A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

NΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ: Ομιλία Μετά την προς τους Γαλάτες Επιστολή του Απ. Παύλου/Περί Ανθρωπαρέσκειας


Ἡ διδασκαλία τοῦ θεορρήμονα Παύλου που διαβάσθηκε σήμερα ἀποκαλύπτει, μία ἁμαρτία, ἄγνωστη σε πολλούς, ἄν καί αὐτή εἶναι πηγή πού ἀναβλύζει θανατηφόρο ὕδωρ πολλῶν καί μεγάλων ἁμαρτημάτων. Γνωστό εἶναι σέ ὅσους διαβάζουν τά ἱερά βιβλία, πόσα σκάνδαλα, πόσες ταραχές, καί πόση φθορά προξένησαν στην Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅσοι δίδασκαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά περιτέμνονται αὐτοί πού πίστευσαν στόν Χριστόν. Αυτοί οι ψευδαπόστολοι καί κακοδιδάσκαλοι ἅπλωσαν τήν ψυχοφθόρα πλάνη τους σε πολλές πόλεις καί τόπους καί έπαρχίες, καί ἔσυραν πολλούς ἀπό τήν εὐαγγελική ἀλήθεια σε θρησκεία ἀλλόκοτη, ἡ ὁποία οὔτε ιουδαϊκή εἶναι οὔτε χριστιανική. Μέ αύτή τάραξαν τούς Ἀποστόλους, σκανδάλισαν τούς μαθητές, χώρισαν τούς πιστούς σέ δύο κομμάτια, ἀμέσως ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τή ζάλη δεν μπόρεσε νά σταματήσει οὔτε αὐτή ἡ ἀποστολική σύνοδος, ἂν καὶ μέσω αὐτῆς τό Πανάγιον Πνεῦμα καί ἔκρινε καί ἀποφάσισε ὅτι ἡ περιτομή εἶναι περιττό βάρος (Πραξ. 15, 28). Ἐρευνῶ ποῖοι ἦταν οἱ πρῶτοι διδάσκαλοι αὐτῆς τῆς παράλογης διδασκαλίας. Βλέπω ὅτι ἦταν ἄνθρωποι Ἰουδαῖοι, πού ἐξῆλθαν ἀπό τήν Ἰουδαία καί πῆγαν στην Ἀντιόχεια, όπου δίδασκαν σε αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, ὅτι χωρίς τήν περιτομή δέν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Καί μερικοί, λέει ὁ ἱερός Λουκᾶς, πού κατέβηκαν ἀπό τήν Ἰουδαία δίδασκαν τούς ἀδελφούς ὅτι, ἐάν δεν κάνετε περιτομή, όπως ορίζει ο Μωϋσῆς, δὲν μπορείτε νά σωθείτε" (Πραξ. 15, 1). Και όχι μόνο Ἰουδαῖοι ἦταν αὐτοί, ἀλλά καί ἀπό τήν αἵρεση τῶν Φαρισαίων, δηλαδή Φαρισαῖοι, όπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, λέγοντας: "Αντέδρασαν όμως μερικοί, ἀπό τήν παράταξη τῶν Φαρισαίων πού εἶχαν πιστέψει καί ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά τούς περιτέμνουν (τούς εθνικούς), καί νά τούς παραγγέλνουν να τηροῦν τόν νόμο του Μωϋσή” (Πραξ. 15, 5). Ἐξετάζω ἐπίσης ἀπὸ ποῦ αὐτοί παρακινήθηκαν καί δίδασκαν τήν περιτομή, ἄν καί πίστευσαν στὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Βλέπω ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἦταν άνθρωπάρεσκοι, γιατί έκαναν όλα τά ἔργα τους "γιά νὰ τοὺς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι” (Ματθ. 23, 5). Όταν, λοιπόν, αὐτοί γνώρισαν ὅτι ἡ περιτομή ἄρεσε καί στούς Ἰουδαίους γιά τόν μωσαϊκό νόμο, καί οἱ ἐθνικοί δέν καταδίωκαν τούς περιτμημένους, ἐξαιτίας τῶν διαταγμάτων τῶν αὐτοκρατόρων, κήρυτταν τήν περιτομή, γιά νά ἀρέσουν σε αὐτούς, ὥστε νά ἀποφεύγουν τους διωγμούς καί νά ἀπολαμβάνουν την τιμή καί τήν άνάπαυση. Εὔλογα, λοιπόν, συμπεραίνω ὅτι ἡ ἀνθρωπαρέσκεια προξένησε τά τόσο μεγάλα κακά. Επιβεβαιώνει αὐτό τό συμπέρασμα καί ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντας: “Όσοι θέλουν να φαίνονται ἄξιοι καί νά ἐπαινοῦνται ἀπό τοὺς ἀνθρώπους, αύτοί σᾶς ἀναγκάζουν να κάνετε περιτομή” (Γαλ. 6, 12). Αὐτή ἡ ἀνθρωπαρέσκεια πού προξένησε τότε τόση βλάβη καί διαφθορά, γκρεμίζει μέχρι και σήμερα τούς ἀνθρώπους σε πολλά καί μεγάλα ἁμαρτήματα.
Σχεδόν κάθε ἄνθρωπος ἀνεπαίσθητα κινεῖται στό νά ζητάει τό συμφέρον του. Σκεπτόμενος δέ ὅτι μέ τήν ἀγάπη καί προστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπολαμβάνει τά ποθούμενα πράγματα, άγωνίζεται μέ κάθε τρόπο να φανεῖ σέ αὐτούς ἀρεστός. Υπακούει, κολακεύει, δουλεύει, τρέχει στα θελήματά τους, εἴτε εἶναι δίκαια εἴτε ἄδικα εἴτε νόμιμα εἴτε παράνομα. Ἡ δέ φιλαυτία τόσο σκοτίζει τόν νοῦ του, ὥστε δέν γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀνθρωπάρεσκος, οὔτε αἰσθάνεται πόσο βλάπτει τήν ψυχή του ή άνθρωπαρέσκεια. Ἔτσι πολλοί λίγοι εἶναι καθαροί από αὐτό τό πάθος. Αὐτό τό πάθος τρέφεται καί αὐξάνει και στηρίζεται ἀπό ἄλλα πάθη. Ὁ φόβος, ή ντροπή, ή φιλοδοξία, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, εἶναι αὐτά πού προτρέπουν καί τρέφουν και στηρίζουν τὴν ἀνθρωπαρέσκεια.
Ὅταν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς φώτισε τόν ἐκ γενετῆς τυφλό, τότε οι προεστῶτες τῶν Ἰουδαίων κάλεσαν τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, καί τούς ἔκαναν δύο ερωτήσεις. Πρῶτον, ἐὰν αὐτός ἦταν ὁ υἱός τους, ο ὁποῖος, ὅπως ἔλεγαν αὐτοί, γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 19). Δεύτερον, μέ ποιό τρόπο ἔλαβε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του. Αὐτοί απάντησαν στο πρῶτο ἐρώτημα καί εἶπαν ὅλη τήν ἀλήθεια, γνωρίζουμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ υἱός μας, καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 20). Στο δεύτερο όμως ερώτημα δέν θέλησαν νά ποῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά τήν ἔκρυψαν, λέγοντας: "Αὐτός εἶναι ἐνήλικος, ρωτήστε τον” (Ιωάν. 9, 21). Αλλά γιατί οι ταλαίπωροι δεν φανέρωσαν ποιός ἦταν ὁ θαυματουργός καί εὐεργέτης, που φώτισε τα μάτια του τυφλοῦ υἱοῦ τους; Γιατί ἀπάντησαν ἔτσι; Ὁ εὐαγγελιστής λέει "αυτό τὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του γιατί φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους” (Ιωάν. 9, 22) Ἐφοβοῦντο ἐπειδή, ἐὰν ἔλεγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός τον φώτισε, θα τοὺς ἐξόργιζαν ὑπερβολικά. Ο φόβος γέννησε τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ή ὁποία τοὺς ἔπεισε νά εὐχαριστήσουν τη γνώμη τῶν Ἰουδαίων, και να μὴ φανερώσουν τήν ἀλήθεια. Πόσες φορές ἐμεῖς, ὅταν μας ρωτάνε ἐπίσημοι, ἀπό τόν φόβο νά μήν τούς ἐξοργίσουμε, πέφτουμε στην ἀνθρωπαρέσκεια, καί σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, γιά νά τούς εὐχαριστήσουμε; Πόσες φορές ή αλήθεια τοῦ στόματός μας μπορεί να ἐλευθερώσει τόν ἀθῶο ἀπό τήν καταδίκη, καί αὐτόν πού ἀτιμάζεται ἀπό τή συκοφαντία, ἤ τόν ὀρφανό καί τή χήρα ἀπό τήν ἀδικία, ἐμεῖς ὅμως γιά νά ἀρέσουμε στούς ἀνθρώπους, σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, καί μέ τή σιωπή μας βλάπτουμε τόν πλησίον μας;
Μή νομίσετε ὅτι σέ αὐτή τήν ἁμαρτία πέφτουν μόνο οι ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ γιά τόν φόβο τῶν μεγιστάνων καί τῶν ἀρχόντων. Γιατί καί αὐτοί οἱ προεστῶτες καί οἱ ἄρχοντες, νικώμενοι ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, καταποντίζονται σε παρόμοια βάραθρα παρανομίας. Πολλοί ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων πίστευσαν στόν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀλλά σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Γιατί αὐτό; Αὐτοί ἦταν ἄρχοντες, πλούσιοι, ἀξιωματικοί. Ποιόν, λοιπόν, ἐφοβοῦντο ἤ ποιόν ντρέπονταν; Οἱ Φαρισαῖοι ἀποφάσισαν ὅτι, ὅποιος ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Χριστός, νά διωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες, μή υποφέροντας αὐτή τή ντροπή καί ἀτιμία, σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Θέλησαν νά κάνουν τό άρεστό στους Φαρισαίους, καί ὄχι τό ἀρεστό στόν Θεόν. “Γιατί ἀγάπησαν, λέει ὁ θεῖος εὐαγγελιστής, περισσότερο τή δόξα τῶν ἀνθρώπων, παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ" (Ιωάν. 12, 43). Σε πόσα στόματα ἀρχόντων καί ἀξιωματικῶν καί προεστώτων βάζει χαλινάρι καί φίμωτρο ή άνθρωπαρέσκεια; Καί πόσοι γιά νά μήν ἐξοργίσουν τούς ἀνθρώπους, δηλαδή γιά νά ἀρέσουν στους ἀνθρώπους, σιωποῦν τήν ὁμολογία τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, τη νουθεσία στούς ἀτάκτους, τόν ἔλεγχο σε αυτούς πού ἁμαρτάνουν, τούς φοβερισμούς στούς παραβάτες τῶν νόμων; Πόσοι κλείνουν τό στόμα ὅταν πρέπει νά τό ἀνοίξουν καί νά μιλήσουν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως καί τούς νόμους τῆς δικαιοσύνης; Οι δυστυχεῖς καὶ πανάθλιοι προσπαθοῦν νά ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους, καί ἀγαποῦν περισσότερο τη δόξα τῶν ἀνθρώπων παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦστε καί ἄλλο πολύ βαρύτερο. Ὁ δικαστής όταν κάθεται στην ἕδρα τοῦ δικαστηρίου, ἐξεικονίζει το πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό ὁ Θεός απαγόρευσε ἀπό τά κριτήρια κάθε ανθρώπινη προσπάθεια καί κάθε φιλοπροσωπία καί ἀνθρωπαρέσκεια. Γι' αυτό εἶπε ὅτι ἡ κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ. “Στη δίκη δέν θά υπολογίζεις πρόσωπα, θά κρίνεις δίκαια καί τόν μικρό καί τόν μεγάλο, δέν θά σέ ἐπηρεάσει το πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ή κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ” (Δευτ. 1, 17). Καί ὅμως ἡ ἀνθρωπαρέσκεια ἔρχεται καί στα κριτήρια. Οἱ Ἰουδαῖοι φέρνουν τόν Ἰησοῦν Χριστόν δεμένο στο κριτήριο του Πιλάτου, καί κάθεται ό Πιλάτος στην καρέκλα τοῦ κριτηρίου, γιά νά κρίνει τόν Ἰησοῦν. Καί τά μὲν πρῶτα ἔργα τῆς κρίσεως ἦταν καλά καί δίκαια. Εξέτασε τόν Ἰησοῦν Χριστόν, κατάλαβε ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τόν παρέδωσαν στο κριτήριό του ἐξαιτίας τοῦ φθόνου τους (Μαρκ. 15, 10), ὁμολόγησε μέ θάρρος ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἔκανε κανένα κακό (Μαρκ. 15, 14). Είπε φανερά ὅτι δέν βρίσκει τίποτα εναντίον του (Λουκ. 23, 4). Ἔπειτα ἀπέλυσε τόν Βαρραβά τόν ἀρχιληστή, καί μαστίγωσε τόν ἀναμάρτητο Ἰησοῦν καί τόν παρέδωσε νά σταυρωθεί. Παράνομε καί παράλογε, γνώρισες ὅτι γιά φθόνο τόν παρέδωσαν, ὁμολόγησες ὅτι δέν ἔκανε κανένα κακό, εἶπες ὅτι δέν βρίσκεις σε Αύτόν σφάλμα, καί ἔπειτα τόν δέρνεις καί τόν παραδίδεις σε σταυρικό θάνατο; Γιατί αὐτή ἡ παράλογη ἀπόφαση; Πῶς ἔγινε αὐτή ἡ ἀλλόκοτη μεταβολή; Ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ἀδελφοί. Ή άνθρωπαρέσκεια ἦλθε στήν καρδιά του, καί τάραξε τά λογικά του, καί σκότισε τόν νοῦ του. “Ο δέ Πιλάτος, λέει ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος, θέλοντας νά ίκανοποιήσει τόν ὄχλο, ἄφησε ἐλεύθερο τόν Βαρραβά καί παρέδωσε τόν Ἰησοῦν, ἀφοῦ τόν μαστίγωσε, γιά νά σταυρωθεί” (Μαρκ. 15, 15). Ὁ λαός πείσθηκε από τούς ἀρχιερεῖς καί ζήτησε νά άπολυθεῖ ὁ Βαραββάς, καί περισσότερο φώναξαν, σταύρωσέ τον (Μαρκ. 15, 14). Τότε ὁ Πιλάτος νικήθηκε ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί ἔκανε τό αρεστό στον λαό, μετέβαλε τή δίκαιη κρίση σέ ἄδικη απόφαση, καί τόν μέν ληστή ἀπέλυσε, τόν δέ δίκαιο σταύρωσε. Πόσοι ἄραγε Πιλάτοι ὑπάρχουν καί στίς ἡμέρες μας; Πόσοι γνωρίζουν ποιός εἶναι ὁ ἀθῶος καί ποιός εἶναι ὁ ἔνοχος; Ποιός εἶναι ὁ δίκαιος καί ποιός εἶναι ὁ ἄδικος; Καί ὅμως, γιά νά ευχαριστήσουν τούς συγγενεῖς ἤ τούς φίλους ἤ τους μεσίτες, ἀπολύουν τον Βαρραβά και σταυρώνουν τόν Ἰησοῦν, δηλαδή δικαιολογοῦν τόν ἔνοχο καί τόν ἀδικητή, καί τιμωροῦν τόν ἀθῶο καί δίκαιο;
Ἀκοῦστε καί τό περισσότερο παράδοξο. Τολμάει ή άνθρωπαρέσκεια νά ἀνεβαίνει καί σέ αύτούς τούς βασιλικούς θρόνους, καί νά εἰσέρχεται στις καρδιές τῶν βασιλέων. Ὁ βασιλέας Ηρώδης κακοποίησε μερικούς από αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, καί θανάτωσε τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννη (Πραξ. 12, 1-2). Αὐτά ἦταν ἔργα τοῦ ἀκράτητου θυμού του καί τῆς παράλογης ὁρμῆς του. Καί ἀφοῦ ἡσύχασαν αὐτὰ τὰ ἄγρια πάθη, τότε ξεσηκώθηκε ἐναντίον του καί τό πονηρότατο πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας. Ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι αὐτὰ τὰ ἄδικα και παράνομα έργα εἶναι ἀρεστά στούς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ φανεῖ ἀρεστός σε αυτούς, πρόσθεσε παρανομία ἐπάνω στις παρανομίες του, καί ἀδικία επάνω στίς ἀδικίες του, καί συνέλαβε τον κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων Πέτρο, τόν ἔβαλε στη φυλακή δεμένο με αλυσίδα, καί φρουρούμενο από πολλούς στρατιῶτες, ὥστε ὅταν περάσει τό πάσχα νά τόν φονεύσει μπροστά σὲ ὅλο τόν λαό (Πραξ. 12, 3-4). Αὐτό εἶναι παράδειγμα φανερό που διδάσκει τούς βασιλεῖς καί διεγείρει την προσοχή τους, ὥστε νά μή θέλουν νὰ ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους καί νά ἐξοργίζουν τόν Θεόν μέ τήν παράβαση τῶν νόμων.
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου αδελφοί, μέχρι πού φθάνει τό βδελυρό πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας; Ἀκούσατε ὅτι γίνονται άνθρωπάρεσκοι ὄχι μόνο οι υπήκοοι καί άπλοί καί εὐτελεῖς ἄνθρωποι, ἀλλά καί οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἀξιωματικοί; Ακούσατε πόσα φοβερά ἁμαρτήματα προξενεῖ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια; Ναί, λέτε, ἀκούσαμε, ἀλλά ὁ λόγος αὐτός εἶναι πολύ σκληρός, γιατί αὐτός διδάσκει νά μή φανοῦμε ἀρεστοί στον προστάτη μας, καί νά μή κάνουμε τό άρεστό σέ ἐκεῖνον, ἀπό τόν ὁποῖο ἐλπίζουμε βοήθεια, καί νά μήν προσπαθήσουμε νά ἀρέσουμε στούς ανθρώπους. Εάν κάνουμε αὐτά, πῶς μποροῦμε νά ζήσουμε στον κόσμο καί νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τούς ἀνθρώπους; Εἶναι ἀνάγκη νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο καί νά κατοικήσουμε στις ερήμους. Κανένας λόγος οὔτε νόμος διορίζει νά κάνετε αυτά. Μάλιστα τά άντίθετα διδάσκει ό θεόπνευστος Παῦλος, λέγοντας: “Φροντίζοντας νά φαινόμαστε ἀκατηγόρητοι ὄχι μόνο μπροστά στόν Κύριον, ἀλλά καί μπροστά στούς ἀνθρώπους” (β Κορ. 8, 21), “νά εἶσθε προνοητικοί τῶν καλῶν ἔργων καί νά ἔχετε ζωή ἀσκανδάλιστη ἀπέναντι σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους” (Ρωμ. 12, 17). Καί ὄχι μόνο δίδαξε αυτά μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα ἔδειξε, ὅτι μέ κάθε τρόπο αγωνίσθηκε νά εύχαριστήσει τούς ἀνθρώπους. “Καί ἔγινα στούς Ἰουδαίους σάν Ἰουδαῖος, γιά νά κερδίσω τούς Ἰουδαίους (ὅταν ἔκανε περιτομή στον Τιμόθεο). Σ' αὐτούς πού ἦταν κάτω ἀπό τόν νόμο, ἔγινα σάν νά ἤμουν καί ἐγώ κάτω ἀπ' τόν νόμο (ὅταν ξύρισε τό κεφάλι του καί πρόσφερε τις θυσίες γιά τόν άγνισμό), γιά νά κερδίσω αὐτούς πού εἶναι κάτω ἀπό τόν νόμο. Σ' αὐτούς πού δέν ἔχουν νόμο ἔγινα σάν ἄνομος, (ἄνομους λέγει αὐτούς πού δέν ἦταν Ἰουδαῖοι) ἄν καί δέν ἤμουν ἔξω ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νομοταγής στον νόμο τοῦ Χριστοῦ, γιά νά σώσω τούς ἀνόμους. Στούς ἀσθενεῖς στήν πίστη (τούς Κορινθίους) ἔγινα σάν ἀσθενής, γιά να κερδίσω τούς ἀσθενεῖς. Σὲ ὅλους ἔγινα τά πάντα μήπως σώσω μερικούς” (α Κορ. 9, 20-22). Νά ἄνθρωπος ἀνθρωπάρεσκος. Σημείωσε τόν σκοπό τῆς άνθρωπαρέσκειάς του. Γιά νά κερδίσω, λέει, μήπως σώσω μερικούς. Μέ αὐτόν τόν σκοπό γίνε καί ἐσύ ἀνθρωπάρεσκος. Ἄρεσε όσο θέλεις καί εὐχαρίστησε ὅσο θέλεις, καί κάνε ὅλα τά άρεστά, ὄχι μόνο στούς προστάτες σου καί τούς ευεργέτες σου, ἀλλά καί στούς διώκτες καί ἀδικητές σου. Ὄχι μόνο στούς συγγενεῖς καί φίλους σου, ἀλλά καί στούς ξένους καί ἐχθρούς σου. Ἀλλά ἄρεσε σέ αύτούς ὄχι γιά νά ζημιώσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις, ὄχι γιά νά χάσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις καί αὐτούς καί τήν ψυχή σου. 
Γίνε ἀρεστός στούς ἀνθρώπους ὅσο θέλεις, αλλά μήν παραβεῖς τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀρέσεις στούς ἀνθρώπους. Ὅταν σε ρωτοῦν, μήν ἀπαντήσεις μέ ψεῦδος, γιά νά φανεῖς ἀρεστός στον συγγενῆ σου. Ὅταν σε καλοῦν γιά μάρτυρα, μήν ψευδομαρτυρήσεις, γιά νά εὐχαριστήσεις τον προστάτη σου. Στις συναναστροφές σου μήν ἀποκρύψεις τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεώς σου καί τήν ἀλήθεια τῶν νόμων, γιά νά ευχαριστήσεις τους παρευρισκόμενους ἀπίστους. Στις συμβουλές και νουθεσίες μή σιωπᾶς τήν ὠφέλιμη συμβουλή καί τήν πρέπουσα νουθεσία, φοβούμενος μήπως ἐξοργίσεις αυτούς πού ἀκοῦν. Ἐάν εἶσαι κριτής, μήν κρίνεις ἄδικα, γιά νά εὐχαριστήσεις τόν εὐεργέτη σου. Μήν ἀδικήσεις τόν ὀρφανό, μή βλάψεις τή χήρα, γιά τή ντροπή ἤ τόν φόβο τῶν ἀρχόντων πού τούς ἀδίκησαν. Μέ ἕνα λόγο, σε κάθε υπόθεση μήν καταφρονήσεις τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ευχαριστήσεις τούς ἀνθρώπους. 
Πόσο πλανεμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού προτιμοῦν τό πλάσμα ἀπό τόν Πλάστη, προσπαθώντας νά εύχαριστήσουν τούς ἀνθρώπους καί ὄχι τόν Θεόν. “Μήν ἐλπίζετε σέ ἄρχοντες, σέ ἀνθρώπους πού δέν μποροῦν νά σᾶς σώσουν” (Ψαλ. 145, 3). Οι υιοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀσθενεῖς καί ἀδύνατοι, εὔκολα αλλάζουν γνώμη, πολλές φορές κρίνουν ἄδικα, κάθε ημέρα φαίνονται αχάριστοι, συχνά ἀθετοῦν τήν υπόσχεσή τους. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέλος πάντων φθαρτοί και πρόσκαιροι. Σήμερα φαίνονται καί κινοῦνται καί ἐνεργοῦν, αὔριο γίνονται χῶμα ἀναίσθητο καί ἀκίνητο καί ἀνενέργητο. Γιατί δεν ἀφιερώνουμε ὅλη τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσοχή μας στην ευχαρίστηση τοῦ Θεοῦ “σὲ Αὐτόν πού δημιούργησε τόν οὐρανό καί τή γῆ, τή θάλασσα καί ὅλα ὅσα υπάρχουν σε αυτά; Σε Αυτόν που τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις του αιώνια; Σε Αὐτόν πού ἀποδίδει δικαιοσύνη σέ αὐτούς πού ἀδικοῦνται, σε Αὐτόν πού δίνει τροφή στους πεινασμένους”; (Ψαλ. 145, 6-7). Ὅταν ἀφιερώσεις τήν καρδιά σου σε Αὐτόν, ἐάν εἶσαι δυστυχής, λύνει τά δεσμά τῶν συμφορῶν σου. "Ο Κύριος λύνει τά δεσμά τῶν φυλακισμένων”. Ἐάν ώς τυφλός δέν γνωρίζεις τό συμφέρον σου, Αὐτός φωτίζει τα τυφλά σου μάτια γιά τήν κατανόηση τῆς εὐτυχίας σου. " Ὁ Κύριος δίνει σοφία σέ αὐτούς πού εἶναι τυφλοί" (Ψαλ. 145, 8). Ἐάν πέσεις στα βάραθρα τῆς ἁμαρτίας, Αὐτός σέ σηκώνει. “Ο Κύριος ἀνορθώνει αὐτούς πού εἶναι συντετριμμένοι στην καρδιά”. Εάν βαδίζεις τόν δρόμο τῆς δικαιοσύνης, Αὐτός σέ ἀγαπάει. "Ο Κύριος αγαπάει τούς δίκαιους”. Ἐάν προσέλθεις σέ Αὐτόν μέ πίστη καί εὐλάβεια, Αὐτός σέ διαφυλάττει καί σέ σκεπάζει μέ τίς θεῖες του πτέρυγες. "Ο Κύριος προστατεύει αὐτούς πού ἔρχονται στην πίστη” (Ψαλ. 145, 9). Αὐτός εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ὀρφανοῦ καί προστάτης τῆς χήρας. “Αναλαμβάνει ὑπό τήν προστασία του τά ὀρφανά καί τίς χῆρες". Αὐτός ἐξαφανίζει τά ἔργα τῶν πονηρῶν πού ἐξεγείρονται ἐναντίον σου. “Καί θά ἀφανίσει τήν πορεία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ Θεός τῆς Σιών, Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλέας σου, ὁ Κύριός σου, ὁ Θεός σου, ὁ ἀθάνατος, Αὐτός πού βασιλεύει στον αιώνα τοῦ αἰώνα, σε γενεά καί γενεά. “Θά βασιλεύσει ὁ Κύριος αἰώνια, ο Θεός σου Σιών, θά βασιλεύσει σέ ὅλες τίς γενιές" (Ψαλ. 145, 10). Γιατί, λοιπόν, δέν ἀγωνιζόμασθε μέ ὅλες μας τις δυνάμεις, γιά νά ἀρέσουμε σε Αὐτόν, ἀλλά προσπαθοῦμε, ὅσο μποροῦμε, νά εὐχαριστήσουμε τις πονηρές επιθυμίες τῶν ἀνθρώπων; Ἀδελφοί, θυμηθεῖτε τόν λόγο τοῦ Κυρίου: "Κανείς δέν μπορεῖ νά δουλεύει σε δύο αφεντικά. Γιατί ἤ τόν ἕνα θά μισήσει καί τόν ἄλλο θά ἀγαπήσει, ἤ τόν ἕνα θά ἀντέξει καί τόν ἄλλο θά καταφρονήσει” (Ματθ. 6, 24).
Ἀδελφοί, μήν πλανᾶσθε, δέν μπορεῖτε νά ἀρέσετε καί στούς πονηρούς ἀνθρώπους καί στόν πανάγαθο Θεόν. "Δέν μπορεῖτε να δουλεύετε στόν Θεόν καί στόν μαμωνά". Τό ἴδιο δίδαξε καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος, λέγοντας: “Γιατί, ἐάν ἀκόμη ἤθελα νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ” (Γαλ. 1, 10).

ΠΗΓΗ: KYΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ. Β΄ ΤΟΜΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ. ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΟ ΕΡΜΟΛΑΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ.

ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Οἱ ἄνθρωποι πλασθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ  γίνουμε συμμέτοχοι τῆς χαρᾶς Του. Μετὰ τὴν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων, ὡστόσο, βρεθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸ φυσικό μας περιβάλλον, τὸν Παράδεισο. Καὶ ἐφόσον στερηθήκαμε τὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου, ἄρχισαν νὰ δημιουργοῦνται μέσα μας ὁ στεναγμός, ἡ λύπη καὶ ὁ πόνος, ἐνῷ ἐπίσης γίναμε ἀπόλυτοι κληρονόμοι τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη αἰτία τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, διότι σημαίνει στέρηση, σημαίνει ὅτι ἕνα ἀγαπητό μας πρόσωπο ἔκλεισε τὸν κύκλο του καὶ δὲν θὰ μποροῦμε πλέον νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν παρουσία του στὴ ζωή μας. Ὁ πιὸ ὀδυνηρὸς πόνος ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει ὁ θάνατος εἶναι αὐτὸς τῆς μητέρας ὅταν θάβει τὸ παιδί της, πόσο μάλλον ὅταν αὐτὴ ἡ μητέρα εἶναι καὶ χήρα καὶ δὲν ἔχει ἄλλα παιδιὰ ὡς στηρίγματα. 

            Τέτοια ἦταν ἡ μητέρα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὴν εἶδε ὁ Κύριός μας ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μὲ πλῆθος κόσμου ἡ μάνα ἐκείνη πορευόταν πρὸς τὸ νεκροταφεῖο γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ μοναχογιοῦ της. Τί νὰ πεῖ κανεὶς σὲ μία τέτοια μάνα ποὺ κλαίει καὶ θρηνεῖ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της; Μὲ ποιά δύναμη μπορεῖ κάποιος νὰ ἀρθρώσει λόγο προσπαθῶντας νὰ τὴν παρηγορήσει; Εἶναι δυνατὸν νὰ τῆς ἀπαλύνει τὸν πόνο, ἢ ἀκόμη περισσότερο νὰ τῆς ὑποδείξει νὰ ἠρεμήσει καὶ νὰ ἡσυχάσει; Δὲν γίνεται κάτι τέτοιο. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἀνθρώπινη λογική, διότι ἡ μάνα γνωρίζει ὅτι πλέον δὲν θὰ ξανὰ δεῖ τὸν ἀγαπημένο γιό της.

            Σωστὰ ὅλα αὐτά. Ὅμως, ἦρθε ὁ Χριστὸς ἀνάμεσά μας καὶ ἔφερε τὴν ἀνατροπή. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν γυναίκα νὰ κλαίει καὶ νὰ ὀδύρεται, τὴν σπλαχνίσθηκε, τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ μόνο Ἐκεῖνος ἔχει: «Μὴν κλαῖς». Πού ἀκούσθηκε ξανὰ στὴν ἱστορία μία τέτοια φράση; Πουθενά. Καὶ αὐτὸ διότι μόνο ὁ Ἄρχοντας τῆς Ζωῆς, μόνο ἡ προσωποποίηση τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Ἀνάστασης μποροῦσε νὰ πεῖ κάτι τέτοιο. Καὶ ἀφοῦ τῆς εἶπε νὰ μὴν κλαίει, τῆς ἀπέδειξε ὅτι ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸ τέλος, ἀλλὰ κοίμηση, ἀγγίζοντας τὸν νεκρὸ νέο καὶ διατάζοντάς τον: «Νεανίσκε, σὲ σένα λέω, σήκω». Καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ νέος, ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του νὰ τὴν στηρίζει. Οὐσιαστικά, ὅμως, τῆς προσέφερε κάτι πολὺ μεγαλύτερο∙ τὴν βεβαιότητα πὼς ὅ,τι καὶ νὰ γίνει πιά, ὁ θάνατος χωρίζει μόνο προσωρινὰ τοὺς ἀνθρώπους. 

            Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος ποὺ βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὅλοι μιὰ μέρα θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ οἱ μὲν δίκαιοι θὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνια ζωή, οἱ δὲ ἄδικοι τὸ σκοτάδι τοῦ Ἅδη. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ βεβαιότητα μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅ,τι καὶ νὰ συμβεῖ γύρω μας. Ἐπιβάλλει ἀκόμη καὶ στὴ μάνα νὰ μὴν ἀπελπιστεῖ ἀκόμη καὶ ἂν δεῖ τὸν υἱό της νεκρό, διότι θὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν ξανὰ συναντήσει. Ἂν δὲν ἠλπίζαμε στὴν Ἀνάσταση, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ βαπτισθοῦμε Χριστιανοί. Ἂν δὲν ἤμασταν Μαθητὲς Ἐκείνου, μόνο τότε θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελπιστοῦμε, διότι θάνατος θὰ σήμαινε τέλος ὁριστικό. Γιὰ ἐμᾶς, ὅμως, θάνατος σημαίνει μετάβαση στὴν ἀληθινὴ ζωή. Εἶναι δὲ ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἐπίγεια, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἐπίγεια ἀπὸ τὴν ζωὴ μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας. 

            Στὸ σημεῖο αὐτὸ, λαμβάνοντας τὴν ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας σπλαχνίσθηκε καὶ ἔσπευσε νὰ παρηγορήσει τὴν γυναίκα ἐκείνη μὲ τὸν δικό Του θεϊκὸ τρόπο, ἀναρωτιέμαι: ἐμεῖς, σήμερα, πῶς συμμετέχουμε στὸ πένθος τῶν συνανθρώπων μας; Ὅταν μαθαίνουμε γιὰ τὸν θάνατο κάποιου ἀδελφοῦ, πηγαίνουμε στὸ σπίτι καὶ συλλυπούμαστε. Προσευχόμαστε καὶ στηρίζουμε μὲ δύο καλὰ λόγια τοὺς οἰκείους, ἢ βρίσκουμε εὐκαιρία γιὰ ἀργολογίες; Ὕστερα, πηγαίνουμε στὴν κηδεία ἀπὸ φιλάνθρωπα καὶ φιλάδελφα αἰσθήματα, ἢ ὡς ἕνα ἀναγκαστικὸ κοινωνικὸ γεγονός; Ἡ κηδεία τελείωσε. Ὁ νεκρὸς ἔχει φύγει. Οἱ οἰκεῖοι, ὅμως, εἶναι ἀκόμη ἐδὼ καὶ πονοῦν. Ὁ νεκρὸς ζητᾶ τὶς προσευχές μας καὶ τὴν ἐλεημοσύνη μας γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του. Οἱ οἰκεῖοι, ἄσχετα ἂν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ παραδέχονται, ἢ νὰ μὴν τὸ συνειδητοποιοῦν, θέλουν τὴν στήριξη μας, τὴν στήριξη τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τους. Δὲν εἴμαστε Χριστιανοὶ μόνο γιὰ νὰ ἰδωθοῦμε  καὶ νὰ συμπροσευχηθοῦμε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συντρέχουμε στὶς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν στηρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἂν παρουσιασθοῦμε μόνο στὴν κηδεία καὶ μετὰ ἀδιαφορήσουμε, σίγουρα δὲν φερόμαστε κατὰ τὸ Θέλημα τοῦ Κυρίου. Οἱ οἰκεῖοι πονοῦν. Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε νὰ τοὺς ἐπισκεπτόμαστε τακτικὰ μεταφέροντάς τους λόγια Χριστοῦ; Μποροῦμε νὰ πάμε νὰ προσευχηθοῦμε μαζί τους; Μποροῦμε νὰ τοὺς μαγειρέψουμε τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ ἀκόμη οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὸ κάνουν; Μποροῦμε νὰ κλέψουμε λίγο χρόνο νὰ τοὺς βοηθήσουμε σὲ τυχὸν ἐργασίες, ἐκκρεμότητες ἢ ἐτοιμασίες γιὰ τὰ ἐννιάμερα ἢ τὰ σαρὰντα; Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλοϊκὰ γιὰ κάποιους, σίγουρα, ὅμως ὁ Θεὸς ἀναπαύεται σὲ αὐτὲς τὶς πράξεις ἀγάπης καὶ ἐνισχύει τὴν παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντας. 

            Ἐν κατακλείδι, ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ κλείσιμο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ περιγράφει τὴν στάση τοῦ κόσμου ἀπέναντι στὸ θαῦμα. Ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ὅλους τοὺς κατέλαβε φόβος καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ λέγοντας ὅτι μεγάλος Προφήτης ἀναδείχθηκε ἀνάμεσά μας καὶ ὅτι ἐπισκέφθηκε ὁ Θεὸς τὸν λαό Του». Καὶ γιατί προκαλοῦν αὐτὰ ἐντύπωση; Διότι ἔχουμε ἀπὸ τὴ μία τὸν ἁπλὸ ὄχλο νὰ βλέπει, νὰ διακρίνει καὶ νὰ κατανοεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ «Προφήτης μέγας», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς εὐσεβιστὲς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους νὰ Τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὶς θαυματουργίες τὶς κατορθώνει «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων», ἢ νὰ Τὸν συκοφαντοῦν, νὰ διασπείρουν ψεύδη ἐναντίον Του, νὰ σκέφτονται ὅτι «κάποιον δόλο ἢ σκοπιμότητα θὰ ἔχει γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ κάνει ὅλα αὐτά», νὰ Τὸν θεωροῦν «ἄνθρωπο ἁμαρτωλό» καί, τέλος, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν θανάτωσή Του. Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἔκριναν ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια. Δὲν μιλοῦσαν γιὰ νὰ προστατέψουν τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔπασχαν ἀπὸ τὸν θανάσιμο φθόνο τους, καθὼς ἔβλεπαν ὅτι τὸ ποίμνιο πηγαίνει πρὸς τὸν ἀληθινὸ Ποιμένα, τὸν Κύριό μας, καὶ ὅτι ἔχαναν τοὺς ὀπαδούς τους. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικά. Στὸ τέλος, αὐτοὶ ποὺ μένουν εἶναι ὅσοι ὑπηρέτησαν τὴν Ἀλήθεια. Οἱ λοιποὶ ἐξαφανίζονται.

            Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί, μιᾶς καὶ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ ὑπηρετοῦμε Χριστό, νὰ εἶναι στραμμένος ὄχι δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή. Τότε, ὅ,τι κακὸ καὶ νὰ συμβεῖ, θὰ μᾶς πλησιάσει καὶ θὰ μᾶς πεῖ: «Μὴν κλαῖς, εἶμαι δίπλα σου». 

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος