A
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Κυριακή 16 Αυγούστου 2026
ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Πολλὲς φορές, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ προβλήματα νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φροντίζουμε νὰ τὰ δημιουργοῦμε. Στὶς παρακλήσεις πρὸς τὴν Κυρὰ-Παναγιὰ ψάλλουμε μεταξὺ ἄλλων: «οἱ μισοῦντές με μάτην […] λάκκον ηὐτρέπισαν». Δυστυχέστερο, ὅμως, εἶναι τὸ φαινόμενο μόνοι μας νὰ σκάβουμε τὸν λάκκο μας καὶ νὰ πέφτουμε μέσα. Αὐτὸ γίνεται ὅταν στὴ ζωή μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε ὄχι τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ θέλημά μας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ τραγικὸ κεντρικὸ πρόσωπο τῆς σημερινῆς παραβολῆς.
Κάποιος Βασιλιᾶς θέλησε νὰ ζητήσει λογαριασμὸ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτες του. Τοῦ παρουσίασαν τότε ἕναν δοῦλο, ὁ ὁποῖος χρωστοῦσε τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐπειδὴ ὁ δοῦλος δὲν εἶχε νὰ ξεπληρώσει τὸ βαρύτατο χρέος, ὁ Βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ πάρουν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ὅλο του τὸ βιός, ὥστε νὰ τὰ λάβει ὁ ἴδιος ἀντὶ τοῦ χρέους. Καταλυπημένος μὲ τὴν διαταγὴ αὐτή, ὁ ὀφειλέτης ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ παρακαλῶντάς τον νὰ δείξει ἔλεος, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ξεχρεώσει. Πράγματι, ὁ Βασιλιᾶς σπλαχνίσθηκε καί, τελικά, τοῦ χάρισε τὸ χρέος.
Ἀναπαυμένος ὁ δοῦλος, βγῆκε ἀπ΄ τὸ παλάτι καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα εἶδε κάποιον σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Σὲ σύγκριση μὲ τὰ δέκα χιλιάδες τάλαντα, τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀποτελοῦσαν ἕνα τελείως μηδαμινὸ καὶ ἀσήμαντο ποσό. Κι ὅμως, γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας πόσο εὔκολα μποροῦν τὰ πάθη νὰ τυφλώσουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ δοῦλος ποὺ παρὰ λίγο γλίτωσε τὴν ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς οἰκογένειάς του χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Βασιλιᾶ, ἄρχισε ὡς δῆθεν ἀνώτερος νὰ ζητᾶ διὰ τῆς βίας τὰ ὀφειλόμενα ἑκατὸ δηνάρια ἀπὸ τὸν σύνδουλό του. Τί κι ἂν ἐκεῖνος ἔπεφτε καὶ τὸν παρακαλοῦσε; Ἀδίστακτος αὐτός. Εἶχε ξεχάσει τὴν θέση στὴν ὁποία μόλις πρὶν λίγο βρισκόταν, γιὰ αὐτὸ καὶ τόση ἦταν ἡ ἀσπλαχνία του, ποὺ ἅρπαξε τὸν σύνδουλό του καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Λογάριασε ὁ δυστυχὴς χωρὶς τὸν ξενοδόχο.
Τὸ νέο γνωστοποιήθηκε ἀστραπιαῖα στὸν Βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος, ὀργισμένος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔλαβε χώρα, εἶπε στὸν δοῦλο: «δοῦλε πονηρέ, ὅλο σου τὸ χρέος σοῦ τὸ χάρισα ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ ἐσὺ νὰ σπλαχνισθεῖς τὸν σύνδουλό σου ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ σπλαχνίσθηκα;». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, διέταξε δικαίως νὰ τὸν παραδώσουν στοὺς βασανιστές, μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ὅσα χρωστοῦσε.
Εὔκολα κατανοοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Βασιλιᾶς, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Δικαιοκρίτης Θεός. Ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συγκεντρωμένο στὸ ἱστορικό μας ἕνα βαρύτατο φορτίο ἁμαρτιῶν. Ἂν καὶ φέρουμε αὐτὸ τὸ φορτίο, ὁ Θεὸς «οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν». Δὲν μᾶς ἀνταπέδωσε τὴν ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ μᾶς σπλαχνίσθηκε καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸ χρέος καὶ μᾶς λυτρώνει κάθε φορὰ ποὺ προστρέχουμε μὲ μετάνοια καὶ εἰλικρίνεια στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὅταν, ὅμως, φεύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς γρήγορα ξεχνᾶμε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ τὸ ποὺ βλέπουμε κάποιον -ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος λέγεται σύζυγος, πεθερὰ ἢ πεθερός, ἀδερφὴ ἢ ἀδερφός- ὁ ὁποῖος λίγο μᾶς κορόιδεψε, μᾶς σκούντηξε, μᾶς μίλησε ἀπότομα, μᾶς εἰρωνεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς ἔκρινε, μᾶς χτύπησε, εἴμαστε ἔτοιμοι (καὶ τὸ κάνουμε ἀρκετὲς φορές) νὰ τὸν παραδώσουμε στὸ πὺρ τὸ ἐξώτερον, σὰν νὰ εἴμαστε βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Τότε, ὅμως, λαμβάνουμε τὴν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς συνδούλους μας, προκαλεῖ τὴν Θεία Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀπόλυτη.
Δὲν εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο; Πῶς γίνεται νὰ θέλω ἀπὸ τὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ εἶναι Ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ἐμένα, ἕναν ταπεινὸ δοῦλο, ὅταν ἐγὼ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία σπεύδω νὰ καταστρέψω τοὺς ὅμοιους μὲ ἐμένα ταπεινοὺς συνανθρώπους μου; Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Γιὰ νὰ ἐπικρατήσει γιὰ λίγο τὸ «ἐγώ» μου. Γιὰ αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» ζημιωνόμαστε ἀφάνταστα. Αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» εἶναι ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὸν λάκκο. Ἂν ἀντ᾽ αὐτοῦ ἐπιλέξουμε τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτομάτως ἔχουμε ἐξασφαλίσει διὰ παντὸς τὸν πλοῦτο τῆς φιλανθρωπίας Του. Τί ἐξυπνώτερο ἀπὸ αὐτό;
Τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι νὰ συγχωροῦμε, πράγμα ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸν ἐγωισμό. «Συγχωρῶ» στὴν κυριολεξία σημαίνει «κάνω χώρο γιὰ νὰ χωρέσει ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον». Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ χῶρος γιὰ τὸν συνάνθρωπο, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθεῖ τὸ «ἐγώ».
Ἡ συγχώρεση εἶναι τὸ ἕνα φτερὸ τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν συγχώρεση δὲν θὰ δοῦμε Πρόσωπο Θεοῦ, διότι ἂν ἐμεῖς δὲν συγχωρέσουμε, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρέσει. Τί λέμε, ἄλλωστε, στὸ «Πάτερ ἡμῶν»; «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂν τόσο ἀνυποχώρητοι εἴμαστε στὸ νὰ μὴν συγχωροῦμε ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας ἐκεῖνον ποὺ μᾶς πίκρανε, τότε μάλλον πρέπει νὰ ἀλλάξουμε αὐτὴ τὴν προσευχή. Μὴ γένοιτο!
Καὶ γιατί, τελικά, νὰ εἴμαστε ἀνυποχώρητοι; Τί μᾶς ἔκαναν; Μᾶς λιθοβόλησαν σὰν τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο; Μήπως καὶ ἐμᾶς σὰν τὸν Τίμιο Πρόδρομο μᾶς ἔκοψαν τὸ κεφάλι; Μήπως μᾶς ἀνέβασαν στὸν Σταυρό, σὰν τὸν Δεσπότη Χριστό; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου ἦταν καθηλωμένος, μάθημα μᾶς ἔδωσε νὰ συγχωροῦμε, λέγοντας: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους. Δὲν ξέρουν τί κάνουν».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι πιὸ ἁπλὴ ἀπὸ ὅσο τὴν θεωροῦμε. Μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς πάντες; Θὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ θὰ πεῖ στοὺς Ἀγγέλους Του: «διαγράψτε του τὸ χρέος καὶ βάλτε τον στὴν χαρὰ τῆς Ζωῆς». Εὔχομαι αὐτὸ νὰ ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ τὸ ἀκούσουμε!
Καλὴ συνέχεια νὰ ἔχουμε τῆς νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου! Εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἡ περίοδος αὐτὴ ἡ καλύτερη εὐκαιρία νὰ τιμήσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ ἀκουμπήσουμε στὰ εἰκονίσματά της τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Μὴν τὴν ἀφήσουμε νὰ πάει χαμένη!
Ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Μετὰ τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του, ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ Τὸν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος παρακαλῶντας Τον νὰ θεραπεύσει τὸν σεληνιαζόμενο υἱό του. Εἶπε δὲ ὅτι τὸν παρουσίασε καὶ στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ δὲν κατάφεραν νὰ τὸν θεραπεύσουν, σὰν νὰ εὐθύνονταν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὄχι ἡ δική του ἀδύναμη πίστη. Ὁ Χριστὸς μὲ πικρία ἀπάντησε: «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τότε, ζήτησε τὸν νέο καὶ ἀφοῦ τὸν ὁδήγησαν μπροστά Του, διέταξε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ φύγει ἀφήνοντας τὸν νέο ἐλεύθερο. Λίγο ἀργότερα, οἱ Ἀπόστολοι κατ’ ἰδίαν ρώτησαν τὸν Κύριο: «γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο;». «Γιὰ τὴν ἀπιστία σας», τοὺς ἀπάντησε, «ἂν ἔχετε πίστη σὰν τὸν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ, θὰ πεῖτε σὲ αὐτὸ τὸ βουνὸ «μετακινήσου ἀπὸ ἐδὼ ἐκεῖ» καὶ θὰ μετακινηθεῖ, καὶ τίποτα δὲν θὰ σᾶς εἶναι ἀδύνατο. Τὸ δὲ γένος αὐτὸ (τῶν πονηρῶν πνευμάτων) δὲν φεύγει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».
Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ φράση τοῦ Κυρίου: «Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τὸ κατανοεῖτε; Ὁ Παντελεήμων καὶ Φιλάνθρωπος Θεός, Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ «ὑπερβάλλουσα ἀγαθότητα» ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε γιὰ νὰ νικήσει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του τὸν θάνατο, μᾶς λέει οὐσιαστικὰ ὄτι δὲν θὰ μᾶς ὑπομένει γιὰ πάντα. Ὅταν μᾶς ἔχει χαρίσει πλούσια τὴν εὐλογία Του κι ἐμεῖς συνεχῶς καὶ μὲ ἐπιμονὴ Τοῦ ἀνταποδίδουμε τὶς ἁμαρτίες μας, εἶναι φυσικὸ καὶ ἑπόμενο κάποια στιγμὴ νὰ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του. Καὶ ξέρετε τὶ λέει ο Δαυίδ∙ «ἀποστρέψαντος δὲ Σοῦ τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται». Βεβαίως, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του καὶ ἀπομακρύνει τὴν εὐλογία Του, ἀπὸ φιλανθρωπία θὰ τὸ κάνει, μήπως καὶ καταλάβουμε τὶ χάσαμε καὶ νικήσουμε τὴν πόρωση τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό, ὅμως, ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ κινήσουμε τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ διάθεση μετανοίας καὶ ἡ τίμια προσπάθεια. Ὁ Χριστὸς ὅταν βλέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγωνίζεται ἀληθινά, ποτὲ δὲν τὸν ἐγκαταλείπει.
Σημαντικὴ ἀναφορὰ στὴ σημερινὴ περικοπὴ γίνεται στὴν πίστη. Ἡ πίστη εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι ἀνθρώπινη κατάκτηση. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ νὰ τὴν καλλιεργήσει, μέσῳ τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἐν γένει ὑπακοῆς στὸ Θεῖο Θέλημα, ἀλλὰ μόνος του δὲν τὴν ἀποκτᾶ. Ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τὴν προσφέρει στὸν ἄνθρωπο. Πολλοὶ θέλουν νὰ δοῦν θαύματα γιὰ νὰ πιστέψουν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀρκετοὶ πίστεψαν ἀπὸ κάποιο θαῦμα, χάρη στὴν Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει, ὅμως, νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ θαῦμα προϋποθέτει τὴν πίστη καὶ ὄχι ἡ πίστη τὸ θαῦμα. Ἡ πίστη προηγεῖται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα, ὅσο καὶ ἂν αὐτὴ ἠ πραγματικότητα ἐνοχλεῖ κάποιους ἄγευστους πίστεως και Ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν κατέβαλαν κόπο γιὰ νὰ προσεγγίσουν τὸν Χριστό μας.
Σὲ αὐτὸ τὸν κόπο ἀναφέρεται ὁ Κύριος ὡς ὅπλο κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὅταν λέει ὅτι αὐτὰ φέυγουν μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία εἶναι ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ σωματικὸς κόπος ποὺ ἑλκύουν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ διώχνουν τοὺς δαίμονες, ἐὰν βέβαια συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ἀνάλογη ταπείνωση, διότι καὶ ὁ Ἄρειος νήστευε καὶ προσευχόταν, ἀλλὰ μὲ ὑπερηφάνεια∙ ὥσπου ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους αἱρετικούς.
Ἡ προσευχὴ εἶναι γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ τὸ ὀξυγόνο γιὰ τοὺς πνεύμονες. Δίχως αὐτήν, ἡ ψυχή μας ἀργοπεθαίνει, διότι ἡ προσευχὴ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὴν Ζωή, εἶναι ἐπικοινωνία μὲ τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἡ προσευχὴ ἀλλοιώνει καὶ χαριτώνει τὸν ἐσώψυχο κόσμο μας, μᾶς δίνει κουράγιο, ἐλπίδα καὶ εἰρήνη, μᾶς κάνει δυναμικότερους, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζουμε κάθε πρόβλημα ποὺ ἀναφύεται. Κάνουμε προσευχή; Ἢ ἀρκούμαστε στὶς δύο ὥρες τοῦ κυριακάτικου ἐκκλησιασμοῦ; Οἱ παλαιοὶ Χριστιανοὶ πήγαιναν στὴν Ἐκκλησία κάθε μέρα· τὸ πρωὶ γιὰ τὸν Ἑξάψαλμο, τὸ ἀπόγευμα γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸ βράδυ γιὰ τὸ Ἀπόδειπνο. Ἐμεῖς ποὺ δὲν πηγαίνουμε καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία, φροντίζουμε νὰ διαβάζουμε τὶς προσευχὲς αὐτὲς στὸ σπίτι; Ἂν ὄχι τὸν Ἑσπερινό, μποροῦμε τουλάχιστον νὰ διαβάζουμε τὸν Ἑξάψαλμο τὸ πρωὶ καὶ τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τὸ βράδυ, συνολικὰ μισὴ ὥρα τὴν ἡμέρα. Βέβαια, ἡ προσευχὴ δὲν περιορίζεται μόνο στὶς Ἀκολουθίες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἂν καταφέρουμε νὰ προσευχόμαστε συνεχῶς, θὰ δοῦμε πόσο θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἡ καθημερινότητά μας, διότι ἡ προσευχὴ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἁμαρτήσουμε. Ἂν συνεχῶς λέμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἢ τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσευχή, θὰ προσέξουμε πολὺ νὰ μὴν μιλήσουμε μὲ εἰρωνεία, νὰ μὴν φερθοῦμε ἀπότομα, νὰ μὴν νευριάσουμε, νὰ μὴν στεναχωρέσουμε κανέναν. Ἡ προσευχὴ γεμίζει τὴ ζωή μας μὲ Φῶς.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ νηστεία εἶναι ἕνας εὐλογημένος περιορισμός. Μὲ τὴν νηστεία θέτουμε ὅρια στὸ τὶ καὶ πόσο θὰ φᾶμε, τὶ θὰ δοῦμε, τὶ θὰ ποῦμε, τὶ θὰ ἀγγίξουμε, τὶ θὰ ἀκούσουμε. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέτει ὅρια καὶ κινεῖται μόνο μέσα σὲ αὐτά, εἶναι πραγματικὰ ἐλεύθερος. Ὁ κόσμος θεωρεῖ ὅτι ἐλευθερία εἶναι νὰ κάνω ὅ,τι θέλω. Δὲν εἶναι ἔτσι, ὅμως. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει κάτι τέτοιο, ἂν κάποια στιγμὴ δὲν μπορέσει νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, θὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ἀξιολύπητος δοῦλος στὸν ἑαυτό του. Ἡ νηστεία, λοιπόν, εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ κρατᾶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀνάλαφρα. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν δεῖς κάτι, παρὰ νὰ τὸ δεῖς καὶ μετὰ νὰ ὑποφέρεις ποὺ τὸ εἶδες καὶ χάλασες τὴν πνευματική σου κατάσταση. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν φᾶς περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεσαι, παρὰ νὰ φᾶς καὶ ὕστερα νὰ ὑποφέρεις ἀπὸ στομαχόπονο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Ἡ νηστεία διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο δυναμικὸ καὶ τὸν ὠθεῖ σὲ δημιουργικὴ ἐγρήγορση.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ θέλει ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ νὰ μᾶς στεφανώσει μὲ τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ προθυμία καὶ ἡ ἐπιμονή. Μπορεῖ ὡς ἄνθρωποι νὰ ἔχουμε τὰ κενὰ καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, τὴν ζήλεια, τὴν καχυποψία, τὴν ὑπερηφάνεια, καὶ νὰ σκεφτόμαστε πολλὲς φορὲς: «θὰ καταφέρω ἄραγε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτά;». Ἂν καταφύγουμε μὲ πίστη στὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία, θὰ τὰ καταφέρουμε. Ἐμεῖς θὰ καταβάλουμε λίγο κόπο καὶ ὁ Θεὸς θᾶ μᾶς προσφέρει τὴν ποθητὴ λύτρωση. Ὅπως, ἄλλωστε, εἶχε πεῖ κάποιος Ὅσιος, «ἀδύνατο εἶναι ἐκεῖνον ποὺ πασχίζει ἐν ἀληθείᾳ νὰ σωθεῖ, νὰ μὴν τὸν ἐλεήσει ὁ Κύριος». Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Κυριακή 2 Αυγούστου 2026
ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντασχιλίων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς διέταξε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μεταβοῦν μὲ τὸ πλοῖο στὴν ἀπέναντι πόλη μέχρι νὰ ἀπολύσει τὸ πλῆθος. Ἀφοὺ ἔφυγε ὁ κόσμος, ὁ Χριστὸς μεταβαίνει σὲ κάποιο ὄρος ὅπου, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς βραδιᾶς, ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Τὸ συνήθιζε αὐτὸ ὁ Κύριός μας. Ζητοῦσε τὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν δική μας φώτιση, μετάνοια καὶ σωτηρία.
Αὐτὴ τὴν ἡσυχία ἔμελλε νὰ ἀγαπήσουν ἀμέτρητοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανὲς καὶ νὰ τὴν ἀναζητήσουν στὶς ἐρήμους καὶ στὰ Μοναστήρια, ὅπου ὡς κεντρικὴ ἀσχολία εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν διὰ μέσου τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐγκατάλειψης τῶν ἐγκοσμίων ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Μακάριοι καὶ τρισευλογημένοι ὅσοι ἀγάπησαν καὶ ἀφιερώθηκαν στὴν ἡσυχία.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἡσυχία τοῦ ὄρους ὅπου προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν μιὰ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ὁ ἄνεμος εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κατεύθυνσή τους, τὰ κύματα ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ ἡ σωτηρία τους εἶναι ἀβέβαιη. Ἄλλη μιὰ φορὰ εἶχε συμβεῖ αὐτό, ἀλλὰ τότε ἦταν καὶ ὁ Διδάσκαλος μαζί τους στὸ πλοῖο. Τότε εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἄνεμο καὶ στὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσουν καὶ ἐπικράτησε ἡ γαλήνη. Τώρα, ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἐπέτρεψε νὰ μείνουν μόνοι καὶ νὰ δοκιμασθοῦν γιὰ νὰ καταλάβουν τὶ σημαίνει ἀγώνας, τὶ σημαίνει ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμη τῆς πίστης. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς τους, οἱ Μαθητὲς ἀναζητοῦν ἐντονώτερα τὸν Θεάνθρωπο. Φωνάζουν γιὰ βοήθεια, ἀλλὰ ποιός νὰ τοὺς ἀκούσει στὰ μισὰ τῆς θάλασσας καὶ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας; Κι ὅμως, κάποιος τοὺς ἀκούει∙ Ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε ἀκούει ὅσους Τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τρέχει πρὸς ὅσους Τὸν καλοῦν.
Τὴν ταραχή τους ἔρχεται νὰ μετατρέψει σὲ μεγάλο τρόμο ἕνα παράδοξο θέαμα: κάποιος περπατάει πάνω στὴ θάλασσα! «Φάντασμα;», σκέφτονται ἀμέσως. Ὥσπου ἀκούγεται ἡ γλυκιὰ φωνή Του: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος εἶναι καὶ ἦρθε νὰ τοὺς σώσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, καθὼς μόνοι τους δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας.
Ὁ πιὸ ἔνθερμος Μαθητής, ὁ Πέτρος, Τοῦ λέει: «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». Τέτοια ἦταν ἡ λαχτάρα του γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἶπε «διάταξέ με νὰ περπατήσω στὴ θάλασσα», ἀλλὰ «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». «Ἔλα» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ἀμέσως, ὁ Πέτρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπατᾶ στὴ θάλασσα. Οὐσιαστικά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κατάφερε κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Προσέξτε. Ὄχι μόνος του, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψη ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἐνῷ βλέπουν τὸ καλὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ λαμβάνεις τὴν εὐλογία, τὸ ἀκατόρθωτο δηλαδὴ νὰ γίνεται κατορθωτό, σπεύδουν νὰ κινηθοῦν κατὰ τὴν ἀτομική τους βούληση, κάνουν ὅ,τι νομίζουν, ἀποφεύγουν τὴν ὑπακοή. Ἀκόμη, ὅμως, καὶ σωστὰ νὰ εἶναι ὅ,σα κάνουν, τοὺς περιμένει ἡ πλήρης ἀποτυχία.
Ὁ Πέτρος, λοιπόν, περπατᾶ στὴ θάλασσα καὶ πλησιάζει τὸν Χριστό. Ὕστερα, ὅμως, ἀρχίζει νὰ βάζει διάφορους λογισμοὺς στὸ μυαλό του∙ «ὤχ, εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἀέρας. Τί κάνω; Δὲν θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ, θὰ πέσω!». Αὐτὰ σκεπτόμενος, πράγματι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Ἂν καὶ δίπλα στὸν Χριστό, δείλιασε καὶ ἔπεσε. Ζήτησε τότε ἀμέσως τὴν βοήθειά Του: «Κύριε, σῶσον με!». Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν σήκωσε γλιτώνοντάς τον ἀπὸ τὸν θάνατο.
Αὐτὲς οἱ δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καθρεφτίζουν τὴν ζωὴ ὅλων μας. Ἀφ᾽ ἑνός, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κοντά μας, ἄγρια θαλασσοταραχὴ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ κατανοοῦμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Θλίψη καὶ φόβος γεμίζει τὴν ψυχή μας καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἀνέβηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἔρχεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ μᾶς διατάζει: Ποτὲ μὴν ἀπελπίζεστε. Θάρρος νὰ ἔχετε! Βλέπω τὰ βάσανά σας καὶ εἶμαι δίπλα σας.
Ἀφ᾽ ἑτέρου, ὅπως ὁ Πέτρος, καὶ ἐμεῖς βλέποντάς Τον νὰ ἔρχεται ὡς Λυτρωτής, μὲ τὴν εὐλογία Του κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ξεκινᾶμε τὸ ἀκατόρθωτο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων∙ προχωροῦμε σὲ ἕναν ἀγῶνα ὑπὲρ φύσιν μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ χάριν. Στὴν πορεία, ὅμως, ἐνδεχομένως λογισμοὶ νὰ πειράξουν τὸ μυαλό μας: «ἄραγε θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ;». Ξέρετε, ὁ λογισμὸς ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς «μυρμηγκολέων». Στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρὸς, ἀλλὰ ἂν δὲν τὸν διώξουμε ἀμέσως καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μεγαλώσει, γίνεται λιοντάρι καὶ μᾶς τρώει. Ἔτσι καὶ τώρα, αὐτοὶ οἱ μικροὶ λογισμοὶ μποροῦν νὰ μᾶς ρίξουν στὴ θάλασσα τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ἄν, ὅμως, καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πέτρο ζητήσουμε τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ ἁπλώσει φιλάνθρωπα τὸ χέρι Του, θὰ μᾶς σηκώσει καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν αἰώνια Ζωή.
Εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς αἰώνιας Ζωῆς μὲ τὴν ἱσχυροτάτη πρεσβεία τοῦ σήμερα τιμωμένου, ὁλοζώντανου Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος μὲ πύρινο ἅρμα ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ ἐπισκέπτεται τὴν γῆ σωματικά, καθὼς δὲν ἔχει πεθάνει, καὶ στηρίζει θαυμαστὰ ὅσους τὸν παρακαλοῦν νὰ μεσιτεύσει πρὸς τὸν Θεό.
Ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος