A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1979)


Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)

Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός


Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.

Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):

«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.

Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:

«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).

Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).

Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:

«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).

Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:

«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44). 

«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).

Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:

«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58). 

«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59). 

Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).

Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!

«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87). 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.

«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66). 

Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59). 

«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57). 

Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!

Στο τέλος είναι αναγκαίο να αναφέρουμε, ως ζωντανή και παραστατική εικονογράφηση των λόγων του αγίου δικαίου πατρός μας Ιωάννου της Κρονστάνδης περί του «πνεύματος του ψεύδους» στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό, το πώς οι ρωμαιοκαθολικοί πάστορες στις δυτικές μας επαρχίες διέδιδαν με ιδιαίτερο ζήλο τη συκοφαντία εναντίον του αγίου δικαίου Ιωάννου, ότι δήθεν είχε περάσει στον καθολικισμό και γι’ αυτό είχε δοξαστεί τόσο για τη διορατικότητά του και τα θαύματά του. Αυτή η συκοφαντία, παρά όλη την παραλογότητά της, επαναλήφθηκε και αργότερα. Το έτος 1932, στην πόλη Βίλνα, στο ιησουιτικό περιοδικό «Προς την ένωση», κάποιος πάστορας Σεμιάτσκι δεν ντράπηκε να δημοσιεύσει τις ακόλουθες γραμμές:
«Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης επιτελούσε πολλά θαύματα όσο ήταν καθολικός· αλλά μόλις αποκήρυξε τον καθολικισμό, η δύναμη της θαυματουργίας τον εγκατέλειψε».

Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:

«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν». 

Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:

«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)

📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.

Πηγή:
 https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/01/1979.html

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β' Ο ΜΑΚΕΔΩΝ, Ο ΒΟΥΡΓΑΡΟΚΤΟΝΟΣ - Ἡ ἐξουσία ὡς σταυρός, ἡ ἰσχύς ὡς διακονία, ἡ ἱστορία ἐνώπιον Θεου (Τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου)

 

Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β´ ὁ Μακεδών, ὁ Βουλγαροκτόνος - Ἡ ἐξουσία ὡς σταυρός, ἡ ἰσχύς ὡς διακονία, ἡ ἱστορία ἐνώπιον Θεοῦ

Τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου


vasileios 01

 

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, Σεβαστοὶ Πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,

 Ἐκκλησία, ὅταν μνημονεύει πρόσωπα τῆς ἱστορίας, δὲν τὰ ἐξιδανικεύει, οὔτε τὰ ἀπορρίπτει. Τὰ διακρίνει. Διότι γνωρίζει ὅτι «οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου, οὐδὲ εἷς» (Ἰὼβ 14,4), ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα στὴν ἱστορία ἀκόμη καὶ διὰ ἀτελῶν ἀνθρώπων. Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β´ ὁ Μακεδὼν ὑπῆρξε μία τέτοια μορφὴ: ὄχι ἅγιος, ἀλλὰ ἄνθρωπος ἐξουσίας μὲ φόβον Θεοῦ. Ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰγνάτιον τὸν Θεοφόρον, προΐσταται «εἰς τόπον Θεοῦ», ὁ δὲ βασιλεὺς τῆς Ῥωμανίας ἐλογίζετο εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεόθεν τεταγμένος φύλαξ τῆς τάξεως, τότε ἡ κρίσις τῶν βασιλέων δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὔτε μὲ ῥομαντισμὸν οὔτε μὲ ἠθικισμὸν ἐκτὸς χρόνου, ἀλλὰ μὲ φόβον Θεοῦ καὶ ἀκρίβειαν ἱστορικήν. Ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦτο ἐπιχειροῦμε νὰ ἀτενίσωμεν τὴν μορφὴν τοῦ Βασιλείου Β´.

Βιογραφικὴ συγκρότησις καὶ χαρακτήρ.

 Βασίλειος Β΄ (958–1025) ἀνήκει εἰς ἐκείνην τὴν σπανίαν κατηγορίαν ἀρχόντων οἱ ὁποῖοι ἐβασίλευσαν ἐπὶ μακρόν καὶ ἀπέθανον ἐν ἐξουσίᾳ, δίχως νὰ ἡττηθοῦν πολιτικῶς. Ἀπὸ νεαρὰς ἡλικίας ἐγνώρισε τὴν ἀνασφάλειαν τῆς βασιλείας. Ἔζησεν ὑπὸ κηδεμονίας, ἐπεσκιάσθη ἀπὸ στρατηγούς, ἐταπεινώθη κατὰ τὴν στάσιν τοῦ Βάρδα Σκληροῦ καὶ τοῦ Βάρδα Φωκᾶ.

ὰν θελήσωμεν νὰ κατανοήσωμεν ὀρθῶς τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργον τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´, ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα καὶ εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς του, εἰς τὴν καταγωγήν, τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν νεανικὴν αὐτοῦ διαμόρφωσιν, διότι ἐκεῖ ἐρριζώθησαν οἱ βάσεις τοῦ ἤθους καὶ τοῦ φρονήματός του. Ὁ Βασίλειος ἐγεννήθη τὸ ἔτος 958, πορφυρογέννητος υἱὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ Β΄ καὶ τῆς Θεοφανοῦς. Ὁ πατὴρ του, μολονότι νόμιμος διάδοχος τῆς Μακεδονικῆς δυναστείας, ἀπεβίωσεν προώρως, ἀφήνων τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν νηπιακῇ ἡλικίᾳ ἐπάνω εἰς θρόνον κλυδωνιζόμενον. Ἡ μήτηρ αὐτοῦ Θεοφανώ, γυνὴ ἐξαιρετικῆς ἐνεργητικότητος καὶ πολιτικῆς δεινότητος, ἠγωνίσθη νὰ διαφυλάξῃ τὰ δικαιώματα τῶν τέκνων αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ τίμημα ὑπήρξεν βαρύ: ὁ νεαρὸς Βασίλειος ἀνετράφη ἐν μέσῳ παλατιανῶν μηχανορραφιών, σφετερισμῶν καὶ βίαιων μεταβολῶν τῆς ἐξουσίας.

νακηρυχθεὶς αὐτοκράτωρ ἐκ παιδὸς (πέντε ἐτῶν), οὐκ ἐβασίλευσεν κατ’ ἀλήθειαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Ἄλλοι ἐκυβέρνων δι’ αὐτόν: στρατηγοὶ κραταιοί, αὐλικοὶ ὑπερόπται, ἡ ἐξουσία τῶν ὁποίων ἐσκίαζε τὸ πορφυρογέννητον δικαίωμά του. Κατὰ τὰ πρῶτα σχεδὸν τριάκοντα ἔτη τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἡ αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία ἠσκεῖτο ἀπὸ ἄλλους: πρῶτα ἀπὸ τὸν Νικηφόρον Φωκᾶ, ἔπειτα ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Τσιμισκήν καὶ ἀργότερον ἀπὸ ἰσχυροὺς αὐλικούς, ὅπως ὁ Βασίλειος ὁ Παραδυναστεύων.

Αὐτὴ ἡ μακρὰ περίοδος πολιτικῆς περιθωριοποίησης τοῦ νεαροῦ Αὐτοκράτορος ὑπῆρξε καθοριστική. Ὁ Βασίλειος ἐμεγάλωσεν εἰς περιβάλλον ἴντριγκας, δολοφονιῶν, σφετερισμῶν καὶ στρατιωτικῶν στάσεων, γεγονὸς τὸ ὁποῖον κατέστησε αὐτόν βαθύτατα καχύποπτον, ἐσωστρεφῆν καὶ ἀποφασισμένον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ποτὲ ξανὰ τὴν ὑποκατάστασιν τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἰσχυροὺς παράγοντας.

Ταῦτα πάντα ἐχάραξαν βαθέως τὴν ψυχὴν τοῦ νέου Αὐτοκράτορος· ἔμαθε ἐνωρὶς ὅτι ἡ βασιλεία δὲν χαρίζεται, ἀλλὰ διαφυλάσσεται δι᾽ ἀγῶνος, ὅτι ἡ ἀμέλεια γεννᾷ τὴν ἀναρχίαν καὶ ὅτι ἡ ἐξουσία, ἐὰν δὲν ἀσκῆται προσωπικῶς, σφετερίζεται.

σον ἀφορᾷ τὴν παιδείαν αὐτοῦ, αἱ πηγαὶ μαρτυροῦν ὅτι ὁ Βασίλειος Β΄ δὲν ἐφιλοδόξησεν νὰ ἀναδειχθῇ λόγιος ἢ ῥήτωρ. Ἡ μόρφωσίς αὐτοῦ ὑπήρξεν πρακτικὴ καὶ βιωματική· ἐξεπαιδεύθη εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν καρτερίαν. Προετίμησε τὴν σκληραγωγίαν τοῦ στρατοπέδου ἀντὶ τῆς τρυφῆς τοῦ παλατίου, τὴν σιωπὴν ἀντὶ τῆς κενοδοξίας, τὴν πράξιν ἀντὶ τοῦ λόγου. Ἔτσι ἐμορφώθη ὁ χαρακτήρ του: αὐστηρός, ἀσκητικός, ἀκλόνητος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ βασιλεύσῃ, ὄχι ὡς κοσμικὸς δυνάστης, ἀλλ’ ὡς φύλαξ τῆς τάξεως, τῆς πίστεως καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς Οἰκουμένης.

κ τούτου ἐγεννήθη εἷς χαρακτὴρ ἀσκητικὸς, ἀδιάλλακτος, ἀγρυπνῶν. Δὲν ἔζησε βασιλικῶς· ἔζησε στρατοπεδευόμενος.

λθὼν εἰς τὴν ἡλικίαν τῆς ἀνδρικῆς ὠριμότητος, ὁ Βασίλειος Β΄ ἠναγκάσθη νὰ ἀναλάβῃ ὄχι μόνον τὸ στέμμα, ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρὸν τῆς πραγματικῆς βασιλείας. Τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐνεργοῦ ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας του ἐσημαδεύθησαν ἀπὸ σφοδροὺς ἀγῶνας ἐναντίον τῶν ἐσωτερικῶν σφετεριστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν νὰ καταλύσουν τὴν νόμιμον βασιλείαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προστασίας τοῦ κράτους. Ἡ ἀνταρσία τοῦ Βάρδα Σκληροῦ καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον ἀκόμη φοβερωτέρα στάσις τοῦ Βάρδα Φωκᾶ, ἀπεκάλυψαν τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου: στρατηγοὶ κραταιοὶ, ἐμπειρότατοι ἐν πολέμοις, ἐπεχείρησαν νὰ ὑποκαταστήσουν τὴν Αὐτοκρατορικὴν ἐξουσίαν. Ὁ Βασίλειος, ἀντὶ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐπέδειξεν ὑπομονὴν, πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ἀκατάβλητον θέλησιν· ἐζήτησε συμμαχίας, ἐχρησιμοποίησε τὴν διπλωματίαν ὡς ὅπλον, καὶ ἐκάλεσε εἰς βοήθειαν τὰς ρωσικὰς δυνάμεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγεννήθη καὶ ὁ πυρὴν τῆς περιβοήτου Βαραγγικῆς Φρουρᾶς. Μετὰ τὴν συντριβὴν τῶν στασιαστῶν, ὁ αὐτοκράτωρ ἐστερέωσε τὴν ἐξουσίαν του ἐπὶ σταθερᾶς βάσεως, ἀπαλλάσσοντας τὸ κράτος ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῶν ἰσχυρῶν καὶ καθιστῶν σαφὲς ὅτι ἡ βασιλεία τῶν Ῥωμαίων δὲν ἦτο λάφυρον στρατηγῶν, ἀλλὰ θεόθεν διακονία.

Ἡ καθιέρωσις τῆς Φρουρᾶς τῶν Βαράγγων.

νταῦθα πρέπει νὰ μνημονεύσωμε καὶ ἕν γεγονὸς ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν κατανόησιν τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς φρονήσεως τοῦ Βασιλείου Β´· τὴν καθιέρωσιν τῆς περιφήμου Φρουρᾶς τῶν Βαράγγων. Κατὰ τὸ ἔτος 988 μ.Χ., ὅτε ὁ αὐτοκράτωρ ἀντεμετώπιζε τὴν ἐπικίνδυνον στάσιν τοῦ Βάρδα Φωκᾶ, ἐζήτησε βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος τῶν Ῥῶς Βλαδιμήρου. Ὁ τελευταῖος ἀπέστειλε σῶμα περὶ τοὺς ἑξακισχιλίους Βαράγγους πολεμιστάς, ἄνδρας σκληρούς, πειθαρχημένους καὶ ἀνεξαρτήτους ἀπὸ τὰς βυζαντινὰς φατρίας. Μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς στάσεως, ὁ Βασίλειος, ἀντὶ νὰ τοὺς διαλύσῃ, τοὺς ἐνέταξεν ὡς μόνιμον καὶ ἐπίλεκτον σῶμα προσωπικῆς φρουρᾶς, θέτων τὰ θεμέλια τῆς Βαραγγικῆς Φρουρᾶς. Ἡ ἐπιλογὴ αὕτη δὲν ὑπαγορεύθη μόνον ὑπὸ στρατιωτικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ βαθείας πολιτικῆς συνειδήσεως· ὁ αὐτοκράτωρ, πληγωθεὶς ἐκ νεότητος ἀπὸ τὰς προδοσίας ἐντοπίων στρατηγῶν, ἐζήτησε φύλακας ἀφοσιωμένους, οὐχὶ εἰς πρόσωπα ἢ γένη, ἀλλὰ εἰς τὸν θεσμόν τῆς βασιλείας. Οὕτως ἡ Βαραγγικὴ Φρουρὰ ἐγένετο ὄχι μόνον σῶμα ὁπλιτῶν, ἀλλὰ σύμβολον τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς ἀπηλλαγμένης ἀπὸ φατριασμοὺς καὶ ἰδιοτέλειαν.

Στρατιωτικὴ δράσις ἐν Δύσει – ὁ βουλγαρικὸς πόλεμος.

παλλαγείς πλέον ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῶν ἐσωτερικῶν στάσεων καὶ ἐμπεδωθεὶς ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὁ Βασίλειος Β´ ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀπειλάς, ἀναλαμβάνων προσωπικῶς τὴν ἀρχηγίαν τῶν στρατευμάτων, κατὰ τὸ παλαιὸν Ῥωμαϊκὸν ἔθος. Πρῶτον μέλημα αὐτοῦ ὑπήρξεν ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ὀχυρῶν καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως. Ἐν συνεχείᾳ, ἐστράφη κατὰ τῶν Βουλγάρων, οἵτινες ὑπὸ τὸν Σαμουὴλ εἶχον ἐπεκτείνει τὴν κυριαρχίαν των εἰς τὰ δυτικὰ Βαλκάνια, φθάσαντες μέχρι τὸν Ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου καὶ ἀπειλοῦντες τὸν κορμὸν τῆς αὐτοκρατορίας. Αἱ πρῶται τοιαῦται ἐκστρατεῖαι ὑπήρξαν κοπιώδεις καὶ οὐχὶ ἀμέσως νικηφόροι· ὅμως ἐν αὐταῖς ἐσφυρηλατήθη ἡ στρατηγικὴ μέθοδος τοῦ Βασιλείου: ἐπιμονή, ὑπομονή, σταδιακὴ φθορά τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἄρνησις κάθε ἐντυπωσιασιακῆς κινήσεως ἄνευ βάθους.

Ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ὁ Βασίλειος πολεμεῖ τὸ βουλγαρικὸ κράτος. Κυριότεροι σταθμοῖ αὐτοῦ πολέμου ἦσαν:

 Ἡ Μάχη τοῦ Σπερχειοῦ (996): ἐκεῖ ἡττᾶται, μαθαίνει, ἀλλὰ δὲν ἀπογοητεύεται.
 Συστηματικὲς ἐκστρατεῖες (1000–1014): Ἀπελευθέρωσις Σκοπίων, Βεροίας, Πελαγονίας.
 Ἡ Μάχη τοῦ Κλειδίου (1014): στρατηγικὸς ἀποκλεισμός, διάλυσις τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ.

Ἡ μεγαλειώδης νίκη τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ τοῦ ἐπονομασθέντος Βουλγαροκτόνου κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Κλειδίου τὸ ἔτος (1014) ἀποτελεῖ κορυφαῖον σταθμὸν τῆς μακρᾶς καὶ ἐπιμόνου συγκρούσεως μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων. Ἐκμεταλλευόμενος τὸ δυσπρόσιτον τοῦ ἐδάφους καὶ τὴν ἄριστον πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, ὁ Βασίλειος κατέφερε συντριπτικὸν πλῆγμα κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ Σαμουὴλ, αἱ ὁποῖαι ἐπεχείρησαν ματαίως νὰ ἀνακόψουν τὴν προέλασιν τῶν Ῥωμαίων.

Σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσα ἱστοριογραφικὴν παράδοσιν, περὶ τοὺς 14.000 Βουλγάρους αἰχμαλώτους ἐτύφλωσεν ὁ Βασίλειος Β´ μετὰ τὴν μάχην τοῦ Κλειδίου (1014). Ἐξ αὐτῶν, εἷς ἀνὰ ἑκατόν ἀφέθη μονόφθαλμος, ἵνα ὁδηγῇ τοὺς λοιπούς πρὸς τὸν ἡγεμόνα Σαμουήλ. Ἡ τύφλωσις τῶν αἰχμαλώτων, ὡς πράξις ἀποτρεπτικὴ καὶ συμβολικὴ, ἐπέφερε βαθὺν ψυχολογικὸν κλονισμὸν εἰς τὸ βουλγαρικὸν κράτος, ὁδηγοῦσα ταχέως εἰς τὸν θάνατον τοῦ Σαμουὴλ καὶ τὴν κατάρρευσιν τῆς ἀντιστάσεως. Ἡ νίκη αὕτη ἐσφράγισε τὴν ὑποταγὴν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βυζαντινὴν αὐτοκρατορίαν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς εἰς τὰ βόρεια Βαλκάνια, ἐγκαινιάζουσα περίοδον σταθερότητος καὶ ἀκμῆς.

 μεταγενεστέρα πολιτικὴ τοῦ Βασιλείου (σεβασμὸς τῆς Ἐκκλησίας, Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος) δεικνύει ὅτι δὲν ἦτο ἄνθρωπος ἐκδικητικός.

 ἵδρυσις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ ἀπετέλεσεν πράξιν ὑψηλῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς σκοπιμότητος, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐνσωμάτωσιν τῶν προσφάτως ὑποταγεισῶν βουλγαρικῶν χωρῶν εἰς τὸ βυζαντινὸν κράτος. Διὰ τῆς διατηρήσεως ἐκκλησιαστικῆς αὐτοτελείας, ἀλλ’ ὑπὸ σαφῆ ἐξάρτησιν ἐκ τοῦ οἰκουμενικοῦ κέντρου, ὁ Βασίλειος ἐπεδίωξε νὰ κατευνάσῃ τὰ τοπικὰ φρονήματα καὶ νὰ προλάβῃ ἐξεγερτικὰς τάσεις. Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ ὑπῆρξεν ἡ ρύθμισις καθ᾽ ἣν ὁ ἐκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος ἔδει νὰ ἀναδεικνύηται ἐκ τοῦ κλήρου τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ἐξασφαλίζουσα οὕτως τὴν δογματικὴν ὀρθοδοξίαν καὶ τὴν πιστότητα πρὸς τὴν αὐτοκρατορικὴν καὶ πατριαρχικὴν ἀρχήν. Ἡ συμπερίληψις δὲ εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἐπαρχιῶν μετὰ ἰσχυρῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἐνίσχυεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν κύρος αὐτῆς καὶ συνετέλει εἰς τὴν βαθμιαίαν ἐπανελλήνισιν καὶ σταθεροποίησιν τῆς περιοχῆς.

Ὁ θρίαμβος καὶ ἡ Ἀθήνα

Τοιουτοτρόπως τὸ 1018 μ.Χ., θριαμβευτὴς ὁ Βασίλειος καὶ κυρίαρχος τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, τὸ πρῶτον πράγμα τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην νὰ κάνῃ ἦτο νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀθήναν διὰ νὰ προσκυνήσῃ τὴν Παναγίαν τὴν Ἀθηνιώτισσαν καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσῃ διὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ πολυετοῦς ἀγώνα αὐτοῦ, ἐνάντιων τῶν Βουλγάρων. Συμφώνως πρὸς τὸν ἱστορικὸν Ἰωάννην Σκυλίτζην, ὁ σκοπὸς τῆς ἐπισκέψεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀθήναν, ἦτο ἀποκλειστικῶς θρησκευτικός: «ἐν Ἀθήναις δὲ γενόμενος, καὶ τῇ Θεοτόκῳ τὰ τῆς νίκης εὐχαριστήρια δοὺς καὶ ἀναθήμασι λαμπροῖς καὶ πολυτελέσι κοσμήσας τὸν ναόν, ὑπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν» (=ἀφοῦ ἔφτασε εἰς τὴν Ἀθήναν καὶ ἀπέδωσε εὐχαριστήρια διὰ τὴν νίκην εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ ἐκόσμησε τὸν ναὸν μὲ λαμπρὰ καὶ πολυτελῆ ἀφιερώματα, ἐπέστρεψε πίσω εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν), ἀκολουθῶν χερσαίαν διαδρομήν. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν οὔτε τὰ ἀφιερώματα τοῦ Βασιλείου εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Θεοτόκου, οὔτε τὴν διάρκειαν τῆς ἐκεῖ παραμονῆς αὐτοῦ, δυνάμεθα μόνον νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ἡ συνοδεία τοῦ Αὐτοκράτορος ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὴν ἐπίλεκτον φρουρὰν αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ Βασίλειος ἀναγνωρίζει τὸν ἑλληνικὸν καὶ χριστιανικὸν χαρακτῆρα τῆς πόλεως.

Τὸ ἔτος 1019 μ.Χ., ὁ Αὐτοκράτορας, ἐπιστρέφων ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις προσκύνημα αὐτοῦ, εἰσῆλθε τροπαιοῦχος εἰς τὴν Βασιλεύουσαν μετὰ τῆς θριαμβευτικῆς πομπῆς αὐτοῦ νὰ καταλήγῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, ὅπου ὁ ἑξηκοντούτης, πλέον, δαφνοστεφὴς Αὐτοκράτωρ, ἔψαλλε ὕμνους εἰς τὸν Θεόν.

Στρατιωτικὴ δράσις ἐν τῇ Ἀνατολῇ

Παραλλήλως, ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐνίσχυσε τὴν ἄμυναν τῶν θεμάτων καὶ περιόρισε τὰς κινήσεις τῶν Ἀράβων, ἐξασφαλίζων ὅτι τὸ κράτος θὰ πολεμᾷ πλέον ὄχι ἐν διχασμῷ, ἀλλ᾽ ἐν ἑνὶ σώματι. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ταῦτα βήματα κατέστη φανερὸν ὅτι ὁ Βασίλειος Β´ ἐπρόκειτο νὰ ἀσκῇ τὸν πόλεμον ὡς διαρκῆ διακονίαν καὶ ὄχι ὡς πρόσκαιρον θρίαμβον.

ρμενία – Καύκασος

 δραστηριότης τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ εἰς τὴν Ἀρμενίαν καὶ τὰς χώρας τοῦ Καυκάσου ἀπετέλεσεν ἀναπόσπαστον μέρος τῆς μακρόπνοου στρατηγικῆς αὐτοῦ πρὸς ἐδραίωσιν τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας ἐν τῇ ἀνατολικῇ μεθορίῳ. Ἐκμεταλλευόμενος τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιπαλότητας τῶν ἀρμενικῶν δυναστειῶν καὶ τὴν εὐμενῆ στάσιν ὀρισμένων τοπικῶν ἡγεμόνων, ὁ Βασίλειος προέβη εἰς σταδιακὴν προσάρτησιν ἀρμενικῶν ἐδαφῶν, ὡς τῆς Ταρόν, τῆς Βασπρακανίας καὶ τῆς Ἀνίου, ἄνευ γενικευμένων συγκρούσεων. Ταυτοχρόνως, διὰ συνθηκῶν καὶ δυναστικῶν διακανονισμῶν, ἐξησφάλισε τὴν ὑποτέλειαν καὶ τὴν πιστότητα τῶν γεωργιανῶν καὶ καυκασιανῶν πριγκιπάτων, μεταβάλλων αὐτὰ εἰς προκεχωρημένον φραγμὸν κατὰ τῶν μουσουλμανικῶν δυνάμεων. Ἡ πολιτικὴ αὕτη, συνδυάζουσα διπλωματίαν καὶ στρατιωτικὴν ἀποτροπήν, ἐνίσχυσε τὴν ἀσφάλειαν τῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπεξέτεινε τὴν διοικητικὴν παρουσίαν τῶν Ῥωμαίων εἰς τὸν Καύκασον καὶ προετοίμασε τὸ ἔδαφος διὰ τὴν μετέπειτα ἀκμὴν τῆς βυζαντινῆς Ἀνατολῆς.

Ἀναχαίτισις Ἀράβων

Ἡ δράσις τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ τοῦ Μακεδόνος κατὰ τῶν Ἀράβων ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ σταθερᾶς ἐπιμονῆς καὶ μακροπρόθεσμου στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ, ἀποβλέποντος εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς βυζαντινῆς ἰσχύος εἰς τὴν ἀνατολικὴν Μεσόγειον καὶ τὰς παραμεθορίους χώρας τῆς Συρίας καὶ τῆς Μεσοποταμίας. Ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ ἰδίως κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας, ὁ Βασίλειος προέβη εἰς συνεχῆς ἐκστρατείας ἐναντίον τῶν Ἀραβικῶν ἐμιράτων, ἐνισχύων τὸ ἀμυντικὸν σύστημα τῶν θεμάτων καὶ ἐπαναφέρον τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ στράτευμα. Ἡ κατάληψις καὶ στερέωσις στρατηγικῶν πόλεων, ὡς ἡ Ἔδεσσα καὶ τὰ φρούρια τῆς ἄνω Μεσοποταμίας, περιόρισεν τὰς ἐπιδρομὰς καὶ ἐξησφάλισε τὸν ἔλεγχον τῶν ὁδῶν. Παραλλήλως, διὰ τῆς προβολῆς τῆς Αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐνσωματώσεως χριστιανικῶν πληθυσμῶν, ὁ Βασίλειος κατόρθωσε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀνατολικὴν μεθόριον ἀπὸ ζώνην ἀσταθείας εἰς πεδίον σχετικῆς εἰρήνης καὶ ἀσφαλείας, ἐδραιώσας τὴν Ῥωμαϊκὴν παρουσίαν ἐπὶ γενεάς. Ἀποτέλεσμα: Σταθεροποίησις συνόρων καὶ ἀσφάλεια Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ Αὐτοκρατορία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου ἔφθασε εἰς τὸ μέγιστον ἔδαφος, μετὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου!

Κάτω Ἰταλία

ν τῇ Δύσει, ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλείου Β´ τοῦ Μακεδόνος ἀπεβλέψεν εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς Ῥωμαϊκῆς κυριαρχίας εἰς τὴν Κάτω Ἰταλίαν καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀραβικῆς καὶ λατινικῆς πιέσεως ἐπὶ τῶν δυτικῶν κτήσεων. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κατεπανικίου Ἰταλίας, μετ᾽ ἐπικέντρου πλέον τὸ Βάριον, καὶ ἡ ἀποστολὴ ἱκανῶν στρατιωτικῶν καὶ διοικητικῶν στελεχῶν ἐξησφάλισαν τὴν σταθερότητα τῶν βυζαντινῶν ἐδαφῶν καὶ ἀνέκοψαν τὴν προέλασιν τῶν Λογγοβάρδων καὶ τῶν Γερμανῶν. Ταυτοχρόνως, διὰ ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ συμμαχιῶν, ὁ Βασίλειος ἐπεχείρησε νὰ περιορίσῃ τὴν δράσιν τῶν Σαρακηνῶν εἰς τὴν Σικελίαν, ἐπιτυγχάνων προσκαίρους ἐπιτυχίας καὶ ἐπαναφέρον τὴν βυζαντινὴν παρουσίαν εἰς ὁρισμένα παράλια καὶ νήσους τοῦ Τυρρηνικοῦ πελάγους. Ἂν καὶ ἡ πλήρης ἀνάκτησις τῆς Σικελίας δὲν ἐπετεύχθη, αἱ ἐνέργειαι αὗται ἐσφράγισαν τὸ δυτικὸν μέτωπον καὶ ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν νὰ στραφῇ ἀπερισπάστως πρὸς τὰ μείζονα ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῶν Βαλκανίων.
Ἐπιπλέον ἡ Κάτω Ἰταλία παρέμεινε ῥωμαϊκὴ χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Βασιλείου Β´ και, τὸ κυριότερον, ἐπὶ τὼν ἡμερῶν αὐτοῦ, διετήρησε τὸν ὀρθόδοξον χαρακτῆρα αὐτῆς.

Οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ πολιτική – Τὸ Ἀλληλέγγυον

Κατὰ τῶν «δυνατῶν»

διαιτέρως ἀποκαλυπτικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ τῆς ὀρθοδόξου κοινωνικῆς συνειδήσεως τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ ὑπήρξεν ἡ ἀμείλικτος πολιτικὴ αὐτοῦ κατὰ τῶν «δυνατῶν», οἱ ὁποῖοι ὡς νέοι πλούσιοι ἄρχοντες ἐπεχείρουν νὰ συσσωρεύσουν γῆν καὶ ἐξουσίαν, καταπατοῦντες τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας–γεωργούς. Μὲ νεαρὰν (νόμον) τοῦ 996 ἀκύρωσε κάθε ἀγορὰ γῆς ἁπλοῦ γεωργοῦ ἀπὸ μεγαλογαιοκτήμονα, μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν τεσσαράκοντα ἐτῶν! Ὁ Βασίλειος, ἐνεργῶν ὄχι μόνον ὡς κοσμικὸς ἄρχων, ἀλλὰ καὶ ὡς φύλαξ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἐφήρμοσε νομοθεσίαν ἐμπεποτισμένην ἀπὸ τὸ πατερικὸν πνεῦμα, ὅπως αὐτὸ ἐκφράζεται ἐναργῶς ἀπὸ τὸν Μέγαν Βασίλειον: «οὐ τὰ σὰ σὺ κατέχεις, ἀλλὰ τὰ τῶν πενήτων» καὶ «ὁ πλεονάζων πλούσιος κλέπτης ἐστίν». Ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐλέγχει τοὺς καταδυναστεύοντας τοὺς πτωχοὺς λέγων ὅτι: «οὐδὲν ψυχρότερον πλουσίου μὴ μεταδιδόντος». Καὶ πάλιν ὁ Μέγας Βασίλειος: «Οὐχ ὁ πλοῦτος ἄδικος, ἀλλ’ ἡ ἀδικία πλουτίζει».

πολέμησε λοιπὸν συστηματικῶς τὴν συγκέντρωσιν γῆς εἰς τὰς χεῖρας τῶν «δυνατῶν», μὲ ἀποτέλεσμα:
α) νὰ προστατεύσῃ τοὺς μικροὺς καλλιεργητάς,
β) νὰ διατηρήσῃ τὴν φορολογικὴν ἰσορροπίαν,
γ) νὰ διασφαλίσῃ στρατιώτας-γεωργούς.

Β. Ὁ νόμος τοῦ Ἀλληλεγγύου

 Βασίλειος Β΄ εἶναι ὁ αὐτοκράτορας ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε καὶ ἐφήρμοσε τὸν νόμον τοῦ Ἀλληλεγγύου (ἀλληλέγγυον), μὲ σκοπὸν τὴν προστασία τῶν πτωχῶν γεωργῶν καὶ τὴν συγκράτησιν τῆς δυνάμεως τῶν «δυνατῶν». Ὁ νόμος θεσπίστηκε περὶ τὸ 1002 μ.Χ. καὶ ὑπεχρέωνε τοὺς πλουσίους γαιοκτήμονας νὰ καταβάλλουν τοὺς φόρους τῶν πτωχῶν γειτόνων τους, ὅταν αὐτοὶ ἀδυνατοῦσαν!

 νόμος αὐτὸς ἀπετέλεσεν ἔμπρακτον ἐφαρμογὴν τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, μεταφέρων τὴν εὐαγγελικὴν ἀρχὴν τῆς «ἀλληλοβαστασίας» («ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε») εἰς τὸ πεδίον τῆς κρατικῆς διοικήσεως. Τοιουτοτρόπως, ὁ Βασίλειος Β´ ἀναδεικνύεται, ὄχι μόνον ἀμείλικτος στρατηλάτης, ἀλλὰ καὶ βασιλεὺς «κατὰ Χριστόν», ὑποτάσσων τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης.

ταν βαθιὰ «ἀντικαπιταλιστικὸν» (μὲ σημερινοὺς ὅρους) νομοθέτημα καὶ ἀπολύτως ἀντικρουόμενον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἀριστοκρατίας. Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος ἠγαπήθη ἀπὸ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ καὶ ἐμισήθη ὑπὸ τῶν ὀλίγων πλουσίων «δυνατῶν».

Πρόκειται διὰ ἕν ἀπὸ τὰ πλέον κοινωνικὰ νομοθετήματα ὁλοκλήρου τῆς μεσαιωνικῆς Εὐρώπης τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὴν βαθείαν κοινωνικὴν συνείδησιν τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου. Ὁ νόμος κατηργήθη ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει πόσο προσωπικῶς συνδεδεμένος ἦταν μὲ τὴ βούληση αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ηὐξημένην ἐπιρροὴν τῶν δυνατῶν εἰς τοὺς διαδόχους τοῦ Βασιλείου, πράγμα τὸ ὁποῖον ἴσως δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν μετέπειτα παρακμειακὴν πορείαν.

ταν ὁ Βασίλειος ἀπεβίωσε (1025), τὰ αὐτοκρατορικὰ ταμεῖα ἦταν πλήρη, δίχως νὰ ἐφαρμώσῃ ἀκραίαν φορολογίαν, ἀλλὰ τουναντίον ἔχονταςἀνακουφίσῃ τὰ πτωχότερα κοινωνικὰ στρώματα. Αὐτὸ ἀποτελεῖ σπάνιον φαινόμενο εἰς τὴν ἱστορία μέχρι καὶ σήμερα.

Πίστις καὶ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ πολιτική

 ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ Μακεδόνος χαρακτηρίζεται ὄχι ἀπὸ θεολογικὲς παρεμβάσεις ἢ δογματικὲς φιλοδοξίες, ἀλλὰ ἀπὸ σεβασμὸν εἰς τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ συνείδησιν τοῦ ὁρίου μεταξὺ βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ὁ Βασίλειος δὲν ἐπεχείρησε νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύσῃ, θεωρῶν ἑαυτὸν φύλακα καὶ ὄχι κύριον αὐτῆς. Ἡ προσωπικὴ του εὐσέβεια ἐξεφράζετο μὲ τρόπον λιτὸν καὶ ἀθόρυβον· ἔζησε ἀσκητικῶς, ἄγαμος, μακρὰν αὐλικῆς τρυφῆς, καὶ ἐστήριξε ἐμπράκτως μονὰς καὶ ἱερὰ προσκυνήματα, ἰδίως τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν βασιλείαν του ἐγνώρισε σταθερότητα καὶ ἀνάπτυξιν.

 πίστις του δὲν ἦτο ῥητορικὴ οὔτε ἐπιδεικτική· ἦτο πίστις βεβιωμένη, συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀίσθησιν εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄρχοντος ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε ὅτι θὰ κριθῇ ὄχι μόνον διὰ τὰς νίκας του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποῖου ἐβάστασε τὴν ἐξουσίαν.

Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥῶς (Ρώσων)

χώριστα συνδεδεμένος μὲ τὴν βασιλείαν τοῦ Βασιλείου Β´ εἶναι καὶ ὁ μέγας καὶ κοσμοϊστορικὸς ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥώς. Κατὰ τὸ ἔτος 988 μ.Χ., ὁ ἡγεμὼν τῶν Ῥῶς Βλαδίμηρος τοῦ Κιέβου ἐδέχθη τὸ Ἅγιον Βάπτισμα κατὰ τὸ ὀρθόδοξον δόγμα, γεγονὸς ποὺ ἀπετέλεσε σταθμὸν ὄχι μόνον θρησκευτικὸν, ἀλλὰ καὶ πολιτισμικὸν καὶ ἐκκλησιαστικὸν διὰ ὁλόκληρον τὴν ἀνατολικὴν Εὐρώπην. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς αὐτὸς δὲν ὑπήρξεν τυχαῖος· ἐπραγματοποιήθη ἐν στενῇ σχέσει μὲ τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμαϊκὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ ἐπὶ βασιλείας Βασιλείου Β΄, ὁ ὁποῖος, ἀντιμετωπίζων τὴν ἐσωτερικὴν στάσιν τῶν μεγάλων στρατηγῶν, ἔλαβε στρατιωτικὴν βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ Βλαδιμήρου. Ἡ πολιτικὴ συμμαχία ἐσφραγίσθη διὰ πνευματικῆς συγγενείας: ὁ Βλαδίμηρος ἐβαπτίσθη, ἔλαβε εἰς γάμον τὴν πορφυρογέννητον Ἄνναν, ἀδελφὴν τοῦ Βασιλείου, καὶ ἐβάπτισε μαζικῶς τὸν λαὸν του εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Δνείπερου. Οὕτως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφύτευσε ῥίζας βαθείας εἰς τὸν κόσμον τῶν Σλάβων, καὶ ἡ Ῥωμανία, ἄνευ κατακτήσεως καὶ ἀναγκασμοῦ, ἐπέκτεινε τὴν πνευματικὴν αὐτῆς ἀκτινοβολίαν. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥώς ἀποτέλεσε, οὕτως, μίαν ἐκ τῶν μεγίστων νικῶν τῆς βασιλείας τοῦ Βασιλείου Β΄, νίκην οὐ στρατιωτικήν, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικήν καὶ ἐσχατολογικὴν ἐν ταῖς συνεπείαις αὐτῆς.

Ἐπίλογος – Τὸ ταφικὸν ἐπίγραμμα

ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων
αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων
οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν·
οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα·
ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,
ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία·
καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ·
καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

Οι άλλοι παλιοί βασιλιάδες
άλλον τόπο επέλεξαν για ταφή τους.
Εγώ, όμως, ο Βασίλειος ο πορφυρογέννητος,
έστησα τύμβο στη γη του Εβδόμου,
και αναπαύομαι από τους αμέτρητους μόχθους,
που άντεξα στις μάχες και τις κακουχίες·
γιατί κανείς δεν είδε το δόρυ μου ασάλευτο,
απ’ τη στιγμή που ο Βασιλιάς των Ουρανών
με αξίωσε αυτοκράτορα γης και μέγα βασιλέα·
αλλά, αγρυπνώντας σε όλη μου τη ζωή,
προστάτευσα τα τέκνα της Νέας Ρώμης,
όταν με ανδρεία πολεμούσα στη Δύση
και εκστρατείες οδηγούσα στα σύνορα της Ανατολής,
στήνοντας παντού χιλιάδες τρόπαια.
Και μάρτυρές μου γι’ αυτό οι Πέρσες και οι Σκύθες,
και ο Αβασγός, ο Ισμαήλ, ο Άραβας, ο Ίβηρας.
Και τώρα αντικρίζοντας, διαβάτη, αυτόν τον τάφο,
ας είναι οι προσευχές σου ανταμοιβή της στρατηγίας μου.


Δηλαδὴ μέσω τοῦ ταφικοῦ του ἐπιγράμματος ὁ πιστὸς ἐν Χριστῷ Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βασίλειος ὁ Β´ ζητᾶ ταπεινῶς ὡς μόνη ανταμοιβὴ γιὰ τοὺς κόπους του τὴν προσευχή μας. Καὶ ἡ σημερινὴ προσευχητική μας σύναξη, ἀνταποκρίνεται στὸ αἰτημά του αὐτὸ νὰ προσευχόμαστε δι᾽ αὐτόν.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε Βασιλεῦ τοῦ Γένους ἡμῶν!

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΒΑΣΕΙΛΙΟΥ Β' ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας» (Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα)

 

Ὁμιλία Κυριακῆς ΙΑ΄ Λουκᾶ (Παραβολῆς τοῦ Δείπνου)

Ἀπὸ τὸν Σεβ/το Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Μεζοῦρλο (Λατίνια) Λαρίσης, τὴν Κυριακή, 15/28-12-2025, τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, ἡμέρα Ἐπετείου χιλίων ἀκριβῶς ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ ἀοιδίμου Αὐτοκράτορος ἡμῶν Βασιλείου Β΄ τοῦ Μακεδόνος, μὲ τίτλο: «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας».


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΦΤΩΧΙΑ; (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἱ.Μ. Σινά 7ος αἰ.

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς βλέπει στη γέννηση του Χριστού, όχι ένα τυχαίο ιστορικό γεγονός, αλλά μία συνειδητή και αποκαλυπτική επιλογή του Θεού. Ο Χριστός δεν γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος, γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή αυτή η φτώχεια φανερώνει ποιος είναι ο Θεός και ποιον δρόμο ανοίγει στον άνθρωπο. Αν ο Θεός ήθελε, θα μπορούσε να γεννηθεί σε παλάτια με τιμές και δόξες, όμως διάλεξε τη σιωπή, την απλότητα, την απόρριψη, για να αποκαλύψει ότι η σωτηρία δεν έρχεται μέσω της ισχύος, αλλά μέσω της αγάπης. Η φτώχεια του Χριστού δεν είναι έλλειψη, αλλά πληρότητα άλλου είδους, δεν είναι στέρηση ζωής, αλλά άρνηση της ψεύτικης ασφάλειας που προσφέρει ο κόσμος. Ο Άγιος Νικόλαος επιμένει ότι ο Χριστός έρχεται γυμνός από κάθε κοσμικό στήριγμα για να ντύσει τον άνθρωπο με τη Θεία Χάρη. Η φτώχεια του γίνεται γλώσσα θεολογίας, τρόπος διδασκαλίας, πρόσκληση μετανοίας.

Ο κόσμος, λέει ο Άγιος Νικόλαος, δεν βρήκε χώρο για τον Χριστό, όχι επειδή δεν είχε σπίτια, αλλά επειδή είχε καρδιές γεμάτες από μέριμνες, φιλοδοξίες, φόβους και αυτάρκεια. Έτσι ο Χριστός γεννιέται έξω από την πόλη, έξω από τα κέντρα εξουσίας, έξω από το θόρυβο, η φάτνη γίνεται ο τόπος της κρίσεως του κόσμου, όχι κρίση καταδίκης, αλλά αποκάλυψης. Η φτώχεια της γέννησης δείχνει ποιος αναγνωρίζει τον Θεό και ποιος τον αγνοεί. Οι ποιμένες, άνθρωποι απλοί και περιφρονημένοι, πλησιάζουν. Οι άρχοντες δεν κινούνται, η φτώχεια γίνεται φίλτρο που αποκαλύπτει τις προθέσεις της καρδιάς. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Θεός δεν απορρίπτει τον κόσμο, ο κόσμος απορρίπτει τον Θεό επειδή δεν τον αναγνωρίζει όταν έρχεται χωρίς λάμψη. 

Για τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς, η φτώχεια του Χριστού δεν περιορίζεται στην υλική ένδεια, είναι κυρίως πνευματική στάση, είναι η απόλυτη ελευθερία από κάθε δεσμό που δεν είναι αγάπη. Ο Χριστός δεν κατέχει τίποτα για να μπορεί να ανήκει σε όλους. Δεν στηρίζεται σε τίποτα, για να γίνει στήριγμα των πάντων. Η πνευματική φτώχεια είναι η καρδιά που δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της, είναι η καρδιά που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τις δυνάμεις της. Ο Άγιος Νικόλαος εξηγεί ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός, για να διδάξει στον άνθρωπο πώς να απελευθερωθεί από τον φόβο της απώλειας. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν φοβάται να χάσει τίποτα και όποιος δεν φοβάται, μπορεί να αγαπήσει αληθινά.

Η απλότητα της γέννησης δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά πνευματική αλήθεια. Ο Θεός αποκαλύπτεται στους απλούς, η φτώχεια της φάτνης γίνεται σχολείο θεογνωσίας. Εκεί δεν υπάρχουν σύμβολα ισχύος, δεν υπάρχουν φρουροί, δεν υπάρχουν τίτλοι, υπάρχει μόνο ένα παιδί, μία μητέρα, ένας προστάτης, λίγα ζώα και η σιωπή. Ο Άγιος Νικόλαος επισημαίνει ότι ο άνθρωπος δυσκολεύεται να συναντήσει το Θεό, επειδή περιπλέκει τη ζωή του, συσσωρεύει πράγματα, σκέψεις, άγχη, εικόνες. Ο Χριστός έρχεται απλώς για να καθαρίσει την όρασή μας, να μας μάθει να βλέπουμε ξανά το ουσιώδες.

Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια περιλαμβάνει και την απόρριψη, δεν υπήρχε τόπος για αυτόν. Αυτή η απόρριψη δεν είναι τυχαία, ο Άγιος Νικόλαος βλέπει εδώ την αρχή του Σταυρού. Ο Χριστός απορρίπτεται από την πρώτη στιγμή για να δείξει ότι ο δρόμος της σωτηρίας περνά μέσα από την ταπείνωση και την υπομονή. Η απόρριψη δεν είναι ήττα, αλλά μαρτυρία. Ο Θεός δεν ζητά να γίνει αποδεκτός με όρους του κόσμου, έρχεται όπως είναι και αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να τον δεχτεί ή να τον απορρίψει. Η φτώχεια της γέννησης αποκαλύπτει αυτή την ελευθερία. Ο Θεός δεν επιβάλλεται, προσφέρεται.

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς θεωρεί ότι η μεγαλύτερη ασθένεια του ανθρώπου είναι η αλαζονεία, η επιθυμία να είναι αυτάρκης, να ελέγχει τα πάντα, να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Η φτώχεια του Χριστού ως φάρμακο δείχνει ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται  στην εμπιστοσύνη στο Θεό. Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό να γεννιέται χωρίς τίποτα, καλείται  να  αναθεωρήσει  τι θεωρεί απαραίτητο. Ο Χριστός ζει, αναπνέει, αγαπά και σώζει χωρίς να κατέχει, αυτό συγκλονίζει τον άνθρωπο που έχει μάθει να μετρά την αξία με βάση την κατοχή. Η φτώχεια του Χριστού θεραπεύει την καρδιά από την ψευδαίσθηση ότι η ζωή εξαρτάται από τα πράγματα.

Ο Άγιος Νικόλαος δεν παρουσιάζει τη φτώχεια του Χριστού ως ιδέα προς θαυμασμό, αλλά ως πρόσκληση ζωής. Δεν καλούνται όλοι οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς υλικά αγαθά, αλλά όλοι καλούνται να μην εξαρτώνται από αυτά, να τα χρησιμοποιούν χωρίς να τα λατρεύουν, να τα μοιράζονται χωρίς φόβο. Η μίμηση της φτώχειας του Χριστού σημαίνει απελευθέρωση της καρδιάς, σημαίνει να μπορεί ο άνθρωπος να χάσει χωρίς να καταρρεύσει, να δώσει χωρίς να μετανιώσει, να ζήσει απλά χωρίς να αισθάνεται κατώτερος. Ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να κάνει τον άνθρωπο πλούσιο σε αγάπη, πίστη και ελπίδα.

Σε έναν κόσμο που κυνηγά την επιτυχία, τη δύναμη και την προβολή, η φτώχεια του Χριστού μοιάζει σκανδαλώδης και όμως είναι φως. Ο Άγιος Νικόλαος λέει ότι η φτώχεια της γέννησης είναι σαν ένα μικρό κερί μέσα στο σκοτάδι της ανθρώπινης ματαιότητας, δεν εντυπωσιάζει αλλά φωτίζει, δεν θορυβεί αλλά θερμαίνει. Αυτό το φως δείχνει στον άνθρωπο ότι υπάρχει άλλος δρόμος, δρόμος ειρήνης, απλότητας και εσωτερικής ελευθερίας. Ο Χριστός δεν έρχεται να συναγωνιστεί τους ισχυρούς του κόσμου, έρχεται να σώσει τις καρδιές που κουράστηκαν από τον ανταγωνισμό.

Η γέννηση στη φτώχεια είναι και υπόσχεση, υπόσχεση ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει κανέναν που βρίσκεται στο περιθώριο, ότι κανείς δεν είναι ασήμαντος, ότι η βασιλεία του Θεού δεν μετριέται με πλούτη και δόξες, αλλά με αγάπη και ταπείνωση. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να μην φοβηθεί ποτέ ο φτωχός να πλησιάσει τον Θεό. Να ξέρει ότι ο Θεός τον καταλαβαίνει, τον γνωρίζει και τον αγαπά. Η φτώχεια της γέννησης γίνεται εγγύηση ελπίδας για κάθε πληγωμένη ψυχή.

Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια δεν είναι λεπτομέρεια της  ιστορίας, αλλά καρδιά του Ευαγγελίου. Είναι αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Θεός σώζει τον κόσμο, χωρίς βία, χωρίς επιβολή, χωρίς εξωτερική δόξα, αλλά με ταπείνωση απλότητα και απόλυτη αγάπη. Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς μας καλεί να δούμε στη φτώχεια του Χριστού όχι μια ρομαντική εικόνα, αλλά έναν καθρέφτη της ζωής μας. Να αναρωτηθούμε από τι εξαρτόμαστε, τι φοβόμαστε να χάσουμε και τι μας εμποδίζει να εμπιστευθούμε τον Θεό. Όσα λιγότερα κρατάμε, τόσο περισσότερο χωρά ο Χριστός μέσα μας. Η φάτνη γίνεται έτσι σχολείο ελευθερίας και ο φτωχός Χριστός γίνεται ο πλούτος της ψυχής που τον δέχεται.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΡΕΦΟΣ; (Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας)


Το ερώτημα «Γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος» δεν είναι μια απλή θεολογική απορία, αλλά η καρδιά ολόκληρου του σχεδίου της σωτηρίας. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και ο φωτεινός αναλυτής του μυστηρίου της ενσάρκωσης, εξηγεί ότι η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης του ανθρώπου, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Θεός δεν γίνεται άνθρωπος από ανάγκη, ούτε από περιορισμό, ούτε από κάποιο θεϊκό καθήκον, αλλά από άφατη αγάπη και δεν έρχεται ως βασιλιάς, ως άγγελος ή ως φωτεινό πνεύμα, αλλά ως βρέφος. Έρχεται με τρόπο που δεν φοβίζει, αλλά προσελκύει, όχι για να επιβληθεί, αλλά για να προσλάβει την ανθρώπινη φύση από την πρώτη της στιγμή μέχρι την τελευταία της πνοή. Το σπήλαιο της Βηθλεέμ γίνεται το νέο εργαστήριο της δημιουργίας, ο τόπος όπου ο Θεός αρχίζει την ανακατασκευή του ανθρώπου από μέσα προς τα έξω.

Ο Άγιος Αθανάσιος διδάσκει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει μαζί Του, δεν ήταν φτιαγμένος για να πεθάνει. Η αθανασία ήταν δωρεά της σχέσης του με τον Θεό, όταν όμως η καρδιά απομακρύνθηκε από την πηγή της ζωής, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση εντολής, είναι ρήξη της κοινωνίας με τον ζώντα Θεό και όπως η αποκοπή από το φως φέρνει σκοτάδι, έτσι και η αποκοπή από το Θεό φέρνει φθορά. Ο άνθρωπος βυθίζεται σε μια ύπαρξη που φθείρεται, παλιώνει, πονά και φοβάται. Ο Θεός όμως δεν αφήνει το δημιούργημά του να καταρρεύσει, δεν μπορεί η αγάπη του να επιτρέψει στον άνθρωπο να χαθεί στο μηδέν, έτσι ξεκινά η Θεία Οικονομία, το σχέδιο της σωτηρίας που κορυφώνεται στη γέννηση του Χριστού.

Ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επιστρέψει στην αθανασία, η φθορά είχε γίνει πλέον τρόπος υπάρξεως. Καμία ηθική βελτίωση, καμία ψυχολογική προσπάθεια, καμία φιλοσοφία δεν μπορούσε να επαναφέρει την ανθρώπινη φύση στην προπτωτική της λαμπρότητα, ο άνθρωπος χρειαζόταν Αυτόν που τον δημιούργησε. Ο Άγιος Αθανάσιος τονίζει ότι μόνο ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός του Κόσμου, θα μπορούσε να ξαναπλάσει τον άνθρωπο και για να ανακαινίσει τη φύση έπρεπε να την προσλάβει. Όμως η πρόσληψη δεν γίνεται από μακριά, δεν γίνεται με εντολές. Ο Θεός μπαίνει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση. γίνεται πραγματικός άνθρωπος, γίνεται βρέφος. Το βρέφος δεν τρομάζει κανέναν, δεν επιβάλλεται, δεν απαιτεί, δεν κυριαρχεί, χαρίζει τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει την αληθινή φύση της Θείας αγάπης. Ταπείνωση, απλότητα, δωρεά, έλεος.  

Γιατί όμως ο Θεός δεν ήρθε ως τέλειος ενήλικας; γιατί επιλέγει την ακραία αδυναμία ενός νεογέννητου; Ο Άγιος Αθανάσιος απαντά, για να θεραπεύσει κάθε στάδιο της ανθρώπινης ζωής. Ο Χριστός δεν αγιάζει μόνο το θάνατο με τον Σταυρό, ούτε μόνο τη φύση με το βάπτισμα, αγιάζει και την παιδική ηλικία με τη γέννηση, αγιάζει τη μήτρα με την ενανθρώπιση, αγιάζει τη φτώχεια με τη σπηλιά, αγιάζει την ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα από τη δική του ανάπτυξη, η ζωή ολόκληρη γεμίζει από την παρουσία του και ξαναγίνεται οδός προς τη θέωση. Το βρέφος Χριστός δηλώνει ότι ο Θεός δεν αποστρέφεται την ανθρώπινη αδυναμία, την λαμβάνει επάνω Του. Ταπεινώνεται μέχρι εκεί που κανείς δεν θα φανταζόταν, γίνεται αυτό που ο άνθρωπος είναι για να γίνει ο άνθρωπος αυτό που ο Θεός είναι, κατά χάριν.

Το σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν είναι τυχαίο. Είναι ο τόπος της φτώχειας, της σκόνης, της ακαταλληλότητας. Η ίδια η γη προσφέρει καταφύγιο στο δημιουργό της. Το σπήλαιο είναι εικόνα του κόσμου που βρίσκεται στο σκοτάδι της φθοράς, εκεί μπαίνει ο Χριστός για να αρχίσει την ανακαίνιση. Ο θάνατος δεν νικιέται μόνο στο σταυρό, η μάχη αρχίζει από τη γέννηση. Όταν ο Χριστός ενώνεται με την ανθρώπινη φύση, η αθανασία ενώνεται με τη φθορά, το φως μπαίνει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν μπορεί να το σκεπάσει. Η ενότητα θείας και ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού γίνεται η πηγή της σωτηρίας. Από εκεί ρέει η θέωση, από εκεί πηγάζει η ανάσταση., από εκεί ξεκινά η κατάργηση της δύναμης του θανάτου.

Ο Άγιος Αθανάσιος δεν βλέπει τον θάνατο ως φυσικό γεγονός, αλλά ως ψυχική και υπαρξιακή τραγωδία. Ο άνθρωπος χωρίς Θεό ζει υπό την απειλή του θανάτου και μέσα σε αυτή τη σκιά γεννιούνται οι φόβοι, τα άγχη, οι αμαρτίες, οι συγκρούσεις. Η γέννηση του Χριστού καταργεί το θάνατο από μέσα, όχι εξαφανίζοντάς τον, αλλά αφοπλίζοντάς τον. Ο θάνατος πλέον δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η ανθρώπινη φύση ενώνεται με την αθάνατη ζωή. Η Ανάσταση είναι ήδη εγγεγραμμένη μέσα στη φάτνη. Η Βηθλεέμ προετοιμάζει τον Γολγοθά όχι για να οδηγηθεί ο Χριστός στο θάνατο, αλλά για να οδηγήσει τον θάνατο στην ήττα. Η ζωή του ανθρώπου αποκτά ξανά νόημα, δεν πορεύεται προς το μηδέν, αλλά προς την αιωνιότητα. Δεν υπάρχει πια λόγος απελπισίας, υπάρχει λόγος ελπίδας. Ο άνθρωπος δεν χάνεται, μπορεί να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να είναι, εικόνα του Θεού γεμάτη από αθανασία.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, αλλά η εικόνα αυτή θόλωσε με την αμαρτία, δεν χάθηκε, αλλά τραυματίστηκε. Ο Χριστός έρχεται για να φανερώσει ξανά ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια είναι η αληθινή του κλίση, ποια είναι η βαθύτερή του οντολογική ταυτότητα. Η γέννηση δεν είναι μόνο θεολογικό μυστήριο, είναι ανθρωπολογική αποκάλυψη. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δείξει στον άνθρωπο τι σημαίνει να είναι άνθρωπος. Όχι απλώς βιολογική ύπαρξη, αλλά σχέση με το Θεό, όχι απλώς ύλη, αλλά πνοή, όχι απλώς φθαρτή ζωή, αλλά πορεία προς το άκτιστο. Ο Χριστός ως βρέφος φανερώνει ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να ενωθεί με το Θεό. Η εικόνα αποκαθίσταται, ο άνθρωπος γίνεται και πάλι ότι είχε ξεχάσει ότι είναι.

Στην Βηθλεέμ δεν υπάρχουν θόρυβοι, ούτε φασαρία, ούτε εντυπωσιακά σημεία, υπάρχει σιωπή. Η σιωπή είναι η γλώσσα του Θεού όχι γιατί θέλει να κρύψει, αλλά γιατί η αλήθεια του είναι τόσο βαθιά που μόνο μέσα στη σιωπή χωρά. Το βρέφος Χριστός δεν μιλά με λόγια, μιλά με την παρουσία του. Ο Θεός γίνεται μικρός για να συναντήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του όχι στην νόησή του. Η σιωπή της φάτνης μεταμορφώνει την ύπαρξη, εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Θεός δεν σώζει με δύναμη, αλλά με ταπείνωση. Όχι με εξουσία, αλλά με αγάπη. Όχι από μακριά, αλλά από μέσα.

Η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης της ανθρώπινης φύσης, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Άγιος Αθανάσιος αποκαλύπτει ότι το μυστήριο της ενανθρώπησης δεν είναι μια θεολογική ιδέα, αλλά η καρδιά της σωτηρίας μας. Το σπήλαιο γίνεται νέος παράδεισος, η  φάτνη γίνεται θρόνος, το βρέφος γίνεται ο νέος Αδάμ και ο άνθρωπος καλείται ξανά στη ζωή που πηγάζει από το Θεό. Ο Θεός γίνεται μικρός για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει μεγάλος και μέσα στο ερώτημα γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος κρύβεται η πιο συγκλονιστική απάντηση της αγάπης· για να μην μείνει ποτέ πια ο άνθρωπος μόνος μέσα στη φθορά και στο θάνατο, αλλά να ζήσει αιώνια μέσα στο φως.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ