A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου)




Σήμερα ὁ Χριστὸς διαλαλεῖ σὲ μᾶς τοὺς ἄθλους τῆς Σαμαρείτιδος καὶ πρέπει τὸ φτωχὸ πλοιάριο τοῦ λόγου μου νὰ διαπλεύση τὸ πέλαγος τῶν κατορθωμάτων της. Βλέπω τὴν πίστη της καὶ θέλω νὰ φτιάξω τὸ ἐγκώμιό της καὶ μαζί σας νὰ ἐπαινέσω τὴν φτωχιὰ καὶ τὴν πλούσια, τὴν πόρνη καὶ τὴν ἀπόστολο, τὴν ἄσωτη καὶ τὴν πιστή, τὴν πολύγαμο καὶ πολυδύναμη, αὐτὴ ποὺ πολλοὺς ἐμόλυνε καὶ ποὺ τὸν μονογενῆ γιὸ τοῦ Θεοῦ ὑπηρέτησε. Αὐτὴ ποὺ μολύνθηκε καὶ καθαρίστηκε, ποὺ δίψασε κι ἐπιθύμησε νερὸ ζωντανό, καὶ κληρονόμησε τὰ νάματα τῆς χάρης τοὐρανοῦ.

Τί λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ποὺ βροντερὰ φανέρωσε τὰ ἄρρητα μυστήρια; Φτάνει ὁ Ἰησοῦς σὲ μιὰ πόλη τῆς Σαμαρείας, ποὺ λέγεται Συχάρ, καὶ στὸ μέρος ποὺ ὁ Ἰακώβ ἔδωσε στὸ γιό του τὸν Ἰωσήφ. Ἦταν ἐκεῖ τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε πάνω στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ. Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα περίπου. Ἦρθε μιὰ γυναῖκα ἀπ’ τὴ Σαμάρεια νὰ βγάλη νερό. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, δός μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα. Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς.

Τί λέει λοιπὸν ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης; Ὁ Θεὸς, ὁ μέγας δὲν θὰ πεινάση, οὔτε θὰ διψάση  οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε τὸ βάθος τῆς σοφίας του θὰ βρεθῆ. Ἀλλὰ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει γι’ αὐτὸν στὸ εὐαγγέλιό του: Κι ἀφοῦ νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες ἔπειτα ἐπείνασε. Ἔτσι κι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅπως ἄκουσες πρὶν ἀπὸ λίγο λέει.  Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ.

Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὁ ἕνας λέει ὅτι ἐπείνασε, ὁ ἄλλος ὅτι ἐκοπίασε κι ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἐμπνευσμένος  ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα δηλώνει ὅτι ὁ Θεὸς ὁ μέγας οὔτε θὰ πείναση, οὔτε θὰ διψάση, οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε θὰ βρεθῆ τὸ βάθος τῆς σοφίας του. Πῶς θὰ γίνη δυνατὸ νὰ διασωθῆ ἡ ὁμοφωνία τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῆς προφητείας; Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομία τοῦ μεγάλου Θεοῦ οἰκονομήσε γιὰ τὸ Σωτῆρα μας ἕνα διπλὸ καὶ παράδοξο συνδυασμὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου κατὰ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὸ θέλημά του, γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ἐξαγγέλλει τὴ δύναμη καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητας, ἐνῷ οἱ ἀπόστολοι καὶ εὐαγγελιστές δείχνουν ἀληθινὴ τὴν οἰκονομία τοῦ σώματος.  Κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καθόταν ἔτσι πάνω στὸ πηγάδι. 

Ἦταν περίπου ἕκτη ὥρα. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ ἀντλήση νερὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς τῆς λέει·  δῶσε μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταὶ του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα καὶ ἡ Σαμαρείτισσα τοῦ εἶπε· Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητεῖς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα ποὺ εἶμαι Σαμαρείτισσα;

Εἶναι ἀνάγκη, ἀγαπητοὶ, νὰ ἐξετάσωμε γιατὶ ὥρισε καὶ τὸν τόπο καὶ τὴν ὥρα καὶ τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν. Τὸν τόπο, κάθισε κοντὰ στὸ πηγάδι· τὴν ὥρα, ἦταν περίπου ἡ ἕκτη ὥρα·  τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, οἱ μαθηταὶ του εἶχαν πάει στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Γιὰ ποιὸν λόγο ἀνάφερε τὸν τόπο; Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πνευματικὸ θήραμα πῆγε στὸ μέρος αὐτό, γιὰ νὰ τὸ συλλάβη. Δὲν βλέπεις τὶ κάνουν οἱ ψαράδες; Δὲν ἀνεβοκατεβαίνουν σὲ κάθε μεριὰ τῆς θάλασσας ἀλλὰ σ’ ὥρισμένο μέρος ποὺ ξέρουν ὅτι ὑπάρχουν ψάρια.  Γιατὶ αὐτὰ πηγαίνουν περισσότερο σὲ ὡρισμένα σημεία.

Ἔτσι κι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς, ὁ μέγας Θεὸς τῆς προφητείας, σὰν Θεὸς ἐγνώριζε, ὅτι ἐκεῖ μποροῦσε νὰ πιάση τὸ θήραμά του, τὴ Σαμαρείτισσα. Σὰν τοὺς ψαράδες ποὺ διαλέγουν τὸν τόπο καὶ ψαρεύουν ἔτσι κι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸ μέρος ὅπου μποροῦσε νὰ συλλάβη τὴ Σαμαρείτισσα καὶ χρησιμοποιῶνας αὐτὴ νὰ ἐπιτύχη πλούσιο ψάρεμα ἀπὸ ἀνθρώπους.  Γι’ αὐτὸ ἀνέφερε τὸν τόπο.  Γιατὶ ὅμως ἀνέφερε καὶ τὴν ὥρα; κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε ἔτσι στὰ χείλη τοῦ πηγαδιοῦ.

Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα περίπου. Ἄκουσε λοιπόν, ἀγαπητέ, καὶ γιὰ τὴν ὥρα. Μιὰ φτωχιὰ ἦταν ἡ Σαμαρείτισσα, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ τὴ δουλειὰ τῶν χεριῶν της.  Φτωχιά μὲ λίγους οἰκονομικοὺς πόρους, ὄχι ὄμως καὶ στὴν εὐσέβεια τῆς ψυχῆς. Ξυπνοῦσε λοιπὸν καὶ καταγινόταν μὲ τὸν ἀργαλειὸ γιὰ νὰ κερδίση τὴν ζωή της. Ἀλλὰ τὴν ἕκτη ὥρα ποὺ ὅλοι ξεκουράζοταν τότε ἐκείνη ἔπαιρνε τὴ στάμνα της καὶ τὴ γέμιζε. Ἤξερε λοιπὸν ὁ παντογνώστης Κύριος ὅτι τὴν ὥρα  ποὺ οἱ ἄλλοι ξεκουράζοταν ἐκείνη ἦταν ἀπασχολημένη μὲ τὸ κουβάλημα τοῦ νεροῦ. Καὶ γι’ αὐτὸ τὴν ἕκτη ὥρα πῆγε ὁ Κύριος, τότε ποὺ ἤξερε ὅτι ἐρχόταν γιὰ νερὸ καὶ μποροῦσε νὰ συλλάβη αὐτὸ τὸ πνευματικὸ θήραμα.

Καὶ γιὰ ποιό λόγο ὁ Κύριος ἀπομάκρυνε τοὺς μαθητάς του; Τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ὅτι οἱ μαθηταὶ του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἡ γυναῖκα ἦταν φτωχιά καὶ ἀξιολύπητη, ὅπως προηγουμένως εἴπαμε καὶ δὲν θὰ εἶχε τὸ θάρρος ν’ ἀντικρύση τόσους πολλούς, ποὺ τριγύριζαν τὸν Ἰησοῦ. Κι ἄν ἔβλεπε τὸ ἀξίωμα τοῦ δασκάλου, τοὺς μαθητὰς γύρω-γύρω, τὸν δάσκαλο, τοὺς διδασκομένους, τὸν κόσμο, τὴν τάξη, τὸ ἀξίωμα, τὸ ντύσιμο, τὴν ἐπισημότητα θὰ ἔφευγε ἀμέσως καὶ θὰ χανόταν τὸ θήραμα. Δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ πλησιάση καὶ τὸ ψάρι δὲν θὰ μπλεκόταν στὰ δίχτυα, δὲ θὰ πιανόταν, θὰ ξέφευγε.

Γι’ αὐτὸ ἔστειλε τοὺς μαθητὰς στὴν πόλη.  Τοὺς εἶπε, πᾶτε κι ἀγοράσετε τροφές.  Σεῖς πᾶτε ν’ ἀγοράσετε. Ἐγὼ ἔχω ἄλλο φαγητό.  Δική μου τροφὴ εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ νὰ ὁλοκληρώσω τὸ ἔργο του. Σεῖς τὰ σαρκικά, ἐγὼ τὰ πνευματικά·  σεῖς ἀγοράσετε, ἐγὼ σᾶς ἀπελευθέρωσα ἀγοράζοντάς σας.

Ὁ Χριστὸς σᾶς ἐλευθέρωσε ἀγοραζοντάς σας ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ σᾶς κατάρα, λέγει «τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς», ὁ Παῦλος.  Μὲ τὸ νερὸ θέλω νὰ συλλάβω αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ἁλίευμα. Ἔμαθες γιατὶ ἀναφέρεται καὶ ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα καὶ ἀπουσία τῶν μαθητῶν. Ἀνάγκη τώρα νὰ μιλήσωμε γιὰ τοῦτα.

Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ βγάλη νερό. Ἔρχεται ἡ Σαμαρείτισσα τὴν ἕκτη ὥρα ν’ ἀντλήση νερό, ἀφοῦ σταμάτησε τὸ ὑφάδι της, γιὰ νὰ πάρη νερὸ τὴν ὥρα τῆς ξεκούρασης καὶ ὅπως πολλὲς φορὲς ἀνάφερα τὴν ἕκτη ὥρα. Τοῦτο γιατὶ καὶ ὅταν ἡ Εὔα πάτησε τὴν ἐντολὴ ἦταν ὥρα ἕκτη περίπου. Γι αὐτὸ καὶ Σαμαρείτισσα σώθηκε στὸ πηγάδι αὐτὴν τὴν ἕκτη ὥρα. Ἦρθε ἡ  Σαμαρείτισσα ν’ ἀντλήση νερὸ καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ σὰν κάποιο ξένο καὶ μόνο, σὰν ὁδοιπόρο ποὺ ἤθελε ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν κάματο, καθισμένο κοντὰ στὸ πηγάδι. Εἶδε ἕναν περιφρονημένο ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν λογάριασε καθόλου. Αὐτὸς ὅμως ὁ Θεός, ποὺ ὄλα τὰ γνωρίζει πρὶν δημιουργηθοῦν, ἀφοῦ εἶδε τὸν θησαυρὸ τῆς πίστης ποὺ ἔκρυβε ἡ γυναῖκα τῆς εἶπε «δῶσε μου νὰ πιῶ».

Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, καθισμένος κοντὰ στὸ πηγάδι ζητᾶ νὰ πιῆ μὴ θέλοντας νὰ πιῆ ἀλλὰ νὰ δώση. Δῶσε μου νὰ πιῶ, γιὰ νὰ σοῦ δώσω νὰ πιῆς νερὸ ἀφθαρσίας. Γιατὶ ἐγὼ διψῶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.  Διψῶ ὄχι γιὰ νὰ πιῶ ἀλλὰ γιὰ νὰ ποτίσω. Μιμήθηκα τὸν πατέρα μου·  λέει ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ.  Δῶσέ μου τὸ γιό σου, πρόσφερέ μου  τὸν Ἰσαάκ, τὸ γιό σου τὸν ἀγαπητό, τὸ μονάκριβο.  Κάνε μου τον ὁλοκαύτωμα στὸ βουνὸ ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Δὲν τὸ εἶπε αὐτό, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ πάρη τὸ παιδὶ ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ χαρίση τὸ δικὸ του στὴν οἰκουμένη.

Γράφει ὁ γιὸς τῆς βροντῆς ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης: Τόσον ἀγάπησε τὸν κόσμο ὁ Θεός, ὥστε ἔδωσε τὸ μονάκριβό του γιὸ γιὰ νὰ μὴ χαθῆ ὅποιος πιστέψη σ’ αὐτὸν παρὰ νὰ ζήση αἰώνια. Δῶσε μου τὸ μονογενῆ σου γιὰ νὰ χαρίσω στὸν κόσμο τὸν ἀληθινὸ Μονογενῆ. Θυσίασε τὸ γιό σου, ὄχι γιὰ νὰ τὸν θυσιάσης ἀλλὰ γιὰ νὰ θυσιάσω τὸ γιό μου τὸν Μονογενῆ γιὰ σωτηρία τοῦ κόσμου, σὲ μιὰ θυσία ζωντανή, καλόδεχτη, ἅγια. Ὅμοια κι ἐδῶ·  δῶσε μου νὰ πιῶ, ὄχι γιὰ νὰ πιῶ ἀλλὰ νὰ ποτίσω.

Καὶ τοῦ λέει ἡ γυναῖκα·  πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῆς  ἀπὸ μένα τὴ Σαμαρείτισσα; Δὲν ὑπάρχουν σχέσεις ἀνάμεσα σὲ Ἰουδαίους καὶ Σαμαρεῖτες. Ἡ γυναῖκα μίλησε μὲ ἀκριβεια. Σ’ αὐτὰ δείχνει τὴν φιλοτιμία της ἡ πόρνη. Σ’ αὐτὰ ἀποδεικνύει τὴν τήρηση τοῦ νόμου. Τέτοιο εἶναι τὸ γένος τῶν Σαμαρειτῶν. Σὲ πορνεῖες μολύνονται καὶ μὲ τὸ νερὸ πιστεύουν  καὶ νομίζουν ὅτι καθαρίζονται. Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα τὴν Σαμαρείτισσα. Δὲν συναναστρέφονται οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς Σαμαρεῖτες.  Τὴν ψυχὴ ὁλόκληρη τὴν κάνουν ἕνα στίγμα καὶ θαρροῦν ὅτι καθαρίζουν τὸ σῶμα.

Ἔτσι κι ἡ Σαμαρείτισσα. Τὴν ψυχή της εἶχε βουτηγμένη στὶς πορνεῖες καὶ φιλονικεῖ γιὰ τὴν πόση λίγου νεροῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν τὴν ἀποστόμωσε, δὲν τῆς εἶπε ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἀπὸ Θεό·  ἐγὼ στερέωσα τὸν οὐρανὸ καὶ θεμελίωσα τὴ γῆ καὶ φιλονικεῖς γιὰ τὸ νερὸ καὶ τὴν πόση του καὶ μάλιστα σύ, γυναῖκα μολυσμένη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες; Τῆς εἶπε τοῦτο·  Ἄν ἐγνώριζες τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ λέει «δῶσε μου νὰ πιῶ», θὰ γύρευες ἐσὺ ἀπ’ αὐτὸν καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό.

Εἶδες πῶς σιγὰ-σιγὰ τῆς ξεσήκωσε τὴν ἐπιθυμία λέγοντάς της «ἄν ἤξερες τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ και ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ λέγει δῶσε μου νὰ πιῶ, θὰ τοῦ γύρευες ἐσὺ καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό». Κι ἡ γυναῖκα παρατηρεῖ: Κύριε μήτε κουβὰ ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ·  ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις καὶ μάλιστα νερὸ ζωντανό; Μήπως εἶσαι σὺ πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακώβ, ποὺ μᾶς ἔδωκε αὐτὸ τὸ πηγάδι, ἀπ’ ὅπου ἤπιε καὶ αὐτὸς καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ κοπάδια του; Εἶχε μεγάλη φαντασία ἡ γυναῖκα γιὰ τὸν Πατριάρχη Ἰακώβ (προσέξετε μὲ ἀκρίβεια) εἶχε μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὸν Ἰακώβ ἡ Σαμαρείτισσα κι εἶχε μεγάλη ἰδέα γι’ αὐτὸν τὸν πατριάρχη καὶ δίκαια·  γιατὶ ἦταν ὁ πατέρας τῶν δώδεκα πατριαρχῶν· γιατὶ οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἀκόμα ἐπειδὴ πάλεψε μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀποδείχτηκε δυνατός, ὥστε κι ὁ Θεὸς νὰ τοῦ πῆ· «Ἄφησέ με γιατὶ ἄρχισε νὰ ξημερώνη». Ὁ Θεὸς πάλευε μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἔλεγε. Ἄφησέ με γιατὶ εἶσαι φίλος μου κι ἄρχισε νὰ ξημερώνη.  Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε·  δὲν θὰ σὲ ἀφήσω ἄν δὲ μ’ εὐλογήσης.

Τί σημαίνει αὐτὸ καὶ ποιὸ τὸ νόημα τῆς πάλης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅτι ἔμελλε νὰ ντυθῆ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ τί τοῦ εἶπε ὁ Θεός; Δὲν θὰ σὲ λένε πιὰ Ἰακώβ ἀλλὰ Ἰσραήλ γιατὶ ἔδειξες δύναμη στὴ πάλη σου μὲ τὸν Θεὸ καὶ θὰ φανῆς δυνατὸς στὴν πάλη σου μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Εἶχε λοιπὸν ἡ γυναίκα μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν πατριάρχη. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε στὸν Κύριο. Μήπως εἶσαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακώβ ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ πηγάδι κι ἤπιε ἀπ’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ κοπάδια του.  Πρόσεξε τώρα τὴ σοφία τοῦ Κυρίου· πρόσεξε τὴν καλωσύνη τοῦ διδασκάλου.

Δὲν τῆς εἶπε «Ναί, ἐγὼ εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα σας Ἰακώβ·  οὔτε τῆς εἶπε, ὅπως εἶπε στοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ ὑπάρχω πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση ὁ Ἀβραὰμ ἤ σᾶς βεβαιώνω ὅτι πολλοὶ βασιλιάδες καὶ δίκαιοι μαζὶ καὶ προφῆτες ἐπιθύμησαν νὰ δοῦν αὐτὰ ποὺ βλέπετε ἐσεῖς καὶ δὲν τὰ εἶδαν. Τίποτ’ ἀπ’ αὐτὰ δὲν λέει στὴν γυναίκα, μόνο διακόπτει τὴν πάλη τὴ σχετικὴ μὲ τὸν πατριάρχη καὶ φανερὰ κάνει τὴ μάχη ἰσχυρότερη. Γιατὶ ἄν τῆς ἔλεγε ναί, εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, γιατὶ ἐκεῖνος ἀπὸ μένα δέχτηκε τὴν εὐλογία κι ἐγὼ τοῦ τὴν ἔδωσα ἀμέσως ἐκείνη μπορεῖ νὰ ἔπαιρνε δρόμο καθὼς δὲν θὰ μποροῦσε ν’ ἀντικρύση τέτοιο ὕψος ἀποκαλύψεων.

Τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν τῆς εἶπε, ἀλλὰ μὲ τὰ φαινόμενα κάνει τὸ πρᾶγμα σαφὲς καὶ ἀκαταμάχητο. Τῆς εἶπε καθένας ποὺ πίνει ἀπ’ αὐτὸ  τὸ νερὸ θὰ διψάση πάλι·  ὅποιος ὅμως πιῆ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγὼ δὲ θὰ διψάση στὸν αἰῶνα. Ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, θὰ γίνη μέσα του πηγὴ νεροῦ ποὺ σκιρτᾶ πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἀναφέρθηκαν τὰ πρόσωπα τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἄφησε τὴν πάλη γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ στρέφεται στὴν πάλη ἀνάμεσα στὰ φαινόμενα νερὰ καὶ στ’ ἀφανῆ χαρίσματα.

Ἄν ἔλεγε «ναί, εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰακώβ», ἀμέσως ἐκείνη θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε στὴν πόλη, θὰ ξεγλυστροῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπάντηση καὶ πρὶν μιλήση θὰ ἔφτανε στὴν πόλη λέγοντας·  τοῦτος δὲν εἶναι στὰ καλά του, εἶναι δαιμονισμένος, ἕνας τρελλός, εἶναι ἕνας ξένος ποὺ τὸν χτύπησε φρενίτης, εἶν’ ἕνας καταφρονεμένος, ἰσχυρίζεται πῶς εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας, πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνον πολὺ ἔγινε πατέρας τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀποδήμησε φτωχὸς καὶ γύρισε πλούσιος ἀπὸ οἰκονομία Θεοῦ.

Ἀλλὰ κατέβαινε στὸ ἐπίπεδο τῆς γυναίκας ὁ Χριστὸς καὶ ὑποχωροῦσε στὴν ἀδυναμία τῆς γυναίκας γιὰ νὰ τὴν ἀνεβάση λίγο-λίγο στὸ ὕψος τῶν δυνατῶν.

Ἄκουσε προσεκτικὰ τί κάνουν οἱ ψαράδες. Ρίχουν τὸ ἀγκίστρι στὴ θάλασσα κι ὅταν ἀντιληφθοῦν ὅτι πιάστηκε ψάρι, δὲν τὸ τραβοῦν πρὸς τὰ πάνω ἀμέσως, ἀλλὰ ὑποχωροῦν στὴν ἀρχὴ γιὰ νὰ καταπιῆ ὁλότελα κι ἀνυποψίαστα τὸ δόλωμα. Κι ὅταν καταλάβουν ὅτι ἔχει δεχθῆ τὸ ἀγκίστρι στὰ σπλάχνα μέσα καὶ στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τότε μὲ δύναμη τραβοῦν πρὸς τὰ πάνω τὸ ψάρι αὐτοὶ ποὺ πρῶτα ἦσαν ὑποχωρητικοί. Τό ἴδιο ἔκαμε καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν γυναῖκα.

Δὲν φανέρωσε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ὀμορφιὰ τῆς θεότητος οὔτε τῆς ἔδωσε ὑποσχέσεις γιὰ μεγάλα ἀγαθά, οὔτε τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπλασε τὸν Ἰακώβ. Ἀλλὰ ἄναψε τὴν ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς της, λέγοντάς της: καθένας ποὺ πίνει ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ διψάση πάλι· ὅποιος ὅμως πιῆ ἀπ’ τὸ νερὸ ποὺ θὰ δώσω ἐγὼ δὲ θὰ διψάση στὸν αἰῶνα. Ἀλλὰ τὸ δικό μου νερὸ θὰ γίνη πηγὴ ποὺ σκιρτᾶ πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἄφησε τὴν πάλη τῶν προσώπων καὶ ἦρθε στὴν ἀφθονία τῶν χαρισμάτων ἤ μᾶλλον δείχνει τὴν ὑπεροχὴ τους μέσα στὰ ἴδια τὰ πράγματα. Κι ἡ γυναίκα τοῦ λέει: Κύριε, δῶσε μου αὐτὸ τὸ νερό, νὰ μὴ διψῶ, οὔτε νὰ ἔρχωμαι νὰ βγάζω ἀπὸ τὸ πήγαδι.

Εἶδες πῶς ἀμέσως ἐπίστεψε πώς τὸ νερὸ ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴ  γέννηση τῆς δίψας; Κύριε, δῶσε μου αὐτὸ τὸ νερὸ νὰ μὴ διψῶ οὔτε νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ βγάζω ἀπ’ τὸ πηγάδι.  Τῆς  ξύπνησε λίγο-λίγο τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ πνευματικὰ νάματα. Πίστεψε πώς ἦταν νερὸ ποὺ τὸ ἔπινες καὶ δὲν ξαναδιψοῦσες.  Ποὺ τὸ ἔπινες καὶ ἐξαφανιζόταν τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτημάτων.  Δῶσε μου Κύριε τὸ νερό, νὰ μὴ διψῶ καὶ νὰ μὴν ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ τὸ βγάζω ἀπὸ τὸ πηγάδι.  Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Ἄν ἔχης σύντροφο τῆς ζωῆς σου, ἄς γίνη καὶ στὴν πίστη σου σύντροφος. Μὴν παίρνης μόνη σου τὴ δωρεὰ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων.

Πήγαινε καὶ φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Γι αὐτὸ ἦρθα στὴ γῆ, ὄχι γιὰ νὰ σώσω μόνο τὴν Εὔα στὸ πρόσωπο τῆς ἀειπάρθενης Μαρίας καὶ Θεοτόκου ἀλλὰ γιὰ νὰ ξανακαλέσω καὶ τὸν ἄνδρα πίσω στὸ παράδεισο μὲ τὸ πάθος μου.  Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα.

Κι ὁ Παῦλος ὀ δάσκαλος τῆς οἰκουμένης μὲ τὴν ἴδια σκέψη γράφοντας στοὺς Κορινθίους ἔλεγε. «Ποῦ ξέρεις γυναῖκα ἄν δὲ σώσης  τὸν ἄνδρα σου». Ἄς γυρίσουμε σ’  αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν.  Πήγαινε φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Τότε λέει ἡ γυναίκα: Δὲν ἔχω ἄνδρα. Ἄρχισε ἡ γυναίκα νὰ ξεσκεπάζη τὶς ἁμαρτίες της. Ἄρχισε νὰ ἐξομολογῆται καὶ νὰ λέη δὲν ἔχω ἄνδρα.  Καλὰ εἶπες, τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, δὲν ἔχω ἄνδρα. Εἶχες πέντε καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Αὐτὸ τὸ εἶπες ἀληθινό.

Τί σημαίνει αὐτό; Εἶχες πέντε ἄνδρες κι αὐτὸ ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Ἡ γυναῖκα εἶχε κάμει πέντε συζύγους καὶ πέθαναν· ὕστερ’ ἀπ’  αὐτοὺς ἔγινε πόρνη. Γι’ αὐτὸ κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ τὴν πλησιάση σὰ νόμιμη γυναῖκα. Κι αὐτὴ μὴ μπορῶντας νὰ χαλιναγωγίση τῆς ὁρμές της, εἶχε κρυφὰ αὐτὸν ποὺ πόρνευε μαζί της.  Καὶ δὲν ἦταν γνωστὴ οὔτε ἀναγνωρισμένη πόρνη, συζοῦσε κρυφά μὲ κάποιον. Ἐνόμιζε ὅτι ὁ Χριστὸς, σὰν ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ πλανηθῆ καὶ τοῦ ἔλεγε, ὅτι δὲν ἔχω ἄνδρα. Ὁ Χριστὸς, ποὺ γνωρίζει τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ πάντα πρὶν ἀκόμη γίνουν, τῆς λέει: Καλὰ εἶπες ὅτι δὲν ἔχω ἄνδρα· ἔλαβες πέντε κι αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι σύζυγός σου. Αὐτὸ τὸ εἶπες ἀληθινά.

Τοῦ λέει ἡ γυναίκα. Κύριε, νομίζω πὼς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας τελοῦν τὴ λατρεία τους σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς οἱ Ἰουδαῖοι λέτε, ὅτι ὁ τόπος τῆς λατρείας εἶναι τὰ Ἱεροσόλυμα. Ποιὸν προφήτη ἐννοεῖς γυναίκα; Αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγραψε ὁ Μωϋσῆς· ὅτι κάποιον προφήτη σὰν κι ἐμένα γιὰ χάρη σας θὰ παρουσιάση ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας ἤ κάποιον ἄλλο; Αὐτὸν γυναῖκα ἐννοεῖς ὅτι ξεσκεπάζει τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς. Ἀφοῦ εἶδε νὰ γίνεται ἡ ἀποκάλυψη τῶν ἁμαρτημάτων της ἀπὸ τὸν Κύριο, διαπιστώνει· Κύριε νομίζω πὼς εἶσαι προφήτης. Ἦταν τὸ ἴδιο σὰν νἄλεγε τὴ φράση τοῦ Δαυίδ· καθάρισέ με ἀπὸ τὶς μυστικὲς ἁμαρτίες μου.

Καθόταν ὁ Θεὸς καὶ μιλοῦσε μὲ τὴ γυναίκα. Τί πολλὴ φιλανθρωπία.  Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὶς ράχες τῶν χερουβείμ συνομιλεῖ μὲ μίαν πόρνη. «Νομίζω πώς εἶσαι προφήτης». Οἱ πατέρες μας ἔκαναν τὴ λατρεία τους σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ τόπος τῆς λατρείας εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ πόρνη ἀνοίγει συζήτηση δογματικὴ κι ἀφοῦ νόμισε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης δὲν ρώτησε τίποτε βιοτικό. Τὸν παραδέχτηκε σὰν Κύριο καὶ δὲν ζήτησε χρηματικὴ περιουσία. Τὸν παραδέχεται Κύριο καὶ δὲν ζητᾶ τίποτα παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς προγονικῆς πίστης. Οἱ πατέρες μας προσκυνοῦσαν σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα. Γιατὶ στὸ βουνὸ ἐκεῖνο τὸ Σώμωρ, ὁ Ἀβραὰμ πρόσφερε στὸ Θεὸ θυσία τὸ γυιό του καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰακώβ κατεβαίνοντας στὸ Λάβαν ἀπὸ τὴ Συρία εἶδε στ’ ὄνειρό του τὴ σκάλα ποὺ ἔφτανε ἀπὸ τὴ γῆ ὡς τὸν οὐρανὸ καὶ πάλεψε μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε «ὁ Θεὸς μοῦ παρουσιάστηκε στὴ Λούσα».

Γι’ αὐτὸ ἡ γυναίκα καταπιάνεται μὲ δόγματα καὶ λέει: «Νομίζω Κύριε, πὼς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προκυνοῦμε. Κι ὁ Κύριος ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἀντάξια σοφία του. Ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν θεωροῦσε Ἰουδαῖο κι ἐκείνη ἦταν Σαμαρείτισσα δὲν θέλησε ν’ ἀπαντήση στὴν ἐρώτησή της γιὰ νὰ μὴ διαψεύση  τὸ λόγο καὶ νὰ μὴν πεισμώση τὴ γυναῖκα. Γιατὶ δὲν ἐπιδίωκε τιποτ’ ἄλλο παρὰ ἤθελε νὰ ὁδηγήση τὴ γυναῖκα στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τῆς ἔδωσε κάποια ἀπότομη ἀπάντηση, γιὰ νὰ μὴ διαψεύση καὶ νὰ μὴν ντροπιάση τὴ Σαμαρείτισσα.

Ἄν τῆς ἔλεγε ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος τῆς λατρείας, ὅπως εἶχε ὁρίσει στοὺς Ἱσραηλῖτες ὁ Μωυσῆς, θὰ τὴν ἔκανε νὰ πεισματωθῆ. Ἐπειδὴ ὅπως εἴπαμε, κρατοῦσε μιὰ παλιὰ ἰδέα γιὰ τὸ ὅρος στὰ Σίκιμα, ὅτι σ’ αὐτὸ εἶχε λάβει ὁ Ἀβραάμ ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ θυσιάση τὸν Ἰσαάκ.  Κι ἄν πάλι ἀπὸ θέληση συγκαταβάσεως ἔλεγε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὄρος καὶ καλὰ κάμετε σ’ αὐτὸ τὴ λατρεία σας, πάλι θὰ ἦταν ψεύτικη βεβαίωση.

Γι’ αὐτὸ  ἀφοῦ  ἄφησε καὶ τὰ δύο αὐτὰ καθοδηγεῖ τὴ γυναῖκα στὴν πνευματικώτερη λατρεία καὶ τῆς λέει: Γυναῖκα, πίστεψέ με, ὅτι ἔρχεται στιγμὴ καὶ εἶναι καὶ τώρα, ὁπότε οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα δὲ θὰ προσκυνήσουν τὸ Θεό, ἀλλὰ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή. Τέτοιους προσκυνητὰς ζητεῖ ὁ Πατέρας. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ οἱ προσκυνηταί του πρέπει νὰ τοῦ ἀποδίδουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Βλέπετε διδασκαλία ἔξοχη, βλέπετε σοφία δασκάλου ἐφευρετικοῦ.  Γυναίκα, πίστεψε τὸ λόγο μου.  Προσέξετε πὼς οἰκοδομεῖ τὴν πίστη τῆς γυναίκας. Προσέξετε πὼς λίγο-λίγο ἀνεβάζει ἀνάλαφρα τὴν φυσή της στὸν οὐρανό. Χωρὶς νὰ λογαριάζη τὴν περιβολὴ τῆς πόρνης, γίνεται διάκονος τῆς ψυχικῆς της σωτηρίας. Γιατὶ δὲν ἦρθε νὰ καλέση σὲ μετάνοια τοὺς δίκαιους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Γιατὶ κατέβηκε στὸν κόσμο γιὰ τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς   οὐρανοὺς καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, μένοντας συνάμα αὐτὸς ποὺ ἦταν, χωρὶς νὰ στερήση τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ τὸν πατρικὸ κόλπο. Γυναίκα, πίστεψέ με, ἔρχεται στιγμὴ καὶ εἶναι καὶ τώρα, ὁπότε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταί, θ’ ἀποδώσουν στὸν πατέρα λατρεία πνευματικὴ κι ἀληθινή. Γιατὶ τέτοιους θέλει ὁ Θεὸς ἐκείνους ποὺ τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα κι αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Δὲν περιορίζεται σὲ λόγια ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἁπλώνεται παντοῦ ἡ ἐπίγνωση τῆς Θείας Χάρης. Δὲν οἰκειοποιοῦνται πιὰ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες τὸ σύμβολο τοῦ νόμου. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ προσκυνοῦν τὸ Θεὸ πρέπει νὰ προσφέρουν λατρεία πνευματική καὶ ἀληθινή. Ὄχι λατρεία μὲ ὁλοκαυτώματα ξένα ἀπὸ μᾶς, μόσχους καὶ κριάρια. Ὄχι πιὰ περιτομὴ καὶ τήρηση τοῦ Σαββάτου. Ὄχι Ναὸς τοῦ Σολομῶντος καὶ βωμὸς καὶ τράγος ἀποδιοπομπαῖος κι ἅγια τῶν ἁγίων. Ὄχι πιὰ σκιὰ τοῦ νόμου καὶ λατρεία καὶ Σάββατα ποὺ ἔχουν διαψευσθῆ. Γιατὶ τὶς πρωτομηνιὲς σας καὶ τὰ Σάββατα, λέει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτου, καὶ τὴ μεγάλη ἡμέρα δὲν τὰ ἀνέχομαι. Τὴ νηστεία καὶ τὴ σχόλη σας τὶς μισεῖ ἡ ψυχή μου. Οἱ προσκυνηταὶ θὰ πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία ἀληθινή. Ὅλα ἐκεῖνα σὰ σκιὰ ἔχουν περάσει. Τὰ παλιὰ πέρασαν, ὅλα τώρα ἔγιναν καινούργια. Ἄλλαξε ἡ σειρὰ τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ συγκεντρώνωνται σ’ ἕνα τόπο αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸν Θεό. Τὰ δῶρα τῆς σωτηρίας θέλω νὰ τὰ ἐπεκτείνω σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἡ λαλιά τους ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τὴ γῆ, σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεὸς κι αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Τοῦ λέει ἡ γυναίκα· Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται Χριστός. Ὅταν ἔρθη ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ φανερώση ὅλα. Ἡ πόρνη φιλοσοφεῖ ζητήματα πνευματικά, φέρνει στὸ στόμα της τὶς Θεῖες Γραφές.  Κι ἄν τὸ σῶμα της ἔχη βουτυχθῆ στὴν ἀκαθαρσία τῆς πορνείας, ἡ ψυχή της ἔχει καθαρισθῆ μὲ τὴν ἀναφορὰ καὶ τὴν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν. Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας.  Μεσσίας σημαίνει ὁ ἀλειμμένος. Γιὰ τοῦτο ἡ γυναῖκα λέει, προσδοκῶ τὸν ἀλειμμένον, αὐτὸν ποὺ ἡ σάρκα του θὰ ἀλειφθῆ μὲ τὴ Θεότητα. Ἐκεῖνος ὅταν ἔρθη θὰ μᾶς, τὰ φανερώση ὅλα. Ἰδοὺ πνευματικὴ προκοπή, ἰδοὺ πόρνη ποὺ τὰ γνωρίζει ὅλα. Προσέξετε πῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς πέταξε στοὺς οὐρανούς. Μεσσία ἀποκαλεῖ τὸν Χριστὸ ποὺ ἀποστέλλεται καὶ ἀναμένεται, ἐκεῖνον ποὺ ἔρχεται γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ εἶναι προφήτης καὶ κύριος.

Δὲν τὸν χαρακτηρίζει πιὰ Ἰουδαῖο, δὲν κάνει διάκριση στὸ νὰ τοῦ δώση νερό, δὲν τοῦ λέει πιά·  πῶς σὺ Ἰουδαῖος, ζητᾶς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα τὴ Σαμαρείτισσα; Δὲν συναναστρέφονται οἱ Σαμαρεῖτες μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ τοῦ λέει·  Κύριε, βλέπω πὼς εἶσαι προφήτης. Καὶ πάλι ἀσχολεῖται μὲ δόγματα. Οἱ πατέρες μας στὸ βουνὸ τοῦτο προσκύνησαν καὶ σεῖς ὑποστηρίζεται ὅτι εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προσφέρεται ἡ λατρεία. Προσέξετε πῶς ἁρπάζει τὴ δωρεὰ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων. Προσέξετε πὼς ὅλα τὰ ἐκθέτει μὲ τεκμηρίωση ἀπὸ τὴ Γραφή. Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ποὺ τὸν λένε Χριστό·  ὅταν ἔρθη αὐτὸς θὰ μᾶς τὰ φανερώση ὅλα. Αὐτὸν ἀναζητῶ, αὐτὸν προσδοκῶ, αὐτὸν περιμένω νὰ ὑποδεχθῶ. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ εἶμαι. Μεγάλα καὶ παράδοξα θαύματα. Αὐτὸ ποὺ σὲ πολλοὺς ἀποστόλους ἔκρυψε στὴν πόρνη ἀποκαλύπτει φανερά.

Στοῦ Κλεόπα δὲν φανερώθηκε στοὺς ἀποστόλους. Ἀλλὰ ὅταν ἄνοιξε τὰ μάτια τους, ἐξαφανίστηκε, ἀπὸ μπροστά τους. Κι εἶπαν οἱ μαθηταί·  Δὲν εἴχαμε φωτιὰ στὴν καρδιὰ μας, καθὼς μᾶς μιλοῦσε στὸ δρόμο καὶ μᾶς ἐξηγοῦσε τὶς Γραφές; Δὲν φανέρωσε τὸν ἑαυτὸ του σ’ ἐκείνους, ἐνῶ στὴ γυναίκα λέει, Ἐγὼ εἶμαι ποὺ σοῦ μιλῶ. Αὐτὸ μόνο στὸν Παῦλο τὸ ἔκαμε, ποὺ ἀνέβηκε ὡς τὸν τρίτο οὐρανό, καὶ ἁρπάχθηκε ὡς τὸν παράδεισο, κι ἄκουσε ἀνείπωτους λόγους κι ἔπιασε στὰ δίχτυα του τὴν οἰκουμένη. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε πιὸ μπροστὰ στὴν Σαμαρείτισσα.  Στὸν Παῦλο ὁλοκάθαρα τὸ φανέρωσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Σαῦλε, Σαῦλε, γιατὶ μὲ καταδιώκεις; Εἶναι σκληρὸ γιὰ σένα νὰ λακτίζης τὰ καρφιά.  Καὶ ὁ Σαῦλος ρώτησε·  ποιὸς εἶσαι Κύριε; Κι Ἐκείνος ἀποκρίθηκε: Εἶμαι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ποὺ σὺ κυνηγᾶς». Αὑτὸ τὸ λέει τώρα στὴν Σαμαρείτισσα: «Εἶμαι ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ».

Στὸ μεταξὺ ἔρχονται οἱ μαθητὲς καὶ τὸν βρίσκουν νὰ μιλᾶ μὲ τὴ γυναίκα. Ἀπόρησαν ποὺ μιλοῦσε μὲ γυναίκα. Αὐτὸς ποὺ συμβασιλεύει μὲ τὸν Πατέρα τὴν ἀτελείωτη βασιλεία, μιλοῦσε μόνος σὲ μιὰ γυναῖκα μόνη. Ἐκείνη ὅμως ἄφησε τὴ στάμνα της καὶ μπῆκε στὴν πόλη. Ἄφησε τὴ στάμνα της, γιατὶ γέμισε μὲ τὰ ζωντανὰ νερὰ καὶ ἀφοῦ μπῆκε φώναξε στοὺς πολῖτες: Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα.  Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός; Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον.

Δὲν εἶπε, ἐλᾶτε νὰ δῆτε τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ νομίσυν οἱ ἄνθρωποι ὅτι παραφρόνησε. Γιὰ νὰ μὴν ποῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι αὐτὴ εἶναι τρελλή.  Πότε εἶδε κανεὶς τὸν Θεὸ νὰ περπατᾶ; Πότε εἶδε κανένας τὸν Θεὸ νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους;  Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Τοὺς ξυπνᾶ τὴν ἐπιθυμία νὰ βγοῦν καὶ νὰ πιαστοῦν. Ὅπως πιάστηκε στὸ δίχτυ, θέλει νὰ πιάση. Εἶδε ἕνα Ἰουδαῖο κι ἔχασε ἡ ἴδια στὴν ἀντίληψη τοῦ Κυρίου κι ὁδηγεῖ τοὺς ἄλλους νὰ φτάσουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό.

Πόρνη μὲ συνείδηση ἀποστόλου ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους πιὸ δυνατή. Γιατὶ οἱ ἀπόστολοι περίμεναν νὰ συμπληρωθῆ ὁλόκληρη ἡ Θεία Οἰκονομία καὶ τότε ἄρχισαν τ’ ἀποστολικά τους κηρύγματα. Ἡ πόρνη ὅμως πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση εὐαγγελίζεται τὸν Χριστό.  Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Διαλαλῶ τὰ ἁμαρτήματά μου, γιὰ νὰ ὁδηγήσω σᾶς. Γιὰ νὰ δῆτε σεῖς τὸν Θεὸ ποὺ ἔφτασε στὸν κόσμο, πομπεύω τὰ σφάλαμτά μου. Κι ἄς προσκυνιέται ὁ Χριστὸς ποὺ δὲν ἀποστρέφεται τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός;

Πρόσεξε τὴ σοφία τῆς γυναίκας, πρόσεξε τὴν εὐγνωμοσύνη τῆς πόρνης.  Ἕνα ἁμαρτημα τῆς εἶπε ὁ Χριστός, τὴν πορνεία μονάχα, κι ἐκείνη ἄφησε τὴ στάμνα κι ἔτρεξε στὴν πόλη λέγοντας. Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Κηρύττει αὐτὸν ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα, κηρύττει πιὸ μεγαλόφωνα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους. Δὲν τὸν εἶδε νὰ σηκώνεται ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν εἶδε τὸν τετραήμερο Λάζαρο νὰ ξαναπροσκαλῆται ἀπὸ τὸν τάφο, δὲν εἶδε τὸ θάνατο νὰ φυλακίζεται, δὲν εἶδε τὴ θάλασσα νὰ χαλιναγωγῆται μὲ τὰ λόγια.  Δὲν εἶδε τὸν πλάστη τοῦ Ἀδὰμ στὴν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ ν’ ἀναπληρώνη μὲ πηλὸ τὸ φυσικὸ ἐλάττωμα, ὅμως τὸν κεραμουργὸ τοῦ παραδείσου διαλαλοῦσε μὲ τὸ λόγο της. Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Κι ἀπὸ τὴν πόλη ἐκείνη τῶν Σαμαρειτῶν πίστεψαν σ’ αὐτὸν πολλοὶ ἀπὸ τὰ λόγια τῆς γυναίκας, ποὺ μαρτυροῦσε ὅτι «μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα».

Ἄς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴ Σαμαρείτισσα καὶ χωρὶς νὰ νιώθουμε παράλογη ἐντροπὴ γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, νὰ φοβώμαστε τὸν Θεό. Τώρα ὅμως βλέπω νὰ γίνεται τὸ ἀντίθετο·  δὲν φοβόμαστε αὐτὸν ποὺ πρόκειται νὰ μᾶς κρίνη, ἀλλὰ τρομάζομε αὐτοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς βλάψουν σὲ τίποτα καὶ φοβόμαστε μὴ μᾶς προσβάλλουν. Γι  αὐτὸ τιμωρούμαστε γι’ αὐτὰ ποὺ φοβόμαστε.

Αὐτὸς ποὺ ντρέπεται νὰ φανερώση τ’ ἁμαρτήματα του σὲ ἄνθρωπο, δὲν ντρέπεται ὅμως νὰ τὰ πράξη μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν θέλει νὰ ὁμολογήση καὶ νὰ μετανοήση, θὰ θεατριστῆ ἐκείνη τὴ μέρα ὄχι μπροστὰ σ’ ἕνα καὶ σὲ δύο, ἀλλὰ στὰ μάτια ὅλης τῆς οἰκουμένης. Ἄς συνομιλήσωμε λοιπὸν μὲ τὸν Χριστό, γιατὶ καὶ τώρα ἀνάμεσά μας στέκεται καὶ μᾶς μιλᾶ μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων.

Ἄς τὸν ἀκούσωμε καὶ ἄς τὸν πιστέψουμε. Ὡς πότε θὰ ζοῦμε στὰ χαμένα. ὅταν ξοδέψουμε ἄσκοπα τὸ χρόνο ποὺ μᾶς δόθηκε, θὰ πᾶμε γιὰ νὰ λάβουμε τὴν ἔσχατη τιμωρία, γιὰ τὴν ἄσκοπη δαπάνη. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔφερε  ὁ Θεὸς σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ μᾶς ἔβαλε λογικὴ ψυχή, ὄχι γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μόνο τὴ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθοῦμε ὅλοι γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς μέλλουσας ζωῆς. Γιατὶ τ’ ἄλογα μόνο χρησιμοποιοῦνται στὴ παροῦσα ζωή. Κι ἐμεῖς γι’ αὐτὸ ἔχουμε ἀθάνατη ψυχή, γιὰ νὰ πράξουμε ὅλα μὲ σκοπὸ τὴν ἐκεῖ ζωή, γιὰ νὰ λάμψουμε ἐκεῖ, γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὸ χορὸ τῶν ἀγγέλων, γιὰ νὰ εἴμαστε κοντὰ στὸ βασιλιὰ γιὰ πάντα, στοὺς ἄφθαρτους αἰῶνες.

Γι αὐτὸ  ἔχει γίνει ἀθάνατη ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα θὰ ξαναγίνη πάλι. Κι ἄν εἶσαι προσηλωμένος στὰ γήϊνα, ἐνῶ εἶσαι προωρισμένος γιὰ τὸν οὐρανό, κατάλαβε πόσο βαριὰ ὑβρίζεις τὸ δωρητή, ὅταν ἐκεῖνος σοῦ προτείνη τὰ ὑψηλὰ καὶ σὺ δὲν τὰ πολυλογαριάζεις καὶ τὰ ἀλλάζης μὲ τὰ γήινα.  Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς ἀπείλησε μὲ τὴ γέενα, ἀφοῦ τὸν περιφρονοῦμε.  Γιὰ νὰ μάθης ἐκεῖ πόσα πολλὰ καλὰ ἔχεις στερήσει τὸν ἑαυτό σου. Ἀλλὰ ποτὲ νὰ μὴ συμβῆ νὰ δοκιμάσης τὴν κόλαση. Παρὰ ἀφοῦ εὐαρεστήσουμε, μακάρι νὰ ἐπιτύχουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά μὲ τὴ χάρη καὶ τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη καθὼς καὶ στὸν Πατέρα μαζί καὶ τὸ ἅγιο καὶ ζωοπάροχο πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν



Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Διατί τό πάτριον Ἑορτολόγιον εἶναι τό ὀρθόν καί ὄχι τό νέον

ΤΕΤΆΡΤΗ, 22 ΜΑΪ́ΟΥ 20


Διατί τό πάτριον Ἑορτολόγιον εἶναι τό ὀρθόν καί ὄχι τό νέον

Τό παλαιόν (Ἰουλιανόν) ἡμερολόγιον, ἀποτελεῖ παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι εὐλογημένον, διότι μέ αὐτό...






ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΙΤΗΣΑΜΕΝΟΙ ΕΑΥΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΣΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΗΜΩΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ


Ὁ πιστός λαός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό πεντηκονταετίας καί πλέον ἀγωνίζεται νά κρατήσει ἀνόθευτο τό θησαυρό τῆς πίστεως...


Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἰουνία οἱ Ἀπόστολοι (17 Μαΐου)


Τὰ σαρκικὰ πάθη, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, δύσκολα ἀφήνουν νὰ ἀναπτυχθεῖ ἁγνὴ φιλία, καὶ εἰδικότερα ἁγνὴ συνεργασία, μεταξὺ ἑνὸς ἄνδρα καὶ μίας γυναίκας. Ὅμως, δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο. Κατορθώνεται, ὅταν μέσα στὶς ψυχὲς καὶ τῶν δυὸ φίλων ῥιζώσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε νεκρώνεται τὸ σαρκικὸ φρόνημα καὶ ἐνδιαφέρει μόνο τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο συνεργάσθηκαν καὶ οἱ ἀπόστολοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἰουνία. 

Μὲ τὴν ἁγνή τους συνεργασία, πέτυχαν νὰ ἀποσπάσουν πολλοὺς εἰδωλολάτρες ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ κτίσουν πολλὲς ἐκκλησίες. Συνεργάσθηκαν μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφει στὴν πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολή του: 
«Ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἴουνιάν τους συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινες εἰσὶν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἳ καὶ πρὸ ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν Χριστῷ». Δηλαδή, χαιρετῆστε τὸν Ἀνδρόνικο καὶ τήν Ἰουνία, τοὺς συμπατριῶτες μου, ποὺ καταδιώχθηκαν καὶ φυλακίσθηκαν μαζί μου καὶ εἶναι διακεκριμένοι μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἀποστολὴ τοῦ κηρύγματος, καὶ οἱ ὁποῖοι μάλιστα προσῆλθαν στὸ Χριστὸ πρωτύτερα ἀπὸ μένα.

Ὁ Ἀνδρόνικος καὶ ἡ Ἰουνία, ἀφοῦ ἔλαμψαν μὲ τοὺς ἀγῶνες τους γιὰ τὴν πίστη, εἰρηνικὰ ἀποδήμησαν στὴν αἰώνια ζωή. (Κατ᾿ ἄλλους Συναξαριστὲς ἡ Ἰουνία λαμβάνεται σὰν Ἰουνίας, δηλ. ἀρσενικοῦ γένους).

ἈπολυτίκιονἮχος α'.
Τὸν τάφον σου Σωτὴρ. (ψάλεται ως κάθισμα)

Δυὰς φωτοειδής, ἱερῶν Ἀποστόλων, καὶ κήρυκες Χριστοῦ, ἀνεδείχθητε κόσμω, τοὶς πάσι κατασπείραντες, τὸ τῆς χάριτος κήρυγμα, ὅθεν σήμερον, ἠμᾶς πιστῶς εὐφημοῦμεν, ὢ Ἀνδρόνικε, καὶ Ἰουνία θεόφρον, Χριστὸν μεγαλύνοντες.

Να είσαι χαρούμενος (Μέγας Βασίλειος)


Μέγας Βασίλειος

Είσαι άρρωστος; Να είσαι χαρούμενος. Γιατί «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί» (Εβρ. 12, 6).

Είσαι φτωχός;
Να ευφραίνεται η ψυχή σου, γιατί σε περιμένουν τα αγαθά του φτωχού Λαζάρου.

Σε συκοφαντούν και σε κακομεταχειρίζονται για το Όνομα του Χριστού; Είσαι μακάριος, γιατί η καταισχύνη σου θα μετατραπεί σε δόξα αγγελική.

Είσαι δούλος; Ευχαρίστησε τον Θεό και έτσι θα έχεις μαζί σου πάντα Εκείνον που ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Ευχαρίστησέ Τον,
γιατί είσαι σε καλύτερη κατάσταση από κάποιον άλλο, γιατί ούτε σε καταναγκαστικά έργα σε έστειλαν, ούτε σε μαστιγώνουν.

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




"Άρα ουν αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου, είτε δι επιστολής ημών" (Β΄ Θεσσαλονικείς, 2/β΄ 15).



Πέρα δηλαδή από αυτά που μας παρέδωσαν οι απόστολοι με τις γραπτές επιστολές τους καλούμαστε να εφαρμόσουμε και όσα προφορικά λέχθησαν από αυτούς.

Άρα η Ιερά Παράδοσις είναι το σύνολο των γραπτών και προφορικών παραδόσεων της εκκλησίας μας.

Άναπόσπαστο μέρος της χριστιανικής πίστης είναι η γνήσια και έγκυρη διαδοχή των λόγων του Χριστού από τους Αποστόλους, δηλαδή, από την ίδια την Εκκλησία του Χριστού. Εκτός από τις γραπτές μαρτυρίες, τις επιστολές τών αποστόλων, στην Εκκλησία παρέμεινε και ο λόγος τους, που διεσώθηκε ως σήμερα, με την υπόλοιπη παράδοση.

Όπως η Εκκλησία εγγυήθηκε για την αξιοπιστία τής Αγίας Γραφής, κατά τον ίδιο τρόπο, εγγυάται για την αξιοπιστία και τής υπόλοιπης Εκκλησιαστικής παραδόσεως.
Η Ιερή Παράδοση αποτελείται λοιπόν από την Αγία Γραφή, τις αποφάσεις τών οικουμενικών συνόδων, τα κείμενα τών πατέρων που εγκρίθηκαν από τις οικουμενικές συνόδους, την υμνολογία τής Εκκλησίας, τα Λειτουργικά κείμενα και την διαδοχή των προφορικών λόγων των αποστόλων.


Ιερά Παράδοσις: Πηγή της Ορθοδόξου Πίστεως

Οι ορθόδοξοι μιλούν πάντοτε για την παράδοση. Τί εννοούν όμως μ΄ αυτή τη λέξη; Η συνηθισμένη αντίληψη είναι πως παράδοση είναι η μετάδοση από τους προγόνους στους απογόνους μίας γνώμης, μίας πίστης ή ενός εθίμου. Από την άποψη αυτή, Χριστιανική Παράδοση είναι η πίστη και η πράξη που μετέδωσε ο Ιησούς Χριστός στους Αποστόλους, και η οποία από την εποχή των Αποστόλων έχει παραδοθεί, από γενιά σε γενιά, στην Εκκλησία.

Για έναν Ορθόδοξο όμως Χριστιανό, Παράδοση σημαίνει κάτι πολύ πιό συγκεκριμένο και ειδικότερο απ΄ αυτό. Παράδοση είναι τα βιβλία της Αγίας Γραφής, το Σύμβολο της Πίστεως, οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τα γραφτα τών Πατέρων, οι Κανόνες, τα λειτουργικά βιβλία, οι άγιες εικόνες.

Στην πράξη Παράδοση είναι ολόκληρο το δογματικό σύστημα, η εκκλησιαστική διοίκηση, η λατρεία, η πνευματικότητα και η τέχνη που έχουν διαμορφώσει οι ορθόδοξοι μέσα στους αιώνες.

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Τι είναι ο Οικουμενισμός


υπό Αλεξάνδρου Καλόμοιρου

Για όσους αγνοούν ακόμη τί είναι το παγκόσμιο ενωτικό κίνημα, που λέγεται Οικουμενισμός, υπάρχει ένα πολύ διαφωτιστικό κείμενο του αρχι-ενωτικού της Ελλάδος, καθηγητού Αμίλκα Αλιβιζάτου, στην εφημερίδα "Καθολική" της 10-2-1965, με τίτλο "Οικουμενική κίνησις από ορθοδόξου πλευράς". Ο κ. Αλιβιζάτος γράφει, χαρακτηριστικώς, τα εξής: "Μέσα εις την οικουμενικήν κίνησιν ούτε εγώ πρόκειται να γίνω Καθολικός ή Προτεστάντης, ούτε εκείνοι να γίνουν Καθολικοί ή Ορθόδοξοι. Αυτό θα ήτο ένας κακός και πανάθλιος οικουμενισμός. Ο αληθινός οικουμενισμός προσπαθεί να εύρη την αλήθεια, διά να προπαρασκευάση την μεγάλην ημέραν της χαράς της ενώσεως".
Μέσα στον οικουμενισμό, λοιπόν, όπως ομολογεί ο κ. Αλιβιζάτος, καμμιά Εκκλησία δεν ισχυρίζεται ότι ευρίσκεται εν τη αληθεία, καμμία Εκκλησία δεν πιστεύει ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού. Μέσα στον Οικουμενισμό όλοι ομολογούν ότι έχουν χάσει την αλήθεια και όλοι μαζί προσπαθούν να την βρουν. Δεν νοείται συμμετοχή στο Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών ή σε όποιον δήποτε διάλογο, χωρίς αυτήν την βασική ομολογία και χωρίς αυτήν την αναζήτησι.
Οι Διαμαρτυρόμενοι, βεβαίως, ποτέ δεν πίστεψαν ότι ευρίσκονται εν τη αληθεία και ποτέ δεν έπαψαν να την αναζητούν, ο καθένας με τον τρόπο του, από συστάσεως της αιρέσεώς τους. Γι' αυτό και δεν ήταν καθόλου παράξενο το ότι ίδρυσαν το Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών. Οι Πάπαι, μέχρι χθες, έκαναν πως πιστεύουν ότι είναι αλάθητοι. Σήμερα ομολογούν και αυτοί εμμέσως την πλάνη τους, χωρίς βεβαίως να παραιτούνται των κυριαρχικών των απαιτήσεων, οι οποίες έχουν παρει τώρα οικουμενική ή μάλλον πανθρησκευτική μορφή. Να τί γράφει, εν συμπεράσματι, ο Παπικός ιερωμένος Ελπίδιος Στεφάνου, στο άρθρο του "Καθολική Εκκλησία και Οικουμενική κίνησις", στην ίδια εφημερίδα: "Ειλικρινώς και εμπράκτως η Καθολική Εκκλησία τείνει προς την ανανέωσιν, ίνα ανταποκριθή, όσον ένεστι τελειότερον", εις την φωνήν της χάριτος, της καλούσης ημάς διά των σημείων των καιρών". Όσοι από τους "Ορθοδόξους" συμμετέχουν στην Οικουμενική κίνησι, ομολογούν και αυτοί και διά μόνης της παρουσίας των, ότι, κατά την γνώμη τους, και η Ορθοδοξία έχει χάσει την αλήθεια και πρέπει να ψάξη μαζί με τις άλλες τις αιρέσεις να την βρη.
Εφ' όσον, λοιπόν, όλοι οι συμμετέχοντες στην Οικουμενική κίνησι πιστεύουν, ότι έχει χαθή η αλήθεια, είναι φυσικό να μη προσπαθούν να φέρη ο ένας τον άλλο στην "Εκκλησία" του. Ποιος ο λόγος αλήθεια, να θέλης να βγάλης τον άλλον από την πλάνη του, όταν ξέρης ότι δεν έχεις να του προσφέρης παρά μόνον μίαν άλλη πλάνη; Αντίθετα από ό,τι έκαμαν οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι Ισαπόστολοι μέχρι τις μέρες μας, οι Ενωτικοί δεν προσπαθούν να προσελκύσουν ανθρώπους προς την Εκκλησία, δεν προσπαθούν να αλιεύσουν ψυχές. Γι' αυτούς η Εκκλησίας του Χριστού δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν μόνον, σε κάθε "Εκκλησία", μερικά καλά και άγια εναπομέναντα στοιχεία, όπως τα κουρέλια ενός κατεστραμμένου  παλαιού χιτώνος, σκορπισμένα ανάμεσα σε άλλα πολλά κουρέλια που είναι κομμάτια φιλοσοφικών τριβώνων ή ράσων παλαιών και νέων αιρεσιαρχών. Αυτά τα "κομμάτια του χιτώνος" όπως τα ονομάζει στο ίδιο κείμενο ο κ. Αλιβιζάτος, προσπαθεί να συρράψη κατά ορθολογιστικό τρόπο ο Οικουμενισμός, αφού πρώτα, ύστερα από πολλές και επίπονες συνεδριάσεις, θα αποφασισθή ποια  από τα κουρέλια της κάθε "Εκκλησίας" ανήκουν στον χιτώνα του Χριστού και ποια όχι. Έτσι, όταν θα τελειώση η συρραφή των κουρελιών, και θα ξανασχηματισθή ο Χιτών του Χριστού, ο άρραφος, πλην όμως μπαλωμένος και κατατρυπημένος, και τότε πια θα εορτάσουν οι Χριστιανοί την μεγάλη ημέρα της ενώσεως!...
Ιδού το "πιστεύω" των ενωτικών. Ο κάθε άνθρωπος, φυσικά, έχει το δικαίωμα να πιστεύη ό,τι θέλει. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να προσποιήται τον Ορθόδοξο ή να ομιλή "από ορθοδόξου πλευράς" όταν έχη απαρνηθή και δημοσίως την Ορθοδοξία. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν "εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν" και σ' αυτήν την Εκκλησία την νύμφη του Χριστού, που δεν έχει χάσει ποτέ την αλήθεια, που δεν χώρισε ούτε θα χωρισθή ποτέ από τον Νυμφίο της, εύχονται (οι Ορθόδοξοι) να επιστρέψουν όλα τα πλανημένα πρόβατα, που έχασαν την μάντρα τους. "Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία Σου καθολική και αποστολική Εκκλησίας (Λειτουργία Μεγάλου Βασιλείου).
Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ούτε ίχνος αληθείας, γιατί έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ο Χριστός, υπάρχουν μόνο αντιλήψεις περί Χριστού. Η αλήθεια δεν τεμαχίζεται για να βρίσκη κανείς κομμάτια της εδώ κι' εκεί. Η αλήθεια είναι ο Χριστός και τον Χριστό τον βρίσκει κανείς μόνο μέσα στην Εκκλησία Του.
Η αληθινή αγάπη, όταν υπάρχη, μόνον ένα πράγμα υπαγορεύει στον χριστιανό: να κηρύξη την πίστι του, να καλέση στην μάντρα του Χριστού όλα τα πρόβατα που περιπλανώνται στην χωρίς νερό έρημο αυτού του κόσμου. Ο "Ορθόδοξος", που λέγει στους αιρετικούς: "μείνετε Προτεστάντες, μείνετε Παπικοί", μπορεί να κινήται από ευγένεια, που είναι μια κοσμική αρετή, που αποβλέπει στο να μη στεναχωρέσουμε τον άλλον, για να περνούμε όλοι καλά αυτήν την ζωούλα μας· δεν κινείται όμως από την αγάπη του Χριστού. Αυτός που αγαπάει δεν μπορεί να βλέπη τον αδελφό του στο σκοτάδι και να μη προσπαθή να τον ελκύση προς το φως. Δεν μπορεί να τον βλέπη να πεινάη και να διψάη, πείνα και δίψα λόγου Θεού και να μη του δίνη το ψωμί και το νερό, που έχει ο ίδιος άφθονο. "Επείνασα γαρ και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατέ με". Οι Ενώτικοι δεν κηρύσσουν την αγάπη, κηρύσσουν τρόπους καλής συμπεριφοράς. Ο Χριστιανός όμως δεν σκέπτεται τρόπους καλής συμπεριφοράς, όταν βλέπη τον αδελφό του να τον κρατούν στα ανήλια μπουντρούμια της ψευτιάς, όσοι έχουν συμφέρον γι' αυτό.
Ας αναλογισθούν λοιπόν ξανά, όσοι με επιπολαιότητα ήσαν μέχρι τώρα υπέρ της "ενώσεως των Εκκλησιών", τι σημαίνει να είναι Ενωτικός - και ας διαλέξουν τον δρόμο τους.  

(ΤΥΠΟΣ Ελληνικός-Ορθόδοξος, αρ. 51, Απρίλιος 1965)

ΠΗΓΗ:http://antioikoumenistes.blogspot.gr/2013/05/blog-post_29.html


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ (16 Μαΐου)


«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό  με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια  δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367 μ.Χ.»

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8).
῾Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο,  προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας᾽(῾Νέφει την επίβασιν αυτού τιθείς ως Δεσπότης, εν νεφέλη κούφη πριν καταβάς εις Αίγυπτον τους εκλάμψαντας εκλεκτούς προώρισε, τους αρπαζομένους εν νεφέλαις ως θεόφρονας, μεθ᾽ ων Θεόδωρος ο Ηγιασμένος Πατήρ ημών᾽) (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: ῾Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών᾽(῾Αίγυπτος η πρότερον δαιμονικαίς μαινομένη τελεταίς και πάθεσιν, ασκητών νυν τάγμασιν ωραΐζεται᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.


Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. ῾Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του᾽(῾Ομόσκηνος Παχωμίω τω θείω γενόμενος, τους τρόπους εζήλωσας, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, τούτου την εγκράτειαν και την ορθόδοξον πίστιν εκμιμούμεος᾽) (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα,  προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του, προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού, ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. ῾Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε᾽(῾Μάρτυς γεγονώς στερρός προς αμαρτίας μέχρις αιμάτων ανθιστάμενος, θεόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστιστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από την αδιάκοπη μελέτη του. ῾Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός᾽(῾Μελετών τον νόμον εμμελώς, Πάτερ, τον αγνότατον, όλος αγνός και καθαρός γεγένησαι᾽) (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και ψεκτών παθών.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.

Δῶρον πέφηνας, ἁγιωσύνης, τὸν πανάγιον, δοξάσας Λόγον, ἠγιασμένε θεόφρον Θεόδωρε, ὅθεν βλυστάνεις ἐκ θείας χρηστότητας, ἁγιασμὸν ἀληθῆ τοὶς βοώσι σοι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.



Τρίτη 28 Μαΐου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Κατὰ τὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἅγιοι εἶναι οἱ γνήσιοι θεράποντες τοῦ Χριστοῦ. «Ἅγιοι εἶναι οἱ εὐσεβεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι διὰ μὲν τῆς τελείας ἀγάπης των πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τῆς ἀκριβεστέρας ὑπακοῆς των εἰς τὸν Νόμoν Του εὐηρέστησαν ἐνώπιόν Του, διὰ δὲ τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡγιάσθησαν, ἐθεώθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ τὴν κοίμησίν των... καὶ διὰ τῆς δοθείσης εἰς αὐτοὺς παρρησίας πρεσβεύουν ὑπὲρ ζώντων καὶ κεκοιμημένων» (Ἐπισκόπου Μελετίου, Ἁγιολογία).

Ἡ ὀνομασία Ἅγιος δίδεται κατ᾿ ἀρχὰς στοὺς Μάρτυρες ποὺ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἐθανάτωσαν (μαρτύρησαν). Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν ἡ ὀνομασία δίνεται καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἁγία ζωή τους.
Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας σέβονται καὶ τιμοῦν τοὺς Ἁγίους «ἐν λόγοις, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασι (μὲ ὕμνους καὶ τροπάρια), ἐν θυσίαις (θεῖες Λειτουργίες), ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι» (Συνοδικὸ Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδoυ), ἐπειδὴ αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν τιμὴ καὶ δόξα στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔχουν παρρησία στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ μεσιτεύουν ὑπὲρ ἡμῶν.
Προσφέρουμε τὴν τιμή μας στοὺς Ἁγίους ὅλους καὶ στὴν Παναγία καὶ στοὺς ἁγίους Ἀγγέλους, ἀλλὰ λατρεία προσφέρουμε μόνο στὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Προσκυνοῦμε καὶ ἀσπαζόμαστε τὶς ἱερὲς εἰκόνες τῶν Ἁγίων τιμητικὰ (ἡ προσκύνηση διαβαίνει στὸ πρωτότυπο, τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο καὶ ὄχι στὸ ὑλικὸ τῆς εἰκόνας) καὶ τοῦ Θεοῦ λατρευτικὰ (τιμητικὴ - λατρευτικὴ προσκύνηση).

Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν τιμὴ αὐτὴ στοὺς Ἁγίους τὴν ἐκδηλώνει:
α. Μὲ ἀνέγερση Ναῶν στὸ ὄνομά τους καὶ τὴν τοποθέτηση ἱερῶν λειψάνων τους στὴν Ἁγία Τράπεζα.
β. Μὲ προσκύνηση τῶν Ἱερῶν εἰκόνων καὶ λειψάνων τους.
γ. Μὲ θέσπιση ἑορτῶν πρὸς τιμή τους.
δ. Μὲ συγγραφὴ ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν, ἐγκωμίων κ.λπ.
ε. Μὲ ἐπίκληση τῶν πρεσβειῶν τους καὶ πίστη στὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς μεσιτείας τους. Συγχρόνως μας προτρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὸ φρόνημα καὶ τὴ ζωή τους, ὑπενθυμίζοντάς μας τὸ «Ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἐγὼ Ἅγιος εἰμί» (Α´ Πέτρ. α´, 16) καὶ ὅτι «Μνήμη Ἁγίου, μίμηση Ἁγίου» (Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας).

Σ᾿ αὐτὴ τὴ μίμηση διευκολύνει ἡ Ἐκκλησία τοὺς πιστοὺς μὲ τὴν καθιέρωση ἑορτῶν πρὸς τιμή τους. Καὶ ὑπάρχουν;
α. Ἐπέτειοι τοῦ Μαρτυρίου ἢ τῆς κοιμήσεως τῶν Ἁγίων. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ὀνομάζεται «μνήμη Ἁγίου» ἢ «γενέθλιος ἡμέρα» τοῦ Ἁγίου (εἰσῆλθε - γεννήθηκε στὴν αἰώνια ζωή)1.
β. Συνάξεις. Πρόκειται γιὰ ἑορτὲς ποὺ τελοῦνται τὴν ἑπόμενη ἡμέρα μιᾶς Δεσποτικῆς ἢ Θεομητορικῆς ἑορτῆς. Συνάζονται οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ τιμήσουν τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο συμμετεῖχε ἢ συνέβαλε στὴν ἑορτή. Ἔτσι ἔχουμε: Σύναξη τῆς Θεοτόκου στὶς 26 Δεκεμβρίου (αὐτὴ ἐγέννησε τὸν Χριστό), Σύναξη τοῦ Προδρόμου στὶς 7 Ἰανουαρίου (αὐτὸς βάπτισε τὸν Χριστό), Σύναξη τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ στὶς 26 Μαρτίου κ.λπ.
γ. Εὑρέσεις καὶ ἀνακομιδὲς ἢ μετακομιδὲς ἁγίων λειψάνων.
δ. Ἐπέτειοι θαυμάτων καὶ σπουδαίων γεγονότων ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἢ τῶν Ἁγίων.
Ἐπὶ πλέον γιὰ νὰ τιμηθοῦν ὅλοι μαζὶ οἱ Ἅγιοι, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, θεσπίστηκε καὶ ἡ ἑορτὴ «Τῶν Ἁγίων Πάντων», ποὺ ἑορτάζεται τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή.
Καὶ οἱ πιστοὶ ἀνταποκρινόμενοι στὴ φροντίδα αὐτὴ καὶ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας προστρέχουν στοὺς Ναοὺς γιὰ νὰ τοὺς τιμήσουν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ζητήσουν τὴν πρεσβεία καὶ μεσιτεία τους: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ... πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν». Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐκφράζει καὶ τὸ τροπάριο τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου; «Κύριε, εἰ μὴ τοὺς ἁγίους σου ἔχομεν πρεσβευτὰς καὶ τὴν ἀγαθότητά σου συμπαθοῦσαν ὑμῖν, πῶς τολμῶμεν, Σωτὴρ ὑμνῆσαι σε...».

1. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ



Ἀρχίζουμε τὴν ἀπαρίθμηση τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ΠΑΝ-ΑΓΙΑ.
Τὸ κύριο ὄνομα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ εἶναι Μαρία (Μαριάμ). Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐπίθετα - προσωνυμίες ποὺ δείχνουν ἰδιότητες ἢ χαρίσματά της.
Θεοτόκος λέγεται γιατί ἐγέννησε τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι Θεός. Παναγία λέγεται γιατί συγκεντρώνει ὅλη τὴν ἁγιότητα σὲ ὅλη τὴ ζωή της καὶ στὸν ὑπέρτατο βαθμό.
Ἀειπάρθενος λέγεται γιατί συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ γέννησε ὑπερφυσικὰ Θεὸ καὶ Ἄνθρωπο μυστήριο ποὺ γίνεται κατανοητὸ μόνο μὲ πίστη. Αὐτὸ δηλώνεται στὴν Ἁγιογραφία μὲ τὰ τρία ἀστέρια ποὺ ἔχει στὸ μέτωπο καὶ ὤμους της καὶ σημαίνουν ὅτι ἡ Παναγία ἦταν Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκο καὶ μετὰ τὸν τόκο (τὴ γέννα).
Ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου καὶ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν ὑπερέχει ὄχι μόνο τῶν Ἁγίων ὅλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων. Γι᾿ αὐτὸ χαιρετίζεται καὶ τιμᾶται ὡς «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξότερα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Μόνο ἡ Ἁγία Τριάδα ὑπερέχει τῆς Παναγίας. Γι᾿ αὐτό:
α. Κατέχει τὰ «Δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος».
β. Στὴν Ἁγία Πρόθεση πρὶν ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους αἴρεται (βγαίνει) μερίδα πρῶτα γιὰ τὴν Παναγία.
γ. Ἑορτάζεται κάθε χρόνο περισσότερο ἀπὸ ἐννέα φορές: (1) 25 Μαρτίου - Εὐαγγελισμός (2) 2 Ἰουλίου - Κατάθεση ἁγίας Ἐσθῆτος της (3) 15 Αὐγούστου - Κοίμηση (4) 31 Αὐγούστου - Κατάθεση ἁγίας Ζώνης της (5) 8 Σεπτεμβρίου - Γενέσιο (6) 28 Ὄκτωβριου - Ἁγία Σκέπη (7) 21 Νοεμβρίου - Εἰσόδια (8) 9 Δεκεμβρίου -Σύλληψη Ἁγίας Ἄννας (9) 26 Δεκεμβρίου - Σύναξη τῆς Παναγίας κ.ἄ.
δ. Ἡ Τετάρτη κάθε Ἑβδομάδας εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο.
ε. Ὑπάρχει πλῆθος ἑορτῶν πρὸς τιμὴ τῆς ἀνευρέσεως παλαιῶν ἀπωλεσθεισῶν εἰκόνων της.
στ. Ὑπάρχει μέγα πλῆθος Ἐκκλησιῶν ἀφιερωμένων στὴ Χάρη της.
ζ. Καθιερώθηκαν οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Θεοτόκου ποὺ ψάλλονται ὁλόκληρο τὸ χρόνο, ἰδιαίτερα ὅμως τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ὡς Ἀκάθιστος Ὕμνος μὲ τέσσερις Στάσεις.
η. Ὁλόκληρος ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος στὴν Παναγία μας: μὲ τὴν Κοίμησή της, τὶς Παρακλήσεις, τὰ Μεθεόρτια, τὰ Ἐννιάμερα καὶ στὶς 31 μὲ τὴν κατάθεση τῆς Ἁγίας Ζώνης μὲ ἑορτὴ τῆς Παναγίας τελειώνει τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος!
θ. Οἱ ἀκολουθίες ὅλων τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας περιέχουν πλῆθος τροπαρίων πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας καὶ δὲν ὑπάρχει ᾠδὴ Κανόνος Ἁγίου ποὺ νὰ μὴν καταλήγει σὲ Θεοτοκίο, δηλαδὴ τροπάριο ποὺ ὑμνεῖ τὴν Παναγία μας.
Εἶναι κατὰ συνέπεια πλήρως δικαιολογημένη ἡ ἀπεριόριστη εὐλάβεια καὶ τιμὴ ποὺ ἔχει ὁ ὀρθόδοξος Λαὸς στὴ Θεοτόκο Παναγία, καὶ ἡ καταφυγή του στὶς σωστικὲς μεσιτεῖες της πρὸς τὸν Υἱόν της. Καὶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός της, πάντοτε εἰσακούει τὶς αἰτήσεις της καὶ τὶς ἱκανοποιεῖ. Γι᾿ αὐτὸ λέγουμε ὅτι οἱ πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας εἶναι σωστικὲς καὶ αἰτούμενοι τὴν πρεσβεία της λέγουμε ἢ ψάλλουμε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς».

2. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ



Οἱ Ἄγγελοι δημιουργήθηκαν πρὶν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ κόσμου. Εἶναι «Λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Ἑβρ. α´, 14), Ὡς πνεύματα εἶναι ἄυλοι καὶ ἀσώματοι, δὲ διακρίνονται σὲ φύλα, δὲν πολλαπλασιάζονται, οὔτε ἀποθνήσκουν. Ὁ ἀριθμός τους εἶναι ἀναρίθμητος καὶ χωρίζονται σὲ ἐννέα ἀγγελικὰ τάγματα:
Ἄγγελοι - Ἀρχάγγελοι - Δυνάμεις
Ἀρχαὶ - Ἐξουσίαι - Θρόνοι
Κυριότητες - Χερουβεὶμ - Σεραφείμ.
Πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι γιὰ κάθε ἄνθρωπο, Ἐκκλησία καὶ πόλη ὑπάρχει Ἄγγελος φύλακας - προστάτης.
Τὸ ἔργο τῶν Ἀγγέλων εἶναι νὰ ὑμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸν Θεὸ ἀκατάπαυστα καὶ νὰ πρεσβεύουν σ᾿ Αὐτὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων. Ἐπίσης ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἐνισχύουν, νὰ βοηθήσουν ἢ νὰ σώσουν ἀτομικὰ ἢ ὁμαδικὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Γενικά, εἶναι λειτουργοὶ τῆς Θείας Πρόνοιας καὶ στὶς ἐμφανίσεις τους, ὅταν ποτὲ συμβεῖ (Ἀγγελοφάνειες), προσλαμβάνουν ἀνθρώπινη μορφὴ ἀνδρική, ἢ νεανική. Ἔτσι ἐμφανιζόταν ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ (στὴν ἐποχὴ κυρίως τῆς Π. Διαθήκης) καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ (στὴν ἐποχὴ τῆς Κ. Διαθήκης)2.
Ἡ Ἐκκλησία μας κατεδίκασε τὴ λατρευτική τους προσκύνηση καὶ τιμάει τοὺς Ἀγγέλους ὅπως καὶ τοὺς Ἁγίους:
α. Μὲ γιορτὲς πρὸς τιμή τους.
β. Ἀφιερώνοντας τὴ Δευτέρα κάθε Ἑβδομάδας ὑμνολογικὸ σ᾿ αὐτούς.
γ. Βγάζοντας μερίδα «εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τους» καὶ μάλιστα ἀμέσως μετὰ τὴ μερίδα τῆς Παναγίας.
δ. Μὲ τὴν εἰδικὴ εὐχὴ τοῦ Ἀποδείπνου «Εἰς φύλακα Ἄγγελον», τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα στὸ φύλακα Ἄγγελο καὶ ἄλλον ἕνα στοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους.
Μὲ αὐτοὺς τοὺς τρόπους δίδεται ἀφορμὴ στοὺς πιστοὺς νὰ ζητοῦν τὴ βοήθεια καὶ τὴ μεσιτεία τους.

3. Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ



«Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος, δεύτερ᾿ εἶναι ἡ Παναγιά, τρίτος εἶν᾿ ὁ Πρόδρομος,.». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀκολουθεῖ μόνο τὴν Παναγία καὶ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο Ἅγιον τῆς Ἐκκλησίας μας, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου «...οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Ματ. ια´, 110).
α. Ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ μεγαλύτερος τῶν Προφητῶν ὅπως ἀναφέρεται στὸ Ἀπολυτίκιό του.
β. Ὑπῆρξε Πρόδρομος τοῦ Κυρίου καὶ προετοίμασε ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ὅπως πάλι ἀναφέρεται στὸ Ἀπολυτίκιό του, γιὰ νὰ δεχθοῦν τὸν Χριστό.
γ. Ὀνομάστηκε καὶ Βαπτιστὴς τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.
δ. Ὑπῆρξε καὶ Μάρτυρας γιατί ἀποκεφαλίστηκε ἐπισφραγίζοντας τὸ ἔργο του μὲ τὸ αἷμα του.
ε. Εἰκονίζεται στὰ εἰκονοστάσια τῶν Ναῶν (τέμπλο) κατὰ κανόνα ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου.
στ. Ἡ Ἐκκλησία βγάζει εἰδικὴ μερίδα στὴν Ἁγία Πρόθεση στὸ ὄνομά του.
ζ. Κάθε Τρίτη εἶναι ὑμνολογικὰ ἀφιερωμένη στὴ μνήμη του.
η. Τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ ἕξι φορὲς τὸ χρόνο (1) 7 Ἰανουαρίου - Σύναξη (2) 24 Φεβρουαρίου - α´ καὶ β´ εὕρεση τῆς τιμίας Κεφαλῆς του (3) 25 Μαΐου - γ´ εὕρεση τῆς τιμίας Κεφαλῆς του (4) 24 Ἰουνίου - Γενέθλια (5) 29 Αὐγούστου - Ἀποτομὴ τιμίας Κεφαλῆς του καὶ (6) 23 Σεπτεμβρίου - Σύλληψη.

4. ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ



Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Τὸν ὑπηρέτησαν μέχρι θανάτου. "Ἔγιναν φορεῖς τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως, φωτίστηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ ὅλα τὰ Χαρίσματα καὶ ἀποτελοῦν τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γι᾿ αὐτὸ καλεῖται καὶ «Ἀποστολική». Θεωροῦνται ἀνώτεροι ὅλων τῶν ἄλλων Ἁγίων.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ στενὸ κύκλο τῶν Μαθητῶν Του, ὁ Χριστὸς διάλεξε καὶ ἄλλους ἑβδομήκοντα οἱ ὁποῖοι συμπλήρωναν τὸ ἔργο τῶν δώδεκα.
Ἡ Ἐκκλησία τοὺς τιμᾶ τὸν καθένα σὲ ἰδιαίτερη ἡμερομηνία τοῦ ἔτους ἀλλὰ καὶ ὅλους μαζΐ τοὺς δώδεκα στὴ Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὶς 30 Ἰουνίου καὶ τοὺς Ἑβδομηκοντὰ στὴ Σύναξη τῶν Ἑβδομήκοντα στὶς 4 Ἰανουαρίου.
Ἔχει ἀφιερώσει ὑμνολογικὸ τὴν ἡμέρα Πέμπτη τῆς Ἑβδομάδας γιὰ νὰ τιμήσει αὐτοὺς γιὰ τὸ μεγάλο ἔργο τους, ἐνῶ ἐξάγει ἰδιαίτερη μερίδα στὴν Ἱερὰ Πρόθεση γιὰ τοὺς δώδεκα καὶ ἑβδομήκοντα.

5. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ



Ἀποστολικοὶ λέγονται οἱ Πατέρες ποὺ ἀποτέλεσαν τὴν πρώτη μεταποστολικὴ γενιὰ στὴν κορυφὴ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας. Ὑπῆρξαν Μαθητὲς τῶν Ἀποστόλων, συνοδοί, αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι τῶν Ἀποστόλων.
Τὰ γραπτά τους ἔργα ἔχουν μεγάλο κύρος, γιατί γράφτηκαν στοὺς χρόνους ἀμέσως μετὰ τοὺς Ἀποστόλους καὶ διατηροῦν πολλὲς Ἀποστολικὲς παραδόσεις.
Οἱ σημαντικότεροι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι:
- Ἅγιος Κλήμης, ἐπίσκοπος Ρώμης
- Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας
- Ἅγιος Πολύκαρπος, ἐπίσκοπος Σμύρνης
- Ὁ Ἑρμᾶς, ποὺ ἔγραψε τὸ ἔργο «Ποιμήν» καὶ ὁ Παπίας, ποὺ ἔγραψε τὸ ἔργο «Λογίων Κυριακῶν Ἐξηγήσεις».

6. ΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ



Τὸν τίτλο τοῦ Ἰσαποστόλου ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀπένειμε σὲ Ἁγίους ποὺ ἀφιέρωσαν τὴ ζωή τους στὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Τέτοιοι ἰσαπόστολοι εἶναι:
- Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Σαμαρείτιδα (26 Φεβρουαρίου καὶ Ε´ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα).
- Ἡ Ἁγία Μαρία Μαγδαληνὴ ἡ Μυροφόρος (22 Ἰουλίου).
- Οἱ Θεόστεπτοι Βασιλεῖς Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη (21 Μαΐου).
- Ἡ Ἁγία Θέκλα (24 Σεπτεμβρίου).
- Οἱ Θεσσαλονικεῖς Φωτιστὲς τῶν Σλάβων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος (11 Μαΐου).
- Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (24 Αὐγούστου).
- Ἡ Ἁγία Νίνα, Φωτίστρια τῆς Γεωργίας.
- Ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος Βασιλιὰς τῶν Ρώσων, ἡ μητέρα του Ἁγία Ὄλγα (11 Ἰουλίου) κ.ἄ.


7. ΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ - ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζονται ὅσοι ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως Ἐπίσκοποι, διακρίθηκαν γιά:
-Τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους, ἀκολουθώντας πιστὰ τὰ ἴχνη Χριστοῦ.
-Τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία τους. Συστηματικὰ καὶ ὀρθὰ ἑρμήνευσαν καὶ ἐδίδαξαν τὴν Ἁγία Γραφή.
-Τὴν κοινὴ ἀναγνώρισή τους ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἔλαβαν μέρος στὶς Οἰκουμενικὲς ἢ Τοπικὲς Συνόδους, ἀγωνίστηκαν σθεναρὰ ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ πρωτοστάτησαν στὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτοὶ συστηματοποίησαν τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Ὅρους, (Δογματικὲς ἀποφάσεις), τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, καθὼς καὶ μὲ τοὺς Κανόνες τῶν συγγραμμάτων τους.

8. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ



Οἱ Χριστιανοὶ ποὺ διώχτηκαν καὶ βασανίστηκαν γιὰ τὴν πίστη τοὺς στὸ Χριστὸ καὶ τελικὰ μαρτύρησαν, ὀνομάζονται Μάρτυρες.
Τὸ μαρτύριο ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα ὁμολογίας τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ἐθελούσια μίμηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πρώτη Ἐκκλησία θεωρήθηκε ὡς βάπτισμα, «βάπτισμα δι᾿ αἵματος» καὶ μάλιστα ἀνώτερο ἀπὸ τὸ βάπτισμα «δι᾿ ὕδατος». Τὸ μαρτύριο, ὅταν ὁ μάρτυρας ἔχει τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις σωτηρίας, παρέχει πλήρη ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν.
Μέγα νέφος Μαρτύρων δημιουργήθηκε στοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τῶν Ῥωμαίων Αὐτοκρατόρων, οἱ ὁποῖοι μὲ δαιμονικὴ μανία ἐκκίνησαν τὸν ἕνα διωγμὸ μετὰ τὸν ἄλλο ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, φέροντες τὰ ἀντίθετα ἀκριβῶς ἀποτελέσματα.
Οἱ Μάρτυρες διακρίνονται σέ:
α. Μεγαλομάρτυρες (λόγω ἀντοχῆς καὶ διαρκείας τῶν βασανιστηρίων, λαϊκοὶ ἢ κληρικοί).
β. Ἱερομάρτυρες (ὅσοι ἦσαν ἱερωμένοι).
γ. Ὁσιομάρτυρες καὶ Ὁσιοπαρθενομαρτυρες (ἄνδρες ἢ γυναῖκες, μοναχοὶ ἢ ἀσκητές).
δ. Μάρτυρες (οἱ λαϊκοί).
ε. Παρθενομάρτυρες (οἱ νέες ποὺ ζοῦσαν στὸν κόσμο).
στ. Νεομάρτυρες (λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ ποὺ μαρτύρησαν στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, μετὰ ἀπὸ αὐτὴ καὶ ὅσοι θὰ μαρτυροῦν μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου.

9. ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ



Ὅσοι ὁμολόγησαν τὸν Χριστό, ἀλλὰ δὲν μαρτύρησαν - εἴτε γιατί οἱ διῶκτες τους δὲν τοὺς βασάνισαν τόσο ὥστε νὰ ἀποθάνουν, εἴτε γιατί ἔπαυσαν τὴ δίωξή τους καὶ ἀπέθαναν τελικὰ μὲ φυσικὸ θάνατο - ὀνομάζονται Ὁμολογητές.
Ἡ Ἐκκλησία τιμάει τοὺς Ὁμολογητὲς βασιζόμενη στὴ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου» (Ματ. ι´, 32).

10. ΟΙ ΑΠΟΛΟΓΗΤΕΣ



Ὁ Χριστιανισμὸς μὲ τὴν ἐμφάνισή του ἀνετάραξε τοὺς θεσμοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ γι᾿ αὐτὸ θεωρήθηκε «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρία...» (Α´ Κορ. α´, 23) καὶ κατηγορήθηκε καὶ διώχθηκε.
Ὅσοι ὑπερασπίστηκαν θεωρητικὰ τὸ Χριστιανισμὸ καὶ προέβαλλαν τὴν ἀλήθεια τοῦ μπροστὰ σὲ Αὐτοκράτορες καὶ γενικότερα μπρὸς στὴν πολιτικὴ ῥωμαϊκὴ ἐξουσία ἢ μπρὸς στὴν ἰουδαϊκὴ ἱεραρχία ὀνομάστηκαν Ἀπολογητές.
Μετὰ τοὺς Ἀπολογητὲς τῶν πρώτων αἰώνων, Ἀπολογητὲς ἐμφανίστηκαν καὶ μετὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Μωαμεθανισμοῦ καὶ ἀνέζησαν στοὺς νεότερους χρόνους πρὸς ἀπόκρουση τῶν ἀθεϊστικῶν κηρυγμάτων.
Οἱ πιὸ γνωστοὶ Ἀπολογητὲς τῶν πρώτων αἰώνων ἦσαν οἱ Ἀθηναῖοι Κοδράτος, Ἀθηναγόρας καὶ Ἀριστείδης, ὁ Παλαιστίνιος Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, Ὠριγένης καὶ οἱ Ἀφρικανοὶ Λατίνοι Τερτυλλιανὸς καὶ Κυπριανός. Μετὰ τοὺς διωγμοὺς ἀπολογητικὰ ἔργα συνέγραψαν οἱ μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες τῶν Δ´ καὶ Ε´ αἰώνων.

11. ΟΙ ΟΣΙΟΙ



Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν ἐπεκράτησε ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἐνάρετη ζωὴ ἐν Χριστῷ εἶναι ἰσάξια μὲ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο. Ἔτσι, ἐφαρμόζοντες τὸ λόγιο «διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε (ἀποχωριστεῖτε)» (Β´ Κορ. στ´, 17), πολλοὶ ἐγκατέλειπαν τὸν κόσμο καὶ ἀφιερώθηκαν στὸν Χριστὸ ἐξ ὁλοκλήρου. Αὐτὸ θεωρήθηκε «μαρτύριο τῆς συνειδήσεως» καὶ ἐξομοιώθηκε μὲ τὸ «μαρτύριον τοῦ αἵματος». «Μάρτυρες τῇ βουλήσει ἄνευ μαστίγων καὶ διωγμῶν» (Μέγας Βασίλειος).

Αὐτοὶ εἶναι οἱ Μοναχοί, οἱ Ἀσκητὲς καὶ οἱ Ἀναχωρητές, ποὺ ἔζησαν ἢ σὲ Κοινόβια Μοναστήρια ἢ σὲ σπηλιές. Ἀποτέλεσμα τῆς αὐστηρῆς καὶ ἀσκητικῆς αὐτῆς ζωῆς εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός, καὶ ἡ χαρίτωσή τους μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ προσφορά τους πρὸς τὸν κόσμο μὲ τὶς δεήσεις τους ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου, τὶς ποικίλες θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τους, τὶς θεόπνευστες συγγραφές τους, τὶς ὁποῖες καὶ σήμερα ἀπολαμβάνουμε καὶ τοὺς ποικίλους ἀγῶνες τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁδήγησε τὴν Ἐκκλησία στὴν ἀναγνώριση τους ὡς ἐμπροσθοφυλακῆς τοῦ Σώματός της κατὰ τῶν ἐχθρῶν της πίστεως καὶ τοὺς τιμάει ὡς Ὁσίους καὶ Θεοφόρους Πατέρες.
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους Ὁσίους εἶναι ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Παχώμιος, Σάββας ὁ ἡγιασμένος, ὁ Μέγας Εὐθύμιος, Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης κ.λπ.

12. ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ



Ὅλοι ὅσοι ἔζησαν πρὸ Χριστοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο Νόμο καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία: Προπάτορες, Θεοπάτορες, Προφῆτες, Πατριάρχες, Βασιλεῖς κ.λπ. λέγονται Δίκαιοι, (δηλαδὴ Ἅγιοι πρὸ Χριστοῦ).


-----------------------------------------------------

1. Ὅλοι μας πρέπει νὰ ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου μας καὶ ὄχι τὰ γενέθλιά μας. (Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε νὰ τελοῦνται τρία μόνον γενέθλια: τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου). Ἐμεῖς οἱ Ὄρθοδοξοι τιμοῦμε τὸν Ἅγιό μας, τὸν ἔχουμε προστάτη, μεσίτη καὶ βοηθὸ καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ Τὸν μιμηθοῦμε, ζώντας μὲ κέντρο πάντοτε τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, δηλ. ζοῦμε θεανθρωποκεντρικά. Οἱ Παπικοὶ ζοῦν μὲ κέντρο τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ ἀνθρωποκεντρικὰ (ἐξ οὗ καὶ ὁ ἑορτασμὸς τῶν γενεθλίων), ἐνῶ οἱ Προτεστάντες (Εὐαγγελικοί, Πεντηκοστιανοὶ κ.λπ.) ἑορτάζουν τὰ γενέθλια ἐπειδὴ δὲν ἔχουν Ἁγίους. Ἡ συνήθεια λοιπὸν ἑορτασμοῦ τῶν γενεθλίων ἦλθε ἀπὸ τὴ Δύση καὶ εἶναι ἀντορθόδοξη.




2. Ἀρχάγγελος ἦταν καὶ ὁ Ἑωσφόρος μὲ τὸ τάγμα τῶν Ἀγγέλων του. Λόγω ὅμως τῆς ἀλαζονείας καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ του θέλησε νὰ γίνει Θεός, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πτώση του καὶ τὴ μετάπτωση τῶν Ἀγγέλων σὲ πονηρὰ καὶ κακοποιὰ πνεύματα σὲ Διάβολο καὶ Δαίμονες. Ἀπὸ τότε ἀντιμάχονται τὸν Θεὸ καὶ ἐπιδιώκουν καὶ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ νόμο Του. Τὸν παρασύρουν στὴν ἀποστασία, τὴν ἀπώλεια, τὴν κόλαση, «εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματ, κε´, 41).



(Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο» - π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου)