A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος β΄)



(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: 
http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2017/09/blog-post_15.html

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

Ε. Πριν προχωρήσουμε στην καθαρώς προτεσταντίζουσα πλευρά της Νέας Εκκλησιολογίας, όπως αυτή παρουσιάζεται στο επόμενο κεφάλαιο του εξεταζομένου κειμένου («Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι»), συνεχίζουμε την αναφορά με την εξέταση του καταταλαιπωρημένου ΙΕ΄ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, με την οποία φαίνεται τόσο η παπίζουσα, όσο και η προτεσταντίζουσα επιρροή στη Νέα αυτή Εκκλησιολογία των Οικουμενιστών.
Ο Σ. προβαίνει σε μια πρωτοφανή ερμηνευτική ανάλυση του Κανόνος τούτου, η οποία τον οδηγεί στις εξής εσφαλμένες, όπως θα αποδειχθεί, θέσεις (με την σειρά που παρουσιάστηκαν):
ε1. Όταν δεν υπάρχει προγενέστερη συνοδική καταδίκη του Πατριάρχου για αίρεση, ο Κανόνας δεν μπορεί να εφαρμοστεί,
ε2. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι Πατριάρχης σήμερα κηρύττει κατεγνωσμένη αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»,
ε3. Η προσπάθεια προσέγγισης των ετεροδόξων δια του διαλόγου δεν συνιστά αίρεση,
ε4. Ο Κανόνας μιλώντας για αιρέσεις, εννοεί συγκεκριμένες αιρέσεις, καταδικασμένες μέχρι τότε, και δεν αφορά μεταγενέστερες χρονολογικά, γι’ αυτό και επίκληση και εφαρμογή του ήταν άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία επί αιώνες,
ε5. Μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, δεν υπάρχει άλλη Οικουμενική Σύνοδος στην Ορθόδοξη Εκκλησία και επομένως κάθε αίρεση μετά από την Σύνοδο αυτήν δεν είναι «κατεγνωσμένη»,
ε6. Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας εξ αιτίας κατεγνωσμένης αιρέσεως, δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση που την κηρύττει Πατριάρχης και όχι αν την κηρύττει Επίσκοπος ή Μητροπολίτης, αναφέρεται δηλαδή αποκλειστικά στον ΙΕ΄ Κανόνα και όχι τους ΙΓ΄ και ΙΔ΄, άρα κάθε «αυθαίρετη πράξη» (σ. ημ. εννοεί την αποτείχιση) από πρεσβύτερο ή μοναχό αποκλείεται και
ε7. Οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης δεν δικαιολογούν την επίκληση του Κανόνος για Αποτείχιση.
Ας τα δούμε ένα ένα:
ε1. Η θέση αυτή δεν μπορεί να ισχύει, διότι ο Κανόνας είναι σαφής, αφού όχι μόνο αναφέρεται σε αίρεση «παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρωνκατεγνωσμένην» (και άρα αρκεί η κατάκριση της αιρέσεως από Πατέρες), αλλά διότι ξεκάθαρα ομιλεί για αποτείχιση «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως».
Εκτός αυτού η θέση αυτή του Σ. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εξ αιτίας των εξής τριών ενδεικτικών παραδειγμάτων, από τα δεκάδες που βρίσκει κανείς στην εκκλησιαστική ιστορία:
α) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τους Επισκόπους Αντιοχείας Ευλάλιο, Ευφρόνιο, Φλάκιτο, Στέφανο, Λεόντιο και Ευδόξιο, ώστε να δικαιολογείται η, επί έτη, διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας από τους, πιστούς στο Δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, Ορθοδόξους, τους ονομαζομένους «Ευσταθιανούς»; Καμία! Και όμως ο Μέγας Αθανάσιος, Επίσκοπος Αλεξανδρείας, κοινωνούσε μαζί τους, ενώ διατελούσε σε ακοινωνησία με τους παραπάνω Επισκόπους[29].
β) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τον Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο, ώστε οι Ορθόδοξοι να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, αλλά να κοινωνούν με τον «σχισματικό» «παράλληλο» Επίσκοπο Σασίμων Γρηγόριο τον Θεολόγο, επί δέκα έτη; Καμία! Και όμως όταν συνήλθε τελικώς η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος ο Δημόφιλος καταδικάστηκε και οι Ορθόδοξοι επαινέθηκαν[30].
γ) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τον Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, όταν οι Ορθόδοξοι διέκοψαν την κοινωνία μαζί του, επειδή δεν δεχόταν την Παναγία μας ως Θεοτόκο; Καμία! Και όμως ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τους προτού να συνέλθει η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (η οποία τελικά καταδίκασε τον Νεστόριο), εγκωμίαζε την αποτείχιση των Ορθοδόξων και κοινωνούσε μαζί τους[31].
ε2. Προσφάτως ο σεβαστός Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Πήχος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, κατέθεσε ενώπιον της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Κείμενο κατά του Πατριάρχου Βαρθολομαίου με τίτλο «Κατάγνωσις ετεροδιδασκαλιών, διατυπωθεισῶν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου»[32], στο οποίο αποδεικνύεται ξεκάθαρα πως ο Πατριάρχης κηρύττει «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» την αίρεση του Οικουμενισμού.
Η δε αίρεση του Οικουμενισμού είναι κατεγνωσμένη όχι μόνο από ευσεβεστάτους Πατέρες σε όλο τον κόσμο (όπως, μεταξύ άλλων, ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ), αλλά και από την Τοπική Σύνοδο των Ρώσων της Διασποράς το 1983 επί πρωθιεραρχίας του Αγίου Φιλαρέτου[33].
ε3. Η προσπάθεια προσέγγισης των ετεροδόξων δια του διαλόγου βεβαίως και δεν συνιστά αίρεση όταν οι Ορθόδοξοι:
α) Προ(σ)καλούνται να καταθέσουν την θέση τους και δεν συμμετέχουν σε μόνιμες «Επιτροπές Διαλόγου». Οι μόνιμες μεικτές (αποτελούμενες δηλαδή από Ορθοδόξους και αιρετικούς) επιτροπές θεολογικών διαλόγων είναι κάτι το πρωτοφανές στην ιστορία της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας εξ αρχής διασαλεύθηκε με τις αποσχίσεις αιρετικών και σχισματικών από το Σώμα Της, πουθενά όμως δεν θα συναντήσει κανείς τέτοιον τρόπο διαλόγου. Πουθενά δεν θα βρει κανείς επιτροπή που να αποτελείται φερ᾿ ειπείν από εκπρόσωπο των Ορθοδόξων, από εκπρόσωπο των Αρειανοφρόνων, από εκπρόσωπο των Μανιχαίων και από εκπρόσωπο των Νοβατιανών και να διαλέγονται! Αντιθέτως, και κατά την αποστολική επιταγή «ἕτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι»[34], οι Ορθόδοξοι οφείλουν όταν «οἱ ἄπιστοι, ἢ οἱ αἱρετικοὶ ζητοῦσι λόγον διὰ τὴν πίστιν… νὰ δίδουν ἀπόκρισιν πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας»[35],
β) Επικεντρώνονται στον διάλογο χωρίς να παραβαίνουν τους Ιερούς Κανόνες με συμπροσευχές, τελετές και θεατρινισμούς [36], στο όνομα μιας δήθεν «αγάπης», και
γ) Γνωρίζουν ότι ένας διάλογος δεν είναι ατέρμονος, αλλά κινείται μέσα στα όρια που έθεσε το Πνεύμα το Άγιο διά του Αποστόλου: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»[37].
Πρότυπο ενός τέτοιου, συμφώνου με τα παραπάνω, διαλόγου αποτελεί ο διάλογος που έκανε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας ο Τρανός με τους Λουθηρανούς. Οι δε Οικουμενιστες απέχουν παρασάγγας από έναν τέτοιον τρόπο διαλόγου και με τον δικό τους τρόπο αποδεικνύουν ότι δεν θεωρούν πως ως Ορθόδοξοι κατέχουμε την Αλήθεια. Αυτό όμως συνιστά όχι μόνο αίρεση, αλλά και άρνηση της Πίστεως!
ε4. Ο Σ. φαίνεται ότι δεν κατανοεί πως δεν είναι ο Κανόνας που καθορίζει την πράξη, αλλά η πράξη που επικυρώνεται διά του Κανόνος. Αν απομονώσουμε τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας είναι αναμενόμενο να προβούμε σε συμπεράσματα πόρρω απέχοντα από την αλήθεια. Αν τον εξετάσουμε όμως σε σχέση με την πράξη της Εκκλησίας, τότε μπορούμε να τον ερμηνεύσουμε ορθώς. Διότι η μέχρι τότε πράξη της Εκκλησίας αποδεικνύει πως όσοι για κάποια αίρεση, κατακεκριμένη από Συνόδους ή Πατέρες, διέκοπταν κοινωνία με τον προϊστάμενό τους, όταν εκείνος την κήρυττε φανερά, όχι μόνο δεν επέσυρε επιτίμια η πράξη τους, αλλά αξιώνονταν και τιμής[38]Επομένως ο Κανόνας δεν μας λέει κάτι που δεν γινόταν ήδη επί 861 χρόνια. Προς τι ο Σ. μας αναφέρει ότι η επίκληση του Κανόνος ήταν άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία μέχρι κάποια στιγμή; Μήπως και προ του 861 δεν εφάρμοζαν οι Ορθόδοξοι το πνεύμα του Κανόνος, παρά την έλλειψη του γράμματος; Άλλωστε και ο, συναφής με τον παραπάνω Κανόνα, ΛΑ΄ Αποστολικός Κανόνας, μεταφέρει ακριβώς το ίδιο πνεύμα.
Αξίζει να αναφερθεί πως υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα αποτειχίσεων Ορθοδόξων, εκ της, μετά το 861, εκκλησιαστικής ιστορίας, που φανερώνουν ότι αυτές αφορούν και μεταγενέστερες του 861 αιρέσεις, και κυρίως τις αιρέσεις που γέννησε, ή και αναγέννησε, ο Παπισμός. Ένα μόνο ενδεικτικό παράδειγμα είναι το παρακάτω. Στο α΄ μισό του ΙΓ΄ αιώνος δύο μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός ο Β΄ και ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματιανός συστήνουν στους Ορθοδόξους να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με εκείνους που υποτάχθηκαν στους Λατίνους. Ο μεν Γερμανός αποστέλλει επιστολή προς τους Κυπρίους στην οποία γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ὅσοι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐστὲ τέκνα γνήσια,φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ λατινικῇ ὑποταγῇ, καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθε, μηδὲ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν δέχεσθε τὴν τυχοῦσανˑ κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι καταμόνας, ἢ ἐπ' ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετὰ τῶν λατινοφρόνων ὑποταγάτων»[39]. Ο δε Χωματιανός σε απάντησή του προς τους Έλληνες μοναχούς της αγιορειτικής Μονής Ιβήρων, οι οποίοι τον ρώτησαν «ἂν δύνανται νὰ κοινωνῶσι τοῦ λοιποῦ πρὸς τοὺς ἀποσκιρτήσαντας Ἴβηρας τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας»[40], τους απάντησε ως εξής: «ἀποφαινόμεθα, ὡς οὐκ ἐξόν ἐστι ἐν οὐδενὶ κοινωνεῖν τοὺς Γραικοὺς τοῖς Ἴβηρσι μοναχοῖς, καὶ ὅσοι τούτοις ομόφρονες, ὡς ἀναμαξαμένοις τῶν Ἰταλῶν ἐθῶν τε καὶ θρησκευμάτων, ὅσα τῆς καθ' ἡμᾶς ἁγίας γεγόνασι ἔκβλητα· οὔτε γὰρ ἐν προσευχαῖς οὐδέποτε οὐδαμῶς τούτοις συστήσονται, οὔτε αλλήλοις, ἢ τῶν θείων ἁγιασμάτων, ἢ προβολῆς ἡγουμενικῆς, καὶ ἐτεροίων τοιωνδέτινων μεταδώσουσιν»[41]. Σημειωτέον πως οι «αποσκιρτήσαντες Ίβηρες» δεν είχαν κηρύξει κάποια αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», αλλά το μόνο που έπραξαν ήταν να δώσουν την λεγόμενη «χειραψία υποταγής» προς τον τοπικό Λατίνο επίσκοπο[42].
ε5. Ο Σ. δηλώνει τη συμφωνία του με την αυθαίρετη, όπως θα δούμε, γνώμη που εξέφρασε το 1971 ο δικηγόρος Ιωάννης Παναγόπουλος, σε επικριτικά του κείμενα κατά της ενέργειας του μακαριστού Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου να παύσει τη μνημόνευση του ονόματος του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου. Σύμφωνα με αυτήν, για να εφαρμοστεί ο ΙΕ΄ Κανόνας απαραίτητη προϋπόθεση δεν είναι η αίρεση να είναι κατεγνωσμένη «παρὰ Συνόδων ἢ Πατέρων», αλλά υπό Οικουμενικών Συνόδων! Μεταφέροντας την αυθαίρετη - και φανερώς ενάντια στο γράμμα και το πνεύμα του Κανόνος - γνώμη αυτή, ο Σ. επιδιώκει τον ίδιο σκοπό που επεδίωκε τότε και ο Παναγόπουλος: να παραστήσει τις αιρέσεις των Παπικών ως μη κατεγνωσμένες υπό Οικουμενικών Συνόδων, και να δικαιολογηθούν τοιουτοτρόπως οι φιλοπαπικές ενέργειες και δηλώσεις του Αθηναγόρου – και του διαδόχου του κ. Βαρθολομαίου σήμερα - και των υπολοίπων Οικουμενιστών.
Δυστυχώς ο Σ. αγνοεί (δεν θέλω να πιστέψω πως αποκρύπτει) τις συντριπτικές απαντήσεις του Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου προς τον Ι. Παναγόπουλο[43]. Ιδίως στην δεύτερη απάντησή του καταρρίπτει παντελώς τις θέσεις του κ. Παναγόπουλου. Αφού επισημαίνει το αυτονόητο (πως δηλαδή ο Κανόνας δεν αξιοί την καταδίκη της αιρέσεως από Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αρκεί και Τοπική Σύνοδος ή και η γνώμη Πατέρων), αποδεικνύει με ιστορικά στοιχεία πως οι αιρέσεις του Παπισμού είναι κατεγνωσμένες από τις Συνόδους του 867, του 879, του 1009, του 1054, του 1341, του 1347, του 1351, του 1440, του 1441, του 1443, του 1450, του 1484, του 1722, του 1727, του 1838, του 1848, του 1895.
Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί πως ιδίως η Σύνοδος του 879  επί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, έχει όλα τα γνωρίσματα και θεωρείται στη συνείδηση των Ορθοδόξων ως Οικουμενική Σύνοδος[44], αφού μάλιστα συμμετείχε σε αυτήν και η, πάλαι ποτέ Ορθόδοξος, Τοπική Εκκλησία της Ρώμης. Πάντως το επιχείρημα πως Οικουμενική Σύνοδος δεν είναι δυνατόν να συνέλθει μετά την απόσχιση της Τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης[45] δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, διότι τότε ούτε μετά την απόσχιση των, πάλαι ποτέ Ορθοδόξων, Τοπικών Εκκλησιών σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής (όπως της Ασσυριακής των Νεστοριανών ή τις Προχαλκηδόνιες των Μονοφυσιτών) μετά την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, θα μπορούσε να γίνει Οικουμενική Σύνοδος, αφού κατά την οικουμενιστική σκέψη η Εκκλησία ήταν πλέον διηρημένη. Όμως όπως ούτε η αποστασία των λεγομένων «Προχαλκηδόνιων Εκκλησιών» δεν εμπόδισε την σύγκληση της Ε΄, της Στ΄ και της Ζ΄ (και της Η΄ αν θέλετε) Οικουμενικής Συνόδου, έτσι και η αποστασία της «Παπικής Εκκλησίας» δεν μπορεί να εμποδίσει την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου[46], όπως ακόμη και η προφητευθείσα αποστασία[47] όλων των Τοπικών Εκκλησιών δεν θα μπορέσει να εμποδίσει το, ανά την οικουμένη διεσπαρμένο, μικρό ποίμνιο[48], το λείμμα της Χάριτος[49], να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, διότι οι Ορθόδοξοι έχουμε την βαθεία πεποίθηση πως η Θεία Χάρις τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληρώνει.
ε6. Σφάλλει μεγάλως ο σεβαστός Σ. όταν ισχυρίζεται από τους Κανόνες ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας η διακοπή μνημοσύνου δικαιολογείται μόνο «στὴν τρίτη περίπτωση, δηλ. μόνο σὲ περίπτωση αἵρεσης τοῦ Πατριάρχου». Η θέση αυτή[50], ότι δηλαδή μόνο σε Πατριάρχη μπορεί να εφαρμοστεί η διακοπή μνημοσύνου και όχι σε Μητροπολίτη ή Επίσκοπο, αποδεικνύεται εσφαλμένη εύκολα, αρκεί κανείς να παραθέσει τις ερμηνείες των εγκρίτων Κανονολόγων[51]:
α) Του Βαλσαμώνος: «Εἰ γὰρ μὴ δι᾿ ἐγκληματικὴν αἰτίαν, ἀλλὰ δι᾿ αἳρεσιν χωρίσῃ τις ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἢ τοῦ Μητροπολίτου ἢ τοῦ Πατριάρχου ὡς ἐπ᾿ Ἐκκλησίας διδάσκοντος ἀνερυθριάστως διδάγματά τινα ἀπηλλοτριωμένα τοῦ ὀρθοῦ δόγματος, ὁ τοιοῦτος καὶ πρὸ ἐντελοῦς διαγνώσεωςπολλῷ δὲ πλέον καὶ μετὰ διάγνωσιν. Ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἐκ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος»[52].
 β) Του Ζωναρά: «Εἰ δ᾿ ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη, καὶ τοιοῦτος ὡς δημοσίᾳ, κηρύττειν τὴν αἵρεσιν, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντὶ τοῦ, ἀνυποστόλως καὶ μετὰ παρησίας, διδάσκει τὰ αἱρετικὰ δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας»[53].
γ) Του Αριστηνού: «Εἰ δέ τινες ἀποσταῖεν τινος οὐ διά πρόφασιν ἐγκλήματος ἀλλά δι᾿ αἵρεσιν ὑπό συνόδου ἤ ἁγίων Πατέρων κατεγνωσμένην τιμῆς καί ἀποδοχῆς ἄξιοι ὡς ὀρθόδοξοι»[54].
δ) Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: «Ἐὰν δὲ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσης περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν»[55].
ε) Του Νικοδήμου Μίλα: «Καθορίσας ταῦτα περὶ τῆς πρὸς τὸν Πατριάρχην ὑπακοῆς, ὁ Κανὼν ποιεῖται γενικὴν παρατήρησιν καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν (ΙΓʹ-ΙΕʹ) Κανόνων, δι᾿ ἧς λέγει, ὅτι τὰ ἐκδοθέντα προστάγματα ἰσχύουσι μόνον καθ᾿ ἢν περίπτωσιν ὑπεισάγονται σχίσματα ἕνεκεν ἀναποδείκτων τινῶν παραβάσεων τοῦ Πατριάρχου, τοῦ Μητροπολίτου καὶ τοῦ ᾿Επισκόπου. ᾿Εὰν ὅμως ᾿Επίσκοπός τις ἢ Μητροπολίτης ἢ Πατριάρχης ἄρξηται νὰ διακηρύττῃ δημοσίᾳ ἐπ᾿ ἐκκλησίας αἱρετικήν τινα διδαχήν, ἀντικειμένην πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, τότε οἱ προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καὶ χρέος ν᾿ ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα τοῦ ᾿Επισκόπου, Μητροπολίτου καὶ Πατριάρχου ἐκείνου, διὸ οὐ μόνον εἰς οὐδεμίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ κανονικὴν ποινήν, ἀλλὰ θέλουσι καὶ ἐπαινεθῆ εἰσέτι, καθ᾿ ὅσον διὰ τούτου δὲν κατέκριναν καὶ δὲν ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τῶν νομίμων ᾿Επισκόπων, ἀλλ᾿ ἐναντίον ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων, οὔτε καὶ ἐγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχῖσμα ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως, ἀπήλλαξαν τὴν ᾿Εκκλησίαν, ἐν ὅσῳ ἠδυνήθησαν, τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διαιρέσεως»[56].
Επιπροσθέτως και ο συναφής ΛΑ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων μιλάει για Επίσκοπο γενικώς και όχι ειδικώς για Πατριάρχη.
ε7. Αν και κανείς Ορθόδοξος δεν έπρεπε να περιμένει τις αποφάσεις της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης για να προβεί σε Αποτείχιση[57], εν τούτοις η εν λόγω Σύνοδος, είναι Ψευδοσύνοδος (δηλαδή Ληστρική και Κακόδοξος) διότι:
α) Συμμετείχαν σε αυτήν επίσκοποι ασεβούντες περί την Πίστη, οι οποίοι διατελούν υπό κατηγορία «παρὰ ἀξιοπίστων ἀνθρώπων»[58] επί κακοδοξία[59].
β) Όχι μόνο δεν εξετάστηκε η διαφωνία περί την Πίστη[60] που έχει προκύψει στην Εκκλησία, το αν δηλαδή ο Οικουμενισμός είναι αίρεση ή ορθόδοξη μαρτυρία, αλλά αντιθέτως η, εδώ και έναν σχεδόν αιώνα, ενεργός συμμετοχή στην «Οικουμενική Κίνηση» επικυρώθηκε συνοδικώς και αποφασίστηκε η συνέχισή της .
γ) Καινοτόμησε ως προς τον τρόπο μαρτυρίας της Πίστεως προς τους εκτός Εκκλησίας, θεωρώντας ως μόνο ενδεδειγμένο τους συγχρόνους Ψευδοδιαλόγους. Αποκαλώντας δε ως «προσηλυτισμό», «ουνία» και «προκλητική ενέργεια ομολογιακού ανταγωνισμού»[61] κάθε διαφορετικό τρόπο μαρτυρίας, από αυτόν που η ίδια θεωρεί ενδεδειγμένο, κατακρίνει ουσιαστικά την Εκκλησία για τον τρόπο μαρτυρίας της Πίστεως, προς τους εκτός Αυτής, που χρησιμοποιούσε επί 20 αιώνες (μέχρι δηλαδή την εμφάνιση της «Οικουμενικής Κινήσεως») και εισάγει νέο τρόπο μαρτυρίας[62].
δ) Εισήγαγε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα είδος «Πρωτείου» του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στον οποίο δίνει ειδικές αρμοδιότητες συντονισμού[63] των Ψευδοδιαλόγων[64].
ε) Ευαγγελίζεται την ίδρυση «Νέας Εκκλησίας», ομολογώντας αφενός μεν την ύπαρξη άλλων «Εκκλησίων» (μέσα από την αποδοχή της ιστορικής ονομασίας αυτών[65]), αφετέρου δε - κεκαλυμμένως - την ανυπαρξία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας[66].
Και μόνο για αυτούς τους λόγους θα έπρεπε όλοι όσοι θέλουν να παραμείνουν Ορθόδοξοι, να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Νεοεκκλησιολόγους Οικουμενιστές και να εργαστούν για την σύγκληση μιας αληθινής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[29] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 1099.
[30] Βασιλείου Σμύρνης, Περί του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αθήνα, 1903, σελ. 111-129.
[31] «Ἀσπίλους καὶ ἀμώμους ἑαυτοὺς τηρήσατε, μήτε κοινωνοῦντες τῷ μνημονευθέντι μήτε μὴν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες, εἰ μένοι λύκος ἀντὶ ποιμένος καὶ μετὰ ταύτην ἡμῶν τὴν ὑπόμνησιν τὴν πρὸς αὐτὸν γενομένην φρονεῖν ἕλοιτο τὰ διεστραμμένα. τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν ἤτοι λαϊκῶν διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις ἢ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ κοινωνοῦμεν ἡμεῖς, οὐ τὴν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δὲ μᾶλλον τοὺς πεπονθότας» (P.G. 77, 125).
[33] «Τοῖς βάλλουσι κατὰ τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ διδάσκουσιν ὅτι ἡ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία μεμέρισται ἐν οὕτω καλουμένοις "κλάδοις", οἵτινες διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐν διδασκαλίᾳ καὶ τρόπῳ ζωῆς, ἢ ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία οὐχ ὑφίσταται ὁρατῶς, ἀλλ᾿ ἀπαρτισθήσεται ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ἅπαντες οἱ "κλάδοι" ἢ τμήματα ἢ ὁμολογίαι ἢ προσέτι καὶ θρησκεῖαι ἑνωθῶσιν ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ οἵτινες οὐ διακρίνουσι τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι τὸ βάπτισμα καὶ ἡ εὐχαριστία τῶν αἱρετικῶν εἰσὶν ἱκανὰ πρὸς σωτηρίαν ὅθεν, τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς προμνημονευθεῖσιν αἱρετικοῖς ἢ συνηγοροῦσι, διαδίδουσι, ἢ ὑπεραμυνομένοις τῆς καινοφανοῦς αὐτῶν αἱρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἐν προσχήματι ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἢ ὑποτιθεμένης ἑνώσεως τῶν διαχωρισθέντων Χριστιανῶν, Ἀνάθεμα» (Περιοδικό Ο Αγιορείτης, αρ. 18, Οκτώβριος 1983).
[34] Α΄ Πέτρ. γ΄, 15.
[35] Αγίου Νικοδήμου, Ερμηνεία εις τας επτά καθολικάς επιστολάς, Βενετία, 1806, σελ. 118.
[36] Τα τελούμενα σε διάφορες διαχριστιανικές και διαθρησκειακές τελετές (τα οποία μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο) δικαιολογούν πλήρως τον χαρακτηρισμό αυτόν. Για του λόγου το αληθές: https://www.youtube.com/watch?v=wjCKP3voAaU
[37] Τίτ. γ΄, 10.
[38] Είναι συγκλονιστική η επιστολή των Πατέρων της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου προς τους Ορθοδόξους της Κωνσταντινουπόλεως που είχαν διακόψει την κοινωνία με τον Νεστόριο: «Χαίρετε τοίνυν ἐν Κυρίῳ πάντοτε, καὶ πάλιν ἐρῶ, χαίρετεˑ κατήργηται γὰρ τὸ σκάνδαλον καὶ ἐξεῤῥιζώθη τὸ ζιζάνιον ἐκ τοῦ χωρίου τοῦ πνευματικοῦ γεωργίου. Ὑμεῖς δὲ ἀναζωπυρήσατε, καὶ λαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐκποδὼν ἐλάσατε τοὺς τῆς μιαρᾶς καὶ βεβήλου καινοτομίας ἐργάταςˑ ἔσται γὰρ ὑμῖν ὁ μισθὸς οὐκ ἐλάττων τῶν ἐνταῦθα κεκμηκότων» (Mansi 4, 1241). Δηλαδή, τιμή Πατέρων Οικουμενικής Συνόδου αποδίδεται στους αποτειχισθέντες Ορθοδόξους!
[39] Γερμανού Β΄ Κωνσταντινουπόλεως, Επιστολή Β΄ προς τους Κυπρίους στο Κωνσταντίνου Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β΄, Βενετία,  1873, σελ. 18.
[40] Αντωνίου Μηλιαράκη, Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας, Αθήνα, 1898, σελ. 195.
[41] J.B. Pitra, Analecta sacra et classica spicilegio Solesmensi parata: Juris ecclesiastici graecorum selecta paralipomena, vol. 6, Paris, 1891, p. 248-249.
[42] Αναλυτικότερα στο Νικολάου Μάννη, Η διά χειραψίας υποταγή
[43] «Οὐδεμία ἀπειλὴ θὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς ἐπανάληψιν τοῦ μνημοσύνου» (εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 135, 1 Μαρτίου 1971) και «Ὁ Μητροπολίτης Ἀμβρόσιος ἀπαντᾶ εἰς τὸν κ. Ἰ. Παναγόπουλον καὶ ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ» (εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 138, 15 Απριλίου 1971).
[44] Ο Ιωάννης Καρμίρης (Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. Ι, έκδ. β΄, Αθήνα, 1960, σελ. 262) αναφέρει πως αυτή την γνώμη (με την οποία δηλώνει και ο ίδιος την συμφωνία του) έχουν οι Θεόδωρος Βαλσαμών, Νείλος Θεσσαλονίκης, Νείλος Ρόδου, Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, Άγιος Μάρκος Εφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Κωνσταντίνος Οικονόμου, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Ο Παναγιώτης Τρεμπέλας (Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα, 1997, σελ. 136, υποσημ. 53) προσθέτει και τους Μακάριο Αγκύρας, Ιωσήφ Βρυέννιο, Νεκτάριο Ιεροσολύμων, Άγιο Αθανάσιο Πάριο, Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ο δε Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής Κυπριανός Γιούλης αναφέρει, με παραπομπές, σε σχετική εργασία του (Η Ιερά Μνήμη της Η΄ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, Φυλή, 2015, σελ. 10) πως την γνώμη αυτή συμμερίζονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής νεότεροι θεολόγοι: Βασίλειος Στεφανίδης, Ιωάννης Ρωμανίδης, Γεώργιος Μεταλληνός, Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Σουηδίας Παύλος Μενεβίσογλου. Να σημειωθεί πως ως «Η΄ Οικουμενική» την αποκαλεί και η Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1848 (Mansi 40, 383).
[45] Ο οικουμενιστής Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος δήλωσε για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης, στην οποία συμμετείχε, τα εξής φοβερά: «Αυτή όμως η Σύνοδος δεν ονομάστηκε 8η Οικουμενική Σύνοδος, διότι απουσιάζει η άλλη αδελφή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Αγγλικανική Εκκλησία… Δηλαδή μετά που χωριστήκαν μετά το Σχίσμα η Εκκλησία μοιράστηκε σε πολλά κομμάτια κι έτσι δεν μπορέσαμε να δώσουμε το όνομα Οικουμενική, αλλά είπαμε Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» (https://www.youtube.com/watch?v=ZpacCsCVIDY).
[46] Ήδη, και μετά την έκδοση της σχετικής με τον Ησυχασμό εκκλησιαστικής γραμματείας, υπάρχει εντονότερη η γνώμη ότι και οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του ΙΔ΄ αιώνος, πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν ως Συνεδρίες μίας Συνόδου, η οποία μπορεί να αναγνωριστεί ως η «Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος» (Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, πατέρας της Θ' Οικουμενικής Συνόδου, εκδ. Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Άγια Μετέωρα, 2009).
[47] Πρβλ. Β΄ Θεσ. β΄, 3. Ο δε υιός της ανομίας «πάντας καταλύσει τοὺς θεοὺς, καὶ κελεύσει προσκυνεῖν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ καθεσθήσεται εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, οὐ τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πανταχοῦ Ἐκκλησίας» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 62, 482).
[48] Πρβλ. Λουκ. ιβ΄, 32.
[49] Πρβλ. Ρωμ. ια΄, 5.
[50] Μια άλλου είδους παρερμηνεία, που είχε αντιμετωπιστεί επιτυχώς στο παρελθόν, με την παράθεση αυτών των ερμηνειών των Κανονολόγων, αφορούσε το αν έχουν δικαίωμα απομάκρυνσης από τον κηρύττοντα αίρεση και οι λαϊκοί ή μόνον οι κληρικοί.
[51] Απορίας άξιον είναι το ότι ενώ ο Σ. εκπλήσσεται για το ότι «ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ αὐτόκλητοι, δογματολόγοι, ἐκκλησιολόγοι, κανονολόγοι καὶ ἱστορικοί», δυστυχώς φαίνεται ότι δεν έχει ασχοληθεί όσο θα έπρεπε με τις ερμηνείες των κατεξοχήν Κανονολόγων, που δίνουν καθαρές απαντήσεις στα θέματα που μας απασχολούν.
[52] P. G. 137, σελ. 1068 και Ρ. Π. [Ράλλη–Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών Κανόνων] Β´, 695.
[53] P. G. 137, σελ. 1069 και Ρ. Π. Β´, 694.
[54] P. G. 137, σελ. 1072 και Ρ. Π. Β´, 696.
[55] Πηδάλιον, 4η έκδ., Αθήνα, 1886, σελ. 292.
[56] Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μεθ᾿ ἐρμηνείας, τ. II, Novi Sad, σελ. 290-291. Μετάφραση π. Εἰρηναίου Μπούλοβιτς (http://www.hsir.org/Theology_el/3a3b004Ermhneia15-1&2.pdf).
[57] Η, κατεγνωσμένη πλέον παρά Συνόδων και Πατέρων, αίρεση του Οικουμενισμού, κηρύττεται γυμνή τη κεφαλή εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Οι Ορθόδοξοι, όλες αυτές τις δεκαετίες, έργω (δια της αποτειχίσεως) και λόγω (διά κειμένων) έχουν καταγγείλει την αίρεση του Οικουμενισμού, τις ενέργειες που την εξυπηρετούν (Πατριαρχική Εγκύκλιος [1920], Ημερολογιακή Καινοτομία [1924], Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών [1948], Άρση Αναθεμάτων [1965], Συμφωνίες σε Μπάλαμαντ και Σαμπεζύ [1993] κ.α.), καθώς και τους φορείς της (Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο, Βασίλειο, Αθηναγόρα, Δημήτριο και Βαρθολομαίο, Αυστραλίας Στυλιανό, Αμερικής Ιάκωβο, Περγάμου Ιωάννη κ.α.)
[58] ΟΔ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων.
[59] Κατά τον Άγιο Λιβέριο, Πάπα Ρώμης: «Οὐ γὰρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τοὺς περὶ πίστιν ἀσεβοῦντας» (στο Μεγάλου Ἀθανασίου, Historia ArianorumP.G. 25, 736).
[60] «Χρὴ γὰρ πρῶτον πᾶσαν περὶ τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καὶ τότε τὴν περὶ τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι» (αυτόθι). Μάλιστα δεν εξετάστηκε καν το (κανονικοδογματικό, κατά τον πολύ Ρωμανίδη) Ημερολογιακό Ζήτημα, το οποίο δημιούργησε μέγα σχίσμα στην Εκκλησία.
[61] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ, §23 (https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world?inheritRedirect=true&redirect=%2F).
[62] Δεν είναι τυχαίο που οι Νεοεκκλησιολόγοι Οικουμενιστές αρνούνται την Ιεραποστολή προς τους ετεροδόξους, ενώ συστήνουν σε όσους εξ αυτών επιθυμούν να ενταχθούν στην Εκκλησία να παραμείνουν στην αιρετικές «Εκκλησίες» τους. Πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός πως με το νέο τρόπο «μαρυρίας της Πίστεως» έχουν εγκαταλείψει παντελώς την λεγόμενη Αντιρρητική Θεολογία, γραπτά μνημεία της οποίας χαρακτηρίζουν κάθε περίοδο της εκκλησιαστικής ιστορίας, απομακρυνόμενοι έτσι και σε αυτόν τον τομέα από την Ορθοδοξία.
[63] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §10 και §14.
[64] Η Εκκλησία εν συνόλω ποτέ δεν έκανε Διαλόγους με τις εκτός Αυτής «εκκλησίες», διότι αυτό θα σήμαινε ότι αφενός αναγνωρίζει την εκκλησιαστικότητά των (και έτσι αμφισβητείται η καθολικότητά της), αφετέρου ότι διαπραγματεύεται την Αλήθεια (και έτσι αμφισβητείται η αυτοσυνειδησία Της ότι κατέχει το πλήρωμα της αληθείας). Διαλόγους λοιπόν δεν έκανε η Εκκλησία, αλλά πρόσωπα της Εκκλησίας. Η Ψευδοσύνοδος όχι μόνο επικυρώνει τους Ψευδοδιαλόγους, αλλά καθορίζει ως γενικό συντονιστή τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δίνοντας παπικό νόημα στον όρο «Οικουμενικός».
[65] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §6.
[66] Αυτόθι, κλείσιμο κειμένου: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10,16)». Παρόμοιες ευχετήριες δηλώσεις είχε κάνει τόσο ο οικουμενιστής Πατριάρχης Δημήτριος («Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ ἐπιστρατευθοῦμε στὴν κοινὴ πίστη τῶν μαρτύρων, διότι τότε θὰ ὑπάρχει πράγματι μία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία» - περιοδικό Επιλογές, Ιανουαρίου 1988), όσο και ο οικουμενιστής Πατριάρχης Αθηναγόρας («Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς» - Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967), με τους οποίους συμφωνεί και ο νυν οικουμενιστής Πατριάρχης Βαρθολομαίος («Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ» - Προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας» http://www.amen.gr/article/oikoumenikos-patriarxis-pros-patriarxi-ierosolumwn-amfoteroi-fulsssomen-pneumatikas-kai-kuriarxikas-thermoplas-fwto ).

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος α΄)



(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

Α. Τον περασμένο Ιούλιο (2017) δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο ένα κείμενο με τίτλο «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»[1]. Συντάκτης του (Σ. στο εξής) είναι ο Επίσκοπος Αβύδου κ. Κύριλλος Κατερέλος, ο οποίος έχει μεγάλη μόρφωση και τυγχάνει Πανεπιστημιακός Καθηγητής. Ο σκοπός δε της συντάξεως του κειμένου αυτού ήταν διττός: αφενός μεν, απολογητικός υπέρ της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης (2016), εναντίον της οποίας γράφτηκαν αρκετά κείμενα, αφετέρου, επικριτικός κατά όσων στράφηκαν εναντίον της, είτε διά κειμένων, είτε - κυρίως - διά δηλώσεως διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας (αποτείχιση). Το εν λόγω κείμενο (αποτελούμενο από 105 σελίδες) είναι τεχνικά άρτιο, επιστημονικό, με ωραία γλώσσα και πολλές παραπομπές. Τα εν αυτώ επιχειρήματα φαντάζουν ακαταμάχητα και σίγουρα προκαλούν ποικίλες εντυπώσεις. Παρόλα αυτά υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι για τους οποίους τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να πείσουν τους Ορθοδόξους. Οι λόγοι αυτοί θα εκτεθούν στην παρούσα Απάντηση, με την ελπίδα να αξιολογηθούν ορθώς από όλους, ώστε η αξιολόγησή τους αυτή να συντελέσει στην απωλεσθείσα Ενότητα Πίστεως μεταξύ όσων σήμερα διεκδικούν τον τίτλο του Ορθοδόξου, μέσω της επιστροφής στην Ορθόδοξη Διδασκαλία όσων εξετράπησαν.
Β. Ξεκινώντας το κείμενό του ο Σ. παραθέτει κάποια σπουδαία αποσπάσματα του Αγίου Αυγουστίνου, με βάση τα οποία όμως (και η υπό την επήρεια της εκκλησιολογικής σκέψεως του, κεκοιμημένου πλέον, πνευματικού του πατρός Πρεβέζης Μελετίου Καλαμαρά) οδηγείται στην εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, σχετικά με το τι είναι Εκκλησία και πότε κάποιος βρίσκεται εντός ή τίθεται εκτός Αυτής.
Πριν όμως εξεταστεί αυτό αναλυτικότερα πρέπει να επισημανθεί πως ο Σ. παρόλο που φέρει ως συνήγορο των ιδεών του τον Ιερό Αυγουστίνο, εν τούτοις φαίνεται πως οι συμμετέχοντες στην Ψευδοσύνοδο της Κρήτης δεν αποδέχονται την συγκεκριμένη θέση του Αγίου, την οποία ο Σ. παραθέτει. Διότι ενώ ο Άγιος γράφει πως «παρὰ ταῦτα ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ τὴ δική τους κατηγορία, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφοί μας. Καὶ ἐὰν μπορέσουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἔνοχοι (αὐτοί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν), ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε τὴν ἴδια ἡμέρα», οι Επίσκοποι της Κρήτης αγνόησαν παντελώς τους αδελφούς τους Ορθοδόξους οι οποίοι επί 90 έτη σχεδόν κατήγγειλαν και καταγγέλλουν την αίρεση του Οικουμενισμού και τους φορείς της. Αγνόησαν όλους όσους εξαπέλυσαν κατηγορίες για πτώση σε αίρεση εναντίον όχι μόνο «νεκρών», όπως οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, Βασίλειος Γεωργιάδης, Αθηναγόρας Σπύρου και Δημήτριος Παπαδόπουλος, αλλά και εναντίων «ζώντων», όπως ο νυν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος, ο Περγάμου Ιωάννης, ο Γαλλίας Εμμανουήλ κ.α. Γιατί δεν εξετάστηκε το φλέγον αυτό ζήτημα; Γιατί δεν κλήθηκαν οι κατήγοροι στην Σύνοδο, ώστε αν καταφέρουν να αποδείξουν ότι αυτοί τους οποίους κατηγορούν είναι ένοχοι, να αναθεματιστούν οι ένοχοι αυτοί από την Σύνοδο την ίδια ημέρα, κατά την επιταγή του Αγίου Αυγουστίνου;
Γ. Είναι λοιπόν φανερό πως ο Σ. (όπως και οι εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστές γενικώς) μιλώντας για «Εκκλησία», εννοεί την Ιεραρχία (δηλαδή την Διοίκησή Της), ενώ κατά τους Ορθοδόξους  «ὑπάρχει σαφής διάκριση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, - ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ - καί τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζει πράγματι τήν Ἐκκλησία, μόνον ὅμως ὑπό συγκεκριμένες καί σαφεῖς προϋποθέσεις»[2].
Έτσι ο Σ. εγκαλεί όσους αποτειχίζονται χρησιμοποιώντας χωρία από τον Ιερό Αυγουστίνο. Τα σχετικά χωρία του Αγίου όμως θέλουν τα αυγουστίνεια πλαίσιά τους για να ερμηνευθούν ορθώς, λαμβανομένου υπόψιν ότι η Τοπική Εκκλησία της Βορείου Αφρικής βίωνε τότε το επώδυνο και άδικο Σχίσμα των Δονατιστών, στην αντιμετώπιση του οποίου πρωτοστάτησε ο Άγιος. Μήπως μπορεί να γίνει σύγκριση ανάμεσα στην τότε και την τώρα κατάσταση; Μήπως στην σημερινή εποχή η Διοίκηση της Εκκλησίας είναι στα χέρια ευσεβών, οι οποίοι εκφράζουν συνοδικώς την Ορθοδοξία απέναντι σε κακοδόξους (ως οι Δονατιστές) ή βρίσκεται στα χέρια ασεβών που εκφράζουν αιρέσεις και πολεμούν τους πραγματικά Ορθοδόξους; Και αυτό πρέπει να εξεταστεί.
Δ. Ο Σ. ταυτίζοντας την Εκκλησία με την Διοίκηση της (ταύτιση που όζει Παπισμού) πέφτει στα εξής δύο σημαντικά σφάλματα:
δ1. Προβαίνει σε βίαιο διαχωρισμό μεταξύ Επισκόπων και των υπολοίπων μελών του Σώματος (κλήρου και λαού) δίνοντας στους πρώτους δικαιώματα που ουδέποτε αναγνώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία σε αυτούς, και
δ2. Θεωρεί επομένως ότι όσοι διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Επισκόπους τους βγαίνουν, με την πράξη τους αυτή, «εκτός Εκκλησίας», δηλαδή νεκρώνονται[3]!
Δίνει δηλαδή στους Επισκόπους εξουσία και δικαιώματα παρόμοια με αυτά που στον Παπισμό έλαβε ο Πάπας έναντι των ανά τον κόσμο συνεπισκόπων του με την διαφορά πως τα αποτελέσματα εδώ είναι ακόμη πιο φρικτά. Διότι αν με την εξύψωση του Πάπα έναντι των συνεπισκόπων του αυτός κατέστη μία «Κεφαλή της Εκκλησίας» τερατώδης[4], με την επιχειρούμενη υπερύψωση των Επισκόπων έναντι των υφισταμένων τους δημιουργούνται τόσες «Κεφαλές», όσο και το πλήθος αυτών! Σε συνδυασμό δε με την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα[5], σύμφωνα με την οποία ο Χριστός προσεγγίζεται από τους πιστούς μόνο μέσω του Επισκόπου, η «Νέα Εκκλησιολογία» πρεσβεύει μια Εκκλησία που από χριστοκεντρική κατήντησε επισκοποκεντρική, όπως ακριβώς και η πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης κατέστη από χριστοκεντρική παποκεντρική!
Αυτήν την «Νέα Εκκλησιολογία» οι Ορθόδοξοι δεν μπορούν να την αποδεχτούν, διότι μένουν πιστοί στην Ορθόδοξη Παράδοση των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι διδάσκουν πως μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο έχει μόνη Κεφαλή τον Χριστό, κληρικοί και λαϊκοί «τοσαύτην ἔχοντες πρὸς ἀλλήλους διαφορὰν, ὅσην μέλη πρὸς μέλη»[6], αποτελούν δηλαδή «ἀδελφὰ μέλη καὶ συμφυῆ» που απλά «τὰ μὲν ἀνώτερα, τὰ δὲ κατώτερον ἐπέχοντα τόπον»[7].  Η θέση των Επισκόπων σε ανώτερο επίπεδο (αποτέλεσμα της υπάρξεως ειδικής Ιερωσύνης «ἀπὸ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοῦς  Ἁγίους μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους τοῦ  Σωτῆρος Χριστοῦ»[8] και της, εξ αυτής απορρεούσης ιεραρχικής δομής του Σώματος) βρίσκεται μέσα στο Σώμα και δεν υπονοείται καν, αγιογραφικά και πατερικά, κάποια ειδική εξουσία που να καθιστά τους Επισκόπους «Κεφαλές» (με την σημασία βεβαίως που θέλουν να τους δώσουν οι Νεοεκκλησιολόγοι), πόσο μάλλον όταν «ὀφείλουν τὴν ποιμαντική τους ὑπόσταση καὶ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ἀρχιποίμενα Χριστό, ὑπάρχοντες χάριν τοῦ ποιμνίου τους»[9].  Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκάθαρα διδάσκει πως «πρόβατα καὶ ποιμένεςπρὸς τὴν τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν διάκρισιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα. Καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι, ὑφ ἑνὸς τοῦ Ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται»[10].
Την παλαιά αυτή παρεκτροπή του Πάπα Ρώμης να μετατρέψει το αξίωμα Διακονίας του («Servus servorum Dei») σε αξίωμα Δεσποτείας (=Τυραννίας) και να ταυτίσει τον εαυτό του με την Εκκλησία -  και η οποία παρεκτροπή οδήγησε στην Αποστασία την πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης -, μιμούνται σήμερα οι Επίσκοποι των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών απαιτώντας «υπακοή στην Εκκλησία» (όπου «Εκκλησία» εννοούν τους εαυτούς τους) και επιθυμώντας ως κακοί εργάτες να θέσουν υπό την κυριαρχία τους τον Αμπελώνα[11] γενόμενοι μιμητές του Πάπα, υπερυψώνοντας κι εκείνοι εαυτούς σε «Κεφαλές» της Εκκλησίας.
Όμως χάριτι Θεού οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας της τελευταίας χιλιετίας, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος, αντιμετώπισαν αυτήν την εωσφορική παρεκτροπή και μας παρέδωσαν ανεκτίμητη παρακαταθήκη την ανόθευτη Ορθόδοξη Εκκλησιολογία:
α) Ο Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς - ο «μετά το Σχίσμα νέος Φώτιος», όπως ονομάστηκε - σε πολλά έργα και επιστολές του καταδικάζει την ταύτιση του προσώπου του εκάστοτε Πάπα με την αλάθητη και υπέρτατη εκκλησιαστική αυθεντία, ταύτιση παρόμοια με αυτήν που επιχειρείται σήμερα. Στο έργο του «Περὶ τοῦ τὶς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ποία ἐστὶν ἡ γνησία καὶ ἀληθὴς κεφαλὴ αὐτῆς καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα τῆς Ῥώμης», το οποίο δημοσίευσε ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων στον Τόμο Χαράς διαβάζουμε: «Οὐδὲ γὰρ τυράννους ἐπεισακτέον τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅρους μὲν μεταίροντες πατρῴους, δόγματα δὲ καινοτομοῦντας, καὶ Χριστὸν αὐτὸν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὅρους περιορίζοντας… Ἱεροπρεπέστατα γὰρ ὁμοῦ καὶ θεοπρεπέστατα ἔφη Διονύσιος[12] μὴ ἕπεσθαι τὸ θεῖον ὑπηρετικῇ τῇ ἀρχιερατικῇ ἐξουσίᾳ, αὐτὴν δὲ μάλλον ὑποφητικῶς λειτουργεῖν τῇ θείᾳ χάριτι. Εἰ γὰρ καὶ ζῶντας νόμους καὶ ἕμπνους προσαγορεύσας, ἀλλ᾿ οὐχ ὥστε νομοθετεῖν ἀφ᾿ ἑαυτῶν, ἢ τὸ δεινότερον, ἀντινομοθετεῖν Θεῷ, ἀλλ᾿ ἵνα τὰ ὑπὸ Θεοῦ νομοθετηθέντα ἐκφαντορικῶς ὑπαγορεύωσιν»[13]. Και παρακάτω: «Τὸ γὰρ διακονεῖν, τοῦ αὐθεντεύειν καὶ κατεξουσιάζειν, πολὺ διίσταται. Αὐτοὶ δὲ (οἱ Λατίνοι) καὶ περὶ πίστεως καὶ περὶ ἐκκλησίας ὁλοσχερῶς παντοίαν ἐξουσίαν τῇ τοιαύτῃ κεφαλῇ (τῷ Πάπᾳ) διδόας, μέχρι καὶ ἀνατροπῆς καὶ καινοτομίας τῶν παρὰ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ ὁροθετηθέντων»[14]. Σε μια επιστολή του γράφει: «σῶμα γὰρ τοὺ Σωτῆρος ἡ τοῦ Σωτῆρος Ἐκκλησία, ἧς κεφαλὴ μόνος αὐτός, οὐδὲ γὰρ δικέφαλον (σ. ημ.: ή πολυκέφαλο) τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα»[15]. Και από ομιλία του: «Ἄνθρωπε, κεφαλὴ μόνη τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, μὴ τοῦ ἀρπάξῃς τὴν τιμήν, μὴ συγχύσῃς τὸ πάνˑ ὡς εἶναι τέρας τὸ σῶμα ἀκέφαλον, ἔτζι εἶναι τέρας τὸ σῶμα καὶ πολυκέφαλονˑ καὶ λοιπὸν ἂν τὸ σῶμα ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἔχει κεφαλὴν τὸν Χριστόν, κεφαλὴν καθολικὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας ἀκέφαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην καθολικὴν κεφαλὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας πολυκέφαλον»[16]. Και από το έργο του «Διάλογος Ὀρθόδοξος Χριστιανός»: «Ξένος: Καὶ λοιπὸν τέρας ἡ ἐκκλησία τοσαύτας ὡς ὁρῶμεν κεκτημένα κεφαλάς; Παῖς: Αἱ καθ᾿ ἕκαστον ἐκκλησίαι, καὶ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν κεφαλαὶ εἰς μία ὁλομέλιαν (sic) συντρέχουσαι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἁπαξάπασαι ἓν ἀποτελοῦσι σῶμα, οὕ κεφαλὴ μόνος ὁ Χριστός! Οὐ τοίνυν τέρας ἡ ἐκκλησία ἡ καθολικὴ μίαν ἔχουσα Κεφαλὴν καθολικὴν τὸν Χριστόν. Αἱ γὰρ μερικαὶ κεφαλαὶ τῆς καθολικῆς τὸν λόγον οὐ παραλυποῦσιν, ἀλλ᾿ ἀναπληροῦσιν ἐν τοῖς καθ᾿ ἕκαστονˑ καθάπερ οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι αἱ μερικαὶ τῆς μιᾶς ἐκκλησίας τὸν λόγον παραλυποῦσι τῆς καθολικῆς»[17].
β) Και οι δύο κύριοι μαθητές του Αγίου Μελετίου του Πηγά, συνέχισαν την ανάπτυξη της ορθοδόξου διδασκαλία περί του θέματος ως εξής. Ο μεν μάρτυρας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρις εκφώνησε το «ανάθεμα» σε όποιον «λέγει πῶς ὁ πάπας τῆς Ῥώμης εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ὁ Χριστός»[18], ο δε Μάξιμος ο Πελοποννήσιος έγραψε το περισπούδαστο «Ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ σχίσματος τῶν παπιστῶν», στο οποίο διαβάζουμε τα εξής σημαντικά για τους Αποστόλους: «Καὶ εἶναι ὅλοι κεφαλαὶ, ὅλοι διδάσκαλοι, ὅλοι ποιμένες οἰκουμενικοὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτοὶ ἔχουν καθολικὴν κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι θεμελιωμένοι καὶ αὐτοί, μὲ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν, ὅλοι εἶναι διάκονοι καὶ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον φέρνουν καὶ τοὺς ἄλλους πιστούς»[19]. Στο έργο αυτό μάλιστα αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο (το κβ΄) για το θέμα, με τίτλο «Ὅτι καὶ τὰ ὁρατὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔχουν ὁρατὴν κεφαλήν, παρὰ μόνον τὸν Χριστόν, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον λέγονται κεφαλαὶ τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ Ἐπίσκοποι». Σε αυτό γράφει τα εξής σημαντικότατα: «Ἀν καὶ κεφαλαῖς εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτες κεφαλαῖς, ὁποῦ νὰ δίδουν ἀπὸ λόγου τους εἰς τὰ μέλη ζωήν. Διότι τοῦτο μόνον ὁ Χριστὸς τὸ κάμνει, ὡς ἂν ὅπου εἶναι αὐτοζωή, καὶ δωτὴρ τῆς ζωῆς. Δι᾿ ἄλλο δὲν λέγονται αὐτοὶ κεφαλαῖς, παρὰ μόνον διατὶ διδάσκουν τὸν λοιπὸν λαόν, τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τὸ εὐαγγέλιον ὁποῦ ἐπαράλαβαν ἀπὸ τὸν καλὸν ποιμένα τὸν Χριστόν, καὶ διατὶ εἶναι ὡς ἑξουσιασταὶ ἀπάνω εἰς τὰ μέλη, τὸν λοιπὸν λαόν, νὰ τὰ ὀδηγοῦν εἰς τὴν διδαχὴν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οὐδὲ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ διδάσκουν ἄλλην διδαχὴν, ἢ νόμον, παρὰ μόνον τὴν διδαχὴν καὶ τοὺς νόμους τοὺς εὐαγγελικούς. Καὶ διὰ νὰ κάμνουν αὐτὸ τὸ ἔργον, λέγονται κεφαλαῖς. Καὶ ἕως τότε τὸ ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ἕως ὁποῦ νὰ κάμνουν καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς διδαχῆς τοῦ εὐαγγελίου, ἀνοθεύτως, χωρὶς προσθήκην, ἢ ἀφαίρεσιν, καὶ ἕως ὁποῦ εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑποκάτω εἰς τὴν καθολικὴν, τὸν Χριστόν, κεφαλήν, καὶ διδάσκουνται ἀπ᾿ Αὐτόν, ὡς πρόβατα λογικά, καὶ πείθουνται εἰς τοὺς νόμους Του, καὶ τὴν διδαχήν Του, ὁποῦ εἶναι τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον. Ἕως νὰ οἰκονομοῦν τοὺς ὑποκάτω τους, καὶ νὰ ποιμαίνουν τὰ πρόβατα ὁποῦ ἐπροστάχθηκαν νὰ ποιμαίνουν καὶ νὰ βόσκουν εἰς τόπον χλόης, ἤγουν εἰς τοὺς χλοεροὺς καὶ ζώντας λόγους τῆς θείας γραφῆς, καὶ ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, ἤγουν εἰς τὴν πνευματικὴν ὁδηγίαν, καὶ νὰ τοὺς ἀναφέρνουν πρὸς τὴν καθολικὴν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτοί, ἂν ὀρθοδοξοῦν, θεμελιωμένοι. Καὶ ὅποιος εἶναι χωρισμένος ἀπ᾿ Αὐτόν, καὶ αὐτοὶ οἱ ποιμένες, καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἀκόμι (sic), δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ. Λέγουνται λοιπὸν καὶ αὐτοὶ κεφαλαῖς, ἀλλὰ μερικαῖς, καὶ ὄχι καθόλου»[20].
γ) Το ίδιο αναλυτικά παρουσιάζεται το σημαντικό αυτό εκκλησιολογικό θέμα και στο συγκλονιστικό, και λίαν επίκαιρο, αντιρρητικό φυλλάδιο «Ἡ Ὀρθοδοξία ἐλέγχουσα τὸν παπικὸν κατολικισμὸν καὶ τοὺς Ἰησουΐτας», που συντάχθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1862 (7 Μαρτίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) - και εκδόθηκε ταυτόχρονα σε Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Κεφαλονιά – από τον πολύσοφο Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνο Τυπάλδο-Ιακωβάτο, μέγα θεολόγο της εποχής, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ας διδαχθούν από αυτόν οι επίγονοί του που πρωτοστατούν σήμερα στην θεμελίωση της «Νέας Εκκλησιολογίας»: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἔκφρασις ὑψηλοτέρου καὶ πνευματικοῦ πρωτοτύπου δημοκρατίας, τῆς ὁποίας νόμοι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιον, ἐκπληρωτικὴ έξουσία ὁ κλῆρος, κεφαλὴ δὲ καὶ κυβερνῶσα ἐξουσία αὐτὸς ὁ Χριστός… Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖςˑὁ κλῆρος ἡμῶν φέρει τὸν Σταυρὸν καὶ τὸ φορτίον του μετὰ πρᾴου καὶ ἡσύχου πνεύματοςˑ καὶ Πατριάρχαι, καὶ Μητροπολῖται, καὶ Ἀρχιεπίσκοποι, καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ πρεσβυτέριον ἱερὸν, καὶ αὐτοὶ οἱ διάκονοι, καὶ ὁ λαός, ἐνώπιον τοῦ νόμου τοῦ Χριστοῦ εἰσὶν ἴσοιΜία μόνον ἀνισότης πραγματικῶς ὑπάρχει μεταξὺ κλῆρου καὶ λαοῦˑ ὅσῳ ἀνώτερον εἶναι τὸ ἱεραρχικὸν ἀξίωμα, τόσῳ μεγαλητέρα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνηˑ καὶ ὅλη αὕτη ἡ ταξιαρχία εἶναι ἐκπληρωτική, διδακτικὴ καὶ κυβερνητικήˑ ὅλων δὲ κεφαλή, κλῆρου καὶ λαοῦ, εἶναι ὁ Χριστός, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν, οὔτε κατ᾿ ἰδίαν,οὔτε ἐν Συνόδῳ, τολμᾷ νὰ ἐγγίσῃ τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐσύστησεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, οὔτε ἐφευρίσκει δόγματα οὐδέποτε ὑπάρξαντα ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ… Ἐκκλησία δὲν εἶναι προσέτι μήτε ὁ κλῆρος, μήτε ὁ Πάπας, μήτε τάξις τις, μήτε βασιλεία»[21].
δ) Να μη λησμονήσουμε και την απόφαση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1727: «Οὐδεμίαν ἄλλην ἥντιναοῦν κεφαλὴν ἀποδέχεσθαι ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, εἰμὴ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν μόνον»[22].
ε) Ο δε Άγιος Νεκτάριος στο έργο του επισημαίνει: «Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ ἐν τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν Ἀποστόλων θεμελιοῦταικαὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅςστιν  κεφαλὴ τῆς ’Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ, πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ»[23].
Εξ όσων αναφέρθηκαν καθίσταται φανερό ότι, οι επιμέρους κεφαλές, οι Επίσκοποι, δεν μπορούν να υπάρχουν άνευ του Χριστού, δηλαδή άνευ της Ορθοδόξου Ομολογίας. Γι’ αυτό και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποκαλεί «Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς εἰς Aὐτὸν (σ. ημ. τον Χριστόν) πίστεως ὁμολογίαν»[24]. Όποιοι δεν έχουν την Ορθόδοξη Ομολογία, «κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοὶ ἔτυχον εἶναι, κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ»[25] δεν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό και επομένως όχι μόνο κεφαλές (μερικές), αλλά ούτε καν μέλη υγιή του Σώματος δεν μπορούν να λέγονται, αλλά αντιθέτως οι Άγιοι προτρέπουν «ὡς μέλη σεσηπότα καὶ ἄχρηστα τῆς ποίμνης Χριστοῦ ἀποτεμνέσθωσαν μή ποτε καὶ τὰ ὑγιαίνοντα, καὶ περὶ τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐῤῥωμένως ἱστάμενα, τῇ ψυχοφθόρῳ νόσῳ διαλυμήναιντο»[26].
Πως λοιπόν ο Σ. διδάσκει ότι αποτειχιζόμενος κανείς από τους Επισκόπους τίθεται τάχα «εκτός Εκκλησία», χωρίς καν να εξεταστεί το αν οι Επίσκοποι αυτοί είναι Ορθόδοξοι ή όχι; Ο Ιωσήφ Καλόθετος, συναγωνιστής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αναφερόμενος στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, ο οποίος τους είχε αφορίσει, γράφει: «Λέγει γοῦν ὁ χρηστὸς ποιμὴν οὗτος, ὅτι ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποίηκεν ἑαυτῆς ἡ ἐκκλησία, ὡς μὴ θελήσαντας δοῦναι ὁμολογίαν ἔγγραφον. Ποίαν ἐκκλησίαν φάσκει ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποιηκέναι; Τὴν τῶν ἀποστόλων; Καὶ μὴν παντάπασιν ἡμεῖς ἐκείνη σύμφωνοι καὶ σπουδασταὶ καὶ ὑπὲρ ἐκείνης πάντα παθεῖν εἱλόμεθα…  Ὥστ’ οὐχὶ ἐκείνην φάσκει ἀποβεβληκέναι ἡμᾶς – πῶς γάρ;–  ἀλλ’ ἣν αὐτὸς ὑπεστήσατο νεοφανῆ ἐκκλησίαν καὶ νεοφανῆ δόγματα …Πόθεν σὺ ἐκκλησία εὐσεβῶν;  Ἀπὸ τοῦ λόγου; Ἀπὸ τοῦ τρόπου; Ἀπὸ τῶν πράξεων; Ἀπὸ τῶν ὑγιῶν δογμάτων; Ἐργαστήριο τοίνυν γενόμενος παντὸς ψεύδους, πάσης διαβολῆς, παντὸς οὑτινοσοῦν φαύλου, παντὸς στασιαστικοῦ φρονήματος, πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς, καπηλείας, εἶτα καὶ ἐκκλησίαν σεαυτόν - ὢ τοῦ θράσους! - χειροτονεῖς, οὐκ εἰδὼς ὅτι καὶ Νεστόριος καὶ Μακεδόνιος τάχ’ ἂν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὃ καὶ αὐτὸς ἰσχυρίζεσαι. Ἔσχον γὰρ καὶ αὐτοὶ τὴν αὐτὴν αὐτῷ σοι καθέδραν.  Πόθεν σὺ ἐκκλησία; Ἀπὸ τοῦ δωροδοκεῖν; Ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίζειν τὰς δίκας; Ἀπὸ τοῦ μὴ διαστέλλειν ἀναμέσον βεβήλων καὶ ἁγίων; Ἀπὸ τοὺς ἀνεῖσθαι τὸ ἱερὸν πᾶσιν ἀνάγνοις καὶ βεβήλοις; Ἀπὸ τοῦ ἀναπεῖσαι τοὺς ἀνθρώπους ὁμογνίου αἱματος ἐμπίπλασθαι; Ἀπὸ τοῦ πιπράσκειν τὴν χάριν τοῦ πνεύματος; Ἀπὸ τοῦ πληρῶσαι τὴν ἐκκλησίαν πάσης αἱρέσεως – εἴμι δ᾿ ἐπ᾿ αὐτὸν τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν - ἢ ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίσαι τὴν σὴν εὐσέβειαν καὶ τῶν ἐπισκόπων σου καὶ τῶν συνεπομένων σοι, οὕς ἐκκλησίαν αὐχεῖςΤοιαύτη μὲν ἡ κατὰ σὲ ἐκκλησία, ἣν πρῴην ὀλίγου ἀποστατήσας τῆς ἡμετέρας, ὑπεστήσω.  Ἡ δ’ ἡμετέρα ἐκκλησία, ἄνωθεν, ἁγνή, καθαρά, εἰρηνική, ἀπεχομένη  παντός οὑτινοσοῦν φαύλου καὶ πονηροῦ καὶ πάσης ἡστινοσοῦν κακίας ἐλευθέρα καὶ ἀνεπίμικτος παντὸς ρύπου καὶ σπίλου, πρεσβεύουσα τὰ ὑγιᾶ καὶ καθαρὰ καὶ ἀπειλικρινημένα δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν.Κεφαλὴ δὲ τῆς ἐκκλησίας ὁ Κύριος ἡμῶν, μέλη δὲ καὶ μέρη τοῖς τοιαύτης ἐκκλησίας τὸ σύστημα καὶ σύνταγμα τῶν εὐσεβῶν, οἵ καὶ ἀναλόγως ἔχουσι καθάρσεως πρὸς τὴν ἑαυτῶν κεφαλήν, οὐχ ὁ δεῖναι οὕτως ἀνάγνως ἔχων καὶ μεμιασμένος»[27]. Ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το Καύχημα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων, διδάσκει πως «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καὶ ἀρχιποιμένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλ᾿ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»[28]. Οι Νεοεκκλησιολόγοι όμως διδάσκουν τα αντίθετα και είναι σαν να μας λένε: «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῶν Ἐπισκόπων εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῶν Ἐπισκόπων ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ὀρθοδόξους καὶ ὁμολογητὰς ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως τὸν χριστιανισμόν, ἀλλὰ προσώποις χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»!
 Απορεί λοιπόν ο Σ. με το να θεωρούνται «οἱ συγκροτήσαντες τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπίσκοποι αἱρετικοί». Είναι δηλαδή τόσο περίεργο να υπάρχουν Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίτες αιρετικοί; Ή μήπως είναι πρωτοφανές μία «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» να είναι τωόντι Ψευδοσύνοδος. Ας ανοίξουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο εκκλησιαστικής ιστορίας και θα δούμε πως έχουν τα πράγματα. Ενδεικτικά, ας δει κανείς τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, από το έτος 306  (Μητροφάνης ο Α΄) έως το 806 (Ταράσιος). Στην διάρκεια αυτών των πεντακοσίων χρόνων υπήρξαν 53 πατριάρχες, εκ των οποίων Ορθόδοξοι ήταν οι 37 (ποσοστό 69%) και αιρετικοί οι 16 (ποσοστό 31%). Δηλαδή, σχεδόν το ένα τρίτο των πατριαρχών που ανέβηκαν στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνα τα χρόνια, υπήρξαν αιρετικοί! Ας δει κανείς και «Αγίες» και «Μεγάλες» και «Οικουμενικές» Συνόδους (όπως θεωρήθηκαν στην εποχή τους), σαν την Σύνοδο της Εφέσου (449) και την «Ζ΄ Οικουμενική» Σύνοδο της Ιέρειας (754) - στην οποία παρακάθισαν 348 επίσκοποι! -, οι οποίες απορρίφτηκαν, ήδη από την εποχή τους, ως Ψευδοσύνοδοι.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ
[2] Δημητρίου Τσελεγγίδου (Καθηγητού Πανεπιστημίου), Η Συνοδικότητα, ως αγιοπνευματικός τρόπος οριοθετήσεως της Πίστεως και της Ζωής της Εκκλησίας και οι Θεολογικές προϋποθέσεις της (http://www.impantokratoros.gr/B621D61D.el.aspx).
[3] Παρόμοιες απόψεις έχουν εκφράσει κατά καιρούς πάρα πολλοί Επίσκοποι, όπως ο Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνός, ο οποίος δήλωσε πως: «όποιος απομακρυνθεί από τον επίσκοπο, θέτει αυτομάτως τον εαυτό του και εκτός Εκκλησίας» (https://www.pemptousia.gr/2015/07/o-rolos-tou-pimenarchi-stin-ekklisia/). Να σημειωθεί δε πως το, αγαπημένο των σημερινών Επισκόπων και κατά κόρον χρησιμοποιούμενο, ρητό "όπου επίσκοπος εκεί και η εκκλησία" δεν έχει έτσι ακριβώς. Το αυθεντικό κείμενο του Αγίου Ιγνατίου (ο οποίος μας λέει πρώτα πως ακριβώς πρέπει να είναι ο επίσκοπος ώστε να μιλήσει έπειτα για την υπακοή και την τιμή σε αυτόν) έχει ως εξής: "Οπου ἄν φανῆ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω· ὥσπερ ὅπου ἄν ἦ Χριστός ᾿Ιησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολική ἐκκλησία". Το ρητό αυτό το χρησιμοποιεί (P.G. 96, 521) και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα Ιερά Παράλληλα σε κεφάλαιο με τίτλο "Περί επισκόπων χρηστών και φυλασσόντων εντολάς του Θεού" (δεν αφορά δηλαδή απροϋπόθετα κάθε επίσκοπο).
[4] «Ἐκκλησίας ἀπάσης, οἱ Ἰταλοὶ ἔστησαν, μίαν κεφαλὴν τερατώδη, τὸν σφῶν ἐπίσκοπων» κατά τον Ματθαίο Μυρέων (στο Μανουήλ Γεδεών, Μνημεία μεσαιωνικής ελληνικής ποιήσεως, Αθήνα, 1878, σελ. 26).
[5] Τις θέσεις του έχει αναιρέσει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Κορναράκης με το περισπούδαστο άρθρο του «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2013/07/blog-post_7608.html).
[6] Ι. Χρυσοστόμου, P.G. 61, 527.
[7] Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Ναύπλιο, 1835, σελ. 303.
[8] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, Αθήνα, 1898, σελ. 69.
[9] Γεωργίου Καψάνη (+Αρχιμανδρίτου), Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας (http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_grhgoriaths/pneymatikh_diakonia_kanones.htm).
[10] P.G. 52, 784.
[11] Πρβλ. Ματθ. κα΄, 21-33.
[12] P.G. 3, 564.
[13] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, Ριμνίκ, 1705, σελ. 569.
[14] Αυτόθι, σελ. 577.
[15] Μεθοδίου Φούγια, Επιστολαί Μελετίου Πηγά, Εκκλησιαστικός Φάρος ΝΖ΄ (1975), σελ. 638.
[16] Κωνσταντίνου Σάθα, Νεοελληνικής φιλολογίας παράρτημα, Αθήνα, 1870, σελ. 38-39.
[17] Μελετίου Πηγά, Διάλογος ορθόδοξος χριστιανός (Harley MS 5643, f.309v).
[18] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 553.
[19] Μαξίμου Πελοποννησίου, Εγχειρίδιον κατά του σχίσματος των παπιστών, Βουκουρέστι, 1690, σελ. 36-37.
[20] Αυτόθι, σελ. 79.
[21] Η Ορθοδοξία ελέγχουσα τον παπικόν κατολικισμόν και τους Ιησουΐτας, Κωνσταντινούπολη, 1862, σελ. 12-14.
[22] Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙέκδβ΄, Graz -  Austria, 1968, σελ. 867.
[23] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του Σχίσματος, Αθήνα, 1911, σελ. 69.
[24] P.G. 90, 132.
[25] Συνοδική Επιστολή των Ορθοδόξων Πατριαρχών (1848) στο Mansi [Sacrorumconciliorum] 40, 411.
[26] Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού, P.G. 100, 612.
[27] Δημητρίου Τσάμη, Ιωσὴφ Καλοθέτου συγγράμματα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 294 -296.
[28] Ε.Π.Ε., τόμ. γ΄, σελ. 608.