A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

   Ο Μέγας Βασίλειος, ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξε μια μορφή που ταλαιπωρήθηκε σφοδρά από τον σωματικό πόνο σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Τα κείμενά του δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη σωματική του κατάσταση: «Επειδή μοι κατά φύσιν ην το νοσείν» (επειδή μου ήταν φυσικό να είμαι άρρωστος), ομολογούσε. Οι ασθένειες διαδέχονταν η μία την άλλη, και ο ίδιος περιέγραφε την αδυναμία του με συγκινητική ειλικρίνεια: «Ασθένειαι εξ ασθενειών διαδέχονται ημάς».

Πυρετοί που τον λιώνουν, πόνοι που του στερούν τον ύπνο, διαρκής αδυναμία που τον κάνει πιο «λεπτότερον από ένα ιστόν αράχνης». Αναγκάζεται να μένει κλεισμένος στο δωμάτιό του, ενώ επιθυμεί να ταξιδέψει και να εργαστεί για την Εκκλησία. Η ψυχή του θέλει να πετάξει, αλλά το σώμα του «έχει καταφαγωθή από χρονίαν νόσον, μέχρι σημείου ώστε να μη μπορώ να σηκωθώ από την κλίνην».

Η κατάστασή του φτάνει στο σημείο που οι γιατροί δεν μπορούν να τον βοηθήσουν, και ο ίδιος νιώθει ότι βρίσκεται «εις τα μεθόρια ζωής και θανάτου». Σε ένα συγκλονιστικό απόσπασμα προς τον φίλο του Ευσέβιο, αναφέρει ότι, αφού ανάρρωσε από μια σοβαρή κρίση, ένιωσε «πολύ στενοχωρημένος δια την επάνοδον, σκεπτόμενος εις ποία κακά ξαναέρχομαι».

Παρ’ όλες αυτές τις αφόρητες δυσκολίες, ο Μέγας Βασίλειος δεν εκφράζει ποτέ παράπονο. Δεν θέτει το ερώτημα «Γιατί;» στον Θεό. Η στάση του είναι βαθιά αποδοχή και υπομονή όπου αντί να θεωρεί την αρρώστια σαν τιμωρία, την βλέπει ως ευλογία και μέσο παιδαγωγίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι πληγές στο σώμα του επιφέρονται «από τον ευεργετούντα ημάς Κύριον». Η ασθένεια γίνεται για εκείνον ένα μονοπάτι προς την πνευματική κάθαρση.

Το ερώτημα «Γιατί;» προς τον Θεό, όταν αναβλύζει από τον πόνο μας, είναι η σπαρακτική κραυγή μιας ψυχής που νιώθει απελπισμένη. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη λογική καταρρέει μπροστά στο ανεξήγητο. Σε αυτή τη φράση δεν κρύβεται μόνο η πνευματική αδυναμία μας, αλλά και ένας σπόρος αμφισβήτησης, μια υπόγεια απιστία και η αμφιβολία ότι ο Θεός, αυτός ο πανάγαθος και παντοδύναμος Πατέρας, επιτρέπει τον πόνο για το δικό μας καλό. Κάποιοι ίσως νιώθουν το ίδιο συναίσθημα που έκανε τον Άγιο Σωφρόνιο, μετά από μήνες ασταμάτητου θρήνου, να φωνάξει «Θεέ, Είσαι αδυσώπητος…». Είναι η στιγμή που αναρωτιόμαστε, «Πού είναι λοιπόν η πρόνοια που απλώνεται μέχρι και τα πιο ταπεινά πράγματα;» και η ψυχή μας, με δίψα, ζητά να συναντήσει τον Θεό για να του πει: «Γιατί κρύβεσαι από μένα;».

Το Γιατί; είναι ένα τείχος που υψώνουμε μεταξύ μας και του Θεού, μια άρνηση να Τον εμπιστευτούμε ακόμα και σε αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής μας. Αντί να πούμε «Θεέ μου, εμπιστεύομαι το σχέδιό Σου, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνω», ρωτάμε με πικρία «Γιατί εγώ; Γιατί τώρα;». Ο Άγιος Βασίλειος, με την πλήρη αποδοχή του, μας δείχνει ότι η αληθινή πίστη δεν έχει ανάγκη από ερωτήσεις και απαντήσεις. Απλώς εμπιστεύεται. Και αυτή η εμπιστοσύνη είναι που μεταμορφώνει τον πόνο σε πνευματική νίκη, σε σωτηρία.

Ο Μέγας Βασίλειος αποδέχεται την ασθένεια ως φυσική κατάσταση του αμαρτωλού σώματος, ως μια «μάστιγα του Κυρίου» που επιτείνει τον πόνο «κατά την αξίαν μας». Η βιοτή του Αγίου αποδεικνύει ότι, ακόμα και όταν το σώμα φτάνει στα όριά του, η ψυχή μπορεί να παραμείνει ισχυρή. Μέσα στον πόνο και την αδυναμία, ο Μέγας Βασίλειος δεν έπαψε να γράφει, να διδάσκει και να ποιμαίνει την Εκκλησία. Η υγεία του ήταν «η μοναδική δικαιολογία» για την απουσία του, αλλά ακόμα και τότε, με τα τελευταία υπολείμματα της δύναμής του, έστελνε επιστολές, καθοδηγώντας και στηρίζοντας τους πιστούς. Το παράδειγμά του μας διδάσκει ότι η πίστη μας πρέπει να είναι «αλώβητη» και να μην κλονίζεται από τις δυσκολίες. Η ασθένεια μπορεί να μας στερήσει τη σωματική ευεξία, αλλά δεν μπορεί να μας πάρει την ελπίδα.

Η απάντηση στο ερώτημα του πόνου δεν βρίσκεται στο «Γιατί;», αλλά στο «Γιατί όχι;», γιατί η δοκιμασία είναι μια ευκαιρία για πνευματική πρόοδο. Ο Μέγας Βασίλειος, αν και με «συνηθισμένην εις την αρρώστειαν» κατάσταση, δεν έχασε ποτέ την ελπίδα του, παραμένοντας ένα λαμπερό παράδειγμα πίστης και εγκαρτέρησης μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 2024 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν Θεία Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Περιτομῆς Αὐτοῦ, ὁπόταν καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖο Ἄγγελος Κυρίου διεμήνυσε στὸν Δίκαιο Ἰωσήφ· «Ἰησοῦς». Ποιό ἄλλο ὄνομα θὰ ταίριαζε καλύτερα σὲ Ἐκεῖνον ποὺ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ νὰ «σώσει τὸν λαὸν Αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ», γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὰ δόλια τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ, γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὸν ἕως τότε παμφάγο Ἅδη; Κανένα ἄλλο. Καὶ αὐτό, διότι «Ἰησοῦς» σημαίνει «Σωτήρας». 

                περιτομὴ τῆς ἀκροβυστίας ἀποτελοῦσε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δοσμένη στὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ. Μέσῳ αὐτῆς, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ θὰ μετεῖχαν στὴν Θεία Διαθήκη καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ξεχώριζε ὁ ἰουδαϊκὸς λαὸς ἀπὸ ἀλλοφύλους. Ἔτσι, ὁ Κύριός μας, ὡς ἀπόγονος -ἀνθρωπίνως- τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, καταδέχθηκε «σαρκὸς τὴν περιτομήν», ἀφενὸς γιὰ εἶναι ἀποδεκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὅταν μετὰ τὴν Βάπτισή Του θὰ κήρυττε στὶς συναγωγές τους, ἀφετέρου γιὰ  ἀποδείξει ὅτι δὲν ἦλθε νὰ καταλύσει τὸν Νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει. Καὶ ἀφοῦ τὸν ὁλοκλήρωσε, τὸν μεταμόρφωσε.Ἔχοντας τὴν ἐξουσία ὡς Θεός, ἔδωσε ἕνα τέλος σὲ ὅσα στοιχεῖα τοῦ Νόμου δὲν ἦταν παρὰ σκιὲς καὶ τύποι ποὺ συμβόλιζαν κάτι ἀνώτερο, δίνοντας βαρύτητα ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σὲ αὐτὸ τὸ ἀνώτερο. Στὴν περίπτωση τῆς περιτομῆς ποιό εἶναι αὐτό; Λέμε στὸ ἀπολυτίκιο: «καὶ νόμον ἐκπληρών, περιτομὴν θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Δηλαδή: «ἐκπληρώνοντας τὸν νόμο, καταδέχεσαι μὲ τὴν θέλησή Σου τὴν περιτομὴ τῆς σάρκας, γιὰ νὰ δώσεις τέλος στὶς σκιὲς καὶ νὰ ἀφαιρέσεις τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν μας». Γιὰ νὰ σωθοῦμε, αὐτὸ μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ κάνουμε: ὄχι νὰ ἀφαιρέσουμε κάποιο σημεῖο τοῦ σώματός μας, ἀλλὰ νὰ βγάλουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὶς κακὲς ἐπιθυμίες, τὰ ἐλαττώματα καὶ ὅσα μᾶς κρατοῦν σὲ ἀπόσταση ἀπὸ Ἐκεῖνον. 

               Πρῶτος τρόπος γιὰ νὰ καθαρισθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες του καὶ νὰ ἀναλάβει τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἀσφαλῶς αὐτὸ ποὺ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔλαβε τὴν θέση τῆς περιτομῆς καὶ ἐπικράτησε ἐπ΄ αὐτῆς: τὸ Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

               Πολὺ σύντομα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας θὰ δοῦμε τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη νὰ διδάσκει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ στὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν τὸν Μεσσία, λέγοντας: «Δὲν εἶμαι ἐγώ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ Ἰσχυρότερός μου. Ἐγὼ σᾶς βαπτίζω μὲ νερό μόνο. Ἐκεῖνος, ὅμως, θὰ σᾶς βαπτίσει με Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φωτιά».

               Τὸ νερὸ μέσα στὸ ὁποῖο βαπτίζεται ὁ κάθε νεοφώτιστος Χριστιανὸς εἶναι πλημμυρισμένο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ Βάπτισμα ἀξίως καὶ δικαίως ἐπικράτησε ἔναντι τῆς περιτομῆς. Μὲ τὴν τριπλὴ κατάδυση ἐντὸς τοῦ ἁγιασμένου ὕδατος, πεθαίνει ὁ παλαιός μας ἑαυτός, «συνθαπτόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ εἰς τὸν θάνατον, ὥστε ὅπως ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του». Τὸ Ἅγιο Βάπτισμα δὲν ἀποτελεῖ ἕναν σκιώδη τύπο, ὅπως ἡ περιτομή, ἀλλὰ τὸ λουτρὸ τῆς πνευματικῆς μας παλιγγενεσίας, δίχως τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται». 

               ταν βγαίνουμε ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς Κολυμβήθρας, εἴμαστε πιὰ Ἅγιοι, καθὼς «ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστό». Ἔχουμε ἀποβάλει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ πορευόμαστε πρὸς τὴν αἰώνια ζωή, σύμφωνα μὲ τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄν, ὅμως, στὴν πορεία, ἁμαρτίες καὶ πάθη συγκεντρωθοῦν ξανὰ μέσα μας, τότε ὁ Θεὸς ὡς Πολυεύσπλαχνος μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ καθαριζόμαστε καὶ νὰ ἀφαιροῦμε τὰ ὅποια σφάλματά μας μὲ τὴν μετάνοια, μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Μέσα ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς μετανοίας, ἐπιτυγχάνουμε τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνη ἀρεστὴ στὸν Θεὸ περιτομή, τὴν περιτομὴ τῆς σκληροκαρδίας μας. Δὲν προσδοκοῦμε ἀπὸ μία τυπικὴ πράξη νὰ φέρει τὴν ἀλλαγή, ἀλλὰ προκαλοῦμε τὴν ἀλλαγὴ μὲ τὴν προσπάθειά μας καὶ μὲ τὴν συνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

               Ὅλος ὁ κόσμος τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἀνταλλάσσει εὐχὲς γιὰ καλὴ χρονιά. Αὐτὸ βέβαια εἶναι εὔλογο καὶ ἐπιθυμητὸ καὶ ὁπωσδήποτε μᾶς βρίσκει σύμφωνους, ὥστε καὶ ἐμεῖς μὲ χαρὰ νὰ εὐχόμαστε «καλὴ χρόνια». Μὴν πιστέψουμε ὅμως ὅτι τὸ νὰ προβοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν τυπικὴ πράξη τοῦ νὰ εὐχηθοῦμε, ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἀλλάξει τὰ πράγματα στὸ καλύτερο. Ὅλα τὰ πράγματα καὶ ἰδιαίτερα ἡ νέα χρονιά, θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἂν καταβάλουμε προσωπικὸ κόπο νὰ ἀλλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας πρὸς τὸ καλύτερο. 

               Δὲν μπορῶ νὰ κλείσω αὐτὸ τὸ μήνυμα δίχως νὰ ἀναφερθῶ καὶ στὸν σήμερα τιμώμενο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπό Καισαρείας. Ὁ σπουδαῖος αὐτὸς Ἱεράρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος πολὺ σωστὰ ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «τὸ λιοντάρι τοῦ Χριστοῦ», εἶναι ὁ ἐκ τῶν πλέον λαοφιλέστερων Ἁγίων, δεδομένου ὅτι εἶναι συνυφασμένος μὲ τὰ παραδοσιακὰ κάλαντα τῆς Πρωτοχρονιὰς ποὺ μάθαμε ἀπὸ παιδιά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγαπητὴ σὲ ὅλους μας παράδοση τῆς «Βασιλόπιτας». Κὶ ὅμως, ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἔχει «παρεξηγηθεῖ» ἀπὸ πολλούς, διότι χάριν της ἐμπορικότητος καὶ τῆς κατανάλωσης, παρουσιάζεται ἀπὸ τὰ μέσα ὡς ἕνας εὐτραφὴς καὶ ἀσπρογένης παπποὺς μὲ κόκκινα ροῦχα, ὁ ὁποῖος δίνει δῶρα τὰ Χριστούγεννα, ταξιδεύοντας μὲ ἕνα ἕλκυθρο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει δημιουργήσει στὰ παιδιά μας μία διαστρεβλωμένη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ τὸν Συναξαριστή, ἦταν λεπτότατος ἐξαιτίας τῆς σκληρῆς ἀσκήσεως, μαυρογένης καθόσον κοιμήθηκε στὴν ἡλικία τῶν 49 ἐτῶν ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστια, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπιγραμματικά, θὰ ἀναφέρω ὅτι ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ μορφωμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε κάθε ἐπαγγελματικὴ προοπτικὴ γιὰ νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Μοναχικὴ Πολιτεία. Διέπρεψε ὡς Μοναχὸς καὶ ἀξιώθηκε τῆς Ἀρχιερωσύνης, τὴν ὁποία διακόνησε μὲ καθαρὴ συνείδηση. Ὑπερμάχησε στὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ὑπέστη θλίψεις πολλές. Τὰ πολλὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀσκήσει τὴν φιλανθρωπία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαθέσει ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Βασιλειάδας, ἑνὸς κέντρου μὲ σημαντικὰ εὐαγῆ ἱδρύματα. Ὑπῆρξε πολυγραφότατος καὶ ἕνα ἐκ τῶν ἔργων του εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία τελέσαμε σήμερα ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἐννέα ἡμέρες τὸν χρόνο. 

               νας ἐπαρκὴς λόγος γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ χρειαζόταν πολλὲς ὥρες. Κάτι, ὅμως, ποὺ πιστεύω ὅτι ἀξίζει νὰ προστεθεῖ εἶναι μία ἀναφορὰ στὴν οἰκογένειά του, μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιτυχημένες οἰκογένειας στὴν παγκόσμια ἱστορία. Γονεῖς τοῦ ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι Βασίλειος καὶ Ἐμμέλεια. Ἀδέρφια του, μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι: Μακρίνα, Γρηγόριος, Πέτρος, Ναυκράτιος καὶ  Θεοσέβεια. Οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου μας εἶχαν πιάσει τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ ἀναθρέψουν Ἅγίους, πολίτες τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, καὶ ὄχι ἀνθρώπους προσκολλημένους στὴν ματαιότητα τῆς ἐπίγειας ζωῆς. 

               Εἴθε ὁ σαρκὶ περιτμηθεὶς Χριστός, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, νὰ ἐνισχύει τὸν καθένα μας στὸν ἀγώνα του, νὰ φωτίζει τὰ νέα ζευγάρια ποὺ δημιουργοῦν οἰκογένεια καὶ νὰ προστατέψει τὸν εὐλογημένο θεσμὸ τῆς οἰκογένειας ποὺ τόσο ἔντονα βάλλεται στὶς ἡμέρες μας. Νὰ προσεύχεστε! 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

 ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

Ὁ συγκλονιστικὸς διάλογος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μὲ τὸν Ἄρχοντα Μόδεστο

  


Ἡ ὀρθοδοξία τῆς Καππαδοκίας ἔμοιαζε λίγο πολὺ μὲ νησίδα στὴν Ἀνατολή. Ὁ Οὐάλης ἀπέλυσε τοὺς ἀσκοὺς τῆς αἱρέσεως παντοῦ. Συνδυασμένες ἡ βία καὶ ἡ πονηρία τοῦ ἔδωσαν ἀποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔσφιγγε τώρα σὰν τανάλια τὴν Καισάρεια. Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ Καππαδόκες δὲν εἶχαν γνωρίσει καλὰ τὴ βάναυση σκληρότητα τοῦ Οὐάλη. Ἄκουγαν ὅ,τι συνέβαινε ἀλλοῦ. Τοὺς κοβόταν τὸ αἷμα.

Τὰ διάφορα κέντρα τῆς αὐτοκρατορίας ὑποτάχθηκαν πράγματι στὴν πολιτικὴ τοῦ ἀρειανόφρονα. Μὰ τοῦτο ἔγινε γιατί διώχθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι, δημεύθηκαν οἱ περιουσίες τους, ἐξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν μὲ βίαια μέσα. Καὶ ὅσοι ἀντιστέκονταν ἀντικαταστάθηκαν.

Ἡ θηριωδία καὶ τὸ μίσος δὲν εἶχαν ὅρια. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ κάψουν… στὴν Νικομήδεια ὀρθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σὲ πλοῖο. Ὅσο πλησίαζαν μάλιστα στὴν Καισάρεια τόσο πιὸ ἄγρια γινόταν ἡ θηριωδία τους. Ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα βεβήλωναν ναούς. Σὲ κάποια πόλη μπῆκαν στὸν ναό, ἀνέβηκαν στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ χόρευαν πάνω σ’ αὐτήν. Σὲ ἄλλο ναό, ποὺ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας προσπάθησε νὰ ἐμποδίσει τοὺς βέβηλους, σκότωσαν καὶ ἔχυσαν ἀνθρώπινο αἷμα ἐπάνω στὴν ἴδια τὴν ἁγία Τράπεζα. Θῦμα ὁ ἱερέας. Τὰ φοβερὰ τοῦτα σφυροκοποῦσαν κάθε μέρα τ’ αὐτιὰ τῆς ὀρθόδοξης Καισάρειας…

Πρέπει νὰ ἦταν Νοέμβριος- Δεκέμβριος. Οἱ πιέσεις στὸ Βασίλειο διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη. Σήμερα τὸν προσέβαλαν. Αὔριο τοῦ ὑπόσχονταν πολλά.

Πρὶν ἀποφασίσει ὁ Οὐάλης τὴν ὥρα τῆς τελικῆς ἑφόδου δοκίμασε πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ φέρει στὰ νερὰ του τὸ Βασίλειο. Ἔνοιωθε μάλιστα ὅτι καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος παραμένει ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς του, γελοιοποίηση τοῦ Βασιλικοῦ του κύρους… Σημαντικὸ ρόλο στὶς πιέσεις ἔπαιζαν οἱ δικαστικοί, ποὺ εἶχαν κιόλας γίνει πέρα γιὰ πέρα ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα. Δὲν ὑστέρησαν ὅμως καὶ οἱ στρατιωτικοί…

Τὰ τεχνάσματα δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα καὶ ὁ Οὐάλης βιαζόταν. Ἤθελε νὰ τελειώνει ὅσο γινόταν γρηγορώτερα μὲ τὴν τελευταία ἑστία ἀντιστάσεως, μὲ τὸ Βασίλειο. Ἔτσι θὰ ὑποτάσσονταν ἀμέσως Καππαδοκία, Πόντος καὶ Ἀρμενία. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ὁ Βασιλιὰς νὰ παίξει τὸ τελευταῖο του χαρτί. Ἔστειλε προπομπὸ στὴν Καισάρεια τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, τὸν ὕπαρχο τῶν πραιτωριανῶν. Ἤξερε τί ἔκανε.

Ὁ Μόδεστος ἦταν ἀπὸ τὴν ἄθλια ἐκείνη πάστα τῶν ἀνθρώπων ποὺ γίνονται βασιλικώτεροι τοῦ βασιλέως γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν θέση τους. Ἀδίστακτος καὶ ἀπάνθρωπος, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ καὶ νὰ ἀρέσει στὸν ἀφέντη του. Ἡ Ἐκκλησία στὴν Ἀνατολὴ γνώρισε τὴ θηριωδία του ἀπὸ τὴν καλή…

Στὴν Καισάρεια ὁ Μόδεστος ἐγκαταστάθηκε στὸ Διοικητήριο. Ἡ ἀναμέτρηση ὅμως ἔγινε μᾶλλον στὸ δικαστήριο… Διέταξε νὰ τοῦ φέρουν τὸ Βασίλειο, ποὺ ἦταν κιόλας ἕτοιμος.

Ὅλη τὴ νύχτα ὁ ἐπίσκοπος προσευχόταν. Γιὰ κάποια στιγμὴ ἔνοιωσε τὰ γόνατά του νὰ λύνονται ἀπὸ φόβο. Θὰ τὰ κατάφερνε; Θὰ στεκόταν ὅσο χρειαζόταν ἄξιος μπροστὰ στὸ θηρίο; Τὸ πικρὸ ποτήρι μένει πικρὸ καὶ γιὰ τοὺς μεγάλους. Πέρασε ὅμως ὁ φόβος του. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἔσφιξε τοὺς ἁρμούς του καὶ ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται ἀλλοιώτικα…

Καὶ ὁ Μόδεστος; Μόλις τὸν εἰδοποίησαν πῆγε στὴν ἐπίσημη αἴθουσα καὶ ἔκατσε στὸ θρόνο προκλητικά, περισσότερο ἀπειλητικά. Ἔπρεπε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ νὰ ξαφνιάσει τὸ Βασίλειο. Εἶχε ἀκούσει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν ἰσχνὸ τοῦτο ἄνδρα ποὺ τὸν ἔκαναν λιγώτερο σίγουρο. Ἀμηχανία κι ἕνας ἀδιόρατος φόβος καρφώθηκε κάπου στὴν καρδιὰ τοῦ Μόδεστου καὶ δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Γι’ αὐτὸ ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχή νὰ τοῦ πάρει ἀμέσως τὸν ἀέρα μὲ τρόπο ἀπότομο, ἐτσιθελικό, σκληρό. Νὰ τελειώσει μιὰ ὥρα γρηγορώτερα. Λίγο πίσω ἀπὸ τὸν ἔπαρχο στάθηκαν μερικὰ ἐπίσημα πρόσωπα: διοικητής, εὐνοῦχοι, δικαστὲς ξοφλημένοι…

Ἔφεραν στὴν αἴθουσα τὸ Βασίλειο. Προχώρησε στὸ θρόνο ἀγέρωχα, χωρὶς νὰ προκαλεῖ. Εὔχαρης, χωρὶς νὰ γελάει. Ὁ Μόδεστος τεντώθηκε, ἔβαλε πάγο καὶ σίδερο στὴ φωνή του, μίλησε:

Μόδεστος: Βασίλειε, πῶς τόλμησες -μόνο ἐσὺ- νὰ πᾶς κόντρα στὸ θέλημα τοῦ βασιλιᾶ μας; Ποιὸς εἶσαι σὺ ποὺ τόλμησες νὰ τὸν περιφρονήσεις;

Ὁ Βασίλειος κατάλαβε τὴν τακτική: ἐπίθεση κι αἰφνιδιασμός. Δὲν θὰ παρασυρόταν ὅμως. Θὰ ἐπέβαλλε τὸ δικό του ρυθμὸ στὴ φοβερὴ ἀναμέτρηση. Θὰ γινόταν βράχος ποὺ ἐπάνω του θὰ τσακιζόταν ἡ ὀργὴ καὶ τὸ μίσος τῶν αἱρετικῶν. Θὰ ὑψωνόταν σύμβολο γιὰ τὸ ὄρθωμα τῆς Ἐκκλησίας μπροστὰ στὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπὸν συγκεκριμένα στοιχεῖα, κατηγορία καθαρή:

Βασίλειος: Γιὰ ποιὸ πράγμα μὲ κατηγορεῖς, ποιὸ εἶναι τὸ σφάλμα μου καὶ δὲν τὸ ξέρω;
Μόδεστος: Δὲν ἔχεις τὴν πίστη τοῦ βασιλιᾶ, τώρα ποὺ ὅλοι ὑποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω ἔτσι γιατί ὁ δικός μου βασιλιὰς δὲ στέργει τὴν πίστη τοῦ Οὐάλη, ποὺ προσκυνᾶ τὸ κτίσμα (οἱ ἀρειανοὶ δέχονταν τὸν Υἱὸ σὰν κτίσμα). Πῶς νὰ τὸ κάνω τοῦτο, ἀφοῦ ἐγὼ ποὺ εἶμαι κτίσμα κλήθηκα νὰ γίνω Θεός. Προσκυνῶ τὸν Υἱὸ σὰν Θεὸ καὶ ὄχι σὰν κτίσμα.
Μόδεστος: Καὶ τότε τί εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ πιστεύουμε ὅπως ὁ αὐτοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, ὅσο προστάζετε τέτοια πράγματα!

Ἱδρώτας, ἀγωνία καὶ μαζὺ ὀργὴ χωρὶς ὅρια πάλευαν στὸ ἄρρυθμο πνεῦμα τοῦ ἐπάρχου. Ἄρχισε κιόλας νὰ τὰ χάνει. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀφελής του ἐρώτηση.

Μόδεστος: Γιατί δὲ τὸ ’χεις γιὰ σπουδαῖο νὰ εἶσαι μὲ τὸ μέρος μας, νὰ μᾶς ἔχεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως εἴσαστε κιόλας ἔπαρχοι καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς μὰ δὲ σᾶς ἔχω πιὸ σεβαστοὺς ἀπὸ τὸ Θεό! Καὶ σὰν τέκνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἴσαστε εἶναι σπουδαῖο νὰ σᾶς ἔχω φίλους. Τόσο σπουδαῖο ὅσο νὰ ἔχω φίλους καὶ τοὺς ὑφισταμένους σας. Ὁ χριστιανισμὸς δὲ φαίνεται ἀπὸ τὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστη τῶν προσώπων. Μὲ τὰ λόγια τοῦτα ὁ Βασίλειος φώτισε μὲ δυνατὸ φῶς τὸν ἰσχυρὸ ἄρχοντα. Τοῦ ἔδειξε πόσο μικρὸς εἶναι καὶ πόσο κωμικὴ γίνεται ἡ αὐθάδειά του.

Ὁ Μόδεστος τὸ κατάλαβε. Ἔνοιωσε νὰ τὸν ξεγυμνώνουν. Νὰ τοῦ παίρνουν τὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία τρόμαζε τοὺς μικρούς. Ἄναψε λοιπὸν καὶ κόρωσε. Οἱ φλέβες του τινάχθηκαν… Μὲ μιᾶς ὀρθώθηκε στὸ θρόνο καὶ σχεδὸν ἄναρθρα φοβέριζε:

Μόδεστος: Δὲ φοβᾶσαι, λοιπόν, τὴν ἐξουσία μου;
Βασίλειος: Μὰ τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάνεις, τί πρόκειται νὰ πάθω; …
Μόδεστος: Τί μπορῶ; Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχω δικαιοδοσία…
Βασίλειος: Ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ θὰ πάθω, πέστα μου νὰ τ’ ἀκούσω!
Μόδεστος: Δήμευση τῆς περιουσίας σου, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο.
Βασίλειος: Μὲ ἄλλο τίποτε φοβέρισέ με, αὐτὰ δὲ μὲ νοιάζουν.

Ὁ ἐξαγριωμένος ἔπαρχος ἔνοιωσε τὰ λόγια τοῦτα μαχαίρι στὰ νεφρά του. Τὰ μάτια του ἔγιναν κόκκινα. Ἡ φωνὴ του τσάκισε. Τὰ νεῦρα του ἔκλαιγαν καὶ παραδίνονταν. Ὅλα γύρω του χάνονταν. Ἀπὸ δυνατὰ γίνονται ἀδύνατα. Ἀπὸ ἰσχυρὰ ἀνίσχυρα. Γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος μίκραινε. Γινόταν αὐτὸς ποὺ ἦταν: μικρός. Μάζεψε τὶς δυνάμεις του ὅμως καὶ ψέλλισε:

Μόδεστος: Πῶς γίνεται αὐτό, πῶς καὶ δὲ φοβᾶσαι;
Βασίλειος: Γιατί δὲ φοβᾶται δήμευση αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει τίποτα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ τριμμένα παλιὰ ροῦχα καὶ μερικὰ βιβλία. Αὐτὰ εἶναι ὅλο τὸ βιός μου, Μόδεστε! Ἡ ἐξορία πάλι δὲ μὲ τρομάζει γιατί δὲν ἔχω τόπο δικό μου. Καὶ ἡ Καισάρεια στὴν ὁποία τώρα κατοικῶ δὲν εἶναι δική μου. Ὅπου λοιπὸν κι ἂν μὲ πετάξετε θὰ εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ κι ἐγὼ θὰ εἶμαι πάροικος καὶ παρεπίδημος. Τὰ βασανιστήρια; Τί νὰ κάνουν κι αὐτὰ σὲ σῶμα σὰν τὸ δικό μου! Ἕνα πρῶτο κτύπημα θὰ δώσεις κι ὅλα τελείωσαν ἀμέσως. Αὐτὸ εἶσαι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνεις. Μὲ ἀπειλεῖς μὲ θάνατο; Θὰ μοῦ γίνεις εὐεργέτης. Αὐτὸ ποθῶ κι ἐγώ, νὰ πάω πιὸ γρήγορα στὸ Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο ζῶ καὶ ἀγωνίζομαι. Βιάζομαι νὰ φθάσω στὸν Θεό μου, στὸν Πατέρα μου!…
Μόδεστος: Κανεὶς μέχρι τώρα δὲ μίλησε μὲ τόσο θάρρος στὸ Μόδεστο, κανεὶς δὲν εἶχε μπροστά μου τόση παρρησία.

Ἦρθε καὶ ἡ ὥρα τοῦ κεραυνοῦ. Ὁ Βασίλειος δὲν κρατήθηκε. Οἱ ὧρες εἶναι μεγάλες, κρίσιμες, ἱστορικές. Γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσει κανεὶς ἐγωϊστή!

Βασίλειος: Γιατί δὲ συνάντησες ποτέ σου ἀληθινὸ ἐπίσκοπο. Ἀλλοιῶς θὰ σοῦ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀφοῦ θ’ ἀγωνιζόταν γιὰ τόσο ὑψηλὰ πράγματα. (Ὁ Βασίλειος εἶδε τώρα τὸ συντριμμένο ἔπαρχο, μέτρησε καὶ τὸ βαρὺ λόγο ποὺ ξεστόμησε καὶ θέλησε νὰ μαλακώσει τὴν ἀτμόσφαιρα). Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι, ἔπαρχε, εἴμαστε καλοὶ καὶ ταπεινοὶ ὅσο κανεὶς ἄλλος. Ὄχι μόνο στὸ βασιλιὰ δὲ φερόμαστε ὑπεροπτικά, μὰ οὔτε καὶ στὸν πιὸ μικρὸ ἄνθρωπο. Ἂν ὅμως τύχει νὰ κινδυνεύει ἡ πίστη στὸ Θεό, τότε περιφρονοῦμε τὰ πάντα καὶ ἀγκαλιάζουμε αὐτήν. Τότε ἡ φωτιά, τὸ ξίφος τοῦ δήμιου, τὰ θηρία καὶ τὸ ξέσκισμα τῆς σάρκας μας μὲ τὰ νύχια τῶν βασανιστῶν φέρνει σὲ μᾶς περισσότερο εὐχαρίστηση παρὰ φόβο. Γι’ αὐτὸ κάνε ὅ,τι θέλεις, ὅ,τι ἔχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, ἀπείλησέ με ὅσο θέλεις. Ἂς τὸ ἀκούσει ὅμως κι ὁ βασιλιάς, δὲν θὰ μὲ καταφέρεις νὰ δεχθῶ τὴν κακοδοξία, ἔστω κι ἂν ἀπειλήσεις χειρότερα.

Ἦταν ἡ τελευταία ψυχρολουσία ποὺ δέχθηκε ὁ τραγικὸς ἄρχοντας ἀπὸ τὸ Βασίλειο στὴ φοβερὴ καὶ ἱστορικὴ τούτη ἀναμέτρηση. Μουδιασμένος ὁ Μόδεστος, σὰν τὸ δαρμένο ζῶο ἔκανε νόημα στοὺς φρουροὺς ν’ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸ Βασίλειο…

Τί ἀπέγινε μὲ τὸ Μόδεστο; Σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ Βασιλιά, ποὺ ἔφθανε στὴν Καισάρεια. Δὲ δίστασε νὰ τοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια: « Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο αὐτῆς ἐδῶ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲ φοβᾶται ἀπειλές. Εἶναι πιὸ σταθερὸς ἀπὸ τοὺς λόγους μας, πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ τὴν πειθώ μας. Ἂς ἀπειλήσουμε κανένα δειλό, ὄχι τὸ Βασίλειο. Ἂν θέλουμε ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ καταφύγουμε στὸν ἐξαναγκασμὸ» (νὰ τὸν ἐξορίσουν δηλαδή).

Ὁ αὐτοκράτορας, ποὺ στὸ μεταξὺ ἔμαθε τὰ καθέκαστα, ὅσα χρειαζόταν γιὰ νὰ καταλάβει τὴ δύναμη τοῦ Βασιλείου, δὲ συμφώνησε. Εἶχε τὸ κουράγιο νὰ θαυμάζει τὶς ἀρετὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ χρησιμοποιήσουν βία.

Από το βιβλίο: Ἡ ζωὴ ἑνὸς Μεγάλου: Βασίλειος Καισαρείας Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου



Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ (Μέγας Βασίλειος)



Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!». Μιά φράση, πού λέγε- ται συχνά-πυκνά ὡς ἔκφραση ἐνδιαφέροντος καί ἀγάπης, μέ περιεχόμενο ὅμως ἰδιαίτερα ἐγωκεντρικό καί ὑλιστικό. «Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!». Πρόσεχε, δηλαδή, τήν ὑγεία σου, τή δίαιτά σου, τήν ἐμφάνισή σου, τή δουλειά σου...
Ἡ ἴδια ἀκριβῶς φράση, ἀλλά μέ διαμετρικά ἀντίθετη ἔννοια, συναντᾶται ἀρκετές φορές καί στήν Ἁγία Γραφή: «Πρόσεχε σεαυτῷ».
Τήν ἀκριβή ἑρμηνεία τῆς θείας αὐτῆς προσταγῆς μᾶς ἀναπτύσσει σέ μιά ὑπέροχη ποιμαντική του ὁμιλία ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας. Σύμφωνα μέ τούς μελετητές τοῦ ἔργου του, ὁ λόγος Εἰς τὸ Πρόσεχε σεαυτῷ – ὡς «λόγο ἀξιοθαύμαστο καί γεμάτο ἀπό κάθε σοφία» τόν ἀξιολογεῖ ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός– εἶναι ὁ σπουδαιότερος ἠθικός λόγος του καί ἀποτελεῖ ἐπιτομή τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας.
Ὁ ἅγιος ἱεράρχης μᾶς καλεῖ νά μαζέψουμε τόν νοῦ μας ἀπό τή μάταιη περιπλάνηση στήν κενότητα τῆς κοσμικῆς ζωῆς καί νά τόν στρέψουμε προσεκτικά στόν ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο, γιά νά γνωρίσουμε τόν πραγματικό μας ἑαυτό. Τί εἴμαστε; Ποιοί εἴμαστε; Ἀπό ποῦ ἤρθαμε καί ποῦ πηγαίνουμε; Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός σκοπός τῆς ζωῆς μας; Ποιά τά κύρια καί ποιά τά δευτερεύοντα στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεώς μας; Τί ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή μας, μέ ποιά αἰσθήματα ζεῖ, σέ ποιά κατάσταση βρίσκεται; Ἡ εἰλικρινής αὐτοεξέταση μᾶς ὁδηγεῖ στήν αὐτογνωσία. Κι αὐτή, ἀφοῦ συνταιριαστεῖ μέ τή μετά- νοια, τόν πνευματικό ζῆλο καί τήν ἄγρυπνη φροντίδα μας γιά τήν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, μᾶς ἀνεβάζει σταδιακά στή θεογνωσία. Ἔτσι, ἡ προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας γίνεται τελικά μιά ἐνατένιση τοῦ Θεοῦ, μιά αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. «Πρόσεχε σεαυτῷ, ἵνα προσέχῃς Θεῷ», τονίζει ὁ θεοφόρος ἅγιος στό τέλος τοῦ λόγου του.
Ἡ ἀποκλειστική προσκόλληση τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου στήν ἄμετρη ἱκανοποίηση τῶν ἀτομικῶν του βιοτικῶν ἀναγκῶν τόν ἔχει στερήσει ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν ἀληθινό Θεό καί τόν συνάνθρωπό του καί τόν ἔχει ὁδηγήσει σέ τραγικά ὑπαρξιακά ἀδιέξοδα.
Γι’ αὐτό εἶναι, νομίζουμε, ἐπίκαιρος ὁ ἀφυπνιστικός καί καθοδηγητικός λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως μάλιστα αὐτός βιώνεται στήν ὀρθόδοξη παράδοσή μας. Τόν προσφέρουμε σέ ἐλεύθερη νεοελληνική ἀπόδοση, μέ τήν εὐχή νά προκαλέσει στίς καλοπροαίρετες ψυχές θεϊκές ἀλλαγές, σάν ἐκεῖνες πού ἔνιωθε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν μελετοῦσε τούς λόγους τοῦ ὁμόψυχου φίλου του. « Ὅταν ἐντρυφῶ στούς ἠθικούς λόγους τοῦ Βασιλείου», ἔλεγε, «ἐξαγνίζομαι στήν ψυχή καί τό σῶμα καί γίνομαι ναός πού δέχεται τόν Θεό, ὄργανο πού τίς χορδές του χτυπᾶ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ξαναρυθμίζω τότε τή ζωή μου σύμφωνα μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί μέ μιά θεϊκή ἀλλαγή γίνομαι ἄλλος ἄνθρωπος».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
 

Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου Δύσκολα γίνεται κτῆμα μας ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή. Καί, καθώς αὐτός εἶναι σύντομος καί περιεκτικός, εὔκολα χάνει κανείς, ἄν δέν προσέχει, τό βαθύτερο νόημά του. Αὐτό ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τόν ἀκόλουθο ἁγιογραφικό λόγο: «Πρόσεχε τόν ἑαυ- τό σου, μήν τυχόν κάποιος ἀπόκρυφος λογισμός τῆς ψυχῆς σου γίνει ἁμαρτία» (Δευτ. 15:9). 
Ἐπειδή ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι, εὔκολα ἁμαρτάνουμε μέ τίς σκέψεις, ὁ Πλάστης μᾶς πρόσταξε νά ἔχουμε ὡς πρωταρχική φροντίδα τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ, πού εἶναι ὁ ἡγεμόνας τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου.
Οἱ πράξεις τοῦ σώματος, γιά νά πραγματοποιηθοῦν, χρειάζονται καί χρόνο καί κόπους καί συνεργάτες καί τίς κατάλληλες εὐκαιρίες. Οἱ κινήσεις, ὅμως, τοῦ νοῦ ἐπιτελοῦνται ταχύτατα καί σέ κάθε καιρό, δίχως κόπους καί ἰδιαίτερες φροντίδες. Ὅπου, λοιπόν, ἡ ἁμαρτία εἶναι εὔκολη καί γρήγορη, ἐκεῖ ἀπαιτεῖται καί αὐξημένη ἐπαγρύπνηση. “Φυλάξου”, μᾶς φωνάζει ὁ Θεός, “μήν ἁμαρτήσεις μέ καμιά κρυφή σκέψη τῆς ψυχῆς σου”.
Ἄς παραμείνουμε, ὅμως, στό πρῶτο μέρος τοῦ ἁγιογραφικοῦ αὐτοῦ λόγου: «Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!».
Τά ζῶα ἔχουν ἔμφυτη ἀπό τόν Θεό τή δυνατότητα νά ἀποστρέφονται ἐνστικτωδῶς τίς βλαβερές τροφές καί νά ἀποζητοῦν τίς ὠφέλιμες. Σ’ ἐμᾶς, ὅμως, ὁ παιδαγωγός Θεός ἔδωσε τό παράγγελμα τῆς προσοχῆς, ὥστε μέ τόν νοῦ μας νά μποροῦμε νά ἐπιλέγουμε ἐλεύθερα καί νά κάνουμε ἐνσυνείδητα ὅ,τι τά ζῶα κάνουν ἀσυνείδητα. Ἔτσι, μέ τή συνεχή καί προσεκτική ἐπιστασία τῶν λογισμῶν μας, μποροῦμε νά γινόμαστε πιστοί τηρητές τῶν θείων ἐντολῶν, ἀποφεύγοντας τήν ἁμαρτία, ὅπως τά ζῶα ἀποφεύγουν τίς δηλητηριώδεις τροφές, καί ἐπιδιώκοντας τήν ἀρετή, ὅπως ἐκεῖνα τά θρεπτικά χόρτα.
«Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!». Δηλαδή, ἀπό κάθε μεριά νά παρακολουθεῖς προσεκτικά τόν ἑαυτό σου. Ἀκοίμητα νά ᾽χεις τά μάτια τῆς ψυχῆς σου. Περπατᾶς ἀνάμεσα σέ παγίδες. Κρυφές θηλιές ἔχει στήσει στόν δρόμο σου ὁ πονηρός. Νά κοιτᾶς ἀκατάπαυστα μέ προσοχή ὁλόγυρά σου, «γιά νά σωθεῖς σάν τό ζαρκάδι ἀπό τά βρόχια, σάν τό πουλί ἀπό τοῦ κυνηγοῦ τό χέρι» (Παροιμ. 6:5). Φυλάξου, μήν πέσεις στήν παγίδα τῆς ἁμαρτίας καί γίνεις θήραμα τοῦ διαβόλου, αἰχμάλωτος στά δικά του τά θελήματα.
«Πρόσεχε», λοιπόν, «τόν ἑαυτό σου!». Δηλαδή, 6 οὔτε τά δικά σου πράγματα, οὔτε αὐτά πού ὑπάρχουν γύρω σου, ἀλλά μόνο τόν ἑαυτό σου τόν ἴδιο πρόσεχε. Γιατί ἄλλο εἶναι ὁ ἑαυτός μας, ἄλλο τά δικά μας πράγματα καί ἄλλο αὐτά πού ὑπάρχουν γύρω μας. Ὁ ἑαυτός μας εἶναι ἡ ψυχή καί ὁ νοῦς μας, ἐφόσον ἔχουμε πλαστεῖ «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Δημιουργοῦ. Δικό μας εἶναι τό σῶμα μέ τίς αἰσθήσεις του
*. Καί τά γύρω ἀπό μᾶς εἶναι τά χρήματα, τά ἐπαγγέλματα καί ὅλα τά ἀναγκαῖα γιά τή συντήρηση τῆς ζωῆς μας πράγματα.
Τί μᾶς λέει, λοιπόν, ἡ Γραφή; Μή δίνεις σημα- σία στή σάρκα, οὔτε νά ἐπιδιώκεις μέ κάθε τρόπο ὅ,τι φαίνεται καλό σ᾿ αὐτήν, δηλαδή ὑγεία, ὀμορφιά, ἡδονικές ἀπολαύσεις, μακροζωΐα. Νά μή θαυμάζεις τά χρήματα, τή δόξα, τήν ἐξουσία. Μήτε πάλι νά θεωρεῖς σπουδαῖα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τούτη τήν πρόσκαιρη ζωή καί ν᾿ ἀφοσιώνεσαι ἐξ ὁλοκλήρου σ᾿ αὐτήν, ἀδιαφορώντας γιά τήν αἰώνια ζωή. Ἀλλά τήν ψυχή σου νά προσέχεις. Αὐτήν νά φροντίζεις καί νά στολίζεις. Καθάρισέ την ἀπό τόν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. Διῶξε ἀπό πάνω της τά αἴσχη τῆς κακίας καί μέ τό κάλλος τῆς ἀρετῆς ἀνάδειξέ την πανέμορφη καί φωτεινή.
Φιλοσόφησε πάνω στήν ὕπαρξή σου, γνώρισε τή φύση σου, δές ποιός εἶσαι. Ἀποτελεῖσαι ἀπό σῶμα, πού εἶναι θνητό, καί ἀπό ψυχή, πού εἶναι ἀθάνατη. Σέ δύο ἐπίπεδα κινεῖται καί ἀναπτύσσεται ἡ ζωή μας. Τό ἕνα, αὐτό πού σχετίζεται μέ τό σῶμα, περνάει καί φεύγει γρήγορα. Τό ἄλλο, αὐτό πού ἀναφέρεται στήν ψυχή, εἶναι αἰώνιο καί πέρα ἀπό κάθε ἀνθρώπινη περιγραφή. Πρόσεχε, λοιπόν, τόν ἑαυτό σου, ὥστε οὔτε στά ἐφήμερα νά προσκολληθεῖς σάν νά εἶναι αἰώνια, οὔτε τά αἰώνια νά καταφρονήσεις σάν νά εἶναι ἐφήμερα. Μή δίνεις σημασία στή σάρκα, γιατί αὐτή εἶναι πρόσκαιρη· φρόντιζε τήν ψυχή σου, πού εἶναι ἀθάνατη.
Παρατήρησε λεπτομερῶς τόν ἑαυτό σου, γιά νά μάθεις νά χορηγεῖς στό κάθε συστατικό του τά ὠφέλιμα: στό σῶμα τροφές καί ἐνδύματα, στήν ψυχή θεοσέβεια καί ἀρετή. Μήτε νά παραπαχαίνεις τό σῶμα, μήτε νά δίνεις σημασία στίς σαρκικές ἀπαιτήσεις. Ἐπειδή «ἡ σάρκα ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρός τό πνεῦμα καί τό πνεῦμα ἀντίθετα πρός τή σάρκα κι αὐτά τά δύο ἀντιμάχονται τό ἕνα τό ἄλλο» (Γαλ. 5:17), κοίτα μήπως, μέ τό νά παραφορτώνεις τή σάρκα, δίνεις πολλή ἐξουσία στό κατώτερο στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς σου. Γιατί μέ τό σῶμα καί τήν ψυχή συμβαίνει ὅ,τι καί μέ μιά ζυγαριά: Ἄν παραφορτώσεις τόν ἕνα της δίσκο, ὁπωσδήποτε θά κάνεις ἐλαφρότερο τόν ἄλλο. Ὅταν, λοιπόν, τό σῶμα καλοπερνᾶ, ἡ ψυχή γίνεται ἀδρανής καί ἄτονη. Κι ὅταν, ἀντίθετα, ἡ ψυχή ἐξυψώνεται μέ τήν ἀρετή, οἱ σαρκικές ἐπιθυμίες μαραίνονται.
Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, γιά νά μπορεῖς νά διακρίνεις πότε ἡ ψυχή εἶναι ὑγιής καί πότε 8 ἀσθενής. Γιατί πολλοί, λόγω τῆς μεγάλης τους ἀπροσεξίας, ἄν καί πάσχουν ἀπό βαριά καί ἀνία- τα πνευματικά νοσήματα, δέν τό ἀντιλαμβάνονται. Ἐσύ, ὅμως, πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, ὥστε ἀνάλογα μέ τά ἁμαρτήματά σου νά ἀκολουθήσεις καί τήν κατάλληλη θεραπευτική ἀγωγή. Εἶναι μεγάλο καί βαρύ τό παράπτωμά σου; Σοῦ χρειάζονται λεπτομερής ἐξομολόγηση, πικρά δάκρυα, αὐστηρή νηστεία καί συνεχής ἀγρυπνία. Εἶναι ἐλαφρότερο; Ἄς μετριαστεῖ καί ἡ μετάνοιά σου.
Ἡ σύντομη αὐτή προτροπή γιά προσοχή ἔχει ἐφαρμογή σέ ὅλους τούς χριστιανούς, ἀνάλογα μέ τήν ἰδιαίτερη διακονία πού ὁ καθένας ἐπιτελεῖ στήν Ἐκκλησία, ὥστε ὅλοι νά ἐργάζονται μέ ἀκρίβεια, ἐπιμέλεια καί προθυμία.
Ὁδοιπόρος εἶσαι, ἀδελφέ μου. Πρόσεξε μήν παραστρατήσεις, μή λοξοδρομήσεις δεξιά ἤ ἀριστερά. Βάδιζε πάντα στή βασιλική ὁδό.
Στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ εἶσαι. Κακοπάθησε γιά τό Εὐαγγέλιό Του (πρβλ. Β΄ Τιμ. 1:8). Φόρεσε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ καί ρίξου στόν καλό ἀγώνα ἐνάντια στά πονηρά πνεύματα καί τά σαρκικά πάθη, δίχως νά μπλέκεσαι στίς βιοτικές φροντίδες, γιά ν’ ἀρέσεις ἔτσι σ᾿ Αὐτόν πού σέ στρατολόγησε (πρβλ. Β΄ Τιμ. 2:4).
Πνευματικός ἀθλητής εἶσαι. Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήν τυχόν παραβεῖς τούς ἀθλητικούς κανόνες, γιατί κανείς δέν παίρνει τό στεφάνι τῆς νίκης, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ σύμφωνα μ᾿ αὐτούς (πρβλ. Β΄ Τιμ. 2:5). Νά μιμεῖσαι τόν ἀπόστολο Παῦλο, πού ἔτρεχε καί πάλευε καί πυγμαχοῦσε. Πάλεψε κι ἐσύ, λοιπόν, μέ τούς ἀόρατους ἐχθρούς. Σάν καλός πυγμάχος κάρφωσε τό βλέμ- μα τῆς ψυχῆς σου στόν ἀντίπαλο καί προφυλάξου ἀπό τά χτυπήματά του. Σάν γρήγορος δρομέας βιάσου νά φτάσεις στό τέρμα, γιά νά κατακτήσεις τό βραβεῖο τῆς ἀρετῆς. Τέτοιον σέ θέλει ὁ Θεός· ὄχι τεμπέλη καί κοιμισμένο, ἀλλά προσεκτικό καί ἄγρυπνο κυβερνήτη τοῦ ἑαυτοῦ σου. «Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!». Νά εἶσαι νηφάλιος καί συνετός, ἐργατικός καί προνοητικός. Νά μή χάνεις τόν χρόνο σου, μήτε νά ὀνειροπολεῖς γιά πράγματα πού δέν ἔχεις καί πού δέν πρόκειται ποτέ ν’ ἀποκτήσεις. Αὐτό τό παθαίνουν συνήθως οἱ νέοι, πού ἀφήνουν τό ἐλαφρό τους μυαλό νά φαντάζεται μεγάλη ζωή καί τιμές, λαμπρούς γάμους, ἐκλεκτά παιδιά, βαθιά γηρατειά καί, ἀκόμα περισσότερο, πολυτελεῖς κατοικίες, περιουσίες, κτήματα, ὑπηρέτες, πολιτικές ἐξουσίες, ὑψηλά ἀξιώματα. Ὅλα τοῦτα νομίζουν, οἱ ἀνόητοι, ὅτι τά ἀπολαμβάνουν κιόλας, σάν νά τά ἔχουν μπροστά τους. Εἶναι αὐτό ἀρρώστια ἀργόσχολης καί ράθυμης ψυχῆς, τό νά βλέπει, δηλαδή, κανείς ὄνειρα ἐνῶ εἶναι ξύπνιος. Ἐσύ, ὅμως, πρόσεχε τόν ἑαυτό σου! Μή φαντάζεσαι τά ἀνύπαρκτα, ἀλλά φρόντισε νά ἀξιοποιήσεις τά παρόντα.
Νομίζω, ὅμως, ὅτι μέ τούτη τήν παραίνεση θέλησε ὁ Νομοθέτης νά μᾶς ἀπαλλάξει κι ἀπό ἕνα ἄλλο πάθος, ἀπό τή συνήθεια πού ἔχει ὁ καθένας μας νά περιεργάζεται τά ξένα καί νά μή σκέφτεται τά δικά του. Πάψε, λέει, νά ἀσχολεῖσαι μέ τίς ξένες ἁμαρτίες. Ἐρεύνησε τόν ἑαυτό σου καί δές ἄν ἐσύ ζεῖς ὅπως θέλει ὁ Θεός. Γιατί πολλοί, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου, «βλέπουν τό σκουπιδάκι στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ τους καί δέν νιώθουν τό δοκάρι πού ἔχουν στό δικό τους μάτι» (πρβλ. Ματθ. 7:3). Μήν κρίνεις, λοιπόν, ἐξωτερικά, προσπαθώντας νά βρεῖς ψεγάδια στόν ἀδελφό σου, σάν ἐκεῖνον τόν ἀλαζόνα Φαρισαῖο πού δικαίωνε τόν ἑαυτό του κι ἐξευτέλιζε τόν τελώνη. Τόν ἑαυτό σου νά ἀνακρίνεις διαρκῶς, μήν τυχόν ἁμάρτησες μέ τή σκέψη, μήπως ἡ γλώσσα βιάστηκε κι ἔσφαλε σέ κάτι, μήπως τά ἔργα σου δέν συμφωνοῦν μέ τό θεῖο θέλημα. Κι ἄν βρεῖς μέ τήν αὐτοεξέταση ὅτι εἶναι πολλά τά ἁμαρτήματά σου –κι ὁπωσδήποτε θά βρεῖς, γιατί ἄνθρωπος εἶσαι κι ἐσύ– λέγε τά λόγια τοῦ τελώνη: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18:13).
«Πρόσεχε», λοιπόν, «τόν ἑαυτό σου!». Αὐτός ὁ λόγος, σάν ἄλλος καλός σύμβουλος, θά σοῦ ὑπενθυμίζει τήν ἀνθρώπινη πραγματικότητα, ἔτσι ὥστε οὔτε νά ὑπερηφανεύεσαι, ὅταν ἡ ζωή σου κυλάει εὐτυχισμένη, οὔτε νά ἀπελπίζεσαι, ὅταν δυσχερεῖς περιστάσεις σέ καταθλίβουν.
Καυχιέσαι γιά τά πλούτη σου, γιά τούς σπουδαίους προγόνους καί τήν ἔνδοξη πατρίδα σου, γιά τήν ὀμορφιά σου καί τίς τιμές πού ὅλοι σοῦ ἀποδίδουν; Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, γιατί εἶσαι θνητός· «χῶμα εἶσαι, καί στό χῶμα θά καταλήξεις» (Γεν. 3:19). Σκέψου ἐκείνους πού πρίν ἀπό χρόνια καμάρωναν σάν κι ἐσένα. Ποῦ εἶναι τώρα οἱ ἰσχυροί πολιτικοί, οἱ ἀκαταμάχητοι ρήτορες, οἱ λαμπροί ἄρχοντες καί οἱ ἔνδοξοι στρατηγοί; Δέν ἔγιναν ὅλοι σκόνη; Δέν ἀποδείχθηκαν ὅλα ἕνα παραμύθι; Σέ λίγα μόνο κόκαλα δέν περιορίστηκε ἡ θύμησή τους; Σκύψε στούς τάφους νά δεῖς ποιός εἶναι ὁ ὑπηρέτης καί ποιός ὁ κύριος, ποιός ὁ φτωχός καί ποιός ὁ πλούσιος. Ξεχώρισε, ἄν μπορεῖς, τόν αἰχμάλωτο ἀπό τόν βασιλιά, τόν ἰσχυρό ἀπό τόν ἀδύνατο, τόν ὄμορφο ἀπό τόν ἄσχημο. Νά θυμᾶσαι, λοιπόν, τή φύση σου, καί δέν θά ἀλαζονευθεῖς ποτέ. Καί θά τή θυμᾶσαι, ὅταν προσέχεις τόν ἑαυτό σου.
Εἶσαι, πάλι, φτωχός καί ἄσημος, δίχως σπίτι καί πατρίδα, ἀδύναμος κι ἀνήμπορος νά οἰκονομήσεις τίς καθημερινές σου ἀνάγκες ἤ νά ἀντισταθεῖς στίς πιέσεις τῶν ἰσχυρῶν; Μήν ἀπελπιστεῖς, γιατί τάχα δέν ἔχεις τίποτα τό ἀξιοζήλευτο. Ἀνύψωσε τήν ψυχή σου καί δές τά ἀγαθά πού σοῦ ἔχει ἤδη χαρίσει ὁ Θεός καί ὅσα, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσή Του, σοῦ ἐπιφυλάσσει γιά τό μέλλον.
Καί πρῶτα-πρῶτα σκέψου ὅτι εἶσαι ἄνθρω- πος, τό μόνο θεόπλαστο ἀπ᾿ ὅλα τά ζῶα. Τό ὅτι δημιουργήθηκες ἀπό τά ἴδια τά χέρια τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τή δική Του εἰκόνα, καί τό ὅτι μπορεῖς, ζώντας ἐνάρετα, νά φθάσεις στήν τιμή καί τήν ἀξία τούς ἀγγέλους, αὐτά δέν ἀρκοῦν, σάν τά συλλογιστεῖς καλά, νά σέ γεμίσουν μέ οὐράνια χαρά; Ἔλαβες ψυχή νοερή καί λογική, μέ τήν ὁποία γνωρίζεις τόν Θεό, κατανοεῖς τόν κόσμο πού σέ περιβάλλει, ἀπολαμβάνεις τούς γλυκούς καρπούς τῆς σοφίας. Ὅλα τά ζῶα βρίσκονται κάτω ἀπό τή δική σου ἐξουσία. Ἐσύ δέν δημιούργησες τέχνες, δέν ἵδρυσες πόλεις, δέν ἐπινόησες ὅσα σοῦ εἶναι ἀναγκαῖα; Ἡ θάλασσα καί ἡ γῆ δέν εἶναι στή δική σου ὑπηρεσία; Ὁ ἀέρας, ὁ οὐρανός καί τ᾿ ἄστρα δέν σοῦ φανερώνουν τή δική τους τάξη καί ἁρμονία; Γιατί, λοιπόν, μικροψυχεῖς; Ἐπειδή δέν κοιμᾶσαι σέ φιλντισένιο κρεβάτι; Ἔχεις ὅμως τή γῆ, τήν πολυτιμότερη ἀπό πολλά τέτοια κρεβάτια, πού σοῦ χαρίζει γλυκιά ἀνάπαυση, ὕπνο γρήγορο καί ἀμέριμνο. Δέν ξαπλώνεις κάτω ἀπό χρυσή σκεπή, ἀλλά ἔχεις τόν κατάστερο οὐρανό, πού λάμπει μέ τήν ἀπερίγραπτη ὀμορφιά του.
Κι αὐτά μέν εἶναι τά ὑλικά δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ὑπάρχουν, ὅμως, καί τά ἀνώ- τερα πού ἔγιναν γιά χάρη σου: Γιά σένα ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ· γιά σένα ἡ διανομή τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως· γιά σένα οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ, πού τή ζωή σου τελει- οποιοῦν· γιά σένα ἡ πανευφρόσυνη βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τά στεφάνια τῆς δικαιοσύνης, ἄν γιά τήν ἀρετή κοπιάσεις. Αὐτά κι ἀκόμα περισσότερα ἀγαθά θά βρεῖς νά ὑπάρχουν γύρω σου, ἄν τόν ἑαυτό σου ἐπιμελεῖσαι. Καί θά τά χαρεῖς ἀληθινά, ἀποδιώχνοντας τή λύπη γιά ὅσα τυχόν στερεῖσαι.
Τοῦτο τό παράγγελμα, τό «Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου!», θά σοῦ δίνει μεγάλη βοήθεια, ἄν σέ κάθε περίσταση τό ἔχεις στόν νοῦ σου. Γιά παράδειγμα: Ὀργίζεσαι καί ξεστομίζεις λόγια ἄπρεπα ἤ χειρονομεῖς σάν θηρίο; Ἄν προσέχεις τόν ἑαυτό σου, μέ λογικές σκέψεις θά καταπραΰνεις τόν θυμό, ὅπως μέ τό μαστίγιο δαμάζεις ἕνα ἀτίθα- σο πουλάρι. Ἔτσι, καί τή γλώσσα σου θά συγκρατήσεις καί τή χειροδικία θά ἀποφύγεις. Ἐπιθυμίες πονηρές κεντρίζουν τήν ψυχή σου καί διεγείρουν τή σάρκα; Ἄν προσέχεις τόν ἑαυτό σου καί θυμηθεῖς ὅτι ἡ γλύκα τῆς ἁμαρτίας ἔχει πικρό τέλος, ὅτι ὁ ἡδονικός γαργαλισμός γεννάει τό φαρμακερό σκουλήκι, πού μᾶς τιμωρεῖ αἰώνια στήν κόλαση, καί ὅτι ἡ σαρκική φλόγωση γεννάει τό αἰώνιο πῦρ –ἄν ὅλα αὐτά τά θυμηθεῖς– ἀμέσως θά ἐξαφανιστοῦν οἱ ἡδονές καί στήν ψυχή θά βασιλέψουν θαυμαστή γαλήνη καί ἡσυχία. Μήν ἀφήσεις, λοιπόν, ποτέ τόν νοῦ σου νά αἰχμα- λωτιστεῖ ἀπό τά πάθη, οὔτε πάλι νά ἐπιτρέψεις στά πάθη νά ἐπαναστατήσουν καί νά ἀναλάβουν αὐτά τήν ἡγεμονία τῆς ψυχῆς.
Ἡ ἀκριβής κατανόηση τοῦ ἑαυτοῦ σου θά σέ ὁδηγήσει ἀπό μόνη της καί στήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ἄν, δηλαδή, σκύψεις μέ προσοχή στόν ἑαυτό σου, δέν θά ἔχεις ἀνάγκη τά δημιουργήματα γιά νά βρεῖς τόν δημιουργό Θεό, ἀλλά μέσα σου, σάν σ᾿ ἕνα μικρό ἀριστούργημα, θά ἀνακαλύψεις τή με- γάλη σοφία τοῦ Πλάστη σου.
Ἀσώματος εἶναι ὁ Θεός, ὅπως καί ἡ ψυχή σου. Ἀόρατος εἶναι ὁ Θεός, ὅπως καί ἡ ψυχή σου, γιατί κι αὐτή δέν τή βλέπεις μέ τά σωματικά μάτια. Δέν ἔχει ἡ ψυχή οὔτε χρῶμα οὔτε σχῆμα οὔτε κάποιο σωματικό γνώρισμα γιά νά τήν προσδιορίσει ὁ ἄνθρωπος· μόνο ἀπό τίς ἐνέργειές της γίνεται γνωστή. Παρόμοια, καί τόν Θεό μή ζητᾶς νά Tόν δεῖς μέ τά μάτια, γιατί μόνο μέ τήν πίστη θά μπορέσει ἡ ψυχή νά Τόν κατανοήσει.
Θαύμαζε τόν τεχνίτη Θεό. Πῶς συνένωσε τήν ψυχή μέ τό σῶμα, ἀπαρτίζοντας ἕνα ἁρμονικό σύνολο! Τί δύναμη δίνει ἡ ψυχή στό σῶμα, καί πῶς τό σῶμα συμμετέχει στά παθήματα τῆς ψυχῆς! Πῶς τό σῶμα παίρνει ζωή ἀπό τήν ψυχή, καί πῶς ἡ ψυχή δέχεται τούς πόνους ἀπό τό σῶμα! Τί πλοῦτο γνώσεων κατέχει ἡ ψυχή, καί πῶς οἱ καινούργιες γνώσεις δέν ἐπισκιάζουν τίς παλαιότερες, καθώς αὐτές διαφυλάσσονται ἀσύγ- χυτες καί ξεκάθαρες, χαραγμένες σάν σέ χάλκινη στήλη! Πῶς ἡ ψυχή, ὅταν ξεγλιστρᾶ στά σαρκικά πάθη, χάνει τή φυσική της ὀμορφιά, καί πῶς πάλι, ὅταν καθαρίζεται, σπεύδει μέ τήν ἀρετή νά μοιάσει στόν Κτίστη της!
Ὕστερα ἀπό τήν ἐξέταση τῆς ψυχῆς, στρέψε, ἄν θέλεις, τήν προσοχή σου στήν κατασκευή τοῦ σώματος, γιά νά θαυμάσεις πόσο ταιριαστό κατάλυμα γιά τή λογική ψυχή δημιούργησε ὁ ἀριστοτέχνης Θεός.
Ἀπ᾿ ὅλα τά ζῶα μόνο τόν ἄνθρωπο ἔπλασε ὁ Θεός νά ἔχει ὄρθια στάση, γιά νά γνωρίζεις ὅτι ἡ ζωή σου συγγενεύει μέ τά οὐράνια. Ὅλα τά τετράποδα ἔχουν στραμμένα τά βλέμματα στή γῆ καί τήν κοιλιά, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος βλέπει πρός τόν οὐρανό, ὥστε νά μήν ἀσχολεῖται μέ τή γαστέρα καί τά ὑπογάστρια πάθη, ἀλλά νά κατευθύνεται μ᾿ ὅλη του τήν ὁρμή πρός τά ἀνώτερα. Ἔπειτα, στό κεφάλι, πού βρίσκεται στό ψηλότερο μέρος τοῦ σώματος, τοποθέτησε τίς σπουδαιότερες αἰσθήσεις: τήν ὅραση, τήν ἀκοή, τήν ὄσφρηση, τή γεύση. Ἄν καί βρίσκονται, ὅμως, ὅλες μαζί σ᾿ ἕνα περιορισμένο καί στενό χῶρο, τόσο κοντά μεταξύ τους, δέν ἐμποδίζει καθόλου ἡ μία τή λειτουργία τῆς ἄλλης. Τά μάτια, βέβαια, ἔχουν κα- ταλάβει τήν πιό ψηλή σκοπιά, κάτω ἀπό τή μικρή προεξοχή τῶν φρυδιῶν, ὥστε νά μήν παρεμβάλλεται ὡς ἐμπόδιο κανένα ἄλλο μέλος τοῦ σώματος καί νά μποροῦν ἔτσι ἐλεύθερα νά ἀτενίζουν κατευθείαν μπροστά. Τά αὐτιά, πάλι, συλλαμβάνουν τούς ἤχους μ’ ἕναν ἑλικοειδή πόρο, δεῖγμα καί τοῦτο τῆς ὑπέρτατης σοφίας τοῦ Δημιουρ- γοῦ, γιατί ἔτσι ἡ φωνή ὄχι μόνο διέρχεται ἀνεμπόδιστα, ἀλλά καί ἐνισχύεται μέ τίς ἀντηχήσεις πού γίνονται στούς ἕλικες. Παρατήρησε καί τή φύση τῆς γλώσσας, πού εἶναι ἁπαλή καί εὐλύγιστη, ὥστε μέ τίς διάφορες κινήσεις της νά μπορεῖ νά ἐκφράζει ἄνετα κάθε λόγο. Τά δόντια, ἐξάλλου, ὑποβοηθοῦν τόσο τή φώνηση, μέ τό νά ἐξασφαλίζουν ἰσχυρή στήριξη στή γλώσσα, ὅσο καί τή διατροφή τοῦ σώματος, μέ τό νά κόβουν καί νά πολτοποιοῦν τίς τροφές.
Ἐξετάζοντας μέ παρόμοιο τρόπο καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ σώματος –τούς πνεύμονες, τήν καρδιά, τά αἱμοφόρα ἀγγεῖα, τά πεπτικά ὄργανα καί ὅλα τά ἄλλα– θά ἀντιληφθεῖς τήν ἀνεξερεύνητη σοφία τοῦ Δημιουργοῦ καί ἔκπληκτος θά ἀναφωνήσεις μαζί μέ τόν προφήτη Δαβίδ: «Ὑπερθαύμαστη μοῦ εἶναι ἡ γνώση Σου, καί τόσο ὑπέ- ροχη, πού νά τή συλλάβω δέν μπορῶ» (Ψαλμ. 138:6).
Νά προσέχεις, λοιπόν, μέ ἐπιμέλεια τόν ἑαυτό σου, γιά νά μπορεῖς νά εἶσαι προσηλωμένος καί στόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀνήκουν ἡ δύναμη καί ἡ δόξα στήν ἀτέλειωτη αἰωνιότητα. Ἀμήν.

* Ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος δέν ἀρνεῖται τό σῶμα ὡς συστατικό τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά θέλει νά τονίσει τήν ἀνωτερότητα τῆς ψυχῆς. Αὐτό φαίνεται καί στή συνέχεια τοῦ λόγου, ὅπως ἐπί- σης καί σέ ἄλλα ἔργα του, ὅπου θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς ἑνιαία ψυχοσωματική ὕπαρξη –ὅταν λέει π.χ.: «Σύνθετος ὁ ἄνθρωπος ἔκ τε τοῦ γηΐνου πλάσματος καὶ ἐκ τῆς ἐνοικούσης ψυχῆς τῷ σώματι».
Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Μέγας Βασίλειος)

Από τα δόγματα και τας αληθείας  που φυλάσσει η Εκκλησία άλλα μεν τα έχομεν πάρει από την γραπτήν διδασκαλίαν, άλλα δε, που μυστικώς έφθασαν μέχρις ημών εκ της παραδόσεως των αποστόλων, τα εκάμαμεν δεκτά. Και τα δύο στοιχεία, και η γραπτή και η άγραφος παράδοσις, έχουν την αυτήν σημασίαν διά την πίστιν. Και κανείς εξ όσων έχουν και μικρά γνώσιν των εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρησιν επ’ αυτών.

Διότι αν επιχειρούσαμεν να εγκατελείψωμεν όσα εκ των εθών είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς να το καταλάβωμεν θα εζημιώναμεν το Ευαγγέλιον εις την ουσίαν του ή μάλλον θα μετετρέπαμεν το κήρυγμα εις κενόν νοήματος όνομα. Λόγου χάριν (δια να θυμηθώ το πρώτον και πιο συνηθισμένον απ’ όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι οι ελπίζοντες εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστιν των με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφώμεθα προς Ανατολάς κατά την προσευχήν ποιον γραπτόν έργον μας το εδίδαξε; Τους λόγους της επικλήσεως κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας  και του ποτηρίου, ποιος εκ των αγίων μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς εις αυτά που οι απόστολοι ή το Ευαγγέλιον μνημονεύουν, αλλά προ της Ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, διότι εδιδάχθημεν από την άγραφον διδασκαλίαν ότι έχουν μεγάλην δύναμιν εις την επιτέλεσιν του Μυστηρίου.
Ευλογούμεν επίσης και το ύδωρ του βαπτίσματος και το έλαιον του Χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα τα επήραμεν αυτά; Δεν τα γνωρίζαμεν από την σιωπηράν και μυστικήν παράδοσιν; Ποιος γραπτός λόγος διδάσκει την δια του ελαίου χρίσιν; Από πού επήραμεν το να βαπτίζωμεν τρεις φοράς εις το ύδωρ τον άνθρωπον; Και τα άλλα ακόμη τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξις του Σατανά και των αγγέλων αυτού, από ποιον σύγγραμα διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευθείσαν και μυστικήν διδασκαλίαν, την οποίαν διετήρησαν οι πατέρες μας εν σιγή χωρίς να τη πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπήν να προστατεύομεν την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήτο δυνατόν να διακηρυχθεί το νόημα αυτών τα οποία ούτε να ιδούν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι; Τι επεδίωκεν άραγε ο μέγας Μωυσής με το να καθορίσει ότι δεν ημπορούν όλοι να εισέρχονται εις το ιερόν; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψεν ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται˙ αφού δε άφησε τα προαύλια μόνον δια τους καθαρωτέρους, τους Λευίτας μόνον έκρινε ως αξίους να προσφέρουν λατρείαν εις τον Θεόν. Ενώ δε  εξεχώρισεν ως έργον των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλην την άλλην ιερουργίαν, επέτρεψε εις ένα μόνον, τον αρχιερέα να εισέρχεται εις τα άδυτα. Και δι’ αυτόν καθώρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μίαν μόνον ημέραν του χρόνου και κατά ωρισμένην ώρα, ώστε να εποπτεύει τα Άγια των Αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήτο τούτο κάτι ασυνήθιστον και ξεχωριστόν.
Εγνώριζε καλώς ο σοφός Μωυσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένον και ευκολοπλησίαστον, το απομεμακρυσμένον όμως και σπάνιον το θεωρεί κατά φυσικήν ακολουθίαν ως περισπούδαστον. Κατά τον ίδιο τρόπον λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ αρχής τους εν τη Εκκλησία θεσμούς επεδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και την σιωπήν την σεμνότητα των Μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριον αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οιοσδήποτε.
Αυτό είναι το νόημα της αγράφου παραδόσεως˙ να μη αμεληθή και περιφρονηθή η γνώσις των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνηθείας. Υπάρχει διαφορά μεταξύ δόγματος και κηρύγματος. Το δόγμα σιωπάται˙ τα κηρύγματα δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων επ’ ωφελεία των αναγνωστών.
Δι’ αυτόν τον λόγον, ενώ όλοι στρεφόμεθα κατά την προσευχήν προς ανατολάς, ολίγοι γνωρίζομεν  ότι επιζητούμεν έτσι την παλαιάν πατρίδα, τον παράδεισον, τον οποίον εφύτευσεν ο Θεός εις την Εδέμ που ευρίσκεται προς ανατολάς. Όρθιοι προσφέρομεν τας ευχάς κατά την ημέραν της Κυριακής˙ δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγον. Όχι μόνον διά να υπενθυμίσουμε εις τους εαυτούς μας, με την στάσιν μας κατά την αναστάσιμον ημέραν, την Χάριν που μας εδόθη, ότι δηλαδή αναστηθήκαμεν μαζί με τον Χριστόν και εμείς και οφείλομεν να επιδιώκωμεν τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικών της μελλούσης ζωής.
Διά τούτο ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδος, δεν ωνομάσθη από τον Μωυσή πρώτη, αλλά μία. ‘‘Έγινε, λέγει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, και έχομεν έτσι μίαν ημέραν’’ (Γεν.1,5). Και τούτο διότι η ίδια ημέρα κάνει τον αυτόν κύκλον πολλάς φοράς. Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μίαν πράγματι και αληθινήν ογδόη ημέραν, εις την οποίαν αναφέρεται και ο ψαλμωδός εις μερικάς επιγραφάς  των ψαλμών, την κατάστασιν που θα διαδεχθή αυτόν τον χρόνον, την ατελείωτον ημέραν, την αβασίλευτον, που δεν τη διαδέχεται η νύκτα, τον ατελείωτον εκείνον και αγέραστον αιώνα.
Αναγκαστικώς λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει εις τα τέκνα της να προσεύχονται κατ’ αυτήν την ημέραν όρθιοι, ώστε με τη διαρκή υπόμνησιν της αιωνίου ζωής να μη παραμελούμεν τα εφόδια διά την εκεί μετάβασίν μας. Ολόκληρος δε η περίοδος της πεντηκοστής είναι υπόμνησις της εις το μέλλον αναμενόμενης αναστάσεως. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιασθή επτά φοράς, συμπληρώνει τας επτά εβδομάδας της ιερά περιόδου της Πεντηκοστής. Άρχεται δηλαδή από Κυριακήν και τελείωνει πάλιν εις Κυριακήν και επαναλαμβάνεται ενδιαμέσως πεντήκοντα φοράς ο αυτός κύκλος της ημέρας. Μιμείται δια τούτο την αιωνιότητα και είναι ομοία προς αυτήν˙ όπως εις την κυκλικήν κίνησιν, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλιν εις τα ίδια. Κατ’ αυτήν λοιπόν την ημέραν οι θεσμοί της Εκκλησίας μας εδίδαξαν να προτιμώμεν την ορθίαν στάσιν, σαν να μεταφέρουν έτσι με τη διαρκή υπόμνησιν τον νουν μας από τα παρόντα εις τα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισίαν επίσης εγειρόμεθα, διά να δείξομεν έτσι ότι λόγω της αμαρτίας επέσαμεν εις την γην, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτιστού μας ωδηγηθήκαμε εις τον ουρανόν.
Δεν θα με φθάση η ημέρα διά να εκθέσω τα άγραφα Μυστήρια της Εκκλησίας.

(Μέγας Βασίλειος, ΕΠΕ, ΤΟΜΟΣ 10, ΕΡΓΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ)
Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ (Ἃγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)






Ο Μακάριος και ο Ιωάννης υπέφεραν πολύ· τους καταδίωκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης* (361-363 μ.Χ.) για την Πίστη τους· και από ό,τι αναφέρει ο Μ. Βασίλειος για να τους στηρίξει, και το αυτοκρατορικό περιβάλλον – «οι κρατούντες» ανώτεροι υπάλληλοι – και οι δικοί τους – «οι γνώριμοι», ίσως οικογενειακοί – πρόσθεταν τις απειλές τους και τις κολακείες τους.

Ο Μέγας Βασίλειος θέλοντας να τονώσει το ηθικό τους, αντιπαραβάλλει τους κόπους που έχουν οι γήινες επιδιώξεις με τις θλίψεις, που ο πιστός Χριστιανός σηκώνει χάριν του Χριστού. Και το πιο ισχυρό αντίβαρο, η συμμαχία στον αγώνα του Κυρίου Ιησού· και η βασιλεία των ουρανών, που είναι το τέρμα των κόπων και των πόνων μας.

Αυτή η μεταφυσική διάσταση της επιστολής είναι για τους δύσκολους καιρούς, όπου αποθρασύνονται οι εχθροί της Πίστεως, η πνοή της αισιοδοξίας για την τελική νίκη της Αληθείας και για τη βράβευση των αγωνιστών της.

Σαν το Μακάριο και τον Ιωάννη της 18ης επιστολής του Μ. Βασιλείου πολλοί σήμερα αγωνίζονται, διώκονται και βασανίζονται· είναι αυτοί που έχουν τη χάρη να βαστάζουν μέσα στην ψυχή τους την υπόθεση του Χριστού και στη δική μας εποχή.


Μ. Βασιλείου
Επιστολή 18η
Μακαρίῳ και Ιωάννῃ

Δεν ξαφνιάζουν οι γεωργικοί κόποι τους γεωργούς, ούτε είναι απροσδόκητη η θαλασσινή φουρτούνα για τους ναύτες, όπως και ο ιδρώτας δεν παραξενεύει τους εργάτες κατά το καλοκαίρι· έτσι δεν είναι εκτός προγράμματος και η θλίψη της παρούσας ζωής, για εκείνους που διάλεξαν τη ζωή της ευσεβείας. Αλλά στο καθένα επάγγελμα από αυτά που αναφέρθηκαν έχει συνταιριαχθεί ανάλογος κόπος που μας είναι γνωστός· αυτοί δε που μετέχουν στο επάγγελμα, τον αναδέχονται τον πόνο αυτό, όχι βέβαια γιατί τους αρέσει να κοπιάζουν, αλλά διότι περιμένουν να απολαύσουν τα αγαθά που εκείνα – τα επαγγέλματα – αποδίδουν. Διότι οι ελπίδες που συγκρατούν και συναρμόζουν ολόκληρο τον βίο των ανθρώπων γλυκαίνουν και παρηγορούν τη δυσκολία που έχει το καθένα επάγγελμα.

Και άλλοι μεν από αυτούς που κοπιάζουν για τους καρπούς της γης ή για άλλα γήινα αγαθά, έχασαν παντελώς τις ελπίδες τους και απόλαυσαν τα αγαθά που περίμεναν μονάχα με τη φαντασία τους· αλλά και άλλοι εις τους οποίους συνέβη να αποβούν τα αποτελέσματα κατά την επιθυμία τους, αναγκάσθηκαν και αυτοί να ελπίσουν και μια δεύτερη φορά, αφού η πρώτη τους ελπίδα γρήγορα έφυγε και μαράθηκε.

Μονάχα σ’ αυτούς που καταπονούνται χάριν της ευσεβείας δεν εξαφάνισε τις ελπίδες το ψεύδος, ούτε το αποτέλεσμα κατάστρεψε τους αγώνες και τα βραβεία τους, εφόσον αυτούς τους παραλαμβάνει μόνιμη και ασφαλής η βασιλεία των ουρανών.

Να μη σας ταράζει λοιπόν καμιά συκοφαντία, μήτε φοβέρα των κρατούντων να σας τρομάζει· ούτε και να σας λυπεί ειρωνεία και ύβρις των γνωστών σας ανθρώπων· ούτε κρίση δυσμενής από εκείνους, που προσποιούνται ότι σας νοιάζονται κρύβοντας τις δόλιες προθέσεις τους κάτω από συμβουλές· τίποτε να μη σας τρομάζει εφόσον μαζί σας συναγωνίζεται ο λόγος (το δόγμα) της αληθείας. Αντιμέτωπος όλων αυτών ας μάχεται ο ορθός λογισμός και ας παρακαλεί να του γίνει σύμμαχος ο Διδάσκαλος της ευσεβείας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, χάριν του οποίου είναι γλυκύ πράγμα να πάσχει κανείς και το να πεθάνει είναι κέρδος.

* Κατά μιαν άλλη άποψη, τους καταδίωκαν οι Αρειανοί επί του αιρετικού Αυτοκράτορα Ουάλεντος (364-378 μ.Χ.)

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΟΡΕΣ (Μέγας Βασίλειος)





Ο Μέγας Βασίλειος στο λόγο του, «ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός», μας λέγει: «…Κάθε κακό δεν είναι κακό. Κακά είναι οι αμαρτίες· κακά δεν είναι όσα μας προκαλούν οδύνη στο σώμα, όπως είναι οι αρρώστιες και τα τραύματα του σώματος, η φτώχεια, οι ταπεινώσεις, οικονομικές ζημιές, θάνατοι συγγενών, τα οποία ενεργεί (κατά παραχώρηση) προς το συμφέρον της ψυχής ο σοφός και αγαθός Κύριος.

Ο Οποίος αφαιρεί τον πλούτο από αυτούς που τον μεταχειρίζονται αμαρτωλά, για να καταστρέψει έτσι το μέσο του κακού. Παραχωρεί αρρώστιες, σ’ αυτούς που συμφέρει να είναι το σώμα τους δεμένο με τις αρρώστιες, παρά να είναι ελεύθερο για ν’ αμαρτάνει. Παίρνει με θάνατο εκείνους, που τους συμφέρει ο θάνατος παρά η παράταση της ζωής. Επίσης, προκειμένου να σταματήσει ο Θεός τις εκτεταμένες αμαρτίες, φέρει πείνα, ξηρασίες, κατακλυσμιαίες βροχές, που αποτελούν μάστιγες κοινές πόλεων και ολοκλήρων εθνών…»

Αλλού πάλιν ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει τα εξής: «Οι αρρώστιες των πόλεων και των εθνών, οι ξηρασίες και οι αφορίες της γης, όπως και οι ατομικές θλίψεις ανακόπτουν την αύξηση των κακών. Αυτά τα είδη των μη πραγματικών κακών ενεργούνται από το Θεό, για ν’ αναιρέσουν την ενέργεια των αληθινών κακών, που είναι οι αμαρτίες. Επομένως ο Θεός αναιρεί το κακό (που είναι η αμαρτία) αλλά το (όντως) κακό δεν κατάγεται από το Θεό. Όπως ο γιατρός που δεν εισάγει την νόσο, αλλά αφαιρεί την νόσο από το σώμα. Οι αφανισμοί των πόλεων, οι σεισμοί και οι νεροποντές, οι καταστροφές στρατευμάτων και τα ναυάγια και όλες οι πολυάνθρωπες συμφορές, που ενεργούνται από τη γη, από τη θάλασσα, από τον αέρα, από τη φωτιά ή από οποιαδήποτε αιτία, γίνονται για τον σωφρονισμό των επιζώντων από το Θεό, που με εκτεταμένες μάστιγες ανακόπτει την πάνδημη αμαρτωλότητα…».

Δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε με άλλο τρόπο τα αγαθά που μας έχουν απαγγελθεί, και να αξιωθούμε την βασιλείας των ουρανών, παρά μόνον αν οδεύσουμε τον εδώ βίο μας με θλίψη.

Εάν είμαστε ξύπνιοι, προσεκτικοί, οι θλίψεις μάς οικειώνουν πιο πολύ με τον Δεσπότη, και μαθητεύουμε να είμαστε επιεικείς.

Ο Θεός δεν εμποδίζει τις θλίψεις να έλθουν, αλλά όταν έλθουν είναι παρών, εργαζόμενος να μας καταστήσει χρήσιμους και έμπειρους.

Μην απελπίζεσαι, αλλά τότε, όταν έλθουν οι θλίψεις, περισσότερο να αφυπνιστείς, επειδή τότε οι προσευχές γίνονται πιο καθαρές.

Η θλίψη εργάζεται ισχυρούς τους θλιβομένους, τους κάμνει κατανυκτικούς και ταπεινώνει την διάνοια. Είναι μεγάλο κατόρθωμα το να υπομένει κανείς την θλίψη με ευχαριστία.

Οι θλίψεις είναι τα κατάλληλα φάρμακα στα δικά μας ψυχικά τραύματα. Ο Θεός επιτρέπει να γίνονται αυτά για την θεραπεία των ιδικών μας ψυχών.

Κανείς δεν επικοινωνεί με τον Χριστό τρυφώντας και κοιμώμενος, αλλά εκείνος που βρίσκεται σε θλίψη και πειρασμό, αυτός στέκεται κοντά σε Εκείνον.


(Απο το βιβλιαράκι “Λυτρωτικά εφόδια για την σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων”,
 Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”)

Πηγή: alopsis.gr