A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΜΑΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ (Ἃγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Αμάθεια, θλίψη, στεναχώρια, αυτά είναι σαν τριπλό μαστίγιο πάνω από το κεφάλι του καθενός που ξεχνάει και αρνιέται το Θεό και δημιουργό Του.
Όσο περισσότερο ο άνθρωπος συγκεντρώνει ασήμαντες γνώσεις, τόσο λιγότερο αισθάνεται πως ξέρει. Και όσο περισσότερο μαζεύει πλούτη, τόσο πιο φτωχός αισθάνεται. Όσο περισσότερο ο τέτοιου είδους άνθρωπος κυνηγά την τύχη, τόσο πιο βαθιά βυθίζεται στο σκοτάδι της απελπισίας.
Γνωρίζετε ποια είναι η μεγαλύτερη αμάθεια; Αμαθείς είναι οι άνθρωποι, που δεν γνωρίζουν τον Θεό και τη δύναμή Του.

Είπε ο Κύριος στους Σαδδουκαίους: «Πλανάσθε επειδή δεν γνωρίζετε ούτε την Αγία Γραφή, ούτε τη δύναμη του Θεού!» (Ματθ. 22:29). Οι Σαδδουκαίοι ήταν άνθρωποι που γνώριζαν τα πάντα, αλλά δεν πίστευαν στον Θεό και στην ανάσταση του Κυρίου. Γνώριζαν τα πάντα, εκτός από τον Θεό και τη δύναμή Του.
Η γνώση του Θεού είναι σαν το αλάτι που αλατίζει κάθε φαγητό και του δίνει γεύση.
Σαδδουκαίοι στα χρόνια μας είναι οι Ευρωπαίοι, οι βαπτισμένοι στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού! Οι Ευρωπαίοι, επειδή αρνήθηκαν τη βάπτισή τους και ντράπηκαν για το Χριστό, κατέχουν γνώσεις που είναι κατώτερες και από τις γνώσεις των απλών χωρικών. Μάταια περηφανεύτηκαν για τις γνώσεις τους και μάταια τις θεώρησαν σαν μέτρο της αξίας του ανθρώπου.
«Αλλά ό,τι είναι υψηλό στους ανθρώπους, είναι ένα τίποτε μπροστά στο Θεό» (Λουκ. 16:15).
Το δεύτερο κακό που στα χρόνια μας πιέζει τους ανθρώπους είναι οι στεναχώριες. Στεναχώριες, μόνο στεναχώριες… Κοιτάξτε τους ανθρώπους και γρήγορα θα καταλάβετε από πού προέρχονται τόσες στεναχώριες. Οι άνθρωποι που πιστεύουν είναι άνθρωποι με λίγες στεναχώριες. Οι άνθρωποι όμως που δεν έχουν πίστη έχουν μεγάλες στεναχώριες. Επειδή οι άνθρωποι που αισθάνονται την παρουσία του Θεού στη ζωή τους ελπίζουν, προσεύχονται στο Θεό και μεταφέρουν τις δυσκολίες και τις στεναχώριες τους σ’ Αυτόν.
«Αφήνω στο Θεό τις στεναχώριες μου και αυτός θα με διαθρέψει», είναι γραμμένο στο Ψαλτήρι (54:23).
Ο Θεός, ο Σωτήρας μας, επιθυμούσε να ελευθερώσει τους πιστούς Του από τις ασήμαντες στεναχώριες. Γι’ αυτό είπε: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δε σπέρνουν, ούτε θερίζουν, ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Γι’ αυτό πρώτα από όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν» (Μάρκ. 6:25-26,33).
Αδελφοί μου, κοιτάξτε· οι μοναδικοί άνθρωποι, που πραγματικά έχουν τη χαρά της ζωής, είναι εκείνοι που δέχτηκαν αυτή την εντολή του Χριστού και ζούνε σύμφωνα μ’ αυτή. Οι στεναχώριες τρώνε αυτούς που βασανίζονται χωρίς τη βοήθεια του Θεού να τελειώσουν τις δουλειές τους, να εξασφαλίσουν όλες τις ανέσεις, να προλάβουν όλα τα ταξίδια, να πραγματοποιήσουν όλα τα σχέδιά τους, να ικανοποιήσουν όλες τις επιθυμίες τους.
Αυτοί χτίζουν και κάποιο αόρατο χέρι γκρεμίζει. Αυτοί μαζεύουν και κάποιος αόρατος άνεμος τα σκορπίζει. Αυτοί τρέχουν, αλλά κάποιος μακραίνει το ταξίδι τους και απομακρύνει το στόχο τους. Γι’ αυτό το λόγο οι άθεοι τρώνε τον εαυτό τους. Μεγαλώνουν πριν την ώρα τους, χάνουν τη δύναμή τους, την υπομονή τους, βασανίζουν το μυαλό τους, αποδυναμώνεται η θέλησή τους. Τους ρωτάνε: Για ποιο λόγο είστε έτσι; Και απαντάνε: Στεναχώριες, στεναχώριες…
Οι καημένοι άνθρωποι φόρτωσαν πάνω τους τις στεναχώριες του Θεού. Και οι στεναχώριες του Θεού δεν μπορούν να φύγουν χωρίς τη δύναμη του Θεού, ούτε οι δουλειές του Θεού μπορούν να τελειώσουν χωρίς τη σοφία του Θεού.
Το τρίτο κακό που πιέζει τους ανθρώπους στα χρόνια μας είναι η απελπισία. Ανθρωπότητα χωρίς χαρά είναι η ανθρωπότητα των λευκών ανθρώπων που αρνήθηκε τη φιλία του Χριστού και βρήκε άλλους φίλους. Η απελπισία υπάρχει στους μορφωμένους και στους πιο πλούσιους, υπάρχει στις γυναίκες, ακόμη και στα παιδιά.
Η σφραγίδα της απελπισίας είναι η αυτοκτονία.
Αναρωτιέστε, γιατί υπάρχει τόση απελπισία και γιατί υπάρχουν τόσοι απελπισμένοι στην εποχή μας; Από το άδειασμα του μυαλού και την ερημιά της καρδιάς. Ο νους δεν σκέφτεται το Θεό και η καρδιά δεν αγαπάει το Θεό. Όλος ο κόσμος δεν μπορεί να γεμίσει το ανθρώπινο μυαλό, αυτό μπορεί μόνο ο Θεός να το κάνει. Χωρίς το Θεό ο νους είναι πάντα άδειος και όλες οι γνώσεις που μπαίνουν στο μυαλό πέφτουν στην άβυσσο. Η αγάπη όλου του κόσμου δεν μπορεί να γεμίσει την καρδιά του ανθρώπου, επειδή η καρδιά νιώθει πως η κοσμική αγάπη αλλάζει και είναι σαν την παλίρροια και την άμπωτη της θάλασσας.
Αδελφοί μου, και το μυαλό και η καρδιά μας ανήκουν στο Θεό και μόνο ο Θεός μπορεί να τα γεμίσει με τη δύναμή Του: να τα γεμίσει με τη δική Του χαρούμενη σοφία, με την πίστη και την αγάπη.
– Χωρίς το Θεό όλα είναι αμάθεια.
– Χωρίς το Θεό όλα είναι στεναχώρια.
– Χωρίς το Θεό όλα είναι απελπισία.
Είπε ο Κύριος στους μαθητές Του: «Εκείνος που είναι ο πιο ταπεινός μεταξύ όλων σας, αυτός είναι ο ανώτερος» (Λουκ. 9:48).
Αυτός που έχει λιγότερες κοσμικές γνώσεις είναι και ο λιγότερο περήφανοςΑυτός που στεναχωριέται λιγότερο με τις ασήμαντες έγνοιες της ζωής έχει τη μεγαλύτερη χαρά στη ζωή του. Αυτός που απελπίζεται λιγότερο είναι αυτός που πράττει θεάρεστα έργα, και πραγματικά ο τέτοιου είδους άνθρωπος είναι σημαντικός ενώπιον του Θεού.
Τέτοιος ήταν ο λαός μας πριν από τρεις ή τέσσερις γενιές. Ο λαός μας τότε γνώριζε τον Θεό και γι’ αυτό το λόγο δεν υπέφερε από την αμάθεια από την οποία υποφέρει η βιομηχανική Ευρώπη. Δεν υπέφερε από πολλές στεναχώριες, επειδή ήλπιζε στο Θεό και στους αγίους του Θεού. Δεν υπέφερε από απελπισία, γιατί ήξερε πως ταξιδεύει με το άρμα του Θεού, σύμφωνα με το θέλημά Του από τον ένα κόσμο στον άλλο κόσμο του Θεού.
Πέσαμε πολύ και χάσαμε τη σοβαρότητα των προγόνων μας.
Έχουμε όμως μέσα μας μια τεράστια δύναμη και μπορούμε να σηκωθούμε με την ευλογία του Θεού. Ας σηκωθούμε με την ευλογία του Θεού, ας σηκωθούμε σήμερα, ας εξαγνιστούμε και ας χαρούμε, επειδή ο Θεός μάς βλέπει και μας οδηγεί. Αμήν.

(Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος, “Μέσα από το παράθυρο της φυλακής. Μηνύματα προς τον λαό”, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012, σ. 260)
Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως
Ο πιο αρμόδιος τρόπος, με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί η πνευματική (διανοητική) και η θρησκευτική μόρφωση του ανθρώπου, είναι εκείνος που ξεκινά από αυτή τη βρεφική ηλικία. Επειδή όμως οι μόνοι άμεσοι και αρμόδιοι δάσκαλοι αυτής της ηλικίας είναι οι μητέρες, γι’ αυτό και είναι ανάγκη αυτές πρώτα να παίρνουν επιμελημένη ανατροφή, γιατί αυτές θα χρησιμεύσουν για τα παιδιά τους ως εικόνες, των οποίων πιστά αντίγραφα θα γίνουν αυτά. Διότι κάπως έτσι στα χνάρια των μητέρων προχωρούν με ακρίβεια τα παιδιά, ώστε μπορούμε να πούμε ότι ένα χνάρι υπάρχει πάνω στο έδαφος, το χνάρι της μητέρας. Το παιδί τόσο πολύ μιμείται τα πλεονεκτήματα ή τα ελαττώματα της μητέρας, ακόμη και τη φωνή και το ύφος, ώστε πολύ εύστοχα θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τα παιδιά με τον φωνογράφο, η ορειχάλκινη πλάκα του οποίου δέχεται πρώτα τα ίχνη της φωνής και στη συνέχεια την εκπέμπει με τον ίδιο τόνο, το ίδιο ύφος και με τον ίδιο χρωματισμό, με τον οποίο εκφωνήθηκε.
Άρα απαιτείται μεγάλη προσοχή στην ανατροφή των μητέρων, γιατί η ελλιπής ανατροφή τους θα έχει ως αναπόφευκτα αποτελέσματα την επιλήψιμη ανατροφή των παιδιών τους, η οποία θα τα κάνει δυστυχισμένα και μάστιγες της κοινωνίας.
Οι μητέρες, και για τον υψηλό τους προορισμό και για την προσωπική τους αξία, είναι ανάγκη από τη βρεφική ηλικία να παίρνουν την πρέπουσα ανατροφή.
Και πρέπουσα σ’ αυτές ανατροφή είναι αυτή που έχει ως αντικείμενο μορφώσεως τον νου και την καρδιά, γιατί αυτά τα δύο είναι τα δύο κέντρα, γύρω από τα οποία περιστρέφεται η πνευματική και ηθική μόρφωση του ανθρώπου. Εάν παραμεληθεί το ένα από τα δύο, η μόρφωση είναι ατελής και χωλαίνει. Ο νους και η καρδιά, αν και είναι όργανα μιας ψυχής, όμως έχουν ανάγκη από διαφορετικά μέσα και τρόπους μορφώσεως.
Η καρδιά ανήκει στον μεταφυσικό κόσμο και ο νους στον φυσικό, γι’ αυτό και κάθε ένα απ’ αυτά είναι ανάγκη να διδάσκεται τις δικές του αλήθειες. Και η αλήθεια του νου είναι η παιδεία και η επιστήμη, της καρδιάς όμως είναι οι υπερφυσικές αλήθειες και η θρησκεία. Είναι λοιπόν ανάγκη να παρέχουμε στα κορίτσια μας παιδεία και θρησκεία, για να μπορέσουν να τα μεταδώσουν και στα δικά τους παιδιά.
Η παιδεία και η θρησκεία είναι οι δύο φωτεινοί φάροι που οδηγούν τον ποντοπόρο άνθρωπο κατά το πολυκύμαντο στάδιο της ζωής του και τον προφυλάσσουν από κάθε ναυάγιο και από κάθε επικίνδυνη πρόσκρουση. Είναι τα δύο μάτια της ψυχής, με τα οποία βλέποντας βαδίζει απρόσκοπτα την οδό της αλήθειας που οδηγεί στην ευδαιμονία και τη σωτηρία. Είναι τα δύο όργανα που τον οδηγούν στην τελείωση, τα οποία χρησιμοποιώντας ο άνθρωπος αναδεικνύεται άξιος της υψηλής του καταγωγής και ον της υψίστης περιωπής.
Μόνο αν μορφωθούν με αυτόν τον τρόπο οι μητέρες μπορούν να αναδείξουν χρηστά παιδιά, καλούς πολίτες και γενναιόφρονες άνδρες. Μήπως οι μητέρες των αγίων Τριών Ιεραρχών που εορτάζουν σήμερα, δεν μας δίνουν ένα τέτοιο λαμπρό παράδειγμα;
Αυτές τόσο πολύ αγαπούσαν την παιδεία και από τόσο μεγάλο θρησκευτικό ζήλο και ζωηρό θρησκευτικό συναίσθημα κατέχονταν, ώστε είχαν πλήρη πεποίθηση ότι με το δικό τους παράδειγμα διοχέτευσαν στις καρδιές των παιδιών τους τον έρωτά τους για την παιδεία και τον ζήλο προς την θρησκεία, και έτσι δεν δίστασαν καθόλου να παραδώσουν τα παιδιά τους σε δασκάλους εθνικούς (ειδωλολάτρες), για να αναπτυχθούν όπως έπρεπε διανοητικά, χωρίς να ανησυχούν καθόλου για μια τέτοια διδασκαλία, διότι είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Ήξεραν ότι τίποτε δεν θα μπορέσει να κλονίσει τις θρησκευτικές αρχές και πεποιθήσεις των γιων τους, γιατί αυτές οι αρχές με πολλή φροντίδα είχαν οικοδομηθεί πάνω σε πέτρα!
Έχοντας, λοιπόν, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους η Νόννα και η Εμμέλεια, οι καλές και ενάρετες μητέρες του Βασιλείου και του Γρηγορίου, τους στέλνουν στην Αθήνα, η οποία ήταν εστία της παιδείας και των φώτων αλλά και το κέντρο της ειδωλολατρίας, όπου η εθνική θρησκεία ήταν εγκατεστημένη με όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Και πράγματι οι πεποιθήσεις τους δεν διαψεύσθηκαν. Οι δύο νέοι σπουδαστές έχοντας μέσα στην καρδιά τους ζωηρή τη φλόγα της πίστης τους στον Χριστό έμειναν ανεπηρέαστοι σε όλο το διάστημα των σπουδών τους. Δεν κλονίστηκαν ούτε από τη διδασκαλία των Σοφιστών, που συστηματικά πολεμούσαν τον Χριστιανισμό, ούτε δελεάστηκαν από τις μεγαλοπρεπείς τελετές της εθνικής λατρείας, αλλά επανήλθαν στις μητέρες τους ακμαίοι και ζωηροί στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αμοιβή οι ίδιοι σ’ αυτές για τους παιδαγωγικούς κόπους, τη μητρική φροντίδα και την αρετή τους.
Πραγματικά η αμοιβή ήταν πλούσια, γιατί απολάμβαναν τους γιους τους ως μέλη Χριστού, επομένως και μέλη δικά τους. Γιατί εκείνος που δεν είναι μέλος Χριστού, δεν μπορεί να είναι μέλος ούτε χριστιανής μητέρας, αφού η χριστιανή μητέρα που είναι μέλος Χριστού είναι αδύνατο να έχει μέλος διαφορετικό, μέλος σάπιο, μέλος διεφθαρμένο. Άρα η απομάκρυνση των γιων τους από τον Χριστό θα ήταν καταστροφή. Ταιριάζει λοιπόν να ονομάσουμε την τήρηση της πίστεως των γιων τους στον Χριστό ως αμοιβή προς αυτές, πράγμα που ποτέ δεν θα συνέβαινε εάν οι μητέρες δεν είχαν χριστιανική μόρφωση. Πόσο τότε θα πονούσαν! Πόσο θα κατηγορούσαν τον εαυτό τους! Αλλά θα ήταν πια αργά.
Και η μητέρα του Ιωάννη, η καλή και ενάρετη Ανθούσα, στα είκοσί της χρόνια έμεινε χήρα και έχοντας μόνο έναν γιο αφιερώθηκε όλη στην ανατροφή του, βάζοντας σε μεγαλύτερη μοίρα τη φροντίδα για την ανατροφή του γιου της παρά έναν δεύτερο γάμο. Το ίδιο και αυτή, όταν ο αγαπημένος της μονογενής γιος έφτασε στην κατάλληλη ηλικία και είχε ανάγκη από ανώτερη εκπαίδευση, δεν δίστασε να τον παραδώσει στα χέρια εθνικού δασκάλου προς ανάπτυξη των πνευματικών του δυνάμεων.
Η πεποίθηση στην πίστη της ήταν πεποίθηση και στο παιδί της, διότι γνώριζε καλά ότι όλη την πίστη της την είχε βάλει στην ψυχή του αγαπητού της γιου, και δεν διαψεύσθηκε. Γιατί ο Ιωάννης αμέσως μετά το πέρας των σπουδών του, αφού ελάχιστο χρόνο ασχολήθηκε με το επάγγελμα του ρήτορα, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Λιβάνιος, ο δάσκαλος του Ιωάννη, βλέποντας την επιτυχία της προσχώρησης του Ιωάννη στη χριστιανική θρησκεία, με μεγάλο πόνο αναφώνησε: «Αλίμονο, τι υπέροχο χαρακτήρα έχουν οι γυναίκες στους Χριστιανούς!» δείχνοντας έτσι την αιτία της επιτυχίας.
Πραγματικά πόσο ωραία, πόσο λαμπρά παραδείγματα παρουσιάζονται μπροστά μας οι ευσεβείς αυτές μητέρες! Πόσο θαυμαστές εικόνες! Πόσο θαυμαστά πρότυπα! Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι οι μητέρες αναδεικνύουν τους μεγάλους και ενάρετους άνδρες;
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραδείγματα αυτά είναι ανάγκη να δώσουμε την κατάλληλη μόρφωση στις μητέρες, ξεκινώντας από την παιδική τους ηλικία, για να είμαστε βέβαιοι για τη μελλοντική καρποφορία και τα αποτελέσματα.
Έτσι είναι ανάγκη να δώσουμε μόρφωση στα παιδιά μας και θρησκευτική και διανοητική, για να τα αναδείξουμε άξια του προορισμού τους. Είναι ανάγκη λοιπόν να συνυπάρχουν παιδεία ευσεβής και θρησκεία μουσοτραφής, διότι τα δύο αυτά είναι τα μόνα ασφαλή εφόδια στη ζωή τους που μπορούν με πολλούς τρόπους να βοηθήσουν τον άνθρωπο.
(30 Ιαν. 1889)
[Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Λόγος εκφωνηθείς εν τω Αχιλλοπουλείω Παρθεναγωγείω κατά την Εορτήν των Τριών Ιεραρχών (απόσπασμα). Γλωσσική προσαρμογή για την Κ.Ο.]

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΡΙΕ, ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ ΜΟΥ, ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ! (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Σχετική εικόνα



«Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω».

Ερμηνεία: Όταν οι Ισραηλίτες βρίσκονταν στην πατρίδα τους τα Ιεροσόλυμα και είχαν κάθε ευτυχία και ανάπαυση και απολάμβαναν εκείνον τον ωραιότατο και υπερθαύμαστο ναό του Σολομώντος, τότε, αντί να ευχαριστούν περισσότερο τον Θεό, αυτοί επιδόθηκαν σε καλοπεράσεις και σε ειδωλολατρίες. Εξ αιτίας αυτού, παραχώρησε ο Θεός και σκλαβώθηκαν από τους Βαβυλώνιους και έμειναν σκλάβοι για εβδομήντα χρόνια (1). Έπειτα, όταν αναλογίστηκαν την προηγούμενη άνεση και ευτυχία που είχαν στην πατρίδα τους από τη μια, και τη θλίψη και τη δυστυχία που δοκίμαζαν στη σκλαβιά από την άλλη, παρακάλεσαν με καρδιά συντετριμμένη τον φιλάνθρωπο Κύριο και είπαν τον 119ο ψαλμό του Δαβίδ, ο οποίος είναι ο πρώτος ψαλμός των Αναβαθμών, δηλαδή, το: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Από εδώ, από τον πρώτο αυτό Αναβαθμό του Δαβίδ, δανείστηκε και ο ιερός Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο ποιητής των Αναβαθμών, αυτόν τον πρώτο Αναβαθμό της Οκτωήχου. Βέβαια, το «εκέκραξα» και το «εισήκουσέ μου» αναφέρονται σε μελλοντικό χρόνο, διότι η σκλαβιά των Ιουδαίων ήλθε ύστερα από τη γραφή των Ψαλμών. Ο Δαβίδ όμως τα γράφει αυτά, σαν να έγιναν στο παρελθόν. Επειδή οι Προφήτες έβλεπαν τόσο φανερά τα πράγματα με το νου, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιο Πνεύμα, ώστε προέλεγαν τα μέλλοντα, σαν να ήταν παρελθόντα. Έτσι, είπε και ο χρυσός στη γλώσσα και στην ψυχή άγιος Ιωάννης: «Είναι συνηθισμένο στους Προφήτες σε πολλές περιπτώσεις, να προλέγουν τα μέλλοντα ως περασμένα. Διότι, όπως δεν μπορεί, αυτά που έχουν ήδη γίνει, να πούμε πως δεν έχουν γίνει, έτσι ούτε και αυτά τα οποία, αν και είναι μελλοντικά, δεν μπορεί να μην γίνουν οπωσδήποτε. Μ` αυτόν τον τρόπο, μέσα από το πεπερασμένο κύλισμα και μέτρημα του χρόνου, προαναγγέλλουν και καταδεικνύουν το αμετάβλητο αυτών και τη βεβαιότητα ότι θα γίνουν» (λόγ. εις το Πάτερ, ει δυνατόν, Τόμω ε΄).
Εκείνο, λοιπόν, που ο Δαβίδ το είπε σε χρόνο παρελθοντικό, αυτό το λέει εδώ ο μελωδός σε χρόνο παροντικό. Έτσι λέει, εγώ Κύριε, κράζω σε σένα, εν τω θλίβεσθαί με, δηλαδή, στον καιρό της θλίψης μου. Γι` αυτό, εύχομαι κάποτε να ακούσεις τις οδύνες μου, δηλαδή, τους πόνους και τους αναστεναγμούς της καρδιάς μου. Διότι, εδώ η προστακτική «εισάκουσον» έχει την έννοια της ευκτικής, δηλαδή, «είθε να με ακούσεις», όπως και το «Κύριε ελέησον», αντί του «είθε να με ελεήσεις». Και όλα αυτά βέβαια, επειδή δεν επιτρέπεται σε κανέναν να διατάζει τον Θεό, για να κάνει κάτι, αλλά να τον παρακαλάει με θερμή προσευχή, ώστε να δεχτεί τη βοήθειά του και την συμπαράστασή του. Έτσι και ο βαθυστόχαστος Ευστάθιος είπε ότι, όσα υποκείμενα μικρότερα παρακαλούν τα μεγαλύτερα για κάποια χάρη, πρέπει να παρακαλούν με λόγια παρακλητικά και όχι με προσταγές. Αν δε, χρησιμοποιούν στις παρακλήσεις τους σχήμα προστακτικού λόγου, αυτό εκλαμβάνεται ως ευχετικό.
Δες δε, αγαπητέ, πόσο ωφέλιμη για την ψυχή είναι η θλίψη μέσα στον κόσμο και η λύπη της καρδιάς. Επειδή αυτή, η θλίψη, καθώς συγκεντρώνει τον νου από τα εξωτερικά πράγματα του κόσμου και τον συνθλίβει, όπως δηλώνει και το όνομά της, δηλαδή τον πιέζει δυνατά, όπως και το σωληνάριο σφίγγει το νερό, τον κάνει τον νου να ανεβαίνει στον ουρανό. Γι` αυτό είπε τέλεια ο χρυσός άγιος της Εκκλησίας, φέρνοντας και αυτό το ωραίο παράδειγμα: «Όπως τα νερά, όσο μεν κυλάνε σε επίπεδο μέρος και απλώνονται σ` αυτό με ευρυχωρία, δεν ανεβαίνουν σε ύψος. Αν όμως τα χέρια των ανδρών που ανοίγουν κανάλια τα στριμώξουν από κάτω και τα πιέσουν, θα βρεθούν σε στενό χώρο και θα εκτοξευθούν ψηλότερα ακόμη και από κάθε βέλος. Έτσι, λοιπόν είναι και η ανθρώπινη διάνοια` όσο απολαμβάνει τον πολύ και άπραγο χρόνο, σκορπίζεται και χάνεται από τον εαυτό της. Αν όμως κάποια περίσταση της ζωής την πλακώσει, πιέζοντάς την δυνατά και σκληρά, τότε στέλνει προς τον ουρανό τις προσευχές της καθαρές και δυνατές» (λόγ. ε΄ περί ακαταλήπτου. Τόμω στ΄). Γι` αυτό και οι Αιγύπτιοι είχαν στα ιερογλυφικά τους το σωληνάριο με το νερό και έγραφαν από πάνω: «στενότητι υψούται».
Λοιπόν, από εδώ ο ίδιος ο Δαβίδ, θέλοντας να κάνει φανερό το κέρδος και την πλάτυνση που γεννιέται στην καρδιά από τη θλίψη, έλεγε αλλού: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. 4, 1). Και ο Ησαΐας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ησ. 26, 16). Διότι, η θλίψη του κόσμου αυτού, μαζί με την λύπη της καρδιάς, είναι σαν ένα στήριγμα, που υποβαστάζει την καρδιά και σαν αναβαθμίδα και σκαλοπάτι, που οδηγεί στον πλατυσμό και στην αιώνια χαρά. Όπως και το αντίθετο, η χαρά αυτού του κόσμου είναι η στέρηση εκείνης της ουράνιας χαράς. Καθόσον, όσο ο άνθρωπος πλατύνεται και χαίρεται με τα παρόντα γήινα πράγματα, τόσο στενοχωρείται και χάνει από το πλάτος των ουρανίων πραγμάτων και δεν ξέρει ο ταλαίπωρος, πως όλος αυτός ο μέγας κόσμος με όλο του το πλάτος, συγκρινόμενος με το άπειρο πλάτος του Θεού, είναι μικρός και πολύ στενάχωρος. Αντιθέτως δε, όσο ο άνθρωπος θλίβεται και λυπάται στον παρόντα κόσμο, τόσο ξεπερνάει με το νου το μικρό αυτό πλάτος του κόσμου. Και ξεπερνώντας το ύψος του ουρανού, τελειώνει σε ένα πλάτος ευρύχωρο και αμέτρητο. Οπότε, βρισκόμενος εκεί, χαίρεται και αναπαύεται στην γλυκύτατη θεωρία του Θεού. Και πριν ακόμη φτάσει στο θάνατο και στη διάλυση του σώματος, ζει μια ζωή μακάρια και τελείως ευτυχισμένη. Γι` αυτό και ο Κύριος θέλοντας να φανερώσει αυτό, έλεγε: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωάν. 16, 33) και ο Προφήτης Αββακούμ θέλοντας να φανερώσει την ανακούφιση που ακολουθεί μετά από μια θλίψη, έψαλλε στην ωδή του: «ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου» (Αβ. 3,15).
Αλλά και συ, αδελφέ, που διαβάζεις ή ψάλλεις ή ακούς αυτόν τον Αναβαθμό, όταν τύχει να σε καταλάβει κάποια θλίψη, είτε από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες είτε από αδυναμία της διεφθαρμένης φύσης σου, πρόσεχε καλά και μην γογγύσεις, ούτε να κατηγορείς τον ένα και τον άλλον, πως στάθηκαν αίτιοι της θλίψης σου εκείνης, αλλά όλα, τα πάντα, να τα αποδίδεις στις αμαρτίες σου, δηλαδή, ότι εξαιτίας των αμαρτιών σου παραχώρησε ο Θεός να δοκιμάσεις εκείνην τη θλίψησαν κανόνα για τις αμαρτίες σου. Να ευχαριστείς δε τον Θεό, λέγοντας μαζί με τον θείο Χρυσόστομο: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» (Επιστολή ια΄ προς Ολυμπιάδα)` δηλαδή, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού για την θλίψη αυτή και για όλες τις άλλες, όσες κι αν θέλει Εκείνος να έλθουν ακόμη. Αν ευχαριστείς έτσι τον Θεό, αγαπητέ, να ξέρεις πως η θλίψη θα σου φέρει πολύ μεγάλα κέρδη, όπως και στους Ιουδαίους που αιχμαλωτίστηκαν, έφερε τέτοια μεγάλα κέρδη και ωφέλειες η θλίψη εκείνη.
Ποια δε είναι τα κέρδη που πρόκειται να σου προσφέρει η θλίψη; Άκου πώς τα επιβεβαιώνει η χρυσή γραφίδα του Ιωάννη, ο οποίος γράφει ότι είναι, το να εισακούεται η προσευχή σου και το να βρίσκεις έτοιμη τη φιλανθρωπία του Θεού: «Είδες το κέρδος της θλίψης; Είδες την ετοιμότητα της φιλανθρωπίας του Θεού; Το μεν κέρδος της θλίψης ήταν το ότι, οδήγησε τους αιχμαλώτους Ιουδαίους στην καθαρή προσευχή. Η δε ετοιμότητα της φιλανθρωπίας του Θεού ότι, μόλις αυτοί τον παρακάλεσαν, αμέσως έσκυψε και τους άκουσε, όπως και στην Αίγυπτο». «ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς» (Πρ. 7,34)` «και συ λοιπόν, αγαπητέ, όταν βρεθείς σε καιρό θλίψεως, μην απογοητεύεσαι, αλλά μάλλον τότε σήκω επάνω. Διότι, τότε και η προσευχή σου θα είναι καθαρότερη και η ευλογία από τον Θεό μεγαλύτερη». Συμπεραίνει δε και ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας, πως οι θλίψεις είναι όπλο των δικαίων και τους επιφέρουν την ποθητή ευημερία στη ζωή: «Άρα, οι θλίψεις είναι τα όπλα των δικαίων, που τους ετοιμάζουν για την καλή ζωή, έτσι ώστε, όταν αναφωνούν προς τον Θεό με την προσευχή, να εισακούονται». Είπε δε και ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος, ο μαθητής του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, στη χειρόγραφη ερμηνεία του για τους Αναβαθμούς: «Δες, πώς η προσευχή, που αναπέμπεται στον Θεό με δάκρυα και πόνο ψυχής, εισακούεται. «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με, φησίν, ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119, 1). Πρόσεξε δε, πώς η παρούσα ζωή των αγίων είναι γεμάτη από πόνους και θλίψεις και πως οι θλίψεις αυτές προέρχονται και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες».
Με συντομία δε, έτσι εξηγείται ο Αναβαθμός αυτός. Ω, Κύριε, εγώ κράζω, δηλαδή, σου φωνάζω με δυνατή φωνή. Τι σου φωνάζω; Πως, όταν θλίβομαι και στεναχωριέμαι από κάποια ανάγκη, τότε άκουσε τις οδύνες μου, δηλαδή, τους πόνους και τις σπαρακτικές φωνές της καρδιάς μου.
(1) Θα μπορούσε δε κάποιος να σταθεί με την απορία, γιατί ο Θεός άφησε τους Ιουδαίους αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα και πέρασαν θλίψεις εβδομήντα χρόνων, άλλους δε τους αφήνει να θλίβονται με διάφορους πειρασμούς για λιγότερο χρόνο και άλλους για περισσότερο; Σ` αυτό απαντάει ο Χρυσορρήμονας άγιοςα΄) διότι γίνεται για περισσότερη δική μας ωφέλεια, μέχρις ότου καθαριστούμε με τους πειρασμούς και τις θλίψεις` β΄) διότι όταν ο Θεός επιτρέπει να μας έρχονται οι πειρασμοί, αυτός ξέρει και πότε θα μας τους πάρει και γ΄) ότι εμείς πρέπει να προσευχόμαστε και να ζούμε στην ευλάβεια και στην αρετή και ο Θεός ξέρει πότε θα δώσει τέλος στους πειρασμούς και λέει ως εξής: «Ο Θεός είναι δυνατός και μπορεί να δώσει τέλος σήμερα σε όλα στα κακά, αλλά μέχρι να δει πως εμείς έχουμε καθαριστεί, μέχρι να δει πως πραγματοποιήθηκε σταθερή και αμετακίνητη η μετάνοιά και η επιστροφή μας, δεν δίνει τέλος στην θλίψη. Διότι και ο χρυσοχόος, μέχρι να δει τον χρυσό να καθαρίζεται πολύ καλά, δεν τον παίρνει από το χωνευτήριο, έτσι και ο Θεός, δεν αφήνει να περάσει αυτό το σύννεφο (της θλίψης και του πειρασμού) μέχρι να μας συμμορφώσει καλά. Και βέβαια, αυτός που επιτρέπει τον πειρασμό, αυτός ξέρει και τον κατάλληλο καιρό, που θα του δώσει τέλος. Έτσι κάνει και ο κιθαριστής` ούτε τεντώνει πολύ τη χορδή, για να μην την σπάσει ούτε τραβάει πέρα από το κανονικό, για να μην αλλοιώσει την μελωδική αρμονία. Το ίδιο κάνει και ο Θεός` ούτε αφήνει την ψυχή μας σε διαρκή άνεση ούτε την κρατάει σε μακρά θλίψη, αλλά τα κάνει και τα δύο σύμφωνα με τη δική του σοφία. Δεν μας αφήνει μεν να απολαμβάνουμε την συνεχή άνεση, για να μην γίνουμε ραθυμότεροι, δεν μας αφήνει δε πάλι σε συνεχή θλίψη, για να μην απογοητευτούμε και να μην αποκάμουμε και εντέλει, σ` αυτόν παραδίνουμε να ορίσει τον καιρό της απαλλαγής μας από τα δεινά. Εμείς το μόνο που κάνουμε είναι η προσευχή. Εμείς ζούμε με ευλάβειαΗ δική μας δουλειά είναι να μετακινούμαστε προς την αρετή, του δε Θεού έργο είναι να καταργεί τα κακά. Διότι ο Θεός θέλει περισσότερο από σένα να σου σβήσει τη φωτιά αυτήν του πειρασμού, από τον οποίον δοκιμάζεσαι, αλλά περιμένει πρώτα τη σωτηρία σου. Όπως λοιπόν από την άνεση προέρχεται η θλίψη, έτσι και από τη θλίψη πρέπει να περιμένεις την άνεση. Διότι δεν είναι πάντοτε χειμώνας ούτε πάντοτε καλοκαίρι, ούτε πάντοτε κύματα ούτε πάντοτε γαλήνη, ούτε πάντοτε νύχτα ούτε πάντοτε ημέρα. Έτσι ακριβώς, δεν θα υπάρχει πάντα θλίψη, αλλά θα έρθει και η άνεση. Μόνο, αν κατά τη διάρκεια της θλίψης ευχαριστούμε ασταμάτητα τον Θεό». (Ανδριάντ. Δ΄).

(Από το βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ερμηνεία του πρώτου Αναβαθμού του Α΄ ήχου, Ἀντίφωνον Α΄)
(Απόδοση στην Νεοελληνική: Σάββας Ηλιάδης, Δάσκαλος, Κιλκίς)
Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ (Ἃγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος)

Α. Τί σημαίνει τό «γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν;»
«Νά προσεύχεσαι, λέγει, νά μήν εἰσέλθεις σέ πειρασμούς τῆς πίστης σου. Νά προσεύχεσαι νά μήν εἰσέλθεις στόν πειρασμό τοῦ δαίμονα τῆς βλασφημίας καί τῆς ὑπερηφάνειας μέ τήν οἴηση τοῦ νοῦ σου. Νά προσεύχεσαι νά μήν εἰσέλθεις, κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, στούς φανερούς πειρασμούς τῶν αἰσθήσεων, πού ὁ διάβολος ξέρει πῶς νά σοῦ δημιουργεῖ ὅταν τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός λόγω τῶν ἀνόητων λογισμῶν πού καλλιεργεῖς. Νά προσεύχεσαι νά μήν εἰσέλθεις στούς πειρασμούς τῆς ψυχῆς μέσα ἀπό ἀμφιβολίες καί προκλήσεις, μέ τίς ὁποῖες ἡ ψυχή σύρεται βίαια σέ μεγάλη σύγκρουση. Ἀκόμα καί ἔτσι, ἑτοιμάσου νά δεχτεῖς ὁλόψυχα σωματικούς πειρασμούς. Νά τούς διαπλεύσεις μέ ὅλα σου τά μέλη καί νά γεμίσεις τά μάτια σου μέ δάκρυα, ἔτσι ὥστε ὁ ἄγγελος πού σέ φυλάει νά μή σέ ἐγκαταλείψει. Ἐπειδή χωρίς δοκιμασίες δέν φαίνεται ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦκαί δέν μπορεῖς νά ἀποκτήσεις παρρησία μπροστά στόν Θεό, οὔτε νά μάθεις τή σοφία τοῦ Πνεύματος, οὔτε μπορεῖ νά ἑδραιωθεῖ μέσα σου ὁ θεῖος πόθος.
Πρίν ἀπό τούς πειρασμούς ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στόν Θεό σάν νά εἶναι ξένος, ἀλλά ὅταν εἰσέρχεται στούς πειρασμούς γιά χάρη τῆς ἀγάπης του καί δέν ἀφήνεται νά ἐκτραπεῖ, τότε ἄμεσα ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, τόν Θεό ὡς χρεώστη του καί ὁ Θεός τόν ὑπολογίζει ὡς ἀληθινό φίλο, διότι γιά χάρη τοῦ θελήματός Του πολέμησε ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ του καί τόν νίκησε. Αὐτό σημαίνει «προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθετε εἰς πειρασμόν». Καί πάλι, νά προσεύχεσαι νά μήν εἰσέλθεις στό φοβερό πειρασμό τοῦ διαβόλου γιά τήν ἀλαζονεία σου, ἀλλά ἐπειδή ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὥστε ἡ δύναμή Του νά σοῦ εἶναι ἀρωγός, καί διά μέσου σου νά συντρίψει τούς ἐχθρούς Του. Νά προσεύχεσαι νά μήν εἰσέλθεις σέ τέτοιες δοκιμασίες ἐξαιτίας τῆς ἀφροσύνης τῶν λογισμῶν καί τῶν ἔργων σου, ἀλλά ἀντίθετα γιά νά δοκιμαστεῖ ἡ ἀγάπη σου πρός τόν Θεό καί γιά νά δοξαστεῖ ἡ δύναμή Του στήν ὑπομονή σου».
Β. Γιατί ὁ Θεός παραχωρεῖ τούς πειρασμούς;
«Ἔχοντας πείρα τῶν πολλῶν ἐπεμβάσεων τῆς θείας συνδρομῆς στούς πειρασμούς, ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ ἐπίσης σταθερή πίστη. Ἀπ’ ἐκεῖ καί ἔπειτα γίνεται ἄφοβος καί μέ τήν ἄσκηση πού ἔκανε ἀποκτᾶ θάρρος στούς πειρασμούς. Ὁ πειρασμός ὠφελεῖ τόν καθένα… Οἱ ἀγωνιστές δοκιμάζονται γιά νά αὐξήσουν τόν πλοῦτο τους. Οἱ ὀκνηροί δοκιμάζονται γιά νά προφυλαχθοῦν ἀπ’ ὅ,τι εἶναι βλαβερό σ’ αὐτούς. Οἱ νυσταλέοι δοκιμάζονται, γιά νά παρασκευαστοῦν γιά ἀγρυπνία. Ἐκεῖνοι πού βρίσκονται μακριά δοκιμάζονται γιά νά μπορέσουν νά πλησιάσουν τόν Θεό. Αὐτοί πού εἶναι τοῦ Θεοῦ, δοκιμάζονται γιά νά εἰσέλθουν μέ παρρησία στόν οἶκο του. Δέν ὑπάρχει κανένας ἄνθρωπος πού νά μήν αἰσθάνεται συνθλιμμένος τόν καιρό τῆς ἄσκησής του. Καί δέν ὑπάρχει κανένας ἄνθρωπος, πού νά μή βρίσκει πικρό τόν καιρό πού ποτίζεται μέ τό φαρμάκι τῶν δοκιμασιῶν. Χωρίς πειρασμούς ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἰσχυρή κράση…».
Γ. Οἱ πειρασμοί μᾶς φέρνουν πιό κοντά στόν Θεό;
«Μόλις ἡ θεία Χάρις καταστήσει τό φρόνημά του ἀσφαλές…, ὥστε νά στηρίξει τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό, ἀρχίζει, λίγο λίγο, νά τόν εἰσάγει στούς πειρασμούς. Ἐπιτρέπει νά τοῦ στέλλονται πειρασμοί πού νά ταιριάζουν στά μέτρα του, γιά νά μπορεῖ νά βαστάξει τήν ἰσχύ τους. Ἀλλά μέσα σ’ αὐτούς τούς πειρασμούς, ἡ βοήθεια τῆς Χάριτος βρίσκεται ὁλοφάνερα κοντά του, γιά νά παίρνει θάρρος, ἕως ὅτου σιγά σιγά γυμναστεῖ, ἀποκτήσει σοφία καί περιφρονήσει τούς ἐχθρούς του, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Διότι δέν εἶναι δυνατόν χωρίς πειρασμούς νά ἀποκτήσει ἕνας ἄνθρωπος σοφία στόν πνευματικό πόλεμο, νά γνωρίσει τόν Εὐεργέτη του, νά αἰσθανθεῖ τόν Θεό καί νά στερεωθεῖ μυστικά ἡ πίστη του, παρά μέ τή δύναμη τῆς ἐμπειρίας πού ἔχει κερδίσει…Ἡ θαυμαστή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο δέν τοῦ γίνεται γνωστή παρά ὅταν βρίσκεται μέσα σέ περιστάσεις πού τοῦ στεροῦν τήν ἐλπίδα. Ἐδῶ εἶναι πού ὁ Θεός δείχνει τή δύναμη Τοῦ σώζοντάς τον».
Δ. Πότε ἔχουμε περισσότερους πειρασμούς;
«Ὅσο ταξιδεύεις στήν ὁδό πρός τήν πόλη τῆς Βασιλείας, καί πλησιάζεις τήν πόλη τοῦ Θεοῦ, τοῦτο νά σοῦ γίνει δείκτης: ἡ δύναμη τῶν πειρασμῶν πού συναντᾶς. Ὅσο πλησιάζεις καί προοδεύεις στήν πορεία σου, τόσο οἱ ἐναντίον σου πειρασμοί πληθύνονται. Ὁπότε αἰσθάνεσαι στή ψυχή σου διάφορους καί ἰσχυρότερους πειρασμούς στόν δρόμο σου, νά ξέρεις πώς ἐκείνη τή στιγμή ἡ ψυχή σου ἔχει ὄντως εἰσέλθει μυστικά σ’ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο καί ὅτι τῆς προσετέθη Χάρις στήν κατάσταση ὅπου βρέθηκε. Διότι ὁ Θεός ὁδηγεῖ τή ψυχή στίς θλίψεις τῶν δοκιμασιῶν κατά τό μέτρο τῆς Χάριτος πού παραχωρεῖ».
Ε. Τί γίνεται μέ αὐτόν ποὺ δέν ἀντέχει τούς πειρασμούς;
«Ἄν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει κάποια ἀδυναμία καί δέν διαθέτει ἀρκετή δύναμη γιά μεγάλους πειρασμούς καί συνεπῶς ζητᾶ νά εἰσέλθει σ’ αὐτούς, καί τήν εἰσακούσει ὁ Θεός, τότε γνώριζε σαφῶς πώς ὅσο ἡ ψυχή εἶναι ἀνεπαρκής γιά μεγάλες δοκιμασίες, στόν ἴδιο βαθμό εἶναι ἀνεπαρκής καί γιά τά μεγάλα χαρίσματα. Καί ὅσο ἀποτρέπονται οἱ μεγάλοι πειρασμοί ἀπό τό νά εἰσέλθουν στή ψυχή, στόν ἴδιο βαθμό παρακρατοῦνται ἀπό αὐτήν καί τά μεγάλα χαρίσματα. Ὁ Θεός δέν χορηγεῖ ἕνα μεγάλο χάρισμα χωρίς μιὰ μεγάλη δοκιμασία. Ὁ Θεός, κατά τή σοφία Του, πού βρίσκεται πέρα ἀπό τήν κατανόηση τῶν πλασμάτων Του, ὅρισε τά δῶρα Του νά παραχωροῦνται ἀνάλογα μέ τούς πειρασμούς».
ΣΤ. Οἱ πειρασμοί βοηθοῦν τήν πνευματική μας πρόοδο;
«Οἱ δοκιμασίες πού ἐπιβάλλονται γιά τήν προκοπή καί τήν αὔξηση τῆς ψυχῆς καί ἐκεῖνες μέ τίς ὁποῖες ἀσκεῖται, εἶναι οἱ ἑξῆς: ἡ ὀκνηρία καί ἡ κατάπτωση τοῦ σώματος, ἡ χαύνωση τῶν μελῶν, ἡ κατάθλιψη, ἡ σύγχυση τῆς διάνοιας, οἱ σωματικοί πόνοι, ἡ προσωρινή ἀπώλεια τῆς ἐλπίδας, ὁ σκοτισμός τῶν λογισμῶν, ἡ ἀπουσία ἀνθρώπινης βοήθειας, ἡ ἔνδεια γιά τίς σωματικές ἀνάγκες καί τά παρόμοια. Μέ αὐτούς τούς πειρασμούς ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου αἰσθάνεται ἔρημη καί ἀνυπεράσπιστη, ἡ καρδιά του ἀπονεκρώνεται καί ταπεινώνεται, δοκιμάζεται δέ μ’ αὐτό τόν τρόπο γιά νά φτάσει νά ἐπιθυμεῖ τόν Δημιουργό της. Ἡ θεία Πρόνοια, ὡστόσο, κατανέμει αὐτές τίς δοκιμασίες ἀνάλογα μέ τή δύναμη καί τίς ἀνάγκες ἐκείνων πού τίς ὑφίστανται. Σ’ αὐτές ἀναμιγνύονται ἡ παρηγοριά καί οἱ θλίψεις, τό φῶς καί τό σκοτάδι, οἱ πόλεμοι καί ἡ βοήθεια…Αὐτό εἶναι τό σημάδι τῆς προκοπῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ».

Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

ΑΣ ΣΠΕΥΣΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος)

Αν θέλεις να επιτύχεις αυτά που επιθυμείς και ποθείς, εννοώ τα αγαθά του Θεού, και αν θέλεις από άνθρωπος να γίνεις επίγειος άγγελος, αγάπησε, αδελφέ, τη θλίψη του σώματος, δέξου την κακοπάθεια, και μάλιστα αγάπησε πολύ τους πειρασμούς, επειδή αυτοί πρόκειται να σου γίνουν πρόξενοι κάθε καλού. 


Πες μου, τι ωραιότερο υπάρχει από μία ψυχή που θλίβεται με επίγνωση, ότι κάνοντας υπομονή πρόκειται να κληρονομήσει τη χαρά όλων; Τι ανδρειότερο υπάρχει από μία καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη, που τρέπει σε φυγή χωρίς κόπο τις φάλαγγες των δαιμόνων και τις απομακρύνει ολότελα; Τι ενδοξότερο υπάρχει από την πνευματική πτωχεία (*) που είναι πρόξενος της βασιλείας των ουρανών, αλλά και τι θα μπορούσε να είναι αντάξιο με την πνευματική πτωχεία, ή τώρα ή στον μέλλοντα αιώνα;
Και ακόμη το να μη μεριμνά κανείς για τον εαυτό του, για να αποκτήσει δηλαδή κάτι από τα γήινα, αλλά να έχει στραμμένο ολόκληρο το νου του προς τον Χριστό, πόσα αιώνια αγαθά φαντάζεσαι ότι προξενεί, πόση αγγελική κατάσταση; Και ακόμη το να καταφρονεί κανείς όλα μαζί τα πρόσκαιρα και αυτές ακόμη τις απαραίτητες ανάγκες του σώματος, ώστε να μη φιλονεικεί με κάποιον γι’ αυτά, για να διατηρεί αμείωτη την ειρήνη και την αγάπη μέσα σε ατάραχη ψυχική κατάσταση, για ποιες αμοιβές και για ποια στεφάνια και βραβεία δεν είναι αντάξιο;
Πραγματικά, η εντολή ξεπερνά τη φύση και οι αμοιβές ξεπερνούν τη λογική· ο Χριστός θα γίνει γι’ αυτούς τα πάντα, αναπληρώνοντας τα πάντα.
Όταν όμως ακούς το όνομα Χριστός, μην προσέχεις την απλότητα του λόγου και τη συντομία της λέξης, αλλά σκέψου τη δόξα της Θεότητας, που ξεπερνά το νου και τη σκέψη· σκέψου την ανέκφραστη δύναμή της, το αμέτρητο έλεός της, τον ακατανόητο πλούτο της, αυτά που ο Χριστός δίνει σ’ αυτούς με αφθονία και με γενναιοδωρία, και που αρκούν να αναπληρώσουν όλα, επειδή δέχθηκαν μέσα τους εκείνον τον ίδιο τον Χριστό, τον αίτιο και βραβευτή κάθε καλού· διότι αυτός που αξιώθηκε να δει και να αντικρύσει τον Χριστό, δεν επιθυμεί κάτι άλλο, ούτε αυτός που γέμισε από την αγάπη του Θεού, ανέχεται να αγαπήσει επάνω στη γη κάποιον άλλο περισσότερο από τον Χριστό.
Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ας σπεύσουμε να βρούμε τον Χριστόκαι να τον δούμε τι λογής είναι ως προς την ωραιότητα και την τέρψη, επειδή και βλέπουμε πολλούς από τους ανθρώπους να υπομένουν από την επιθυμία κάποιων πρόσκαιρων αγαθών πολλούς κόπους και μόχθους, αλλά και να κάνουν μακρινά ταξίδια, και όχι μόνο αυτά, αλλά να καταφρονούν και γυναίκα και παιδιά και κάθε άλλη δόξα και απόλαυση, και να μην προτιμούν τίποτε άλλο εκτός από το θέλημά τους, για να μην αποτύχουν στο σκοπό τους.
Και αν μερικοί άνθρωποι κάνουν όλο τον αγώνα και θυσιάζουν την ίδια τους τη ζωή για πρόσκαιρα και φθαρτά πράγματα, εμείς δεν θα παραδώσουμε σε θάνατο τις ψυχές και τα σώματά μας για χάρη του Βασιλιά των βασιλευόντων και του Κυρίου των κυριευόντων, και του δημιουργού και εξουσιαστή των απάντων;
Αλλά και πού να απομακρυνθούμε ή πού να φύγουμε, αδελφοί, από την παρουσία του; Αν δηλαδή ανεβούμε στον ουρανό, θα τον βρούμε να είναι εκεί, αν κατεβούμε στον άδη, και εκεί είναι παρών· αν απομακρυνθούμε στις εσχατιές της θάλασσας, δεν θα αποφύγουμε το χέρι του, αλλά η δύναμη του χεριού του θα κρατά σφιχτά τις ψυχές και τα σώματά μας (Ψαλ. 138:7-10).
Μην μπορώντας λοιπόν, αδελφοί, να σταθούμε απέναντί του ή να φύγουμε από την παρουσία τού Κυρίου, ελάτε, ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας δούλους στον Κύριο και Θεό, που έλαβε για χάρη μας σαν ένδυμα μορφή δούλου (Φιλιπ. 2:7) και πέθανε για τη σωτηρία μας· ελάτε, ας ταπεινωθούμε κάτω από τη δύναμη του χεριού του, που αναβλύζει για όλους σαν από πηγή την αιώνια ζωή και την προσφέρει πλούσια με το Άγιο Πνεύμα σ’ εκείνους που τη ζητούν. 

(*) πνευματική πτωχεία· η ταπείνωση (Ματθ. 5:3)
 

(Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Έργα, Λόγος δεύτερος (απόσπασμα), σελ. 42. Μετάφραση Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2017)
Πηγή: alopsis.gr

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ


Η ἀτμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Τά πνεύματα μέσα στήν μικρή συνοδεία τῶν μοναχῶν ἦταν πολύ ἠλεκτρισμένα. ῾Η κατάσταση δέν ἔπαιρνε ἄλλο. Μᾶλλον εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά πάρει ὁ πειρασμός πόδι ἀπό τόν τόπο τους. Νά πάει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, μόνος ἤ ἔστω μέ ἄλλους πού τά κριτήριά τους ὅμως θά ἦταν πολύ πιό κάτω ἀπό τά δικά τους. ῎Οχι μόνο τούς προκαλοῦσε μέ τήν στάση του, ἀλλά γινόταν καί πολύ κακό παράδειγμα γιά τούς διάφορους προσκυνητές πού τύχαινε νά περάσουν ἀπό ἐκεῖ καί νά βρεθοῦν μάλιστα σέ κάποια ἀγρυπνία τους. ῾Η κακή εἰκόνα του ἀντανακλοῦσε σέ ὅλους τους. Τί θά λέγανε καί γι᾽ αὐτούς; 

Στήν ἀρχή δέν πολυέδωσαν σημασία. Τό ἀντιμετώπισαν μᾶλλον χαλαρά. ῾Ορισμένοι ἴσως καί νά τό διασκέδασαν. ᾽Αλλά ὅταν παρόλη τήν παρατήρηση πού τοῦ ἔγινε, ἀρχικά ἀπό κάποιον ἀδελφό κι ἔπειτα ἀπό τόν ἴδιο τόν Γέροντα, ἐκεῖνος συνέχιζε τήν ἴδια τακτική, ἄρχισαν νά τό θεωροῦν ἐνοχλητικό. Καί ἡ ἐνόχληση γρήγορα πῆρε τήν μορφή τῆς ταραχῆς καί τῶν νεύρων. Ναί, ὁ νέος καλόγερος πού εἶχε φτάσει στήν συνοδεία τους πρίν ἀπό μερικές μῆνες, μέ καλές συστάσεις εἶναι ἀλήθεια, χωρίς νά προκαλεῖ κάποιο ἄλλο πρόβλημα πέρα ἀπό αὐτό, ἔγινε τό ἀγκάθι τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ τους.

῾Μά νά μήν ἀκούει οὔτε καί τόν Γέροντα; Μεγάλη ψυχή ἔχει ὁ Γέροντάς μας πού τόν ἀνέχεται ἀκόμη καί δέν τόν ἔχει διώξει᾽, ἦταν τό μόνιμο σχεδόν σχόλιο τῶν παλαιοτέρων καί γεροντοτέρων καλογέρων.

Κάνα δυό προσπάθησαν νά τόν δικαιολογήσουν. ῾Νέος εἶναι. Κάνει τόν ἀγώνα του. Δέν μᾶς ἐνοχλεῖ σέ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό. ᾽Αλλά, καί σ᾽ αὐτό πού φαίνεται ὅτι ἐνοχλεῖ, κοιτάξτε: ἔρχεται πάντα στίς ἀκολουθίες καί στίς ἀγρυπνίες. Δέν ἔλειψε ποτέ. ῾Απλῶς...τόν πιάνει ὁ ὕπνος᾽.

Νά, λοιπόν, τό πρόβλημα μέ τόν καλόγερο ᾽Αγάθωνα πού εἶχε γίνει ἀγκάθι γιά τούς πολλούς καί τούς τάραζε: στίς ἀκολουθίες καί μάλιστα στίς ἀγρυπνίες μετά ἀπό λίγο κοιμόταν.

Τόν πρῶτο καιρό, εἴπαμε, δέν ἔδωσαν σημασία. ῞Υστερα ὅμως πήγαιναν καί τόν ξυπνοῦσαν. Μαλακά στήν ἀρχή, ἔπειτα πιό ἀπότομα. Κάποτε κυριολεκτικά τόν τράνταζαν. Κι αὐτός πεταγόταν ἐπάνω, συγχυσμένος, τρομαγμένος, ψελλίζοντας ῾συγγνώμη᾽, γιά νά σταθεῖ γιά λίγο ξυπνητός καί πάλι στήν συνέχεια νά καταπέσει.

Εἶναι ἐκπληκτικό γιά ἐμᾶς τούς ταλαίπωρους ἀνθρώπους τό πῶς ἕνα μικρό θεωρούμενο πρόβλημα μπορεῖ νά γίνει μεγάλο. Κάτι ἀνεπαίσθητο πού σέ ἄλλες στιγμές δέν τοῦ δίνουμε σημασία, κάτω ἀπό συγκεκριμένες συνθῆκες μπορεῖ νά πάρει τεράστιες διαστάσεις καί νά φτάσει στό σημεῖο νά μᾶς ῾σπάει τά νεῦρα᾽. Μία σταγόνα νεροῦ γιά παράδειγμα. Ποιός τῆς δίνει σημασία; Κι ὅμως, ὅταν σταλάζει ἐπίμονα, στόν ἴδιο τόπο, μέ τόν ἴδιο ρυθμό, συνέχεια καί συνέχεια, γίνεται ἐνόχληση, βάσανο, μαρτύριο.

Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί στούς συγκεκριμένους καλόγερους. ῾Η μικρή κοινωνία τους ταράχτηκε καί συγχύσθηκε ἀπό ἕνα ἐλάχιστο πρόβλημα: τήν ἀδυναμία ὕπνου ἑνός νέου καλογέρου, πού δέν ἄντεχε στίς ἀγρυπνίες. Καί δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο τό πόσο μεγαλοποιοῦνται τά θέματα, τά ὅποια θέματα, ἐκεῖ πού συνυπάρχουν πολλές φορές λίγοι. ῾Μικρό χωριό κακό χωριό᾽ δέν λέει ἡ παροιμία; Νά, λοιπόν, πῶς τό τίποτα ἤ τό ὀλίγιστο κατάντησε νά γίνει μεγάλο. Νά δημιουργηθεῖ πρόβλημα, νά φτάσουν στό σημεῖο οἱ καλόγεροι νά συζητᾶνε καί νά ζητᾶνε ἀπό τόν Γέροντα νά διώξει τόν...πειρασμό.

῾Ο Γέροντας τούς ἄκουσε. Προσπάθησε νά κατανοήσει τόν πειρασμό τους, πού εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται πειρασμός καί γιά τόν ἴδιο. ᾽Αλλά κάτι μέσα του τόν ἔτρωγε. ῎Ενιωθε ὅτι τό νά ἀπομακρύνει τόν ᾽Αγάθωνα μπορεῖ νά φαίνεται ὡς λύση, ἀλλά μᾶλλον θά ἀποτελεῖ καί δική τους ἧττα. Θά τούς εἶχε νικήσει ὁ πειρασμός. ᾽Αλλά πάλι ἔτσι, ἡ ταραχή θά συνεχιζόταν.
῾᾽Επερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι᾽, μουρμούρισε. Νόμισε πώς βρῆκε τήν λύση. ῾Ναί, αὐτός θά μᾶς κατευθύνει σωστά. Θά μᾶς πεῖ ἄν εἶναι σωστό νά τόν ἀπομακρύνουμε ἤ ὄχι. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν. ῾Ο μεγάλος Γέροντας, ὁ διορατικός καί προορατικός, ὁ σοφός καί συνετός, πού ἡ ἀγάπη του εἶναι μιά ἀγκαλιά γιά ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ νά δεχτεῖ βεβαίως τήν πρόσκλησή μου᾽.

῾Ο ἀββᾶς δέχτηκε. Δέν μποροῦσε νά ἀρνηθεῖ τό πέρασμά του ἀπό ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν ἀδελφοί πού πάλευαν καί ἀγωνίζονταν τόν πνευματικό ἀγώνα. Γιατί ἤξερε τό πόσο ὁ πονηρός πολεμάει τούς ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς καλόγερους. ῾Λιοντάρι πού ὠρύεται καί ζητάει ποιόν νά καταπιεῖ᾽, κατά πῶς γράφει καί ὁ μαθητής τοῦ Κυρίου ἅγιος Πέτρος.

῎Εκανε θερμή προσευχή πρός τόν Κύριο νά ἐλεήσει τά πλάσματά Του. Νά τοῦ δώσει φώτιση νά κατανοήσει τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο τόν εἰδοποιοῦσε ὁ ἡγούμενος. Νά γίνει τό ὄργανο ᾽Εκείνου, ὥστε ἀφενός νά καταντροπιασθεῖ ὁ πονηρός, ἀφετέρου νά δοξαστεῖ τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Τόν ὑποδέχτηκαν ὅλοι μέ μεγάλες τιμές. Ἡ παρουσία του κάθε φορά συνοδευόταν πράγματι μέ ἐκδηλώσεις πού ἔφθαναν κάποιες φορές καί σέ ἐπίπεδο ὑπερβολῆς. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν ἦταν καί γιά τήν συνοδεία αὐτή ὁ μεγάλος καθοδηγητής τους. ῎Ηξεραν πώς ὅ,τι τοῦ ἔθεταν ὡς πρόβλημα καί λογισμό θά ἔπαιρναν τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ. Περίμεναν λοιπόν καί γιά τό συγκεριμένο πού εἶχε ἀναφανεῖ. Γιατί ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος εἶχε φροντίσει νά στείλει σέ ἐξωτερικό διακόνημα τόν ᾽Αγάθωνα, τούς εἶχε πληροφορήσει γιά τόν σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ του.

῾Ο ὅσιος Πατέρας ἄκουσε τό πρόβλημα. Εἶδε τήν ταραχή. Καί κατάλαβε αὐτό πού τόν λύπησε πιό πολύ ἀπό ὅλα: ὄχι τήν ἀδυναμία τοῦ ἀδελφοῦ μέ τόν ὕπνο, ἀλλά τήν ἀδυναμία τῶν ὑπολοίπων ἀδελφῶν νά τόν ὑπομείνουν καί νά ἀντιμετωπίσουν τόν τρισκατάρατο πού βρισκόταν καλά κρυμμένος ἀπό πίσω, δουλεύοντάς τους μέ τά ἐκ δεξιῶν λεγόμενα ὅπλα: τήν διακράτηση ἐν προκειμένῳ ἑνός τυπικοῦ. ῾Η αὐστηρότητά τους σχεδόν τόν τρόμαξε.

῾᾽Αδελφοί᾽ εἶπε. ῾Χαίρομαι πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας, ἀνάμεσα σέ πιστούς πού λατρεύουν τόν Κύριο καί ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγώνα. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου πού σᾶς δίνεται καί θά σᾶς δοθεῖ εἶναι πλούσια. ᾽Αλλά δέν βλέπετε τί γίνεται μέ τήν συγκεκριμένη περίπτωση πού μοῦ λέτε; Δέν βλέπετε πώς τό ἔλλειμμα βρίσκεται στήν δική σας πλευρά ὡς ἔλλειμμα ἀγάπης; ῾Ο ἀπόστολος δέν λέει πώς ῾ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει, οὐδέποτε ἐκπίπτει᾽; ῾Η ἀγάπη ὅλα τά ἀνέχεται, ὅλα τά ὑπομένει, ποτέ δέν ξεπέφτει. Ποῦ εἶναι ἡ δική σας ἡ ἀνοχή; Ποῦ εἶναι ἡ ὑπομονή σας; Ποῦ ἡ διάρκεια τῆς ἀγάπης σας; Καί ἡ ἔλλειψη αὐτή δέν ἀποδεικνύει ὅτι δέν ζεῖτε σωστά ὡς μέλη τοῦ Κυρίου μας; ῾Ο καθένας μας δέν συνιστᾶ μέλος τοῦ σώματος ᾽Εκείνου, συνεπῶς εἴμαστε δεμένοι καί μέ ᾽Εκεῖνον ὡς κεφαλή ἀλλά καί μεταξύ μας; ῎Αν ὑπάρχει κάποια ἀδυναμία σέ ἕνα μέλος, σημαίνει ὅτι τά ἄλλα μέλη πρέπει νά τήν δοῦν καί ὡς δική τους ἀδυναμία. Πιστεύετε λοιπόν ὅτι ἡ αὐστηρότητα, ἡ ἀπότομη στάση σας ἀπέναντι στόν ἀδελφό σας θά τόν διορθώσει; ῎Αλλη στάση ζωῆς ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη δέν ὑπάρχει, ἄν θέλουμε νά διορθώσουμε τόν πάσχοντα συνάνθρωπό μας᾽.

῎Εκανε παύση ὁ ἀββᾶς. Δέν εἶχε συνηθίσει νά ρητορεύει. Μόνιμη ἐπιλογή του ἦταν νά εἶναι τό παράδειγμα καί ὅποιος θέλει μετά νά τόν ἀκολουθεῖ. ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ ἦταν ἡ κατευθυντήρια γραμμή του.

῾Δέν αἰσθάνομαι καλά πού σᾶς κάνω τόν δάσκαλο᾽, εἶπε καί ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς καρδιᾶς. Τό ἀνασήκωσε καί πάλι. ῾᾽Αλλά ἐπειδή μέ κινεῖ τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς στόν ἡγούμενο σᾶς τά λέω. ῾Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας. Καί δέν θέλω νά σᾶς περιπαίζει ὁ διάβολος᾽ συμπλήρωσε.

῾Γέροντα, σέ καταλαβαίνουμε καί ὁ λόγος σου μᾶς φέρνει καί πάλι στόν ἴσιο δρόμο τοῦ Χριστοῦ μας᾽ εἶπε μέ συστολή ὁ ἡγούμενος. ῾Τί νά κάνουμε συγκεκριμένα ὅμως μέ τόν ἀδελφό; Νά μήν τοῦ ποῦμε ὅτι πρέπει νά εἶναι ξύπνιος στίς ἀκολουθίες; Νά μήν τόν ξυπνᾶμε᾽; Κοντοστάθηκε. ῾Γέροντα, ἐσύ τί θά ἔκανες; Πές μας καί θά τό κάνουμε κι ἐμεῖς᾽.

Πιάστηκε ἡ ἀναπνοή τους. ῾Η ἀπάντηση τοῦ ὁσίου θά καθόριζε καί τήν δική τους στάση. ῎Ηδη μέσα τους ἡ συνείδηση τούς ἔλεγχε. Καταλάβαιναν ὅτι δέν λειτουργοῦσαν ἀπέναντι στόν ἀδελφό μέ ἀγάπη. ῞Οτι ἡ στάση τους δέν ἦταν χριστιανική. ῞Οτι συμπεριφέρονταν σάν τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, μέ ὑπερηφάνεια.

῾Ο ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Φαινόταν ὅτι προσευχόταν μέ ἔνταση καί θέρμη. Δάκρυα πῆραν νά ἀναβλύζουν στά ἁγιασμένα μάτια του.

῾᾽Αδελφοί᾽, εἶπε σιγά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ βάρους τῶν λόγων του. ῾Στήν θέση σας ἐγώ, ὅταν ἔβλεπα τόν ἀδελφό νά κοιμᾶται...᾽

-τά μάτια τῶν ἀδελφῶν ἀνοίχτηκαν διάπλατα καί τά αὐτιά τους τεντώθηκαν στό ἔπακρο μή χάσουν τό παραμικρό ἀπό τά λεγόμενά του-

῾...στήν θέση σας, λοιπόν, θά ἔπαιρνα ἕνα μαξιλάρι νά τό βάλω κάτω ἀπό τό κεφάλι του γιά νά τόν ἀναπαύσω περισσότερο. Γιατί ὁ ἀδελφός γιά μένα εἶναι ὁ κρυμμένος Χριστός᾽.


Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Έχεις λίγα χρήματα και ζητάς πολλά; Έχεις πολλά και ονειρεύεσαι περισσότερα; Όσα κι αν έχεις, δεν είσαι ικανοποιημένος; Γιατί άφησες την πλεονεξία να σε αιχμαλωτίσει, άνθρωπέ μου; Δεν ξέρεις ότι σε άλλους θα μείνουν το χρυσάφι και το ασήμι, ενώ σε εσένα οι κατάρες και οι κατηγόριες; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι θα σε καταδιώκουν αμείλικτα, και σε τούτη τη ζωή και στην άλλη, τα δάκρυα, οι βαρυγκώμιες και οι αναστεναγμοί του φτωχού που εξουθένωσες, του συνεργάτη που αδίκησες, του δουλευτή που εκμεταλλεύτηκες, του οφειλέτη που φυλάκισες; Όταν όλοι οι ζημιωμένοι από σένα θα παρουσιαστούν μαζί σου στο φοβερό δικαστήριο του Χριστού, τι θα πεις στον αδέκαστο Κριτή, μην έχοντας μάλιστα κανένα συνήγορο για να σε υπερασπίσει;
Τους δικαστές της γης μπορείς να τους ξεγελάσεις ή και να τους εξαγοράσεις. Τον Δικαστή του ουρανού ποτέ. Τους ανθρώπινους νόμους μπορείς να τους παραβείς με τεχνάσματα νομιμοφανή δίχως συνέπειες. Τον θεϊκό νόμο όχι. Γιατί ο Κύριος βλέπει τις πράξεις σου. Και αργά ή γρήγορα θα λογοδοτήσεις σε Εκείνον, που στέκεται πλάι στους αδικημένους και προστατεύει όσους δεν μπορούν να διεκδικήσουν το δίκιο τους.
Και μη μου πεις, «Ο τάδε, μολονότι κακός και πλεονέκτης, είναι ευτυχισμένος». Για τώρα ναι, δεν θα είναι όμως ως το τέλος. «Μη φθονείς την ευτυχία όσων σκέφτονται πονηρά και μη ζηλεύεις όσους κάνουν το κακό», λέει η Γραφή (Ψαλμ. 36, 1), «γιατί γρήγορα σαν το χορτάρι θα ξεραθούν και σαν τη χλόη θα μαραθούν».
Η πλεονεξία είναι σαν το χαλασμένο προζύμι, που καταστρέφει όλο το ζυμάρι. Έτσι, αν από την αδικία κερδίζεις έστω και λίγα, ολόκληρη η περιουσία σου σπιλώνεται. Γι’ αυτό, πολλές φορές, λίγα που κερδήθηκαν άνομα, έγιναν αιτία να χαθούν πολύ περισσότερα, που αποκτήθηκαν καλά.
Μα, θα με ρωτήσεις, όλοι οι πλεονέκτες θα δοκιμάσουν συμφορές;Οπωσδήποτε, μολονότι όχι όλοι τις ίδιες. Κι αν δεν τιμωρηθούν στην παρούσα ζωή, τότε να τους λυπηθείς περισσότερο, γιατί τους περιμένει μεγαλύτερη κόλαση στη μέλλουσα. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, τις συνέπειες των αδικιών τους, θα τις υποστούν στη γη οι κληρονόμοι της περιουσίας τους, εφόσον γνωρίζουν ότι αποκτούν αγαθά μαζεμένα με αδικίες, αγαθά που ανήκουν σε άλλους. Αυτό, άλλωστε, επιτάσσει και ο ανθρώπινος νόμος, που δίνει το δικαίωμα στον καθένα να διεκδικήσει τα πράγματά του όχι από εκείνον που του τα άρπαξε, αλλά από οποιονδήποτε τα έχει στην κατοχή του.
Αν λοιπόν γνωρίζεις εκείνους που αδικήθηκαν, δώσε τους όσα τους ανήκουν, ή μάλλον πολύ περισσότερα, όπως έκανε ο Ζακχαίος του Ευαγγελίου. Αν πάλι δεν τους γνωρίζεις, τότε μοίρασέ τα σε φτωχούς. Έτσι θα αποτρέψεις τη συμφορά που σε απειλεί. Γιατί, αν αποδώσεις μόνο όσα άρπαξες ή κληρονόμησε από άρπαγα πλεονέκτη, κανένα κέρδος δεν έχεις. Αυτό αποδεικνύει η περίπτωση του Ζακχαίου, που ανέφερα. Μόνο όταν ο αρχιτελώνης εκείνος υποσχέθηκε «Θα δώσω τα μισά από τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς και θα ανταποδώσω στο τετραπλάσιο όσα πήρα με απάτη», ο Κύριος βεβαίωσε: «Σήμερα αυτή η οικογένεια σώθηκε» (Λουκ. 19, 8-9).
Εμείς, αντίθετα, αρπάζουμε αμέτρητα και δίνουμε λίγα, νομίζοντας ότι έτσι εξαλείφουμε την αδικία και ικανοποιούμε τον Θεό. Αν όμως ο Κάιν, που πρόσφερε θυσία στον Θεό από τα χειρότερα γεννήματά του, χωρίς ωστόσο και να αδικήσει κάποιον άλλον, τιμωρήθηκε πολύ αυστηρά, πώς δε θα πάθουμε χειρότερα εμείς, που από τα αποκτήματα της αδικίας και της πλεονεξίας προσφέρουμε μερικά ψίχουλα στον φτωχό συνάνθρωπο, δηλαδή στον ίδιο τον Χριστό; Γιατί προσβάλλεις τον Κύριο, προσφέροντάς Του μικρά δώρα; Τέτοια τροφή δεν δέχεται, έστω και αν πεθαίνει από την πείνα. Καλύτερα να μην Του δώσεις τίποτα, παρά να δώσεις εκείνα που ανήκουν σε άλλους.
Πες μου, αν δεις δύο ανθρώπους, από τους οποίους ο ένας είναι γυμνός και ο άλλος ντυμένος, και γδύσεις τον δεύτερο για να ντύσεις τον πρώτο, δε θα διαπράξεις αδικία; Αναμφίβολα ναι. Αν λοιπόν διαπράττεις αδικία και όχι ελεημοσύνη, δίνοντας σε άλλον όλα όσα άρπαξες, πώς λογαριάζεις σαν ελεημοσύνη το να δώσεις ένα ασήμαντο μέρος, ένα τίποτα;
Ο πλούσιος της ευαγγελικής παραβολής δεν έκανε καμιά αδικία σε βάρος του φτωχού Λαζάρου. Μόνο και μόνο επειδή δεν τον συμπόνεσε, επειδή δεν τον ελέησε, καταδικάστηκε να βασανίζεται στον Άδη (Λουκ. 16, 19-25). Ποιαν απολογία, επομένως, θα βρουν εκείνοι που όχι μόνο δεν ελεούν, αλλά και αδικούν τους άλλους; Όταν ο Κύριος θα έρθει πάλι με όλη Του την δόξα για να κρίνει τον κόσμο, θα πει στους άσπλαχνους και ανελεήμονες, που θα είναι συναγμένοι στα αριστερά Του: «Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι! Πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δικούς του. Γιατί πείνασα και δε μου δώστε να φάω· δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουνα, και δεν με περιμαζέψατε· γυμνός ήμουνα, και δεν με ντύσατε· άρρωστος και φυλακισμένος ήμουνα και δεν ήρθατε να με δείτε» (Ματθ. 25, 41-42). Αν λοιπόν καταδικάζονται μαζί με τον διάβολο στην αιώνια φωτιά, όσοι δεν έδωσαν τροφή και νερό στον Χριστό, όταν πεινούσε και διψούσε, τι θα πάθουν όσοι Τον παραδίνουν στην πείνα, με εκείνα που αρπάζουν;Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον ντύνουν, όταν είναι γυμνός, αλλά και Τον γδύνουν, όταν είναι ντυμένος; Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον περιμαζεύουν, όταν είναι ξένος, αλλά και Τον αποδιώχνουν; Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον ανακουφίζουν, όταν είναι άρρωστος, αλλά και Τον βλάπτουν; Τι θα πάθουν, τέλος, όσοι όχι μόνο δεν Τον επισκέπτονται, όταν είναι φυλακισμένος, αλλά και όταν είναι ελεύθερος, ό, τι μπορούν κάνουν για να Τον κλείσουν στη φυλακή;
Ο Κύριος είπε: «Αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, μην περιμένετε την εύνοια του Θεού· γιατί και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν» (Λουκ. 6, 32). Αν λοιπόν είναι αμαρτωλός όποιος αγαπά μόνο όσους τον αγαπούν, τι είναι εκείνος που βλάπτει όσους δεν τον αδίκησαν; Αν είναι αξιοκατάκριτος όποιος δεν ελεεί από τα δικά του αγαθά, τι είναι εκείνος που αρπάζει και τα ξένα; Γιατί το ξέρετε, όχι μόνο το να αρπάζει κανείς τα ξένα, αλλά και το να μη δίνει από τα δικά του σε όσους έχουν ανάγκη, είναι αδικία και πλεονεξία, είναι παράβαση θεϊκής εντολής και αμαρτία.
Ας αποφύγουμε, αδελφοί μου, αυτήν την αμαρτία. Και θα την αποφύγουμε, αν φέρουμε στον νου μας όσους άρπαγες και πλεονέκτες έζησαν πριν από μας, όσους δηλαδή έχουν ήδη πεθάνει. Πού βρίσκονται αυτοί; Στην κόλαση! Και τα χρήματά τους; Τα απολαμβάνουν άλλοι! Δεν είναι επομένως ανόητο να βασανιζόμαστε και σε τούτη τη ζωή και στην άλλη; Σε τούτη με τα καθημερινά τρεχάματα, τις αγωνίες, τους κόπους και τους μόχθους που απαιτούνται για τη συσσώρευση μάταιου πλούτου, και στην άλλη με τις ασύλληπτες τιμωρίες της αιώνιας γέενας;
Ποιος είναι αλήθεια, ελεεινότερος, από τον άρπαγα που φεύγει από τον κόσμο παίρνοντας μαζί του μόνο τις αμαρτίες του, για τις οποίες θα λογοδοτήσει στον Θεό, και αφήνοντας όσα μάζευε σε άλλους πολλές φορές και εχθρούς του; Και ποιος είναι αθλιότερος από τον πλεονέκτη, που σιγολιώνει από τις έγνοιες και τους φόβους, διώχνοντας από την ψυχή του τη γαλήνη και κάνοντας τη ζωή του χειρότερη από κάθε θάνατο;Όταν κερδίσει δεν αισθάνεται ευχαρίστηση, γιατί ζητάει περισσότερα. Όταν πάλι χάσει έστω κι ένα νόμισμα, νομίζει ότι παθαίνει το μεγαλύτερο κακό.. Φίλους δεν έχει παρά μόνο εκείνους από τους οποίους κερδίζει· τους άλλους τους βλέπει σαν εχθρούς. Μα και την οικουμένη ολόκληρη την αποστρέφεται. Τους φτωχούς τους μισεί, γιατί του ζητούν βοήθεια. Τους πλούσιους τους φθονεί, γιατί θα ήθελε να έχει τα πλούτη τους. Όταν οι άλλοι ευτυχούν, αυτός λυπάται. Θαρρεί πως όλοι κατέχουν δικά του αγαθά. Φέρεται σε όλους σαν να τον έχουν αδικήσει. Υποφέρει, γιατί η γη δεν παράγει χρυσάφι αντί για σιτάρι, γιατί ο πηγές δεν δίνουν ασήμι αντί για νερό, γιατί τα βουνά δεν έχουν πολύτιμα πετράδια αντί για λιθάρια.
Ο πλούτος για τον φιλάργυρο είναι ό,τι το μαχαίρι για τον μανιακό ή μάλλον κάτι πολύ χειρότερο. Γιατί ο μανιακός, αφού αρπάξει το μαχαίρι και το καρφώσει στο στήθος του, απαλλάσσεται μια για πάντα από τη μανία του και δεν δέχεται δεύτερη πληγή. Ο φιλάργυρος όμως και αμέτρητες πληγές δέχεται καθημερινά και ποτέ δεν απαλλάσσεται από τη μανία του. Απεναντίας, μάλιστα, όσο πληγώνεται, τόσο πιο μανιασμένα ξανακαρφώνει το μαχαίρι στην ψυχή του.
Ποιος είναι λοιπόν χειρότερος από τον πλεονέκτη, που και την ψυχή του θανατώνει με τις αδικίες και τη ζωή του σπαταλάει με τις περιττές φροντίδες και τον εαυτό του στερεί από κάθε ευχαρίστηση και τους ανθρώπους όλους τους κάνει εχθρούς του; Όλους;, θα απορήσετε. Ναι, όλους. Βλέπετε, δεν τον μισούν μόνο όσοι έχουν κακοπαθήσει από την πλεονεξία τους, μα και οι άλλοι, επειδή συμπονούν τα θύματά του και φοβούνται μήπως βρεθούν στην οδυνηρή θέση τους. Το φοβερότερο, όμως, δεν είναι αυτό. Γιατί, όταν έχει κάνει εχθρό του τον ίδιο τον Θεό, ποια παρηγοριά ή ελπίδα τού απομένει;
Είναι πλούτος αυτός, πες μου, το να αδικείς; Και είσαι πλούσιος εσύ, ο πλεονέκτης, ή κατάδικος; Μάλλον χειρότερος κι από κατάδικο είσαι. Και ξέρεις γιατί; Εκείνος έχει χάσει τη σωματική του ελευθερία, ενώ εσύ την ψυχική. Εκείνον τον έδεσαν άλλοι χωρίς τη θέλησή του, ενώ εσύ δέθηκες μόνος σου.
Αν ο βασιλιάς με νόμο μας επιβάλει όχι μόνο να μην παίρνουμε περιουσιακά στοιχεία άλλου, μα κι από τα δικά μας να δώσουμε ένα μέρος, θα υπακούσουμε δίχως αντίρρηση. Τώρα, όμως, που ο νόμος τους Θεού μάς επιβάλλει να μην αρπάζουμε τα ξένα πράγματα, ασύστολα τον καταπατάμε. Τον θνητό βασιλιά, τον άνθρωπο, τον σεβόμαστε· τον αθάνατο Βασιλιά, τον Δημιουργό και Κύριο του σύμπαντος, Τον περιφρονούμε. Δεν είναι φοβερό; Γιατί, αν διαπράττουμε ασέβεια όταν τιμάμε τον Θεό όσο κι έναν άνθρωπο, τότε τι κάνουμε όταν τιμάμε έναν άνθρωπο περισσότερο από τον Θεό; Βαριά είναι τα λόγια μου, το ξέρω. Αλλά δείξτε πραγματικά ότι σας φοβίζουν και σας λυπούν, αποφεύγοντας τις κακές πράξεις. Αν δεν φοβάστε τις κακές πράξεις, πώς μπορώ να σας πιστέψω, όταν λέτε ότι φοβάστε τα λόγια μου και λυπάστε με αυτά; Εσείς με τα έργα σας επιβαρύνετε τον εαυτό σας, όχι εγώ με τα λόγια μου. Γιατί όποιος σκάβει λάκκο για τον άλλο, πέφτει ο ίδιος μέσα. Και όπως οι επίτοκες γυναίκες υποφέρουν από τους κοιλόπονους, έτσι κι εκείνος που ετοιμάζει μιαν άνομη πράξη, πριν αδικήσει τον άλλον, υποφέρει και πονάει ο ίδιος. Όσο κακός, βλέπετε, κι αν είναι κανείς, δεν μπορεί να φιμώσει τη συνείδησή του και να αποφύγει τον έλεγχό της. Γιατί αυτός ο έλεγχος είναι κάτι το φυσικό, που εξαρχής έβαλε ο Θεός μέσα μας. Όσο κι αν τον αγνοήσουμε, όσο κι αν τον πολεμήσουμε, ορθώνεται πάντοτε αμείλικτος, και φωνάζει και μας καταδικάζει και μας τιμωρεί.
Θυμάστε πόσο κακός ήταν ο Αχαάβ, ο βασιλιάς της Σαμάρειας; Και όμως ακόμα κι εκείνος, όταν θέλησε να αρπάξει το αμπέλι του Ναβουθαί, πόση οδύνη δοκίμασε! Μολονότι ήταν απόλυτος άρχοντας, μολονότι κανένας δεν υπήρχε που να τον ελέγξει, επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει τον έλεγχο της συνειδήσεώς του, ήταν σκυθρωπός, ταραγμένος, ανόρεχτος, με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του (Γ΄Βασ. 20, 1-29).
Θέλετε να σας αναφέρω κι ένα περιστατικό σύγχρονο, για να καταλάβετε ότι η πλεονεξία κάνει τους ανθρώπους θηρία και δαίμονες; Πριν από καιρό είχαμε στην πόλη μας μεγάλη ανομβρία. Ο ουρανός είχε στερέψει και είχε πάρει το χρώμα του χαλκού. Όλοι περιμέναμε καθημερινά το θάνατο, ένα θάνατο φοβερότερο από κάθε άλλο, και παρακαλούσαμε τον Θεό να μας απαλλάξει από αυτή τη συμφορά. Ξάφνου, ανέλπιστα, χάρη στην απέραντη φιλανθρωπία του Κυρίου, έπεσε από τον ουρανό άφθονη βροχή. Ενώ λοιπόν όλοι πανηγύριζαν και γιόρταζαν, κάποιος πλούσιος τριγυρνούσε στην πόλη σκυφτός, κατσουφιασμένος, καταλυπημένος και κίτρινος σαν νεκρός. Όταν κάποιοι ζήτησαν να μάθουν την αιτία της λύπης του, δεν μπόρεσε να την κρύψει, γιατί τον βασάνιζε και τον έπνιγε το πάθος του. «Έχω στις αποθήκες μου δέκα χιλιάδες μέτρα σιτάρι», είπε, «και τώρα, που έβρεξε, δεν ξέρω πώς θα το πουλήσω».
Τι είναι αυτά που λες, αθεόφοβε; Υποφέρεις, επειδή δεν χάθηκαν όλοι, για να μαζέψεις εσύ χρυσάφι; Δεν έχεις ακούσει τι λέει ο Σολομών; «Για εκείνον, που συνάγει και κρύπτει το σιτάρι εν καιρώ λιμού, με τον σκοπό να το πουλήσει πανάκριβα, όλοι εύχονται να του το λεηλατήσουν ξένοι επιδρομείς και εχθροί. Η ευλογία δε του Θεού χορηγείται πλούσια σε εκείνον που δίδει και στους άλλους» (Παροιμ. 11, 26). Είσαι εχθρός του Θεού και φίλος, ή μάλλον δούλος, του μαμωνά. Η γλώσσα σου, που είπε τα ανήκουστα αυτά λόγια, θα έπρεπε να κοπεί. Η καρδιά σου, που ξεχειλίζει από τόσο απάνθρωπα αισθήματα, θα έπρεπε να πάψει να χτυπάει. Τι άνθρωπος, αλήθεια, είσαι εσύ, που υποφέρεις όχι γιατί έχεις λίγα, όπως οι φτωχοί, μα απεναντίας, γιατί έχεις πολλά και θέλεις να τα κάνεις ακόμα περισσότερα με την εκμετάλλευση της δυστυχίας των συνανθρώπων σου;
Πώς να σκιαγραφήσω τα πάθη του πλεονέκτη; Τι πιο μιαρό υπάρχει από τα χέρια του; Και τι πιο άπληστο, πιο αδιάντροπο, πιο κυνικό από τα μάτια του; Δεν βλέπει τους ανθρώπους ως ανθρώπους, ούτε τον ουρανό ως ουρανό, ούτε κανένα από τα επίγεια πράγματα όπως πραγματικά είναι. Όλα τα βλέπει σαν χρήμα και όλα τα μετράει με το χρήμα. Οι αληθινοί άνθρωποι βλέπουν τους φτωχούς, εξαντλημένους και συγκινούνται· οι πλεονέκτες βλέπουν τους φτωχούς και αγριεύουν. Οι αληθινοί άνθρωποι όχι μόνο δεν βάζουν στο μάτι τα ξένα πράγματα, μα κι από τα δικά τους δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη· οι πλεονέκτες δεν ησυχάζουν, ώσπου να αρπάξουν το βιός των άλλων και να το κάνουν δικό τους. Οι αληθινοί άνθρωποι δεν ανέχονται να δουν γυμνό τον πλησίον τους· οι πλεονέκτες, αν δεν τους γδύσουν όλους, δεν ικανοποιούνται· ή μάλλον, ούτε και τότε ικανοποιούνται.
Γι’ αυτό μπορεί κανείς πως είναι όχι θηρία, μα κι απ’ αυτά πολύ χειρότεροι. Τα θηρία, βλέπετε, όταν χορτάσουν απομακρύνονται από τα θύματά τους, ενώ οι πλεονέκτες δεν έχουν χορτασμό. Τα θηρία, άλλωστε είναι από τη φύση τους άγρια, ενώ οι πλεονέκτες μεταβάλλουν θεληματικά τη φυσική τους ημερότητα σε αγριότητα. Τα στόματά τους ξερνούν δηλητήριο, όπως τα στόματα των φαρμακερών φιδιών. Τα χέρια τους δεν κουράζονται να κάνουν κακό στους άλλους. Όσο για τον νου τους, αν μπορούσε κανείς να τον εξετάσει, θα τους ονόμαζε όχι μόνο θηρία, αλλά και δαίμονες· γιατί δεν κρύβουν μέσα τους παρά σκληρότητα και μοχθηρία για κάθε συνάνθρωπό τους. Οι δαίμονες μάλιστα, σχεδόν ποτέ δεν μπορούν να βλάψουν έναν άνθρωπο δίχως τη θέληση και τη συνεργασία του ιδίου, ενώ οι πλεονέκτες πάντα βλάπτουν το συνάνθρωπό τους χωρίς τη θέλησή του και παρά το γογγυσμό του. Όλους και όλα, ακόμα και την ψυχή τους, θυσιάζουν στο βωμό του κέρδους. Άλλο τίποτα δεν σκέφτονται, άλλο τίποτα δεν τους ενδιαφέρει, παρά μόνο το χρήμα. Ούτε την Ουράνια Βασιλεία ποθούν, ούτε την κόλαση φοβούνται, ούτε τους ανθρώπους ντρέπονται ούτε τον Θεό σέβονται. Τους νόμους τους καταπατούν, την τιμιότητα την περιγελούν, το Ευαγγέλιο το περιφρονούν, τη ζωή μετά τον θάνατο τη θεωρούν ανύπαρκτη.
Ώστε δεν υπάρχει, σοφέ μου πλεονέκτη, ζωή μετά τον θάνατο; Δεν υπάρχει ούτε κρίση ούτε απολογία ούτε ανταπόδοση; «Όχι», θα μου πεις, γιατί έτσι σε συμφέρει. Μήπως όμως δεν υπάρχει ούτε θάνατος; Μπορείς να τον αμφισβητήσεις κι αυτόν; Μολονότι πολύ θα το ήθελες, δεν μπορείς. Πάρε το απόφαση λοιπόν· ότι δεν θα αργήσεις να πεθάνεις. Βλέπεις τη μέλισσα; Σε όλη της τη ζωή εργάζεται φιλότιμα, παράγοντας το γλυκό και ωφέλιμο μέλι. Σε όλη της τη ζωή κάνει το καλό. Μόλις, όμως, κάνει το κακό, μόλις κεντρίσει άνθρωπο ή ζώο, πεθαίνει μαζί με το κεντρί της. Από τη μέλισσα μάθε να μη βλάπτεις τον πλησίον· γιατί εσύ ο ίδιος θα πεθάνεις πρώτος. Τον πλησίον θα τον βλάψεις και θα τον λυπήσεις πρόσκαιρα, εσύ όμως θα πεθάνεις για πάντα.
Τα χρήματα λέγονται χρήματα, επειδή χρησιμεύουν και χρησιμοποιούνται, όταν πρέπει, για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών μας. Σκοπός μας, επομένως, δεν είναι να αποκτήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, γιατί τότε ανατρέπεται η φυσιολογική τάξη και αντί να τα ορίζουμε, υποτασσόμαστε σε αυτά. Η συγκέντρωση πλούτου είναι υποδούλωση του λογικού ανθρώπου στην άλογη ύλη. Φανερώνει ακόμη απιστία στη Θεία πρόνοια, αλλά και μεγάλη ανοησία. Ναι, ανοησία. Ανόητος δεν είσαι, αφού όλα όσα με κάθε αθέμιτο μέσο αποκτάς, θα τα εγκαταλείψεις έπειτα από λίγο; «Μα θα μείνουν στα παιδιά μου», λες. Και τα παιδιά σου, όμως, θα εγκαταλείψουν τη γη ύστερα από σένα. Τι λέω; Ίσως και πριν από εσένα…
Η αλήθεια είναι ότι με τη συγκέντρωση πλούτου αποβλέπεις στην ικανοποίηση δύο φοβερών παθών σου, της κενοδοξίας και της φιληδονίας. Καμαρώνεις για τα μέγαρά σου, τα αμάξια σου, τους υπηρέτες σου· ευχαριστιέσαι προκαλώντας τον θαυμασμό και τη ζήλεια των άλλων· παραδίνεσαι στις αισχρές επιθυμίες· κυλιέσαι στη λάσπη της κραιπάλης και της ακολασίας. Να γιατί είσαι πλεονέκτης, να γιατί θέλεις να αρπάζεις το βιος των άλλων. Για να ικανοποιείς τα πάθη σου, δεν διστάζεις να πετάς στο δρόμο και να ρίχνεις σε συμφορές τους αδελφούς σου, τα μέλη του Χριστού, περιφρονώντας με αυτόν τον τρόπο τον ίδιο τον Χριστό.
Είτε το πιστεύεις είτε όχι, η αιώνια κόλαση σε περιμένει, αν δεν μετανοήσεις και δεν διορθωθείς. Γιατί ο δίκαιος Θεός, που «θα πληρώσει τον καθένα κατά τα έργα του» (Ρωμ. 2, 6), δε θα αφήσει ατιμώρητη τη διπλή σου παρανομία, τόσο δηλαδή την άδικη συνάθροιση, όσο και την κακή χρήση του πλούτου. «Ο θυμός και η οργή του Θεού» γράφει ο Απόστολος Παύλος, «περιμένουν όσους υπηρετούν την αδικία» (Ρωμ.2, 8). Και πώς να μην προκαλέσεις την οργή του Θεού, όταν από τη μια σκορπάς τα λεφτά σου στις πόρνες κι από την άλλη αδιαφορείς για τους φτωχούς; Κι αν ακόμα όσα σπαταλάς τα κέρδιζες με τον τίμιο κόπο σου, θα αμάρτανες βαριά αγοράζοντας με αυτά την ασέλγεια. Ε, αναλογίσου πόσο αμαρτάνεις τώρα, που την αγοράζεις με άνομα κέρδη.
Για να αποφύγεις, λοιπόν, τη δίκαιη καταδίκη από τον αδέκαστο Κριτή, πάψε να πλουτίζεις αθέμιτα, αδικώντας τους συνανθρώπους σου. Στη ζωή αυτή έχεις τη δύναμη του χρήματος, την προστασία των αρχόντων, την εύνοια των δικαστών. Στην άλλη ζωή, όμως, τι θα έχεις; Εκεί θα σε ακολουθούν μόνο οι αμαρτωλές πράξεις σου και οι στεναγμοί των αδικημένων, που φτάνουν ως τον υπερουράνιο θρόνο του Θεού και προκαλούν την ευσπλαχνία Του.Μακάρι να γνωρίσεις κι εσύ την ανείκαστη θεία ευσπλαχνία με την έγκαιρη μετάνοιά σου.

(Πηγή: “Θέματα ζωής, Από τις ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου”, τόμος Β΄, εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2010, σελ. 51-63)