A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1979)


Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)

Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός


Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.

Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):

«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.

Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:

«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).

Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).

Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:

«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).

Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:

«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44). 

«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).

Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:

«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58). 

«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59). 

Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).

Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!

«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87). 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.

«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66). 

Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59). 

«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57). 

Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!

Στο τέλος είναι αναγκαίο να αναφέρουμε, ως ζωντανή και παραστατική εικονογράφηση των λόγων του αγίου δικαίου πατρός μας Ιωάννου της Κρονστάνδης περί του «πνεύματος του ψεύδους» στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό, το πώς οι ρωμαιοκαθολικοί πάστορες στις δυτικές μας επαρχίες διέδιδαν με ιδιαίτερο ζήλο τη συκοφαντία εναντίον του αγίου δικαίου Ιωάννου, ότι δήθεν είχε περάσει στον καθολικισμό και γι’ αυτό είχε δοξαστεί τόσο για τη διορατικότητά του και τα θαύματά του. Αυτή η συκοφαντία, παρά όλη την παραλογότητά της, επαναλήφθηκε και αργότερα. Το έτος 1932, στην πόλη Βίλνα, στο ιησουιτικό περιοδικό «Προς την ένωση», κάποιος πάστορας Σεμιάτσκι δεν ντράπηκε να δημοσιεύσει τις ακόλουθες γραμμές:
«Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης επιτελούσε πολλά θαύματα όσο ήταν καθολικός· αλλά μόλις αποκήρυξε τον καθολικισμό, η δύναμη της θαυματουργίας τον εγκατέλειψε».

Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:

«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν». 

Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:

«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)

📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.

Πηγή:
 https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/01/1979.html

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ : Οἱ παπικοί εἶναι κακόδοξοι καί αἱρετικοί



Γράφει ὁ Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

  Στίς 9 Νοεμβρίου ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ.

  Κατά τήν ἡμερα αὐτή ἐκφωνοῦνται ἐκτενέστατοι λόγοι ἐγκωμιαστικοί γιά τόν νεοφανέντα Ἅγιο, ἀλλά δυστυχῶς ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἀπέναντι στούς παπικούς – θέμα ἁπτόμενο τῆς σωτηρίας μας καί ἐξόχως ἐπίκαιρο – σπανιώτατα ἕως καί οὐδόλως ἀναφέρεται!

Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιά τίς ἀρχές καί τίς ἰδέες τῶν παπικῶν εἶναι σαφέστατος:

 «Οἱ Πάπες ἐγένοντο οἱ κακοί δαίμονες τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους».

 «Ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία μετά βδελυγμίας ἀποστρέφεται τοιαύτας ἀρχάς, τοιαῦτα φρονήματα, τοιαύτας ἰδέας … εἰσίν ἀληθῶς ἀρχαί κακόδοξοι καί αἱρετικαί καί ἀποκρούονται ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας».

«Δέν ὑπάρχει σημεῖον συναντήσεως μεταξύ τῆς Δυτικῆς καί Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ παπικοί, μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, εἶναι κακόδοξοι καί αἱρετικοί. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία σιχαίνεται καί ἀποστρέφεται τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ παπισμοῦ. Τόν ἀπωθεῖ καί ἀποφεύγει κάθε σχέση μαζί του, διότι μεταξύ παπικῶν καί Ὀρθοδόξων δέν ὑπάρχει σημεῖο συναντήσεως.

Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ὅλοι ἐκεῖνοι, πού ὑποδέχονται μέ χαρά μέσα στούς Ἱερούς μας Ναούς τούς πάπες καί τούς καρδιναλίους, συντρώγουν καί συμπροσεύχονται μαζί τους καί τούς ἀποκαλοῦν ἀδελφούς ἐν Χριστῷ;

Τί ἔχουν νά ποῦν στόν Ἅγιο Νεκτάριο ὅλοι ἐκεῖνοι πού παραδέχονται ἱερωσύνη καί μυστήρια στούς παπικούς, καί πού προχωρᾶνε ὁλοταχῶς γιά τήν  ἕνωσή μας μαζί τους ἐντελῶς ἀπροϋπόθετα, καταπατῶντας Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας καί περιφρονῶντας τούς Ἁγίους μας Πατέρες;

Τελικά, ἰσχύει ἤ ὄχι ἡ ρῆσις «μνήμη ἁγίου, μίμησις ἁγίου»;

Ἁγίου Νεκταρίου, 2025.

——————————————

Τά ἀποσπάσματα ἀπό τήν γραφίδα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου προέρχονται ἀπό τήν ἱστορική του μελέτη γιά τό σχίσμα. Ἁλιεύθηκαν ἀπό τό βιβλίο Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΟΥΤΕ ΝΟΘΕΥΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΡΟΔΙΔΕΤΑΙ, σελ. 32-33, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη».

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΣ


Ἀντι-παπικὴ στάσις πανορθοδόξως

Τὸ 1582, οἱ αἱρετικοὶ Παπικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποσχισθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ 1054 μ.Χ., πρόσθεσαν στὶς ἄλλες πλάνες καὶ αἱρετικὲς δοξασίες τους καὶ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου.
πάπας Γρηγόριος ΙΓ´ (1502-1585) ἐφήρμοσε γιὰ τὴν Δύσι τὸ νέο Ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀνέτρεπε τὸν Πασχάλιον Κανόνα / Ὅρον τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἁγίας Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος καθώριζε πῶς θὰ ἑορτάζεται κατ᾿ ἔτος τὸ Ἅγιον Πάσχα.
Καὶ οἱ Παπικοὶ βεβαίως δὲν ἔμειναν μέχρις ἐκεῖ, ἀλλὰ προσπάθησαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμισί τους καὶ στοὺς Ὀρθοδόξους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπέφερε μεγάλη σύγχυσι στὴν Ἀνατολὴ καὶ προεκλήθη πράγματι «παγκόσμιον σκάνδαλον»19.

* * *

Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δὲν ἀποδέχθηκε τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ καὶ τὸ πολέμησε σθεναρῶς, διότι ἡ τυχὸν παραδοχὴ τῆς νέας αὐτῆς παπικῆς πλάνης θὰ ἐσήμαινε ἄρνησι τῶν Πατερικῶν Παραδόσεων καὶ παράβασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ καὶ ἐπιβράβευσι τῆς παπικῆς ἀνταρσίας.
Τοιουτοτρόπως, κατ᾿ ἀρχήν, τρεῖς Πανορθόδοξοι Σύνοδοι στὴν Κωνσταντινούπολι κατεδίκασαν ἐπανειλημμένως τὸ νέο παπικὸ Ἡμερολόγιο (1583, 1587, 1593).
Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ, ὅτι
«ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β´ ἀρχικά, τὸ 1582, ἀπήντησε ἀρνητικὰ στὶς παπικὲς προτάσεις ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου-Πασχαλίου καὶ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1583 συνεκάλεσε Σύνοδο Μητροπολιτῶν στὴν Κωνσταντινούπολι, παρόντος καὶ τοῦ Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ἡ ὁποία ἀπέρριψε καὶ κατεδίκασε τὴν παπικὴ ἀλλαγή.
Καὶ τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ τοπικὴ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1587 καὶ μάλιστα ἡ μεγάλη Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1593, ἐπειδὴ οἱ παπικὲς πιέσεις εἶχαν ἐνταθῆ. Στὴν μεγάλη αὐτὴ Σύνοδο ἔλαβαν μέρος ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Β´, ὁ Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπησε καὶ τὸν Ἀντιοχείας Ἰωακείμ, ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος καὶ 41 Ἀρχιερεῖς»20.
πίσης εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι
«[Ἡ Σύνοδος τοῦ 1593] ἀπέκρουσε τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον ὡς νεωτερισμὸν ἀντιβαίνοντα εἰς Κανόνας καὶ διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας. Κυρίως δὲ ἡ Σύνοδος, διὰ τοῦ 8ου αὐτῆς Κανόνος, ἐπανέλαβε τὴν περὶ τοῦ Πάσχα διάταξιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποφασίσασα νὰ μείνῃ αὕτη ἀσάλευτος...»21.
Μεγάλη Σύνοδος αὐτὴ
«ἐκήρυξεν ἐμμονὴν εἰς τὰ ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων θεσπισθέντα, εἰς τυχὸν δὲ παραβαίνοντας τὰ ὑπ᾿ αὐτῶν περὶ τοῦ Πάσχα ὁρισθέντα ἐπέβαλεν ἀφορισμὸν καὶ καθαίρεσιν»22.

* * *

λλά, καὶ στοὺς ἑπομένους τρεῖς αἰῶνες συνῆλθαν Τοπικὲς καὶ Πανορθόδοξες Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο καὶ τὰ αἱρετικὰ παπικὰ Δόγματα, ὅπως ἐπὶ Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Κυρίλλου Λουκάρεως (1620-1638), Παρθενίου Α´ (1639-1644), Παϊσίου Β´ (1726-1752), Κυρίλλου Ε´ (1748-1759), Γρηγορίου Ϛ´ (1835- 1871), Ἀνθίμου Ϛ´ (1845-1873) καὶ μάλιστα ἐπὶ Ἀνθίμου Ζ´ (1895-1896).
ντιστοίχως, καὶ στὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἐπολέμησαν σθεναρὰ τὶς παπικὲς Καινοτομίες οἱ μεγάλοι Πατριάρχες Νεκτάριος (1660 -1669), Δοσίθεος Β´ (1669-1707) καὶ Χρύσανθος (1707-1731). Ἰδιαιτέρας σπουδαιότητος εἶναι ἡ στάσις τῶν δύο τελευταίων Συνόδων τοῦ ΙΘ´ αἰ.
α. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1848, γιὰ τὴν μνημειώδη περικοπή:
«...Παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ Λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ...» (§17)· ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐπίσης μνημειώδη φράσι: ● «ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου» (§ 20).
β. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1895, γιὰ τὴν ἐπίσης μνημειώδη περικοπή:
«... Ἡ δὲ νῦν Ῥωμαϊκή ἐστιν Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς τε ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων. Διὸ καὶ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀπεκηρύχθη καὶ ἀποκηρύσσεται, ἐφ᾿ ὅσον ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῆς. “Κρείσσων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος, λέγει καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ”» (§ 20) 23.

῾Υποσημειώσεις
19. Πατριάρχου Ἱερεμίου Β´ Κωνσταντινουπόλεως, Ἐπιστολὴ πρὸς Δόγην τῆς Ἑνετίας κ. Νικόλαον Νταπόντε.
● Βλ. Κ. Ν. Σάθα, Βιογραφικὸν Σχεδίασμα περὶ τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β´, 1572-1594, σελ. 28, ἐν Ἀθήναις 1870.
■ Ὁ Πάπας Γρηγόριος ΙΓ´ (1572-1585) κατεδίωξε τοὺς Προτεστάντας, ὡς αἱρετικοὺς καὶ σύμφωνα μὲ ὡρισμένες μαρτυρίες, «τέλεσε εὐχαριστήρια λειτουργία μόλις πληροφορήθηκε τὴ σφαγὴ τῶν Οὑγενότων [Γάλλων Προτεσταντῶν] τὴ νύκτα τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου τὸ 1572»· «τὸ γεγονὸς ἐχαιρετίσθη εἰς τὸ Βατικανὸν μετ᾿ ἀνακουφίσεως καὶ διετάχθησαν δημόσιαι προσευχαὶ εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεόν»· «ἡ σφαγὴ ξεκίνησε τὰ ξημερώματα τῆς 24ης Αὐγούστου [στὸ Παρίσι]... Δολοφονήθηκαν περισσότεροι ἀπὸ 3.000 Οὑγενότοι... Ἡ σφαγὴ μεταφέρθηκε» καὶ σὲ ἄλλες πόλεις. «Τὸ ἀποτρόπαιο αὐτὸ ἔγκλημα μεγάλωσε τὸ μῖσος ἀνάμεσα στὰ δύο δόγματα, προκάλεσε τὴν ἀγανάκτηση τῶν προτεσταντικῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης, ἀναζωπύρωσε τὸν ἐμφύλιο πόλεμο στὴ Γαλλία καὶ ἔγινε σύμβολο τῆς θρησκευτικῆς μισαλλοδοξίας, ἀποκτώντας παροιμιακὴ διάσταση»· «οἱ γνωστοὶ ὡς θρησκευτικοὶ πόλεμοι, μεταξὺ οὑγγενότων (καλβινιστῶν) καὶ τῶν καθολικῶν, ἔφεραν τὴ φοβερὴ νύχτα τοῦ ἁγίου Βαρθολομαίου (23-24 Αὐγούστου 1572), κατὰ τὴν ὁποία, σὲ μία ἀπίστευτη σὲ πάθος σφαγή, βρῆκαν φρικτὸ θάνατο 20.000 οὑγγενότοι. Μόνο στὸ Παρίσι, στὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου τους, βρῆκαν τραγικὸ θάνατο 3.000 αἱρετικοί»· «στὴ γηραιὰ Εὐρώπη οἱ τραγικὲς καὶ ἀνήκουστες αὐτὲς φρικαλεότητες μείωναν τὸ γόητρο καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».

■ Βλ. «Θ.Η.Ε.», τ. Γ´, στλ. 622, Ἀθῆναι 1963· π. Νικηφόρου Βιδάλη, «Οἱ Ρωμαῖοι Ποντίφικες καὶ τὸ ἔργο τους» [Πάπας 226ος, Γρηγόριος ΙΓ´, γεν. 1502- +1585], σελ. 368, Ἀθήνα 1994.
20. Μοναχοῦ Νικοδήμου (Μπιλάλη) Ἁγιορείτου (†), ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 933. ● Βλ. καὶ Ἀ. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου..., σελ. 571-576, «Συνοδικαὶ κατακρίσεις τῆς καινοτομίας», Ἀθῆναι 1985.
21. Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, «Τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον ἐν τῇ Ἀνατολῇ», περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὸς Κήρυξ» Ἀθηνῶν, ἀριθμ. 148/21.4.1918, σελ. 189, § Β´.
  
22. Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία..., σελ. 699. ἔκδοσις Ϛ΄, ἐκδόσεις «Παπαδημητρίου», Ἀθῆναι 1998.
● Βλ. ἐπίσης: Ἀθανασίου Κομνηνοῦ Ὑψηλάντου, Τὰ μετὰ τὴν Ἅλωσιν, σελ. 111, 113, 114, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1870· Ἱεροῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Τόμος Ἀγάπης κατὰ Λατίνων, σελ. 538-540, ἐν Ἰασίῳ 1698· Τοῦ αὐτοῦ, Περὶ τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων - Δωδεκάβιβλος, Βιβλίον ΙΑ´, Κεφάλαιον Η´, σελ. 1167, ἐν Βουκουρεστίῳ 1715 (σελ. 57, Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1983)· Μελετίου Ἀθηνῶν, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Γ´, σελ. 402, 408, ἐν Βιέννῃ 1784· Ἀρχιμ. Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, Ἐπιστημονικὴ διατριβὴ περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, σελ. 121-122, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1894· Νικολάου Βουλγάρεως, Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ἄρθρον εἰς τρεῖς συνεχείας ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Τεργέστης «Νέα Ἡμέρα», ἔτος ΚΒ´-1896, ἀριθ. 1120-1122· Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Γ´, Μέρος Α´, σελ. 124-125, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1912· Κ. Ν. Σάθα, Βιογραφικὸν σχεδίασμα περὶ τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β´, σελ. 91-92, ἐν Ἀθήναις 1870· Ἰ. Ν. Καρμίρη, Ἱερεμίας Β´ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, λῆμμα ἐν «Θ.Η.Ε.», τ. 6, στλ. 780, Ἀθῆναι 1965.

23. Βλ. Ἰωάννου Καρμίρη, ΔΣΜ, τ. Β´, σελ. 920[1000] καὶ 922[1002], γιὰ τὴν Σύνοδο τοῦ 1848· σελ. 942[1028], γιὰ τὴν Σύνοδο τοῦ 1895, ἔκδοσις β´ ἐπηυξημένη, Graz-Austria 1968.


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ Ή ΠΑΠΙΣΜΟΣ;


Ρωμαιοκαθολικισμὸς ἢ Παπισμός ; Ἐδῶ ἀπαιτεῖται μία διευκρίνισις.

Πράγματι, δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασι μισαλλοδοξίας ἢ φανατισμοῦ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, μὲ κέντρο τὸ Βατικανὸ καὶ τὸν Πάπα, ὡς Παπισμοῦ καὶ ὄχι, ὅπως ἔχει ἐπικρατήσει στοὺς κύκλους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἢ Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Θὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦμε, ὅτι ὁ ὅρος Καθολικὴ ἢ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ὀρθός, καὶ ποτὲ δὲν ἀποδέχθηκε αὐτὸν ἡ αὐθεντικὴ Ὀρθόδοξος Παράδοσις, ἀναφερομένη στὸ τμῆμα τῶν δυτικῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ 1009 / 1014 ἢ 1054 ἀπεκόπησαν ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας 11.

 ἑτερόδοξος Δυτικὸς Χριστιανισμός, ἐφ᾿ ὅσον ἔχει ἐκπέσει ἀπὸ τὴν Καθολικότητα, δηλαδὴ τὴν Ὁλοκληρίαν, τῆς Ἀποστολικῆς Πίστεως διὰ τῆς ἀποδοχῆς πληθύος αἱρετικῶν δοξασιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται καὶ νὰ καλῆται Καθολικός.

Δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγη ποτέ, ὅτι στὴν Πατερικὴ Παράδοσι Καθολικότης σημαίνει Πληρότης (πληρότης Ἀληθείας καὶ Ζωῆς)· καὶ ἐπειδὴ ἡ Καθολικότης εἶναι συνώνυμος καὶ ταυτόσημος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀνέκαθεν ἡ αὐθεντικὴ καὶ γνησία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὠνομάζετο Καθολικὴ12 σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἐπὶ μέρους αἱρετικὲς καὶ σχισματικὲς ψευδο-εκκλησίες13.

 σύγχρονός μας λοιπὸν μὴ Καθολικός, δηλαδὴ αἱρετικός, Χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς διοικητικὸ κέντρο του τὸ Βατικανό, χαρακτηρίζεται ὡς Παπισμός, διότι ὡς θεμέλιό του ἔχει τὸν Παπικὸ Θεσμὸ (Πρωτεῖον καὶ Ἀλάθητον), καὶ μάλιστα ὡς θεσμὸν θείου δικαίου καὶ ἑπομένως ὡς δόγμα ἐξ ἀποκαλύψεως ὑποχρεωτικὸ γιὰ τὴν πίστι καὶ τὴν σωτηρία.

 δογματοποίησις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου καὶ Ἀλαθήτου ἀπὸ τὴν Α´ Βατικανὴ Σύνοδο (1870)14 καὶ ἡ ἰσχυροποίησίς του ἀπὸ τὴν Β´ Βατικανὴ (1962-1965)15 ἐπιβεβαιώνει ἀπόλυτα τὴν ἄποψι, ὅτι
● «ὁ παπικὸς θεσμὸς ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρεσιν, τὴν διαστρέφουσαν τὸ περὶ Ἐκκλησίας δόγμα»16. «Καμμία αἵρεσις», ἔγραφε πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, «δὲν ἐξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικῶς καὶ τόσον ὁλοκληρωτικῶς κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὡς ἔπραξε τοῦτο ὁ παπισμὸς διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου πάπα-ἀνθρώπου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία: τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεσις τῶν αἱρέσεων»17.

 * * *

Τὴν χρῆσι τῆς ὁρολογίας αὐτῆς, ὡς ὀρθῆς καὶ ὀρθοδόξου, ἐπικροτοῦν καὶ δικαιολογοῦν ἄριστα ἀκόμη καὶ οἱ κοινωνοῦντες μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς.
● «Δὲν χρησιμοποιοῦμε τὸν ὅρο Ρωμαιοκαθολικισμός, ἐπειδὴ εἶναι ἱστορικὰ ἀθεμελίωτος καὶ θεολογικὰ ἀνακριβής: Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰ. ἡ ἀδιαίρετη Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται, ὅπως τὴν ὁμολογοῦμε καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, Καθολική, ἐπειδὴ κατέχει τὸ καθ᾿ ὅλου τῆς πίστεως, δηλαδὴ τὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας.

πίσης, ἀφότου, τὸ 330, ἡ Νέα Ρώμη / Κωνσταντινούπολη ἔγινε πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ὁ ὅρος Ρωμαῖος ἢ Ρωμηὸς δήλωνε κάθε ὀρθόδοξο πολίτη της, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν φυλετικὴ καταγωγή του.

τσι, Ρωμαιο-Καθολικοὶ κυριολεκτικὰ εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὡς Ρωμαῖοι-Ρωμηοί, δηλαδὴ ἀπόγονοι τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ ὡς Καθολικοί, δηλαδὴ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ κατέχει τὸ καθ᾿ ὅλου τῆς πίστεως.

πεναντίας, οἱ Παπικοί, μετὰ τὴν κατάληψη τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης ἀπὸ τοὺς Φράγκους (1009), δὲν εἶναι Ρωμαῖοι, ἀλλὰ Φραγκολατίνοι.

Καὶ μετὰ τὴν ἔκπτωσί τους ἀπὸ τὴν καθολικότητα (δηλαδὴ τὴν πληρότητα) τῆς πίστεως, λόγῳ τῆς ἀποδοχῆς σωρείας αἱρετικῶν δοξασιῶν, δὲν εἶναι Καθολικοί, ἀλλὰ αἱρετικοί. Μολαταῦτα, μετὰ τὸ ὁριστικὸ Σχίσμα (1054), σφετερίστηκαν αὐτοὺς τοὺς ὅρους.

Οἱ ὀρθόδοξοι λαοί, πάντως, μέχρι τὸν 19ο αἰ. γνώριζαν καλά, ὅτι ΡωμαῖοςΡωμηὸς καὶ Καθολικὸς σημαίνει Ὀρθόδοξος, γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς Δύσεως τοὺς ὀνόμαζαν Λατίνους, Παπιστὲς κ.ἄ.

 σύγχυση ποὺ παρατηρεῖται σήμερα στὴν ὁρολογία, δημιουργήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»18.


῾Υποσημειώσεις
11. Βλ. ἐνδεικτικῶς: [Πρωτοπρεσβυτέρου] π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ (†), «Ρωμαίϊκη καὶ Ἀντιρωμαίϊκη Ὁρολογία», στὸ Σύγχυση - Πρόκληση -Ἀφύπνιση / Φανατισμὸς ἢ Αὐτογνωσία; , σελ. 73-76, Ἀθήνα 1991.
12. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέγει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία λέγεται «Καθολικὴ» «καὶ διὰ τὸ διδάσκειν καθολικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ εἰς γνῶσιν ἀνθρώπων ὀφείλοντα ἐλθεῖν δόγματα, περί τε ὁρατῶν καὶ ἀοράτων πραγμάτων, ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων», «καὶ διὰ τὸ καθολικῶς ἰατρεύειν μὲν καὶ θεραπεύειν ἅπαν τὸ τῶν ἁμαρτιῶν εἶδος, τῶν διὰ ψυχῆς καὶ σώματος ἐπετελουμένων, κεκτῆσθαι δὲ ἐν Αὐτῇ πᾶσαν ἰδέαν ὀνομαζομένης ἀρετῆς, ἐν ἔργοις τε καὶ λόγοις, καὶ πνευματικοῖς παντοίοις χαρίσμασιν». (PG τ.33, στλ. 1044ΑB, Κατήχησις ΙΗ´ Φωτιζομένων, § ΚΓ´).
13. Οἱ Κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐκπέσει ἀπὸ τὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ διακρίνωνται ἀπὸ τὴν Μίαν καὶ Μοναδικὴν Ἐκκλησίαν, χαρακτηρίζονται ποικιλοτρόπως: «Τῶν δ᾿ αἱρέσεων αἱ μὲν ἀπὸ ὀνόματος [τοῦ αἱρεσιάρχου] προσαγορεύονται», «αἱ δὲ ἀπὸ τόπου», «αἱ δὲ ἀπὸ ἔθνους», «αἱ δὲ ἀπὸ δογμάτων ἰδιαζόντων», «αἱ δὲ ἀπὸ ὑποθέσεων», «αἱ δὲ ἀφ᾿ ὧν παρανόμως ἐπετήδευσάν τε καὶ ἐτόλμησαν». (Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, PG τ.9, στλ. 552BC- 553A / Στρωματέων Λόγος Ἕβδομος, Caput XVIII ).
14. Ἡ Α´ Βατικανὴ Σύνοδος ἐπὶ Πάπα Πίου Θ´ ὥρισε, μεταξὺ ἄλ- λων, καὶ τὰ ἑξῆς: ● «ἐάν τις εἴπῃ, ὅτι ὁ µακάριος Πέτρος δὲν εἶναι ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου κατεστηµένος πάντων τῶν ἀποστόλων ἀρχὴ καὶ πάσης τῆς στρατευοµένης Ἐκκλησίας ὁρατὴ κεφαλή· ἢ ὅτι οὗτος τιµῆς µόνον, οὐχὶ δὲ ἀληθοῦς καὶ πραγµατικῆς δικαιοδοσίας πρωτεῖον ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Χριστοῦ κατ᾿ εὐθεῖαν καὶ ἀμέσως ἔλαβεν, ἀνάθεμα ἔστω»· «ἐὰν τις εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι κατὰ διάταξιν αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἢ θείῳ δικαίῳ, ἵνα ὁ µακάριος Πέτρος ἐν τῷ πρωτείῳ ὑπὲρ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἔχῃ συνεχεῖς διαδόχους ἢ ὅτι ὁ Ρωμαῖος Ποντίφηξ δὲν εἶναι τοῦ µακαρίου Πέτρου ἐν τῷ πρωτείῳ τούτῳ διάδοχος, ἀνάθεμα ἔστω». ● «Διδάσκοµεν καὶ ὡς θεόθεν ἀποκεκαλυμμένον δόγµα ὁρίζομεν», «τοῦ Ρωμαίου ποντίφηκος αἱ ἀποφάσεις ἐξ ἑαυτῶν, οὐχὶ δὲ ἐκ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀτροποποίητοι. Ἐὰν δέ τις τολμᾶ νὰ ἀντείπῃ εἰς ταύτην τὴν ἡμετέραν ἀπόφασιν, ὅπερ ὁ Θεὸς ἀποστρέψεται, ἀνάθεμα ἔστω». (Παρὰ Π. Τρεµπέλα, Αἱ μετὰ τὸ ἔργον τῆς Βατικανείου Συνόδου ὑποχρεώσεις µας, σελ. 30-32, Ἀθῆναι 1967).
15. Οἱ διατάξεις τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὸ Πρωτεῖον καὶ Ἀλάθητον τοῦ Πάπα, εἶναι κυρίως αὐτὲς ποὺ περιέχονται στὴν «Δογματικὴν Διάταξιν περὶ Ἐκκλησίας» / «Lumen Gentium» («Τὸ Φῶς τῶν Ἐθνῶν»). Βλ. ἰδίως: Κεφ. Γ´, Ἡ Ἱεραρχικὴ Δομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα ὁ Σύλλογος τῶν Ἐπισκόπων, §§ 18, 22, 25 - ἐνδεικτικῶς: ● «Τὸ δόγµα τοῦτο περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ ρωμαίου ποντίφηκος καὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ διδασκαλικοῦ του ἀξιώματος προβάλλει ἐκ νέου ἡ ἁγία Σύνοδος εἰς πάντας τοὺς πιστοὺς ὡς ἀντικείµενον βεβαίας πίστεως»· «ὁ Ρωμαῖος ποντίφηξ ἔχει ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του ὡς Βικαρίου τοῦ Χριστοῦ καὶ Ποιµένος πάσης τῆς Ἐκκλησίας, ἐξουσίαν πλήρη, ὑπερτάτην καὶ καθολικήν, τὴν ὁποίαν δύναται πάντοτε νὰ ἀσκῇ ἐλευθέρως»· ● «αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐκφέρει [ὁ Ρωμαῖος ποντίφηξ], δικαίως ἐλέχθησαν ἀναλλοίωτοι ἐξ ἑαυτῶν καὶ οὐχὶ λόγῳ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἐκκλησίας», «ἐφ᾽ ὅσον εἶναι ὡς πρὸς τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ὁ ὑπέρτατος διδάσκαλος, ἐν τῷ ὁποίῳ διαµένει [«καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ὁμιλῇ ἀπὸ καθέδρας»] εἰς µοναδικὸν βαθμὸν τὸ χάρισµα τοῦ ἀλαθήτου, ὅπερ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας». ( Βλ. «Δογματικὴ Διάταξη περὶ Ἐκκλησίας (Φῶς τῶν Ἐθνῶν) τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ», ἔκδοσις «Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου», τ. 1, σελ. 36-62). ● Ἔχουμε προτιμήσει τὴν ἀπόδοσι στὴν ἁπλῆ καθαρεύουσα ἐξ ἄλλης πηγῆς.
16. Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη (†), Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, τ. Α´, Κριτικὴ τοῦ Παπισμοῦ, σελ. 147, ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Τύπος», Ἀθῆναι 1969.
17. Ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς (†), Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 159, ἐκδόσεις «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1969.
18. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὁ Παπισμὸς χθὲς καὶ σήμερα, σελ. 1-2, Πρόλογος, ἔκδοση ζ´, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, Δεκέμβριος 2021. (Βλ.https://imparaklitou.gr/index.php/el/psifiakakeimena/fylladia/o-papismos)

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

ΤΑ 270 ΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ / ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ (Μία σημαντικὴ ἐπέτειος 1755/6 - 2025/6)

 


Τὰ 270 ἔτη ἀπὸ τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Λατίνων 1

Α´. Τὸ ἔτος 1755 ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΔ´ (1740 -1758) βοῦλλα, ἡ ὁποία ἀνεγνώριζε τὸ ἔγκυρο τῶν Ὀρθοδόξων Μυστηρίων καὶ Τελετῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὴ ὑπόδειξι τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ Οὐνιτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἰδιαίτερη ἔντασι ἐδραστηριοποιοῦντο προσηλυτιστικῶς στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴν καὶ διέδιδαν, ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Λατίνων, ἰδίως μάλιστα στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ὥστε νὰ προσελκύουν τοὺς Εὐσεβεῖς στὸν Παπισμό.

ν τῷ μεταξύ, εἶχε προηγηθῆ βαθὺς διχασμὸς στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Δυτικῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν αὐτὸ ὡς «ψευδώνυμον», ἐφ᾿ ὅσον ἐτελεῖτο διὰ ραντισμοῦ καὶ ὄχι διὰ τριῶν πλήρων καταδύσεων.

ξ αἰτίας τῶν μακρῶν καὶ ζωηρῶν ἐρίδων, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´ (α. 1748-1751, β. 1752-1757), συνεκάλεσε Σύνοδον τὸν Ἰούλιο τοῦ 1755, στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος καὶ οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος (1746-1765) καὶ Ἱεροσολύμων Παρθένιος (1737-1766).

ἱερὰ αὐτὴ Σύνοδος κατεδίκασε καὶ ἀπέβαλε τὸ βάπτισμα / ράντισμα τῶν Λατίνων καὶ γενικῶς ὅλων τῶν Δυτικῶν, ἡ δὲ Πρᾶξις αὐτὴ (ὁ σχετικὸς Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ 1756), εἶναι, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, μέχρι σήμερα ἡ τελευταία σχετικὴ ἐπίσημος ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι οἱ καλύτεροι Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (π.χ. Εὐστράτιος Ἀργέντης, Εὐγένιος Βούλγαρις), ὁ Λαὸς καὶ οἱ Μοναχοὶ ἐτάχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς στάσεως αὐτῆς τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´, ὁ ὁποῖος εἶχε πάντα τὰ γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως, ἐνστερνιζόμενος τὴν Ἡσυχαστική- Κολλυβαδικὴ Παράδοσι.

ν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ σημαντικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´ ὑπὸ τοῦ σπουδαίου λογίου τῆς ἐποχῆς του Σεργίου Μακραίου (1735;-1819):

«Ἦν ... τὴν γνώμην εὐθύς, τὸν τρόπον ἁπλοῦς, εἰ καί τισι ποικίλος ἐδόκει, πρὸς τὰς πολλὰς μηχανὰς τῶν ἀντιπάλων πολλαχῶς ἀντιτασσόμενος, φιλάρετος, φιλάγαθος, ἐπιεικής, φιλομαθής, τῇ ἀναγνώσει τῶν θείων βιβλίων προσκείμενος, βίον ἡρημένος τὸν τελεώτερον, διὸ καὶ ἀγρυπνίας μείζονας καὶ νηστείας συνεχεστέρας ἐποίει, καὶ ἀκολουθίας ἐκκλησιαστικὰς μακροτέρας ἐφίλει, καὶ πρὸς πάντα γενναῖος ἐδόκει, ὀξύς τε περὶ τὰ πρακτέα, καὶ σφοδρὸς πρὸς τὰ δόξαντα, ἄτρεπτος καὶ ἀδεὴς πρὸς τὰ ἀντιπίπτοντα. Ἐντεῦθεν καὶ ζηλωτὴς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων διάπυρος ἐγνωρίζετο καὶ παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ διεθρυλεῖτο καὶ διαφερόντως ἠγαπᾶτο, τῇ ἀγλαΐᾳ τῶν ἰδίων ἀρετῶν συμπάντων τὰς ψυχὰς καταθέλγων καὶ ἐφελκόμενος, εἰ καὶ τὸν ἀληθῆ ζῆλον ἀνδρὸς ποικίλως συγκαλύψαι ἐτεχνῶντο οἱ διαβάλλοντες, πανοῦργον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες, ὥσπερ οἱ αἱρετικοὶ αἱρετικὸν ἐδυσφήμουν τὸν ὀρθοδοξότατον...»2 .

 * * *

Β´. Στοὺς κόλπους τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως (1920 κ.ἑ.) ἔγιναν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται ἐκτενεῖς συζητήσεις ἰδίως γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, μὲ τὸ Ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ εἴσοδος στὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Ἐκκλησία.

Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ στὶς συζητήσεις αὐτὲς δὲν λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψιν τους τὴν Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια, δὲν ἀκολουθοῦν τὴν Εὐαγγελική, Ἀποστολική, Συνοδικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσι.

χουν διατυπώσει εὐκρινέστατα τὴν ἀντορθόδοξη ἄποψι καὶ ἐπιμένουν εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ «πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης» μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Παπικῶν «προέρχεται ἐκ τοῦ μοναδικοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν μυστηριακὴν ζωήν», ἐφ᾿ ὅσον «ὡς ἐκ τοῦ Βαπτίσματός των εἶναι ἐνσωματωμένοι εἰς τὸν Χριστόν»3!

πίσης, στὸ Κείμενο τῆς Βελεμενδίου Ἑνώσεως (Λίβανος, Ἰούνιος 1993), ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς καὶ τοῦ Βατικανοῦ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἡ ἑξῆς δήλωσις, μὲ τὴν ὁποία διεκηρύχθη σαφέστατα ἡ αὐτοσυνειδησία τους, ὅτι Παπισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι δῆθεν Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες, ἔχουν δῆθεν Κοινὰ Μυστήρια καὶ ἔχουν δῆθεν Κοινὲς Σωτηριολογικὲς Δυνατότητες:

«Ἐκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Του – ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴν διαδοχὴν τῶν ἐπισκόπων – δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός»4 .

Εἶναι προφανέστατον, ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν Οἰκουμενιστῶν στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου ἀπετέλεσε τὸν θρίαμβο τῆς παπικῆς διπλωματίας καὶ ἀπέδειξε μὲ τὸν πλέον ἀναμφισβήτητο τρόπο, ὅτι τὸ ἀρχικῶς θεωρούμενο ὡς μικρὸ καὶ δευτερεῦον ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ὡδήγησε στὴν ἀθέτησι τῶν μεγάλων καὶ πρωτευόντων, δηλαδὴ στὸν πλήρη ἐξοικουμενισμὸ καὶ ἐκλατινισμὸ τῶν ὀρθοδόξων.

 * * *

Γ´. Εἶναι ὅμως καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο πολὺ ἐπίκαιρος ἡ ἀναδρομὴ στὸν Ὅρον τοῦ 1755 περὶ τοῦ λεγομένου βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν, ἐφ᾿ ὅσον τὸ τελούμενο σήμερα βάπτισμα ἀκόμη καὶ στὰ ὅρια τῆς Καινοτομίας, δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ- Νεοημερολογιτισμοῦ, τείνει νὰ καταστῆ κατ᾿ ἀκρίβειαν ράντισμα.

Οἱ διαφορὲς ὅμως Βαπτιζομένου καὶ Ραντιζομένου εἶναι ἀγεφύρωτες, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ τὶς ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ἐξ Οἰκονόμων (1780-1857):

α) πρῶτος «ἐνθάπτεται ὡς νεκρὸς ἐν τάφῳ», «καὶ πάλιν ἀνίσταται», εἰς «μίμησιν τοῦ Κυρίου». δεύτερος «ἐπιβρεχόμενος, ἵσταται ὄρθιος» καὶ «οὔτε καταβαίνει, οὔτε πάλιν ἀναβαίνει... ὡς ἐκ τάφου». β) α´ «διὰ τοῦ ἰδίου σώματος τὴν τριήμερον ταφὴν καὶ ἀνάστασιν ἐξεικονίζει». β´ «αὐτὸς μὲν οὐδαμῶς ἐξεικονίζει τὸ μυστήριον«, μὴ μετέχων εἰς τὸ γεγονὸς καθ᾿ αὑτό. Διὰ δὲ τοῦ ραντισμοῦ ὑφίσταται «ἀλλόκοτον καὶ παρὰ φύσιν... ἐνταφιασμόν».

 γ) α´ «ἔχει τὸν τάφον... εἰς ὃν... καταβαίνει». β´ «φέρει τὸν τάφον οἷον ἐπικείμενον ἐπὶ κεφαλῆς, κἀκεῖθεν κατερχόμενον μέχρι ποδῶν, οὗ τί ἂν γένοιτο ψευδέστερον;»5 .

 Διαπιστώνεται λοιπόν, ὅτι ἦσαν ὄντως θεοφόροι καὶ θεοκίνητοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅταν ὑπεστήριζαν διὰ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ὅτι

«ἡ ἐν ὀλίγῳ τῆς ἀληθείας παρατροπή, τῇ ἀσεβείᾳ τὴν πάροδον δέδωκεν»6 .
[ἡ μικρὰ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἔχει δώσει εἴσοδο / δίοδο στὴν ἀσέβεια].

* * *

Ὅρος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν [ Ἰούλιος 1755 ]

Πολλῶν ὄντων τῶν μέσων, δι᾿ ὧν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀξιούμεθα καὶ τούτων, ὡς εἰπεῖν, κλιμακηδὸν ἀλληλενδέτων καὶ ἀλληλουχουμένων ὄντων, ἅτε δὴ πάντων πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος ἀφορώντων, πρῶτόν ἐστι τὸ τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις θεοπαράδοτον Βάπτισμα, οἷα δὴ τῶν λοιπῶν τούτου χωρὶς ἀπρακτούντων· «ἐὰν γάρ τις μὴ γεννηθῇ, φησίν, ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»· ἔδει καὶ γὰρ ἀναγκαίως, τῆς πρώτης γεννήσεως ἐπὶ τὸν θνητὸν τουτονὶ βίον παραγαγούσης τὸν ἄνθρωπον, γέννησιν ἑτέραν ἐξευρεθῆναι καὶ τρόπον μυστικώτερον, μήτε ἀπὸ φθορᾶς ἀρχόμενον, μήτε εἰς φθορὰν καταλήγοντα, δι᾿ οὗ γένοιτ᾿ ἂν ἡμῖν δυνατὸν μιμήσασθαι τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Τὸ γὰρ ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος ἐν τάξει μήτρας λαμβάνεται, καὶ τόκος τῷ τικτομένῳ γίνεται, ἧ φησιν ὁ Χρυσόστομος· τὸ δὲ ἐν τῷ ὕδατι ἐπιφοιτῶν Πνεῦμα ἐν τάξει Θεοῦ τὸ ἔμβρυον διαπλάττοντος· καὶ ὥσπερ Ἐκεῖνος μετὰ τὴν ἐν τάφῳ κατάθεσιν τριταῖος ἐπὶ τὴν ζωὴν ἀνεφοίτησεν, οὕτως οἱ πιστεύοντες, ἀντὶ τῆς γῆς, τὸ ὕδωρ ὑποδυόμενοι, ἐν τρισὶ καταδύσεσι τὴν τριήμερον ἑαυτοῖς χάριν τῆς Ἀναστάσεως ἐξεικονίζουσιν, ἁγιαζομένου τοῦ ὕδατος τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὡς ἂν τῷ μὲν φαινομένῳ ὕδατι τὸ σῶμα φωτίζοιτο, τῷ δὲ ἀοράτῳ Πνεύματι τὸν ἁγιασμὸν ἡ ψυχὴ λήψαιτο· ὡς γὰρ τὸ ἐν τῷ λέβητι ὕδωρ τῆς τοῦ πυρὸς μεταλαμβάνει θερμότητος, οὕτω τὸ ἐν τῇ κολυμβήθρα ὕδωρ τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Πνεύματος εἰς θείαν μεταστοιχειοῦται δύναμιν, καθαῖρον μὲν καὶ υἱοθεσίας ἀξιοῦν τοὺς οὕτω βαπτιζομένους, τοὺς δὲ ἄλλως πως τελουμένους, ἀντὶ καθάρσεως καὶ υἱοθεσίας ἀκαθάρτους καὶ σκότους υἱοὺς ἀποφαῖνον.

πειδὴ τοιγαροὺν πρὸ χρόνων ἤδη τριῶν ζήτημα ἀνεφύη, εἰ τὰ παρὰ τὴν Παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων καὶ παρὰ τὴν συνήθειαν καὶ διαταγὴν τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελούμενα βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν δεκτά ἐστι, προσερχομένων ἡμῖν, ἡμεῖς, ἅτε θείῳ ἐλέει τῇ ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἐντραφέντες, καὶ τοῖς Κανόσι τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων ἑπόμενοι, καὶ μίαν μόνην γινώσκοντες τὴν ἡμετέραν ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ταύτης τὰ Μυστήρια, ἑπομένως καὶ τὸ θεῖον Βάπτισμα, ἀποδεχόμενοι, τὰ δὲ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν, ὅσα μὴ ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις διετάξατο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς σήμερον ποιεῖ, ἐπιτελούμενα, ἐφευρέματα ἀνθρώπων διεφθαρμένων ὄντα, ὡς ἀλλόκοτα καὶ τῆς Ἀποστολικῆς ὅλης Παραδόσεως ἀλλότρια γινώσκοντες, ἀποστρεφόμεθα κοινῇ διαγνώσει.

Καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καὶ ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, τῷ τοῖς Μαθηταῖς αὑτοῦ ἐντειλαμένῳ βαπτίζειν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· τοῖς τε ἱεροῖς καὶ θείοις Ἀποστόλοις, διαταττομένοις ἐν τρισὶ καταδύσεσι καὶ ἀναδύσεσι τοὺς προσερχομένους βαπτίζειν καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων ἓν ὄνομα ἐπιλέγειν τῆς ἁγίας Τριάδος· τῷ τε ἱερῷ καὶ ἰσαποστόλῳ Διονυσίῳ, λέγοντι «τρὶς ἐν κολυμβήθρᾳ ὕδωρ καὶ ἔλαιον ἡγιασμένα ἐχούσῃ τὸν προσερχόμενον παντὸς ἀμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, τὴν τρισσὴν τῆς θείας μακαριότητος ἐπιβοήσαντα ὑπόστασιν, καὶ εὐθὺς τῷ θεουργικωτάτῳ Μύρῳ τὸν βαπτισθέντα ἐπισφραγίζειν, καὶ μέτοχον ἀποφαίνειν λοιπὸν τῆς ἱεροτελεστικωτάτης Εὐχαριστίας· τῇ τε Δευτέρᾳ καὶ Πενθέκτῃ ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, διαταττομέναις τοὺς μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καὶ καταδύσεις καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων Ὑποστάσεων μὴ ἐπιβοῶντας, ἀλλ᾿ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι τῇ Ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας.

Τούτοις τοίνυν τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς Διατάγμασιν ἑπόμενοι καὶ ἡμεῖς, τὰ μὲν τῶν αἱρετικῶν βαπτίσματα, ὡς ἀπάδοντα καὶ ἀλλότρια τῆς ἀποστολικῆς θείας διατάξεως καὶ ὕδατα ἀνόνητα, ὡς ὁ ἱερὸς Ἀμβρόσιος καὶ ὁ μέγας φησὶν Ἀθανάσιος, καὶ ἁγιασμὸν μηδένα παρέχοντα τοῖς ταῦτα δεχομένοις, καὶ πρὸς κάθαρσιν ἁμαρτημάτων οὐδὲν ὠφελοῦντα, ἀπόβλητα καὶ ἀποτρόπαια ἡγούμεθα.

Τοὺς δ ᾿ ἐξ αὐτῶν ἀβαπτίστως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους ἀποδεχόμεθα, προσερχομένους τῇ Ὀρθοδόξῳ Πίστει, καὶ ἀκινδύνως αὐτοὺς βαπτίζομεν, κατὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, οἷς ἀραρότως ἐπιστηρίζεται ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ κοινὴ Μήτηρ πάντων ἡμῶν.

Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ κοινῇ ἡμῶν διαγνώσει καὶ ἀποφάνσει σφραγίζομεν τὸν Ὅρον ἡμῶν τοῦτον, ταῖς Ἀποστολικαῖς καὶ Συνοδικαῖς Διαταγαῖς συνάδοντα, διαβεβαιοῦντες αὐτὸν δι᾿ ἡμετέρων ὑπογραφῶν.

Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳψνε´ . [1755]
Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης.
Ματθαῖος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καὶ πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καὶ κριτὴς τῆς Οἰκουμένης.
Παρθένιος ἐλέῳ Θεοῦ πατριάρχης τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλὴμ καὶ πάσης Παλαιστίνης.

῾Υποσημειώσεις
1. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανοῦ, 4/ 17.6.2025.
Κύρια βοηθήματα: α. Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, «Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα...», Ἀθῆναι 1983. β. Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα..., τόμος Β´, ἐν Ἀθήναις 1953. γ. Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα..., τ. Ε´, Ἀθήνησιν 1858. δ. Mansi, Sacrorum Conciliorum..., τ. 38, Parisiis 1907. ε. Εὐστρατίου Ἀργέντου, Ἄνθος τῆς Εὐσεβείας, ἔκδ. β´, Λειψία 1757. Ϛ. Εὐαγγέλου Α. Σκουβαρᾶ, Στηλιτευτικὰ Κείμενα τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος (κατὰ τῶν Ἀναβαπτιστῶν), Ἀθῆναι 1967. ζ. Ἑλένης Γ. Γιαννακοπούλου, Τὸ Βάπτισμα τῶν μὴ ὀρθοδόξων, 1453-1756..., ἔκδ. β´, Ἀθήνα 2015. η. Χρήστου Κ. Παπαθανασίου, Τὸ «κατ᾿ ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ παρεκκλίσεις, Ἀθήνα 2001.
Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον τὸ 1756, στὸ ἔργο «Ραντισμοῦ Στηλίτευσις », σελ. ρογ´- ροϚ´.
2. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 62, ὑποσημ. 287.
3. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 18, Ἀθήνα 1997 («Κοινὸ Ἀνακοινωθὲν» πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ἰωάννου Παύλου Β´, Ρώμη 1995. Βλ. περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθμ. 520/31.7.1995, σελ. 20).
4. Ἐφημερ. «Καθολική», ἀριθμ. 2.705/20.7.1993, σελ. 3: «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ σημερινὴ ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας», § 13 (Τὸ ἐπίσημο κείμενο τῆς «Ζ´ Ὁλομελείας τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου», Βελεμένδιον Λιβάνου, 17-24.6.1993).
5. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 42, ὑποσημ. 184.
6.
Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, PG τ. 44, στλ. 1249.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Οἱ παπικοί καί οἱ λατινόφρονες εἶναι ἐχθροί τῆς Παναγίας καί τοῦ Χριστοῦ μας. Τό εἶπε ἡ ἴδια ἡ Παναγία.

  

Οἱ παπικοί καί οἱ λατινόφρονες εἶναι ἐχθροί τῆς Παναγίας καί τοῦ Χριστοῦ μας. Τό εἶπε ἡ ἴδια ἡ Παναγία.

Ἡ θαυματουργή εἰκόνα τοῦ ’’ΧΑΙΡΟΒΟ’’

Βρισκόμαστε στά 1274. Αὐτοκράτορας στήν Πόλη εἶναι ὁ Μιχαήλ Παλαιολόγος καί πατριάρχης ὁ ἀμείλικτος διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Ἁγιορειτῶν πατέρων, ὁ λατινόφρων Ἰωάννης Βέκκος. Μόλις ἔχει ὑπογραφεῖ στήν Λυών ἡ ψευδοένωση Ὀρθοδόξων και παπικῶν, και ἀπεσταλμένοι τοῦ πάπα μαζί με ’’δικούς μας’’ ἑνωτικούς καταφθάνουν στο Ἅγιον Ὄρος, γιά νά ἐπιβάλλουν την ἐφαρμογή τῆς προδοτικῆς συμφωνίας.

Σέ ἔνα κελλί, πού βρίσκεται σέ ἀπόσταση ἀπό την Ἱερά Μονή Ζωγράφου, ἀσκήτευε τότε ἕνας γέροντας πολύ μεγάλης ἀρετῆς.

Κάποια ἡμέρα και ἐνῷ βίωνε ὑψηλές πνευματικές καταστάσεις λέγοντας μέ λαχτάρα τό ’’Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε’’, ἄκουσε τήν Παναγία ἀπό την ἱερή Της εἰκόνα νά τοῦ λέει: ’’Χαῖρε και σύ, Γέρων τοῦ Θεοῦ. Μή φοβοῦ, ἀλλά ἀπελθών ταχέως εἰς την Μονήν, ἀνάγγειλον τοῖς ἀδελφοῖς και τῷ Καθηγουμένῳ, ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε και τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις οὖν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ κρυβήτω, ἕως παρελθεῖν τον πειρασμόν. Οἱ δέ στεφάνων μαρτυρικῶν ἐφιέμενοι, παραμενέτωσαν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε οὖν ταχέως’’.

 

Ὁ γέροντας ἀμέσως ξεκίνησε γιά τό μοναστήρι, την ἱερά Μονή Ζωγράφου, γιά νά ἐνημερώσει τούς πατέρες καί νά τούς μεταφέρει τίς ὁδηγίες τῆς Παναγίας

Οἱ πατέρες ἔπραξαν, ὅπως άκριβῶς ὥρισε ἡ Παναγία. Οἱ ἀσθενέστεροι κρύφθηκαν μέσα στό δάσος. Οἱ πιό δυνατοί, ὁ ἡγούμενος και ἄλλοι 25 μοναχοί, παίρνοντας μαζί τους τήν θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας κλείστηκαν στόν πύργο τῆς Μονῆς, περιμένοντας τούς ἐχθρούς Της.

Πράγματι, σέ λίγο κατέφθασαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἑνωτικοῦ αὐτοκράτορα και τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκου, συνοδευόμενοι και ἀπό ὁμάδα ἀπεσταλμένων τοῦ πάπα

Οἱ 26 ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως πατέρες ἀρνήθηκαν ἐξ ἀρχῆς νά συλλειτουργήσουν μέ τούς παπικούς καί τούς λατινόφρονες ’’δικούς μας’’. Ἐπέκριναν ἐντονώτατα τίς ἑνωτικές ἀπόπειρες καί κατεδίκασαν εὐθέως τίς πλάνες τῶν παπικῶν.

Σέ λίγο, ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Παναγίας καί τοῦ Χριστοῦ ὁ πύργος τῆς Μονῆς παραδόθηκε στήν πυρά  Οἱ πατέρες ὅλοι ἔγιναν στάχτη. Ἀπό τόν πύργο τόν κατακαμμένο σώθηκε μονάχα ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού φυλάσσεται στήν ἱερά Μονή Ζωγράφου.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ αὐτούς τούς Ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κάθε χρόνο στίς 10 Ὀκτωβρίου, την ἡμέρα δηλαδή τοῦ μαρτυρίου τους.

---------------------------------

Ἐπιμέλεια κειμένου Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

Πηγή