλ Κηρουλάριος στο ΘΗΕ 8, 1195-1200) και Παναγιώτου Μπούμη (Τα αναθέματα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως και η κανονικότης της άρσεως αυτών, Αθήνα, 1980).
[237] Ποιος εχέφρων Ορθόδοξος έχει αντίρρηση για τέτοιους Διαλόγους, οι οποίοι όντως αποτελούν Ορθόδοξη Μαρτυρία;
[238] Όχι βεβαίως όλων (όπως ψευδώς ευαγγελίζεται ο «ορθόδοξος» οικουμενισμός), διότι, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, υπάρχει και το αυτεξούσιο και αρκετοί από αυτούς θα παραμείνουν με πεισμονή στην πλάνη τους.
[239] Θεοδώρου Βαλλιάνου, Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας, Αθήνα, 1851, σελ.  147-148.
[240] «Κανὼν ὄγδοος. Ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τὸ τοῖς πατρᾶσι διορισθὲν περὶ τοῦ ἁγίου καὶ σωτηρίου Πάσχα· ἔχει δὲ οὕτως: (σ. ημ. από εδώ και κάτω επαναλαμβάνεται ο Α΄ Κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου) ἅπαντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τοὺς ὅρους τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς μεγάλης συνόδου, τῆς ἐν Νικαία συγκροτηθείσης ἐπὶ παρουσία τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδιδαγμένα· καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν, εἰ δὲ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν καὶ ταραχῇ τῶν Ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος, ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς Ἐκκλησίας» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 547). Και μόνο η Ημερολογιακή Καινοτομία του 1582 λοιπόν, που έθιξε το Πάσχα, θα αρκούσε για να θέσει την Τοπική Εκκλησία της Ρώμης εκτός της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα, πως η Σύνοδος αυτή του 1593 επαναλαμβάνει το ανάθεμα (αλλοτρίωση εκ της Εκκλησίας) της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, υπενθυμίζοντας την ποινή καθαιρέσεως των παρανόμων κληρικών (βλ. Κανόνες Ζ΄ Αποστολικό και Α΄ της εν Αντιοχεία), που τολμούν να θίξουν τον Πασχάλιο κανόνα. Τώρα που στην εποχή μας τόλμησε η Τοπική Εκκλησία της Φινλανδίας να αλλάξει το Πασχάλιο (και ακολουθώντας το νέο ημερολόγιο και για το Πάσχα, να συνεορτάζει μετά των Παπικών - εκπληρώνοντας πρώτη αυτή το όνειρο και την από αιώνος επιδίωξη όλων των Οικουμενιστών) δεν είναι οι εν Φινλανδία καινοτομήσαντες ορθόδοξοι αναθεματιστέοι και καθαιρετέοι; Δεν θα είναι υπόδικοι ενώπιον μιάς πράγματι Αγίας Συνόδου, τόσο αυτή (η Εκκλησία της Φινλανδίας) όσο και οι κοινωνούντες με αυτήν, που συνευδοκούν ή σιωπούν ενόχως, αντί να κάνουν το παν για να απαλλάξουν τους αδελφούς Φινλανδούς από το ανάθεμα και την επικειμένη καθαίρεση και να επανέλθουν η κανονικότητα και η ομόνοια στην καθόλου Εκκλησία;
[241] Οι υπερασπιστές αυτής της κατηγορίας προβαίνουν σε αυτήν με σαφή στόχο να απαξιωθούν οι αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου ως δήθεν μη έχουσες καμία επίπτωση στο εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι με τον στρουθοκαμηλισμό αυτόν αρνούνται να λάβουν υπεύθυνη θέση, είτε αποδεχόμενοι τις αποφάσεις της, είτε απορρίπτοντάς τες και εν τη πράξει (διακόπτωντας την εκκλησιαστική κοινωνία με τους αποδεχόμενους αυτές), υιοθετώντας ουσιαστικά έναν στείρο «αντιοικουμενισμό»
[242] Ενδεικτικά, από την Β΄ Οικουμενική απουσίαζε ο Πάπας Ρώμης Δάμασος, αλλά και όλοι οι Δυτικοί επίσκοποι∙ στην Γ΄ Οικουμενική καταδικάστηκε ως αιρετικός και καθαιρέθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, όπως και ο Πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης (φίλος του Νεστορίου) επειδή δεν προσήλθε στην Σύνοδο, ενώ απουσίαζαν και πάνω από πενήντα επίσκοποι∙ από την Ε΄ Οικουμενική απουσίαζε ο Πάπας Ρώμης Βιγίλιος (την αναγνώρισε αργότερα).
[243] Κείμενο που συντάχθηκε από κοινή Επιτροπή Ορθοδόξων (;) και Παπικών… Φανταστείτε δηλαδή πόσο ορθόδοξο θα ήταν ένα κείμενο αν το είχαν συντάξει από κοινού, υπέρμαχοι του Ομοουσίου (όπως ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Μελέτιος κ.α.) με τους αιρετικούς της εποχής τους (τον Ἀρειο, τον Απολλινάριο Λαοδικείας και τον Μακεδόνιο)!!!
[244] Mansi 40, 407. Είναι φοβερό πάντως το γεγονός πως η «Αγία και Μεγάλη» Ψευδοσύνοδος της Κρήτης έρχεται σε αντίθεση με τις τελευταίες Συνόδους, που είχαν την προσωνυμία «Αγία και Μεγάλη», ήτοι την του 1593 και την του 1848.
[245] Πρβλ. §Η.  Η αποκοπή των Πνευματομάχων από την Εκκλησία. και τυπικώς. έγινε με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο.
[246] Αθήνα, 1983, σ.σ. 95.
[247] Μία μικρή εικόνα μπορεί να έχει κανείς σε ημέτερο πόνημα περί των πρώτων διωγμών, των ετών 1924-1928, εδώ: http://www.hsir.org/pdfs/2016/04/09/20160409eDiogmoi.pdf.
[248] Από την ερμηνεία του κανόνος υπό του Αγίου Νικοδήμου στο Πηδάλιον, ό.π., σελ. 158.
[249] Πρβλ. ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
[250] Ο φιλαλήθης αναγνώστης ας διαβάσει την εξαιρετική, επί του θέματος, εργασία του μακαριστού πνευματικού μας διδασκάλου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (θεολόγου), Μοναχισμός και αίρεσις, Αθήνα, 1977.
[251] P.G. 99, 1049.
[252] Αυτόθι, 1120.
[253] Αυτ., 1321.
[254] Theodori Studitae Epistulae, vol. 2,  ed. De GruyterBerlin, 1992, p. 277.
[255] Το απόσπασμα αυτό χρησιμοποίησε η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος από κείμενο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (βλ. P.G. 36, 188).
[256] Γ. Α. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β΄, Αθήνα, 1852, σελ. 455.
[258] Η συγγένεια μεταξύ Ωριγενισμού και Οικουμενισμού είναι τεράστια! Αν δεν υπάρχει αιώνια Κόλαση, όπως διδάσκει ο Ωριγένης, τότε άπαντες σώζονται, όπως διδάσκει ο Οικουμενισμός! Δεν είναι δε τυχαίο πως οι Οικουμενιστές εκφράζονται θετικώς για τις θέσεις αυτές του Ωριγένη. Ο μέγας Οικουμενιστής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Γ΄ (Γεωργιάδης, πατρ. 1925-1929) είχε δηλώσει τα εξής αποκαλυπτικά για το θέμα: «Ἡ ἐπικοινωνία τῶν ἐκκλησιῶν εἶνε ἐπιβεβλημένη, ἡ ἕνωσις ἀπαραίτητος. Ἄλλώς τε καθ᾿ ἑκάστην τὸ λέγομεν: «καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Αἱ γνώμαι τῶν θεολόγων δὲν εἶνε ἐπιταγαί, ὅταν ἡ πίστις εἶνε κοινή. Βάσις εἶνε τὸ σύμβολον τῆς πίστεως, παράδειγμα ἡ ἀρχαία ἐκκλησία. Ἴσως σ᾿ αὐτὰ νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ πολλούς. Κρίνω ὅμως φιλελεύθερα. Ὁ εὐσεβέστατος Ὠριγένης, εἰς τὸ ὕψος τῆς διανοίας του, διέγνωσε ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑφίσταται αἰωνία κόλασις. Αἱ ἐκκλησία λοιπὸν πρέπει καλλίτερον νὰ γνωρισθοῦν μεταξύ των, νὰ ἐπικοινωνήσουν καὶ ἀργότερον νὰ ἐπέλθει ἡ ἕνωσις διὰ νὰ πολεμηθεῖ ἡ ἀθρησκεία» (εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ της 29ης/8/1925).
[259] Ἰω. ε΄, 28-29.
[260] Ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης (+1955) είχε ήδη από την εποχή του εντοπίσει και στηλιτεύσει την προτεσταντική αυτήν αρχή, που εισήγαγε το, προδρομικό της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, «Πανορθόδοξο» (Ψευδορθόδοξο) Συνέδριο του 1923. Δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από κείμενά του:  «Ὁ ἐκλιπὼν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Φώτιος τῇ ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ, ἢ καθ᾿ ὑπόδειξιν ἄλλων, ἄγνωστον, ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Μακαριώτατον ὡς Πρόεδρον τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, δι᾿ ἧς είσηγεῖτο τὴν παραδοχὴν τῆς ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τεθείσης Προτεσταντικῆς ἀρχῆς, καθ᾿ ἣν δικαιοῦται μία ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἰς τὰ δευτερευούσης σημασίας Ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἐν οἷς καὶ τὸ τοῦ Πασχαλίου, νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποφάσεις ἄνευ τῆς γνώμης καὶ τῆς συναινέσεως τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, χωρὶς αἱ τελευταῖαι αὗται νὰ διακόπτωσι τὴν πνευματικὴν καὶ Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ᾿ αὐτῆς» (Αναίρεσις του «Ελέγχου» του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου, Κάιρο, 1937, σελ. 66). «Ἐπίσης ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ καθιερώθῃ ἡ ἀντορθόδοξος ἀρχή, ὅπως μία ἢ καὶ πλείονες ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνωσι μονομερῶς εἰς διαῤῥυθμίσεις Ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀφορόντων τὴν Καθόλου Ὀρθοδοξίαν χωρὶς αἱ λοιπαὶ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτωσι τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων, ἃς διὰ λόγους Ἐκκλησιαστικοὺς καὶ Κανονικοὺς δὲν δύνανται αὗται νὰ ἐγκρίνωσι καὶ νὰ ἀποδεχθῶσι» (Επιστολή προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικόλαο τον Ε΄ [10 Απριλίου 1936] στο Υπομνήματα-Επιστολαί-Απολογίαι, Αθήνα, 1941, σελ. 30). 
[261] Αποκαλείται «λειτουργική ανανέωση», και περιλαμβάνει τη συμμετοχή όλου του λαού στη λατρεία, την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, την επαναφορά του θεσμού των διακονισσών, ως προστάδιο της «ιερωσύνης» των γυναικών, η οποία ήδη υφίσταται σε μερικές «εκκλησίες» κ.α..
[262] P.G. 26, 972.
[263] Eudoxiu Hurmuzaki, Documente privitóre la istoria românilor, vol. 13 , Bucuresti, 1909, p. 416.


Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος ζ΄)



(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

ΙΕ. Συνεχίζοντας την ανάγνωση του κειμένου και διαβάζοντας προσεκτικά όσα ο Σ. αναφέρει περί των μικτών γάμων, πρέπει να ειπωθούν ολίγα τινά, λίαν σημαντικά. Η Ψευδοσύνοδος με την σχετική Απόφασή της[213] καινοτομεί και εισάγει νέο πνεύμα αντιμετωπίσεως του ζητήματος αυτού, εντελώς διαφορετικό ακόμη και σε σχέση με τις γνωστές περιπτώσεις οικονομίας των μικτών γάμων, των ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνων. Διότι ενώ τότε κάποιοι Αρχιερείς (ή και μια Τοπική Σύνοδος) αναγκαζόντουσαν να τοποθετηθούν για συγκεκριμένα περιστατικά μικτών γάμων (τους οποίους είτε απέρριπταν, είτε αποδέχονταν, εξηγώντας, στην τελευταία περίπτωση, τους λόγους), εδώ φαίνεται ότι θεσμοθετείται de facto, και μάλιστα δια «Μεγάλης Συνόδου», ένας γενικός τρόπος αντιμετωπίσεως των μικτών γάμων, δια του οποίου εισάγεται μια αντιεκκλησιαστική ελευθερία κινήσεων σε κάθε Τοπική Σύνοδο για την εφαρμογή μιας οικονομίας, η οποία όμως συνιστά κατ᾿ ουσίαν παρανομία! Διότι ενώ Οικονομία σημαίνει μια, χρονικώς και τοπικώς περιορισμένη, παρέκκλιση από την Κανονική Ακρίβεια, χάριν της σωτηρίας των ψυχών, εδώ έχουμε ξεκάθαρα την θεσμοθέτηση μιας μονίμου και γενικευμένης παρεκκλίσεως, η οποία συνιστά όχι Οικονομία, αλλά Παρανομία[214]!
Ας δούμε και ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η διαφορά μεταξύ Οικονομίας και Παρανομίας. Βρισκόμαστε στις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος. Στη Σερβία εξαιτίας του πολέμου κάποιες Ορθόδοξες είχαν παντρευτεί (με καπίνι[215]) Αρμενίους. Ο μητροπολίτης Βελιγραδίου Μιχαήλ ζητά την γνώμη του σοφού Δοσιθέου Ιεροσολύμων για το αν πρέπει να τις επιτρέπεται η είσοδος στην εκκλησία και η συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη. Ο ιερός Δοσίθεος γράφει, μεταξύ άλλων, στην απάντησή του τα εξής διαφωτιστικά, που μας αφορούν εδώ: «ἀνίσως καὶ δὲν ἦτον καιρὸς ἀνάγκης καὶ ἠμποροῦσαν νὰ ζήσουν μὲ τὴν ἰδικήν τους κυβέρνησιν, θὰ ἐλέγαμεν νὰ μὴ μεταλαμβάνουνˑ ἐπειδὴ καὶ οἱ θεῖοι νόμοι τὸν μετὰ τῶν αἱρετικῶν γάμον τὸν ἐμποδίζουσι μάλα γενναίως. Ἀμὴ καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ καιροῦ τὴν κακίαν ἠναγκάσθησαν νὰ κυβερνηθοῦν ἡ (sic) ταλαίπωραις, πρέπει νὰ τύχωσιν ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, νὰ ἔχουν τὴν εἴσοδον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀκόμη νὰ μεταλαμβάνουνˑ μάλιστα ἐμάθομεν ὅτι οἱ Ἀρμένιοι τὰς ἔχουν μὲ τὸ καπίνι, καὶ ἂν εἶναι ἕτζι, τώρα νὰ ταῖς στεφανωθοῦν καὶ νὰ μὴ ταῖς στεφανῶσῃ ἱερεὺς Ἀρμένιος, ἀλλὰ ἱερεὺς Ὀρθόδοξος. Πλὴν μὲ ἐπιτίμιον ἀναθέματος, τὸ ὁποῖον νὰ γροικηθῇ εἰς ὅλην τὴν Πολιτείαν αὐτοῦ, ὅτι ὅποια γυνὴ ἀπὸ τοῦ νῦν πάρη ἄνδρα Ἀρμένην, νὰ μὴν ἔχει τὴν εἴσοδον τῆς Ἐκκλησίας μήτε νὰ μεταλαμβάνῃ τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, μήτε μετὰ θάνατον νὰ ἀξιοῦται ταφῆς… Ἡ (sic) γυναῖκες τώρα, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἃν πάρουν αἱρετικοὺς ἄνδρας δὲν ἔχουν συγχώρησιν μήτε ἡμποροῦν νὰ εἶναι χριστιαναῖς, ἀμὴ εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἀνάγκης, διὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν τιμήν τους καὶ διὰ νὰ φυλάξουν τὴν πίστην τους, ἔκαμαν τὰ μικρότερα κακὰ διὰ νὰ λείψουν ἀπὸ τὰ μεγαλείτεραˑ καὶ λοιπὸν εἶναι χρεία οίκονομίας»[216].
Είναι δε φανερό πως η απόφαση της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης περί των  μικτών γάμων, έχει να κάνει με την γενικότερη εκκλησιολογική της θεώρηση, η οποία είναι ξεκάθαρα οικουμενιστική.
ΙΣΤ. Παρακάτω ο Σ. αναφέρεται στον π. Θεόδωρο Ζήση και την γνωστή αυστηρή κριτική που ο τελευταίος είχε ασκήσει, προ αμνημονεύτων ετών, σε θέσεις του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Προς τι όμως ο αξιότιμος Σ. αναφέρεται στην κριτική αυτήν όταν ο ίδιος ο π. Θεόδωρος την έχει απορρίψει[217]; Αυτή μάλιστα η δημόσια μετάνοια του π. Θεοδώρου, η οποία τον τιμά ιδιαιτέρως, είναι παράδειγμα προς μίμηση.
Ο Σ., για την μετάνοια αυτήν γράφει τα εξής: «Ἐὰν ἡ μεταστροφὴ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀνεκηρύχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἅγιος, ἂς ἀναπαύεται στὶς ἀντίθετες ἀπόψεις τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τὸ διαχριστιανικὸ διάλογο». Αυτήν την δήθεν αντίθεση των θέσεων του Αγίου Νεκταρίου, με τις θέσεις του Αγίου Ιουστίνου, ο Σ. την βασίζει στην θεώρηση του μέντορά του Πρεβέζης Μελετίου. Ο τελευταίος, με το κείμενό του «Ὁ ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἡ στάσις του ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων», προσπαθεί λίγο πολύ να παρουσιάσει τον Άγιο ως Οικουμενιστή, ερμηνεύοντας αυθαίρετα πως η αγάπη προς τους ετεροδόξους, την οποία πολύ σωστά συστήνει ο Άγιος, εκφράζεται δια των σημερινών Ψευδοδιαλόγων, συμπροσευχών και εν γένει της Οικουμενικής Κινήσεως. Ο Πρεβέζης Μελέτιος δεν παραλείπει μάλιστα να αναφερθεί και στην ορθή διάκριση που κάνει ο Άγιος μεταξύ ζηλωτών με επίγνωση και χωρίς επίγνωση, με σκοπό να εντάξει στους δευτέρους, όσους αντιδρούν στον Οικουμενισμό. Παραλείπει όμως να μας πει ποιους ακριβώς θεωρούσε ο Άγιος Νεκτάριος ότι έχουν τέτοιον ζήλο «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Αυτή η παράλειψη θα διορθωθεί εδώ με την παράθεση της γνώμης του Αγίου: «Τοιοῦτοι ζηλωταὶ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ὑπήρξαν καὶ οἱ ὁπαδοὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Δυτικῆς ἐκκλησίας, ὧν ὁ ζῆλος ἐκκαυθεὶς πολλὰς ἐξέκαυσε πυρὰς πρὸς καῦσιν τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἑναντιοφρονοῦντων ἢ ἀντιδοξούντων!»[218].
ΙΖ. Πολύ σωστά ο Σ. παρατηρεί πως «εἶναι ἀναμφίβολο, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλήθεια ἰσχύει ὅ,τι στὸ διαχρονικό της καθολικὸ συνειδὸς κατασταλλάζει καὶ καθιερώνεται ὡς ἀλήθεια μὲ τὴν ἀποδοχή της ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα». Σφάλλει όμως όταν θεωρεί για τις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου πως  «εἶναι περισσότερο ἀπὸ βεβαία ἡ ἀποδοχή τους ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα». Διότι εμείς βλέπουμε το εκκλησιαστικό πλήρωμα να έχει εκφράσει την έντονη διαφωνία του για την «Αγία και Μεγάλη» Ψευδοσύνοδο. Εκτός βέβαια, αν ως «εκκλησιαστικό πλήρωμα», εννοεί την μεγάλη μάζα των τυπικώς μόνο Ορθοδόξων, οι οποίοι είναι ακατήχητοι, αδιάφοροι και κυρίως εκκοσμικευμένοι, όπως είναι η πλειονότητα των Οικουμενιστών, και αποδέχονται πρόθυμα ό,τι τους διδάσκουν οι ποιμένες τους, εννοείται με την προϋπόθεση να είναι στα πλαίσια εκείνα στα οποία θα μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα τον κοσμικό, αντιεκκλησιαστικό τους βίο! Μιλούμε δηλαδή για εκείνους, οι οποίοι δεν δέχονται ότι απαγορεύεται να γίνεται διπλό Μυστήριο (Γάμου - Βαπτίσεως), υπό το φόβο της οικονομικής κρίσεως, δεν δέχονται να βαπτισθούν τα παιδιά τους με τρεις πλήρεις καταδύσεις, υπό το φόβο του πνιγμού, δεν δέχονται γενικώς όλα αυτά τα «ακραία, που λένε οι παπάδες» (περί προσευχής, νηστείας κλπ.), αλλά σίγουρα δέχονται τις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου. Μα, μια τέτοια αποδοχή, από ένα τέτοιο «εκκλησιαστικό πλήρωμα», αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο όχι ορθοδοξίας και αληθείας των αποφάσεων της Συνόδου αυτής, αλλά αντιθέτως κακοδοξίας και ψεύδουςΑποτελεί, επίσης, τεκμήριο εκκοσμικεύσεως και αποστασίας των χριστιανών, του εκκλησιαστικού πληρώματος (γεγονός μάλιστα που υποδηλώνει τον σύντομο - ο Θεός γνωρίζει πότε! - ερχομό του Αντιχρίστου).
ΙΗ. Στο προτελευταίο κεφάλαιο του κειμένου του («Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὸ Π.Σ.Ε.») ο Σ. αποτιμά ως θετική την συμμετοχή των επισήμων Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), μιας και θεωρεί πως όχι μόνο εξυπηρετείται τοιουτοτρόπως η προσπάθεια για την «ὁρατὴ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν μὲ μία κοινὴ πίστη καὶ μία Θ. Εὐχαριστία», αλλά δεν διακυβεύεται στο ελάχιστο η εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Μάταιος όμως είναι ο κόπος του Σ. να υπερμαχήσει τόσο υπέρ της υπάρξεως του Π.Σ.Ε. όσο και της ακινδύνου δήθεν, για την εκκλησιολογική της αυτοσυνειδησία, συμμετοχής σε αυτό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού το πρόβλημα βρίσκεται αλλού! Δεν μας απασχολεί τους Ορθοδόξους το τί είναι και τί πιστεύει το Π.Σ.Ε. ή το αν αφήνει την Ορθόδοξη Εκκλησία να πιστεύει αυτό που θέλει. Το πρόβλημα είναι πως συμμετέχοντας η Ορθόδοξη Εκκλησία σε ένα συλλογικό όργανο που περιλαμβάνει ομάδες που βλασφημούν τον Πνεύμα το Άγιον (δια των αιρέσεών των), αναγνωρίζει, εν τη πράξη, ξεκάθαρα την εκκλησιαστικότητα των ομάδων αυτών (παρά την περί αντιθέτου ομολογία, εν τοις λόγοις) και αυτό γίνεται φανερό και από το γεγονός πως δεν αρκούνται στους μετ’ αυτών διαλόγους, αλλά συμμετέχουν και σε λειτουργικές τελετές!
Πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό πως δεν βρισκόμαστε στο 1920 ή στο 1937. Έχει προηγηθεί πλέον ένας αιώνας Οικουμενισμού και γνωρίζουμε καλώς, αυτό που ελάχιστοι εκ των ημετέρων συνειδητοποιούσαν τότε. Ένας από αυτούς, ο σοφός Μητροπολίτης Κορυτσάς Ευλόγιος Κουρίλας[219], γράφει σοκαρισμένος μετά το Συνέδριο του Π.Σ.Ε. στο Έβανστον (1954) μεταξύ άλλων και τα εξής: «Δυστυχῶς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ λόγους πολιτικοὺς μᾶλλον ἀκολουθεῖ τὴν τετριμένην εἰς τὰ συνέδρια ὁδὸν ἀπὸ τοῦ Μελετίου Μεταξάκη καὶ ἑξῆς, οὕτινος τὸ κῦρος πάντοτε ἐπικαλεῖται… Ἡ Ἐγκύκλιος ὅμως τῆς 31-1-1952[220], ἣν ἔδει νὰ ἔχωσιν ὑπόψιν αἱ ἀντιπροσωπεῖαι, ὡς θὰ ἵδωμεν, ἔμεινεν νεκρὸν γράμμα καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀπλῶς παρατηρηταὶ οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ λαμβάνουσι τὸν λόγον εἰς τὰς συζητήσεις, καταθέτουσι γνώμας, καὶ δὴ ἠγοῦνται εἰς τὰς πομπάς – πρὸς διαπόμπευσιν, ἐπιτραπήτω νὰ εἴπω, τῆς Ὀρθοδοξίας - ἐν ἐπισήμῳ στολῇ. Παίζεται δυστυχῶς μία συμπαιγνία εἰς βάρος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, οὐ μόνον τὸ συμπροσεύχεσθαι μετὰ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων: «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον ἀφοριζέσθω…» (Ἀποστ. καν. με΄), αλλὰ καὶ τὸ συντρώγειν κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων πατέρων. Καὶ ὅμως οὐδεὶς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς κανόνας. Ἰδοῦ πῶςˑ «Ἥρχισε τὰς ἐργασίες… ἐν Ἔβανστον (ἡ γεν. Συνέλεσις) διὰ κοινῆς θρησκευτικῆς τελετῆς εἰς τὴν Α΄ Μεθοδιστικὴν Ἐκκλησίαν. Θρησκευτικοὶ ἀρχηγοὶ καὶ μέλη τοῦ συνεδρίου συνεκεντρώθησαν μὲ τὰς λαμπρὰς στολὰς καὶ τὰ διάσημά των ἀντιπροσωπεύοντες 170 ἑκατ. Προτεσταντῶν καὶ ὀρθοδόξων πιστῶν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου καὶ ψάλλοντες ὁμοῦ: «έν Χριστῷ οὐκ ἔνι Ἀνατολὴ ἢ Δύσις»» (Ἀπόστ. Ἀνδρ. 26-8-1954). Ἱερὰ ἀγανάκτησις συνέχει με διὰ τὸ κατάφορον ψεῦδος καὶ τὴν παρωδίαν τοῦ ἀποστολικοῦ ῥητοῦ. … Νὰ ὀνομάσω προδοσίαν τὸ πρᾶγμα! «καὶ φημὶ κ᾿ ἀπόφημι κοὔκ ἔχω τὶ φῶ!». Καλῶς ἐποίησαν οἱ Ῥῶσοι μὴ συμμετασχόντες, διότι ὡς μοὶ γράφει τις ἐκ τῶν δοκίμων κληρικῶν τῆς ἐν διασπορᾷ Ῥωσ. Ἐκκλησίας «ἐπίσημος συμμετοχὴ σημαίνει ἀναγνώρισιν ὑπάρξεων Ἐκκλησιῶν καὶ ἄρνησιν τοῦ ἐνιαίου τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ παγκόσμιον συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν (ἅπερ συγκαλεῖ τὰ συνέδρια) ἀποτελεῖ ὑπερεκκλησίαν καὶ ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Καθολικὴ Ἐκκλησία συμμετέχουσα καταβιβάζεται εἰς τὸ ἐπίπεδον τελευταίας προτεσταντικῆς κακοδόξου αἱρέσεως (ὅπως οἱ Βαπτισταὶ κλπ.)» καὶ ἐπάγεται ὁ εὐσεβὴς ἐπιστήμων: «Δημιουργεῖται τοιουτοτρόπως κολοσσιαία σύγχυσις πρὸς βλάβην τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐνώσεως τῶν χριστιανῶν «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Διὰ τοιούτους σοβαροὺς λόγους καὶ οἱ τοῦ ἐξωτερικοῦ Ρώσοι ἀπέφυγον νὰ λάβουν μέρος… «Ἐν Χριστῷ οὐκ ἔνι Ἀνατολὴ καὶ Δύσις», ἡ τοῦ ρητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδὲ Ἕλλην… πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄, 28) αὕτη παρωδία ἐλέγχθη, πρὸς Θεοῦ! διὰ τοιαύτην ἕνωσιν; Διατὶ θέλουν νὰ παρασύρουν καὶ νὰ ἐξαπατήσουν τὸν κόσμον, ὅτι συνετελέσθη ἡ ἕνωσις καὶ οὐδεμία πλεόν ὑπάρχει διαφορά; Εἴτα, ὅπως κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν πομπήν -ἱερὰν δὲ ἀπεκάλεσαν-1800 σύνεδροι ἐν χορῷ ἔψαλλον «Ὁ Χριστός, ἡ ἐλπὶς τοῦ κόσμου»ˑ εἶναι πράγματι ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, τῶν διαφωνούντων in capite et in membris, ὁ Χριστός; Καὶ εἰς τὴν πομπὴν ταύτην «προηγοῦντο οἱ πέντε πρόεδροι τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου», ὧν πρῶτος ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων κ. Ἀθηναγόρας, ὁ ἐν μέρει καὶ ἐν τῷ συνόλῳ «μεταμορφωμένος» αὐτὸς Κερκυραῖος! Πῶς δὲν εὐρέθῃ χριστιανός τις νὰ ἐπιτάξῃ αὐτῷ τὸν φοβερὸν ἐξορικισμόν: «ἀποτάσσῃ τῷ Σατανᾷ… καὶ πάσῃ τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ;»»[221].
Ο Σ. γράφει βέβαια (σελ. 82) πως «μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνῆλθε τὸ 1988 Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴ μὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων σὲ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις», αλλά αυτή η απόφαση, για όποιον παρακολουθεί την «Οικουμενική Κίνηση», έμεινε όχι μόνο κενό γράμμα, αλλά μάλλον ερμηνεύτηκε αντιθέτως, ήτοι ως εντολή να εντείνουν τις λατρευτικές εκδηλώσεις! Ειδάλλως πως μπορεί να εξηγηθεί το αίσχος της Κανμπέρας, τρία χρόνια μετά (Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε., 1991), στην οποία, τη μία στιγμή, οι Αυστραλίας Στυλιανός Χαρκιανάκης και Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης πρωτοστατούσαν στην απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως και της Κυριακής Προσευχής αντίστοιχα, μαζί με όλα τα μέλη του Συνεδρίου, ενώ την άλλη, η Νοτιοκορεάτισα «θεολόγος» Chung Hyun Kyung, με δική της προσευχή, καλούσε δήθεν μεταξύ των πνευμάτων του Ουρία, της Ζαν Ντ᾿ Αρκ, του Μαχάτμα Γκάντι, του νερού, της γης και του αέρος, και άλλων πνευμάτων και αυτό το πνεύμα του «απελευθερωτή, του αδελφού μας Ιησού»[222]. Και το αποκορύφωμα; Η κοινή λιτανεία των συνέδρων, με προεξάρχουσα μια λαμπαδηφόρο «ιέρεια», όπισθεν της οποίας ακολουθούσαν και οι ορθόδοξοι (;) επίσκοποι.
ΙΘ. Συνεχίζοντας ο Σ. αναφέρεται στην κεντρική εκκλησιολογική ιδέα της λεγόμενης «Δήλωσης του Τορόντο», η οποία «Δήλωση» μάλιστα έτυχε αναγνωρίσεως από την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης[223]. Η εκκλησιολογική αυτή ιδέα συνοψίζεται στην εξής φράση: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη (σ. ημ. του Π.Σ.Ε.) ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας». Ο Σ. ισχυρίζεται πως η φράση αυτή παρερμηνεύεται από επικριτές του κειμένου και πως η ίδια η «Δήλωση» σε άλλο σημείο γράφει ξεκάθαρα πως «τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν» και πως «τὸ εἶναι μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας – μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως». Για να καταλήξει ο σεβαστός Σ.: «Ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲ θεωρεῖ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς Ἐκκλησίες «ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως», πῶς μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ Ὑπέρ-Ἐκκλησία ἢ ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θὰ ἦταν μέλος;».
Δεν γνωρίζω ποιους επικριτές του κειμένου έχει υπόψιν του ο Σ. και τί είδους κριτική έχουν κάνει, γιατί καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε να πούμε ότι όλες οι κριτικές είναι επιτυχημένες (πολλές μάλιστα με τα έωλα επιχειρήματά τους δίνουν στήριγμα στην αίρεση). Εδώ όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Το Π.Σ.Ε. (διά της παραπάνω «Δηλώσεως»), η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης (διά της επίσημης αποδοχής της «Δηλώσεως» αυτής), αλλά και ο ίδιος ο Σ. (όπως φαίνεται από την ερμηνεία που δίνει αμέσως μετά προσπαθώντας να στηριχθεί στους Πατέρες) αποδέχονται πως υπάρχει μία Εκκλησία (την ονομάζουν «Εκκλησία του Χριστού») που περιλαμβάνει τις διάφορες Εκκλησίες (ορθόδοξη και ετερόδοξες), η οποία όμως «Εκκλησία» αυτή (ή «Νέα Εκκλησία», όπως την ονομάζουμε εμείς) ακόμη δεν υφίσταται ορατώς!
Ο Δρ. Θ. κ. Ιωάννης Λότσιος (υπέρμαχος της «Αγίας και Μεγάλης» Συνόδου) αναλύοντας την «Δήλωση» γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής (υπογρ. ημ.): «Η αποτίμηση της «Δήλωσης του Τορόντο» θα γίνει στα εξής βασικά σημεία, που αναφέρονται στην εκκλησιολογική προοπτική του ΠΣΕ: Α) Στον τονισμό ανάμεσα στην διαίρεση των χριστιανών, δηλαδή στην οικουμενική προοπτική, αναγνωρίζεται η εν Χριστώ αόρατη ενότητα και η ορατή διαίρεση. …Μια άλλη εξίσου σημαντική αλλά θεμελιώδης λεπτομέρεια της δήλωσης του Τορόντο είναι η αναγνώριση των εκκλησιαστικών στοιχείων και των παραδόσεων. Αυτά τα στοιχεία προσφέρουν μέσα στο οικουμενικό πλαίσιο τον δεσμό κάποιας μορφής ενότητας και μιας απλής κοινωνίας. Έτσι οι επιμέρους εκκλησίες και ομολογίες, αναγνωρίζουν στοιχεία αληθείας στις άλλες εκκλησίες. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναγνώριση που έχει σαν στόχο την πλήρη αλήθεια και ενότητα…με την αμοιβαία αυτή αποδοχή επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει μια ατελής κοινωνία και ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, οι οποίες καλούνται να την βελτιώσουν σε ορατό επίπεδο»[224]. Αυτός ο σκοπός για την επίτευξη της «ορατής ενότητος» είναι φανερός σε όλα κείμενα του Π.Σ.Ε.[225].
Επομένως ματαίως ο Σ., επικαλείται τα γραφόμενα στο σχετικό κείμενο της Ψευδοσυνόδου (βασισμένα στην παραπάνω «Δήλωση»), πως  «τό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι καί ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νά καταστῇ ὑπέρ-Ἐκκλησία». Το Π.Σ.Ε. με την διακήρυξή του ότι αγωνίζεται για την «ορατή ενότητα» σαφώς και θα καταστεί ένα είδος «Υπερεκκλησίας» («Πανεκκλησίας» πιο σωστά και όχι «Υπερεκκλησίας» με την έννοια ότι είναι έξω και πάνω από τις εκκλησίες-μέλη του) όταν αυτή επιτευχθεί. Γι’ αυτό και εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε πως το Π.Σ.Ε. αν και δεν αποτελεί αυτή την στιγμή μια «Πανεκκλησία» - διότι δεν έχει διακηρυχθεί επισήμως η περίφημη «ορατή ενότητα» και το «Κοινό Ποτήριο» -, ξεκάθαρα οδεύει προς τα εκεί. Άλλωστε ήδη, κατά το κείμενο του CUV, «στο βαθμό που οι εκκλησίες-μέλη μοιράζονται το ένα βάπτισμα και την ομολογία στον Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, μπορούμε ακόμη να πούμε (χρησιμοποιώντας τα λόγια του Διατάγματος για τον Οικουμενισμό της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου) ότι μία «πραγματική, αν και ατελής κοινωνία» υπάρχει ήδη μεταξύ τους»[226]. Γι’ αυτό και το Π.Σ.Ε. ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας Ανδρέας Θεοδώρου το ονόμαζε «ἕν εἶδος οἰκουμενικῆς ᾿Εκκλησίας συνερχομένης ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ λατρευούσης ἀπὸ κοινοῦ τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τῶν ἁπάντων»[227]. Η «Νέα Εκκλησία» λοιπόν υφίσταται ήδη, έστω και ατύπως, και αναμένεται στο μέλλον η επισημοποίησή της διά της διακηρύξεως και της «ορατής ενότητός» της,
Κ. Προχωρώντας ο Σ. προβαίνει σε έναν ατυχέστατο παραλληλισμό. Για να δικαιώσει την οικουμενιστική θέση (και οικουμενιστικώς ερμηνευομένη) περί Χριστιανών εκτός των ορίων (extra muros) της Εκκλησίας του Χριστού, χρησιμοποιεί κάποια αποσπάσματα Αγίων Πατέρων, τα οποία όμως έχουν άλλη ανάγνωση από αυτήν που προτείνει ο Σ.. Αρχικώς τα υπό του Αγίου Ιουστίνου γραφόμενα, για τους προ Χριστού Χριστιανούς[228], όπως τον Αβραάμ και τους άλλους Εβραίους Προπάτορες ή τον Σωκράτη, από τους Έλληνες, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στήριγμα στον καθησυχαστικό λόγο που κακώς αρθρώνουν οι Οικουμενιστές προς τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούςΧριστιανούς, οι οποίοι, διά του λόγου αυτού, προτρέπονται από τους πρώτους να παραμείνουν στην αίρεση και την πλάνη.
Αλλά και τα υπό του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου γραφόμενα, δεν ευνοούν στην πραγματικότητα την οικουμενιστική θεώρηση. Ο Άγιος στον Επιτάφιο Λόγο του προς τον πατέρα του και αναφερόμενος σε αυτόν γράφει[229] πως ήταν «ἡμέτερος» (κατά τον τρόπο ζωής) και πριν γίνει «δικός μας», γι᾿ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε δίνοντάς του ως ανταμοιβή την Ορθή Πίστη! Έτσι λοιπόν, «ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες», αυτήν την ανταμοιβή λαμβάνουν από τον Θεό, σε αντίθεση με την ψυχοκτόνο επανάπαυση, δηλαδή την «ανταμοιβή» που θέλουν να τους προσφέρουν οι Οικουμενιστές εμποδίζοντάς τους να προσέλθουν στην Εκκλησία και να αποκτήσουν την Ορθή Πίστη.
Περί της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος εκτός Εκκλησίας, κατά την διδασκαλία των Αγίων (όπως του Αγίου Μαξίμου και του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού), καθώς και με ποιο τρόπο δρα η Θεία Χάρις, έγινε λόγος παραπάνω[230]. Γράφει όμως ο Σ.: «Τὸ νὰ θεωρεῖ ὅμως κάποιος, ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν Χριστιανοί, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τοὺς θεωρεῖ ἤδη σεσωσμένους; Ὄχι βέβαια! Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ οὔτε καὶ γιὰ τοὺς ἐντὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους». Επομένως κατά τον Σ. δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε intra και extra muros της Εκκλησίας Χριστιανούς, αφού είτε είναι κανείς εντός Εκκλησίας, είτε είναι εκτός, έχει τις ίδιες πιθανότητες σωτηρίας! Ιδού πως πέφτει η μάσκα της Ορθοδοξίας και αποκαλύπτεται η πεμπτουσία του Οικουμενισμού, ο οποίος ουσιαστικά μάχεται την Εκκλησία του Χριστού, ως αποκλειστικής Κιβωτού της σωτηρίας!


(ΕΠΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[213] «Περί τῶν μικτῶν γάμων Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων καί μή Χριστιανῶν ἤχθηεἰς τήν ἀπόφασινὅπως i.  γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατάκανονικήν ἀκρίβειαν (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου). ii.  δυνατότηςἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ὡς πρός τά κωλύματα γάμου δέον ὅπωςνά ἀντιμετωπίζεται ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστης αὐτοκεφάλου ὈρθοδόξουἘκκλησίαςσυμφώνως πρός τάς ἀρχάς τῶν ἱερῶν κανόνωνἐν πνεύματι ποιμαντικῆςδιακρίσεωςἐπί τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. iii. ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μετά μή χριστιανῶν κωλύεται ἀπολύτως κατά κανονικήν ἀκρίβειαν» (ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ, https://www.holycouncil.org/-/marriage).
[214] Ο Άγιος Νικόδημος, στην Υποσημείωσή του στον ΜΣΤ΄ Αποστολικό Κανόνα, παρατηρεί: «Ἡ οἰκονομία γὰρ ἔχει μέτρα καὶ ὅρια, καὶ δὲν εἶναι παντοτινὴ καὶ ἀόριστος. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει: «Ὁ κατ᾿ οἰκονομίαν ποιῶν τι, οὐχ ὡς ἁπλῶς καλὸν τοῦτο ποιεῖ, ἀλλ᾿ ὡς πρὸς καιρὸν χρειῶδες» (ἐρμηνεία εἰς τὸ ε΄. 11 τῆς πρὸς Γαλάτ.)ˑ ἱκανῶς ᾠκονομήσαμεν, λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἐν τῷ πρὸς Ἀθαν. ἐγκωμίῳ, μήτε τὸ ἀλλότριον προσλαμβάνοντες, καὶ τὸ ἡμέτερον φθείροντες, ὃ κακῶν ὄντως ἐστὶν οἰκονόμων… «Οἰκονομητέον γὰρ ἔνθα μὴ παρανομητέον», λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος… Ὥστε τῆς οἰκονομίας παρελθούσης, ἡ ἀκρίβεια, καὶ οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες πρέπει νὰ ἔχουν τὸν τόπον τους» (Πηδάλιον, ό.π., σελ. 57-58).
[215]  Γάμος (χριστιανών) με πράξη μουσουλμάνου ιεροδικαστή (Εμμανουήλ Κριαρά, Επιτομή Λεξικούης Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/index.html).
[216] Καλλινίκου Δελικάνη, Πατριαρχικών εγγράφων, τόμος γ΄, Κωνσταντινούπολη, 1905, σελ. 683-684.
[217] «Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ἔβλεπε εὐκρινέστερα τὰ πράγματα ἀπὸ ὅλους, ὅσοι ἀπὸ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν θεσμὸ δὲν ἐντοπίζαμε τὰ διαπραττόμενα λάθη. Τώρα ἀκολουθοῦμε τὴν γραμμὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, καὶ λυπούμαστε γιὰ τοὺς καλοὺς κάποτε μαθητάς του καὶ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἀκολουθοῦν ἀντίθετη πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο καὶ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους πορεία, συμπορευόμενοι στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας» (π. Θεόδωρος Ζήσης, Η παλαιά συνεργασία μου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, http://www.katanixis.gr/2017/09/blog-post_48.html).
[218] Μάθημα Ποιμαντικής, ό.π., σελ. 110.
[219] Ο μακαριστός Ευλόγιος Κουρίλας είχε συμμετάσχει στο Συνέδριο του Εδιμβούργου, που είχε οργανώσει η, προδρομική του Π.Σ.Ε., οργάνωση «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order) το 1937 και είχε αντιδράσει στις, από τότε κιόλας, τελούμενες συμπροσευχές.
[220] Αναφέρεται στην Εγκύκλιο του 1952 που εξαπέλυσε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και στην οποία συνιστούσε στους ορθοδόξους αντιπροσώπους στα Συνέδρια του Π.Σ.Ε. να είναι «ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐφεκτικοὶ ἐν ταῖς λατρευτικαῖς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνάξεσιν, ὡς ἀντικειμέναις πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας (σ. ημ. ίσως για αυτό μετά να επιδίωξαν αναθεώρηση των Ιερών Κανόνων!) καὶ ἀμβλυνούσαις τὴν ὁμολογιακὴν εὐθιξίαν τῶν Ὀρθοδόξων» (Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, ό.π., σελ. 962-963). Βεβαίως ο πρώτος που κατεπάτησε αυτήν την Εγκύκλιο ήταν αυτός ο ίδιος ο Αθηναγόρας. Από τότε χρονολογείται η διγλωσσία των Οικουμενιστών, οι οποίοι στα λόγια μόνον είναι Ορθόδοξοι…
[221] Κορυτσάς Ευλογίου Κουρίλα, Η Χίμαιρα του Έβανστον: Η παγιδευθείσα Ορθοδοξία και η χαλκευθείσα ψευδοένωσις των Εκκλησιών στο Αγιορετική Βιβλιοθήκη, έτος ΙΘ΄[1954], σελ. 265-271.
[222] Διαβάστε το κείμενό της, με τίτλο «Welcome the Spirithear her cries» για να φρίξετε: (http://web.archive.org/web/20060104021822/http://cta-usa.org/foundationdocs/foundhyunkyung.html).
[223] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §19.
[224] ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ-ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΣΗΝ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ (https://panorthodoxcemes.blogspot.gr/2016/05/blog-post_24.html).
[225] Αρκεί να αναγνώσει κανείς το περίφημο κείμενο CUV [1998] («Προς μία κοινή κατανόηση και ένα κοινό οραματισμό του ΠΣΕ» - Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches=CUV: http://www.oikoumene.org/en/resources/documents/assembly/2006-porto-alegre/3-preparatory-and-background-documents/common-understanding-and-vision-of-the-wcc-cuv).
[226] Αυτόθι §3.3 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο απόσπασμα: «To the extent that the member churches share the one baptism and the confession of Jesus Christ as God and Saviour, it can even be said (using the words of the Decree on Ecumenism of the Second Vatican Council) that a "real, even though imperfect communion" exists between them already now».
[227] Άρθρο με τίτλο «Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις» στην εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 155, 1 Φεβρουαρίου 1972.
[228] Ο Άγιος Ιουστίνος, όπως φαίνεται και από την φράση την οποία παρέλειψε ο Σ. (στο σημείο με τις τελίτσες…), χρησιμοποιεί τον όρο «Χριστιανοί» (για όσους έζησαν σύμφωνα με τον Λόγο, όπως γράφει), σε αντίθεση με τον όρο «άχρηστοι» (όπως αποκαλεί τους άνευ του Λόγου βιώσαντες). Ολοκληρωμένο το απόσπασμα έχει ως εξής: «ὥστε καὶ οἱ προγενόμενοι ἄνευ λόγου βιώσαντες, ἄχρηστοι καὶ ἐχθροὶ τῷ Χριστῷ ἦσαν καὶ φονεῖς τῶν μετὰ λόγου βιούντων· οἱ δὲ μετὰ λόγου βιώσαντες καὶ βιοῦντες Χριστιανοὶ καὶ ἄφοβοι καὶ ἀτάραχοι ὑπάρχουσι».
[229] Ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα (προσοχή στην υπογραμμισμένη φράση!): «Ἐκεῖνος καὶ πρὸ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς ἦν ἡμέτερος∙ εἰσεποίει γὰρ αὐτὸν ἡμῖν ὁ τρόπος. Ὥσπερ γὰρ πολλοὶ τῶν ἡμετέρων οὐ μεθ᾿ ἡμῶν εἰσιν, οὓς ὁ βίος ἀλλοτριοῖ τοῦ κοινοῦ σώματος∙ οὕτω πολλοὶ τῶν ἔξωθεν πρὸς ἡμῶν, ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες. Τούτων καὶ ὁ ἐμὸς ἦν πατὴρ, πτόρθος ἀλλότριος, τῷ βίῳ πρὸς ἡμᾶς ἐπικλίνων. Σωφροσύνῃ μέν γε τοσοῦτον διήνεγκεν, ὥστε ὁ αὐτὸς ἐρασμιώτατός τε ἅμα γενέσθαι καὶ κοσμιώτατος∙ ἃ χαλεπὸν ἀμφότερα συνδραμεῖν. Δικαιοσύνης δὲ τί μεῖζον γνώρισμα καὶ περιφανέστερον, ἢ ὅτι πολιτείας οὐ τὰ δεύτερα ἐσχηκώς, οὐδὲ μιᾷ δραχμῇ πλείω τὴν οὐσίαν πεποίηκε, καίτοιγε τοὺς ἄλλους ὁρῶν τὰς Βριάρεω χεῖρας ἐπιβάλλοντας τοῖς δημοσίοις, καὶ τοῖς κακοῖς πόροις φλεγμαίνοντας; οὕτω γὰρ ἐγὼ καλῶ τὴν ἄδικον εὐπορίαν. Φρονήσεως δὲ, μικρὰ μὲν οὐδὲ ταῦτα γνωρίσματα, δηλώσει δὲ τὰ πλείω προϊὼν ὁ λόγος. Τούτων καὶ μισθὸν, οἶμαι, τὴν πίστιν ἠνέγκατο. Τὸ δὲ ὅπως (οὐδὲ γὰρ ἄξιον σιωπᾶσθαι πρᾶγμα τοσοῦτον), αὐτοὶ παραστήσωμεν» (P.G. 35, 992).