Το ερώτημα «Γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος» δεν είναι μια απλή θεολογική απορία, αλλά η καρδιά ολόκληρου του σχεδίου της σωτηρίας. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και ο φωτεινός αναλυτής του μυστηρίου της ενσάρκωσης, εξηγεί ότι η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης του ανθρώπου, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Θεός δεν γίνεται άνθρωπος από ανάγκη, ούτε από περιορισμό, ούτε από κάποιο θεϊκό καθήκον, αλλά από άφατη αγάπη και δεν έρχεται ως βασιλιάς, ως άγγελος ή ως φωτεινό πνεύμα, αλλά ως βρέφος. Έρχεται με τρόπο που δεν φοβίζει, αλλά προσελκύει, όχι για να επιβληθεί, αλλά για να προσλάβει την ανθρώπινη φύση από την πρώτη της στιγμή μέχρι την τελευταία της πνοή. Το σπήλαιο της Βηθλεέμ γίνεται το νέο εργαστήριο της δημιουργίας, ο τόπος όπου ο Θεός αρχίζει την ανακατασκευή του ανθρώπου από μέσα προς τα έξω.
Ο Άγιος Αθανάσιος διδάσκει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει μαζί Του, δεν ήταν φτιαγμένος για να πεθάνει. Η αθανασία ήταν δωρεά της σχέσης του με τον Θεό, όταν όμως η καρδιά απομακρύνθηκε από την πηγή της ζωής, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση εντολής, είναι ρήξη της κοινωνίας με τον ζώντα Θεό και όπως η αποκοπή από το φως φέρνει σκοτάδι, έτσι και η αποκοπή από το Θεό φέρνει φθορά. Ο άνθρωπος βυθίζεται σε μια ύπαρξη που φθείρεται, παλιώνει, πονά και φοβάται. Ο Θεός όμως δεν αφήνει το δημιούργημά του να καταρρεύσει, δεν μπορεί η αγάπη του να επιτρέψει στον άνθρωπο να χαθεί στο μηδέν, έτσι ξεκινά η Θεία Οικονομία, το σχέδιο της σωτηρίας που κορυφώνεται στη γέννηση του Χριστού.
Ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επιστρέψει στην αθανασία, η φθορά είχε γίνει πλέον τρόπος υπάρξεως. Καμία ηθική βελτίωση, καμία ψυχολογική προσπάθεια, καμία φιλοσοφία δεν μπορούσε να επαναφέρει την ανθρώπινη φύση στην προπτωτική της λαμπρότητα, ο άνθρωπος χρειαζόταν Αυτόν που τον δημιούργησε. Ο Άγιος Αθανάσιος τονίζει ότι μόνο ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός του Κόσμου, θα μπορούσε να ξαναπλάσει τον άνθρωπο και για να ανακαινίσει τη φύση έπρεπε να την προσλάβει. Όμως η πρόσληψη δεν γίνεται από μακριά, δεν γίνεται με εντολές. Ο Θεός μπαίνει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση. γίνεται πραγματικός άνθρωπος, γίνεται βρέφος. Το βρέφος δεν τρομάζει κανέναν, δεν επιβάλλεται, δεν απαιτεί, δεν κυριαρχεί, χαρίζει τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει την αληθινή φύση της Θείας αγάπης. Ταπείνωση, απλότητα, δωρεά, έλεος.
Γιατί όμως ο Θεός δεν ήρθε ως τέλειος ενήλικας; γιατί επιλέγει την ακραία αδυναμία ενός νεογέννητου; Ο Άγιος Αθανάσιος απαντά, για να θεραπεύσει κάθε στάδιο της ανθρώπινης ζωής. Ο Χριστός δεν αγιάζει μόνο το θάνατο με τον Σταυρό, ούτε μόνο τη φύση με το βάπτισμα, αγιάζει και την παιδική ηλικία με τη γέννηση, αγιάζει τη μήτρα με την ενανθρώπιση, αγιάζει τη φτώχεια με τη σπηλιά, αγιάζει την ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα από τη δική του ανάπτυξη, η ζωή ολόκληρη γεμίζει από την παρουσία του και ξαναγίνεται οδός προς τη θέωση. Το βρέφος Χριστός δηλώνει ότι ο Θεός δεν αποστρέφεται την ανθρώπινη αδυναμία, την λαμβάνει επάνω Του. Ταπεινώνεται μέχρι εκεί που κανείς δεν θα φανταζόταν, γίνεται αυτό που ο άνθρωπος είναι για να γίνει ο άνθρωπος αυτό που ο Θεός είναι, κατά χάριν.
Το σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν είναι τυχαίο. Είναι ο τόπος της φτώχειας, της σκόνης, της ακαταλληλότητας. Η ίδια η γη προσφέρει καταφύγιο στο δημιουργό της. Το σπήλαιο είναι εικόνα του κόσμου που βρίσκεται στο σκοτάδι της φθοράς, εκεί μπαίνει ο Χριστός για να αρχίσει την ανακαίνιση. Ο θάνατος δεν νικιέται μόνο στο σταυρό, η μάχη αρχίζει από τη γέννηση. Όταν ο Χριστός ενώνεται με την ανθρώπινη φύση, η αθανασία ενώνεται με τη φθορά, το φως μπαίνει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν μπορεί να το σκεπάσει. Η ενότητα θείας και ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού γίνεται η πηγή της σωτηρίας. Από εκεί ρέει η θέωση, από εκεί πηγάζει η ανάσταση., από εκεί ξεκινά η κατάργηση της δύναμης του θανάτου.
Ο Άγιος Αθανάσιος δεν βλέπει τον θάνατο ως φυσικό γεγονός, αλλά ως ψυχική και υπαρξιακή τραγωδία. Ο άνθρωπος χωρίς Θεό ζει υπό την απειλή του θανάτου και μέσα σε αυτή τη σκιά γεννιούνται οι φόβοι, τα άγχη, οι αμαρτίες, οι συγκρούσεις. Η γέννηση του Χριστού καταργεί το θάνατο από μέσα, όχι εξαφανίζοντάς τον, αλλά αφοπλίζοντάς τον. Ο θάνατος πλέον δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η ανθρώπινη φύση ενώνεται με την αθάνατη ζωή. Η Ανάσταση είναι ήδη εγγεγραμμένη μέσα στη φάτνη. Η Βηθλεέμ προετοιμάζει τον Γολγοθά όχι για να οδηγηθεί ο Χριστός στο θάνατο, αλλά για να οδηγήσει τον θάνατο στην ήττα. Η ζωή του ανθρώπου αποκτά ξανά νόημα, δεν πορεύεται προς το μηδέν, αλλά προς την αιωνιότητα. Δεν υπάρχει πια λόγος απελπισίας, υπάρχει λόγος ελπίδας. Ο άνθρωπος δεν χάνεται, μπορεί να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να είναι, εικόνα του Θεού γεμάτη από αθανασία.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, αλλά η εικόνα αυτή θόλωσε με την αμαρτία, δεν χάθηκε, αλλά τραυματίστηκε. Ο Χριστός έρχεται για να φανερώσει ξανά ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια είναι η αληθινή του κλίση, ποια είναι η βαθύτερή του οντολογική ταυτότητα. Η γέννηση δεν είναι μόνο θεολογικό μυστήριο, είναι ανθρωπολογική αποκάλυψη. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δείξει στον άνθρωπο τι σημαίνει να είναι άνθρωπος. Όχι απλώς βιολογική ύπαρξη, αλλά σχέση με το Θεό, όχι απλώς ύλη, αλλά πνοή, όχι απλώς φθαρτή ζωή, αλλά πορεία προς το άκτιστο. Ο Χριστός ως βρέφος φανερώνει ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να ενωθεί με το Θεό. Η εικόνα αποκαθίσταται, ο άνθρωπος γίνεται και πάλι ότι είχε ξεχάσει ότι είναι.
Στην Βηθλεέμ δεν υπάρχουν θόρυβοι, ούτε φασαρία, ούτε εντυπωσιακά σημεία, υπάρχει σιωπή. Η σιωπή είναι η γλώσσα του Θεού όχι γιατί θέλει να κρύψει, αλλά γιατί η αλήθεια του είναι τόσο βαθιά που μόνο μέσα στη σιωπή χωρά. Το βρέφος Χριστός δεν μιλά με λόγια, μιλά με την παρουσία του. Ο Θεός γίνεται μικρός για να συναντήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του όχι στην νόησή του. Η σιωπή της φάτνης μεταμορφώνει την ύπαρξη, εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Θεός δεν σώζει με δύναμη, αλλά με ταπείνωση. Όχι με εξουσία, αλλά με αγάπη. Όχι από μακριά, αλλά από μέσα.
Η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης της ανθρώπινης φύσης, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Άγιος Αθανάσιος αποκαλύπτει ότι το μυστήριο της ενανθρώπησης δεν είναι μια θεολογική ιδέα, αλλά η καρδιά της σωτηρίας μας. Το σπήλαιο γίνεται νέος παράδεισος, η φάτνη γίνεται θρόνος, το βρέφος γίνεται ο νέος Αδάμ και ο άνθρωπος καλείται ξανά στη ζωή που πηγάζει από το Θεό. Ο Θεός γίνεται μικρός για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει μεγάλος και μέσα στο ερώτημα γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος κρύβεται η πιο συγκλονιστική απάντηση της αγάπης· για να μην μείνει ποτέ πια ο άνθρωπος μόνος μέσα στη φθορά και στο θάνατο, αλλά να ζήσει αιώνια μέσα στο φως.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Δεν χρειάζονται νομίζουμε συστάσεις για έναν άγιο αποστολικό άνδρα της Εκκλησίας όπως ο Μέγας Αθανάσιος.
Στην παρούσα ανάρτηση θα ασχοληθούμε με το λεγόμενο στα λατινικά consensus patrum, την συμφωνία δηλαδή των Πατέρων της Εκκλησίας σε θέματα διδασκαλίας, πίστης και δόγματος. Το consensus patrum αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιεράς παράδοσης της Εκκλησίας. Όσοι ασχολούνται με τους Πατέρες, σίγουρα κάποτε έχουν ακούσει ή διαβάσει αυτή τη φράση. Είναι άλλο πράγμα όμως να το διαβάζεις από έναν έγκριτο επιστήμονα Δογματολόγο ή Πατρολόγο και διαφορετικό να το διαβάζεις από την πένα του ίδιου του αγίου, του Μεγάλου Αθανασίου στην προκειμένη περίπτωση. Εκεί το πράγμα αποκτά άλλη βαρύτητα και δικαίως.
Ο Μέγας Αθανάσιος λοιπόν, στην πραγματεία του Περί της εν Νικαία Συνόδου, γραμμένη στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ., ισχυρίζεται ότι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας τὸ τὰ αὐτὰ ἀλλήλοις ὁμολογεῖν και δεν διαφωνούν μεταξύ τους όπως κάνουν οι αιρετικοί. Δεν υπάρχουν δηλαδή πολλές διδασκαλίες στις τάξεις της Εκκλησίας που να αναιρεί η μία την άλλη. Μάλιστα οι νέοι εκκλησιαστικοί διδάσκαλοι συμφωνούν και με τους παλαιούς, με αυτούς που έχουν πεθάνει και με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μία άρρηκτη χρονικά αλυσίδα στην παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή ακριβώς η άρρηκτη αλυσίδα είναι και η απόδειξη της αλήθειας των δογμάτων της Εκκλησίας. Οι νέοι Πατέρες συμφωνούν με τους παλαιούς.
Ο άγιος στη συνέχεια φέρνει το παράδειγμα των Ελλήνων σοφών και λογίων, οι οποίοι και είναι πολλοί στον αριθμό και δεν συμφωνούν μεταξύ τους, για αυτό το λόγο και η διδασκαλία τους δεν είναι αληθής. Από την άλλη μεριά, οι άγιοι της Εκκλησίας συμφωνούν μεταξύ τους σε δογματικά θέματα και καταλήγουν στα ίδια πορίσματα, ασχέτως αν έχουν ζήσει σε διαφορετικές εποχές.
Για αυτό και στην Καινή Διαθήκη, στην επιστολή Α΄Ιω. 2,7 σύμφωνα με τον Μεγάλο Αθανάσιο διαβάζουμε: οὐκ ἐντολὴν καινὴν γράφω ὑμῖν, ἀλλ' ἐντολὴν παλαιὰν, ἣν εἴχετε ἀπ' ἀρχῆς.
Είναι, αν μη τι άλλο ευχάριστο, ο άγιος και αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Αθανάσιος, να αναλύει τον ορισμό του consensus patrum τόσο νωρίς, μόλις τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ακόμη μόλις μία Οικουμενική Σύνοδος είχε συγκληθεί στους κόλπους της Εκκλησίας.
1.Παρά την καταδίκη του Αρείου από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) η αίρεση του με διάφορες μορφές και παραλλαγές βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί μέσα στην Εκκλησία και αρκετοί Επίσκοποι έγιναν φορείς της, χωρίς όμως να παραδέχονται ότι ακολουθούν τον Άρειο («Ἡμεῖς οὕτε ἀκόλουθοι Ἀρείου γεγόναμενˑ πῶς γὰρ Ἐπίσκοποι ὅντες, ἀκολουθήσωμεν Πρεσβυτέρῳ; Οὕτε ἅλλην τινὰ πίστιν παρὰ τὴν ἑξ ἀρχῆς παραδοθεῖσαν ἐδεξάμεθα», P.G. 26, 720). Όλοι αυτοί οι λεγόμενοι Αρειανόφρονες Επίσκοποι (με τις υποδιαιρέσεις τους σε Ανομοίους, Ομοίους, Πνευματομάχους κλπ.) καταδικάστηκαν από την Εκκλησία με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο το 381. Όπως θα δούμε, ο Μέγας Αθανάσιος (ο οποίος έζησε προ της Β΄ Οικουμενικής) ΔΕΝ είχε καμία εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους, παρόλο που εκείνοι δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί!
2.Σταδιακά οι Αρειανόφρονες, και με την βοήθεια της πολιτικής εξουσίας, άρχισαν να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερους επισκοπικούς θρόνους και έτσι έφθασε η Εκκλησία σε σημείο να έχει πάνω από τους μισούς Επισκόπους της Αρειανόφρονες, ενώ σε πολλές περιοχές υπήρχαν και παραπάνω από ένας Επίσκοποι στην ίδια πόλη, μιας και οι Αρειανόφρονες Αυτοκράτορες (όπως ο Κωνστάντιος) τοποθετούσαν και αναγνώριζαν ομόφρονες Επισκόπους. Στον βίο του Μεγάλου Αθανασίου από τον Μεταφραστή διαβάζουμε τα εξής: «Μίγδην (=ανακατεμένοι) γὰρ ἦσαν οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν ἔξαρχοι, ὀνόματι μὲν Χριστιανοὶ καλούμενοι, τῇ δὲ ἐπιμειξίᾳ τῆς κοινωνίας τῶν αἱρετικῶν μηδὲν διαφέροντες. Οὐ σπονδαῖς γὰρ εἰδώλων τὴν παράβασιν ἔπραττον, ἀλλ᾿ ἐν προσχήματι Χριστιανισμοῦ τὸ βλάσφημον Ἀρείου δόγμα κρατύνειν ἐσπούδαζον. Ὁ δὲ βασιλεὺς Κωνστάντιος καὶ ἤδη μὲν πρῶτον συνεκρότει τὴν Ἀρειανὴν δόξαν… προστάξας τοὺς μὴ βουλομένους ὑπογράφει αὐτῇ έξωθεῖσθαι τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ εἰς τοὺς τόπους αὐτῶν ἑτέρους ἀντικαθίστασθαι» (P.G. 25, CCXL).
3.Αρχικά οι Αρειανόφρονες Επίσκοποι κατάφεραν με σκευωρία να εκδιώξουν από τον επισκοπικό θρόνο της Αντιοχείας τον Άγιο Ευστάθιο, τον μεγαλύτερο υπερασπιστή του «Ομοουσίου». Με κέντρο την Αντιόχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκδιώξεως του ετέρου μεγάλου υπερασπιστού του «Ομοουσίου», του Μεγάλου Αθανασίου, Επισκόπου Αλεξανδρείας.
4.Το 335 έγινε Σύνοδος στην Τύρο στην οποία προήδρευσε ο Επίσκοπος Αντιοχείας Φλάκιλλος. Η εν Τύρω Σύνοδος προσπάθησε με σκευωρία (παρόμοια με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Ευστάθιο) να καταδικάσει τον Μέγα Αθανάσιο, αλλά ο Άγιος κατέρριψε τις συκοφαντίες. Παρόλα αυτά οι Αρειανόφρονες πέτυχαν αρχικά την εξορία του στην Γαλλία, ενώ το 338 με νέα Σύνοδο καθήρεσαν τον Άγιο και στη θέση του στην Αλεξάνδρεια εξέλεξαν αρχικά τον Πιστό και μετέπειτα τον Γρηγόριο (αμφότεροι Αρειανόφρονες). Το ίδιο έτος εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο (ηγέτης των Αρειανοφρόνων) από Νικομηδείας Ευσέβιος. Έτσι την περίοδο εκείνη ο Μέγας Αθανάσιος ήταν ένας «καθηρημένος» και «εκτός Εκκλησίας» Επίσκοπος τον οποίο δεν αναγνώριζε η Πολιτεία και η «επίσημη Εκκλησία» και δεν είχε εκκλησιαστική κοινωνία τουλάχιστον με τρεις πατριαρχικούς θρόνους και δεκάδες επισκοπικούς, στις οποίες υπήρχαν Αρειανόφρονες Επίσκοποι.
5.Το 341 στην Σύνοδο της Αντιοχείας ανανεώθηκε η «καθαίρεση» του Μεγάλου Αθανασίου. Αξίζει να σημειωθεί πως τους Κανόνες (όχι όμως τους δογματικούς Όρους ή τις αποφάσεις, όπως την «καθαίρεση» του Αγίου) της Συνόδου αυτής η Εκκλησία τους αποδέχτηκε (συμπεριελήφθησαν και στο «Πηδάλιον»), διότι όπως είπαμε οι Αρειανόφρονες Επίσκοποι ήταν ακόμη άκριτοι, ήτοι μη καταδικασμένοι, και επομένως τυπικώς ακόμη έφεραν το αξίωμα του Επισκόπου. Αυτό φανερώνει ξεκάθαρα πως οι Ορθόδοξοι διέκοπταν την εκκλησιαστική κοινωνία με αιρετίζοντες Επισκόπους ακόμη και ΠΡΟΤΟΥ οι τελευταίοι να καταδικαστούν από Σύνοδο. Αντιθέτως διατηρούσαν εκκλησιαστική κοινωνία με ΑΔΙΚΩΣ καθηρημένους.
6.Το 343 αποφασίστηκε από τους συναυτοκράτορες Ανατολής Κωνστάντιο και Δύσης Κώνστα (τη εισηγήσει του Μεγάλου Αθανασίου) να γίνει Οικουμενική Σύνοδος. Αυτή σχεδιάστηκε να γίνει στην Σαρδική (σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας) με την συμμετοχή 170 Επισκόπων (76 Αρειανοφρόνων και 94 Ορθοδόξων). Οι Αρειανόφρονες βλέποντας πως ήταν μειοψηφία αποχώρησαν και η Σύνοδος διασπάστηκε στα δύο. Στην Σαρδική συγκάλεσαν Σύνοδο οι Ορθόδοξοι (με τους οποίους συντάχθηκαν και δύο εκ των Αρειανοφρόνων), ενώ οι Αρειανόφρονες μετέβησαν στην Φιλιππούπολη και συγκάλεσαν Σύνοδο υπό την προεδρία του Αντιοχείας Στεφάνου, στην οποία και πάλι καταδικάστηκε ο Μέγας Αθανάσιος!
7.Παρόλα αυτά ο Αρειανόφρων Κωνστάντιος αποδέχτηκε την επάνοδο του Μεγάλου Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια, εξαιτίας των πιέσεων του αδελφού του Κώνστα, ο οποίος ήταν Ορθόδοξος. Ο Άγιος προτού φθάσει στην Αλεξάνδρεια πέρασε από την Αντιόχεια το έτος 346, στην οποία βρισκόταν ο Κωνστάντιος, για να τον συναντήσει, αποφεύγοντας κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τον τότε Αντιοχείας Λεόντιο. Εκεί διεξήχθη μεταξύ του Αγίου και του Κωνσταντίνου ένας σημαντικός διάλογος. Ο Κωνστάντιος είπε στον Άγιο: «ἐπειδὴ δὲ εἰσὶν ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ τινες τοῦ λαοῦ διακρινόμενοι τὴν πρός σε κοινωνίαν, μίαν ἐν τῇ πόλει ἐκκλησίαν ἔασον ἔχειν αὐτούς» (Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 256). Του ζήτησε δηλαδή να παραχωρήσει έναν ναό στην Αλεξάνδρεια σε εκείνους που δεν είχαν κοινωνία μαζί του, δηλαδή τους Αρειανόφρονες. Ο Μέγας Αθανάσιος δέχτηκε και ζήτησε να παραχωρήσει και ο αυτοκράτορας έναν ναό στην Αντιόχεια, στους Ορθοδόξους εκείνους που είχαν διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Αρειανόφρονες Επισκόπους Αντιοχείας («Μίαν γὰρ καὶ αὐτὸς ἐκκλησίαν ἀπονεμηθῆναι ἠξίου καθ' ἑκάστην πόλιν τοῖς διακρινομένοις πρὸς τὴν τῶν Ἀρειανιζόντων κοινωνίαν», αυτόθι), τους αποκαλούμενους «Ευσταθιανούς». Συγκεκριμένα του απάντησε: «Καὶ μάλα, βασιλεῦ, δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον τοῖς σοῖς προστάγμασι πείθεσθαι, καὶ οὐκ ἀντερῶ: ἐπεὶ δὲ καὶ ἀνὰ τήνδε τὴν Ἀντιόχειαν πόλιν εἰσὶν οἱ τὴν κοινωνίαν τῶν ἑτεροδόξων ἡμῖν ἀποφεύγοντες, παραπλησίαν αἰτῶ χάριν ὥστε καὶ αὐτοὺς μίαν ἔχειν ἐκκλησίαν καὶ ἀδεῶς ἐν ταύτῃ συνιέναι» (Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 1099). Το ίδιο διαφωτιστικότατη είναι και η μαρτυρία του Σωζομενού, του εκκλησιαστικού ιστορικού της περιόδου εκείνης: «Λεόντιος τότε τὴν ἐπισκοπὴν διεῖπεν. Ὃν ὡς ἑτερόδοξον παρῃτεῖτο Ἀθανάσιος, τοῖς δὲ καλουμένοις Εὐσταθιανοῖς ἐκοινώνει ἐν ἰδιωτῶν οἰκίαις ἐκκλησιάζων» (αυτόθι). Καμία εκκλησιαστική κοινωνία με τον (Αρεινόφρονα μεν, αλλά άκριτο, μη καταδικασμένο υπό Συνόδου) Επίσκοπο Αντιοχείας Λεόντιο, δεν είχε ο Μέγας Αθανάσιος, αντιθέτως κοινωνούσε με τους («σχισματοαιρετικούς» για την επίσημη Εκκλησία) «Ευσταθιανούς», οι οποίοι δεν είχαν ναούς και λειτουργούσαν σε σπίτια! [Μια τέτοια ευλογημένη εμπειρία είχε και ο γράφων μικρός, όταν συμμετείχε σε μια Λειτουργία που έγινε μυστικώς σε σπίτι στις Σπέτσες μετά τον διωγμό του αειμνήστου Γέροντος Χρυσοστόμου Σπύρου, τον οποίο εκδίωξε από τη Μονή του, ο Ύδρας και Σπετσών Ιερόθεος, επειδή ο Γέροντας διέκοψε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, λόγω της αιρέσεως του Οικουμενισμού].
8.Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του Μεγάλου Αθανασίου στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας (Οκτώβριος 346) και συγκεκριμένα στις αρχές του 350 δολοφονήθηκε ο προστάτης του Κώνστας και οι Αρειανόφρονες ξεκίνησαν νέο γύρο αγώνων εναντίον του. Αρχικά με την Σύνοδο του Σιρμίου (351) επανέλαβαν τις παλαιές κατηγορίες εναντίον του, ενώ με τις Συνόδους της Αρελάτης (353) και Μεδιολάνων (355) τον καταδίκασαν εκ νέου! Ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος έστειλε στα τέλη του 355 απεσταλμένους να συλλάβουν και να απομακρύνουν τον Μέγα Αθανάσιο, αλλά ο λαός εξεγέρθηκε και ματαίωσε τα σχέδιά του, με αποτέλεσμα ο Κωνστάντιος να στείλει τον στρατό! Στις 9 Φεβρουαρίου 356, σε αγρυπνία που προΐστατο ο Άγιος στο ναό του Αγίου Θεωνά ο αυτοκρατορικός στρατός πολιόρκησε την εκκλησία. Οι στρατιώτες έσπασαν τις πόρτες και ξυλοκόπησαν τους προσευχόμενους [παρόμοιες σκηνές βιώσαν οι παππούδες μας μετά την Ημερολογιακή Καινοτομία του 1924, στον Άγιο Θεράποντα στο Γουδί, στους Αγίους Θεοδώρους Νέας Σμύρνης, στον Άγιο Γεώργιο Παλαιού Φαλήρου κ.α.]. Ο Μέγας Αθανάσιος φυγαδεύτηκε με τη βία, από πνευματικά του παιδιά και ο Αυτοκράτορας διέταξε να συνεχιστεί η καταδίωξή του. Νέος Επίσκοπος Αλεξανδρείας τοποθετήθηκε ο Γεώργιος ο οποίος ενθρονίστηκε στις αρχές του 357. Ο πιστός λαός, που ΔΕΝ κοινωνούσε με τον Γεώργιο, αλλά αναγνώριζε τον Αθανάσιο ως γνήσιο Ποιμενάρχη του, επαναστάτησε και κατάφερε τον Οκτώβριο του 358 να εκδιώξει τον Γεώργιο από την πόλη.
9.Όπως παρατηρούμε (βλ. Πίνακα), το 358 ο Μέγας Αθανάσιος ΔΕΝ κοινωνούσε με ΚΑΜΙΑ επίσημη Εκκλησία στον κόσμο, διότι όλοι οι Προκαθήμενοί τους ήταν Αρειανόφρονες, ενώ η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Επισκόπων ήταν στην εξορία!
10.Το 361 ο νέος Αυτοκράτορας Ιουλιανός, οπαδός της εθνικής θρησκείας, με διάταγμά του όρισε την επιστροφή των εξορίστων Επισκόπων, αλλά άφησε και τους αιρετίζοντες στην θέση τους, με σκοπό να δημιουργηθούν έριδες, μάχες και σύγχυση, ώστε να υπάρχει σκανδαλισμός και επιστροφή του λαού στην ειδωλολατρεία.
11.Το 362 δημιουργείται στην Αντιόχεια το γνωστό Σχίσμα μεταξύ των Ορθοδόξων που έχουν πλέον δύο Επισκόπους, τον Άγιο Μελέτιο και τον Παυλίνο. Ο Μέγας Αθανάσιος κοινωνεί με τον Παυλίνο, διότι έχει την εσφαλμένη εντύπωση πως ο Μελέτιος είναι Αρειανόφρονας. [Τελικά ο Μέγας Βασίλειος με πολύ κόπο θα καταφέρει να πείσει τον Μέγα Αθανάσιο, ότι ο Άγιος Μελέτιος είναι Ορθόδοξος, αλλά λίγο προτού να υπάρξει εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους ο Μέγας Αθανάσιος θα κοιμηθεί].
12.Το 365 διατάσσεται από τον Αρειανόφρονα Αυτοκράτορα Ουάλη, νέα εξορία του Αγίου, αλλά μπροστά στην επανάσταση του λαού, ο Αυτοκράτορας αναγκάζεται να την ανακαλέσει και το 366 ο Άγιος επιστρέφει από την τελευταία εξορία του. Προσπάθεια των Αρειανοφρόνων το επόμενο έτος να τοποθετήσουν τον Αρειανόφρονα Λούκιο, ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας, δεν ευδοκίμησε.
13.Στις 2 Μαΐου 373 (Ιουλιανό Ημερολόγιο) κοιμήθηκε ο Μέγας αυτός Ομολογητής και Αγωνιστής Άγιος Αθανάσιος. Είναι δε λίαν επίκαιρη και η, συμπεριληφθείσα στο «Πηδάλιον», επιστολή του προς τον Ρουφιανιανό. Αξίζει να μελετηθεί και να αξιολογηθεί, διότι πραγματεύεται το ζήτημα της κατάκριτης εκκλησιαστικής κοινωνίας των Ορθοδόξων μετά των αιρετιζόντων και τον τρόπο θεραπείας αυτής. Κλείνοντας πρέπει να ειπωθεί πως ειλικρινά αξίζει να εντρυφήσει κανείς στην αφορώσα την μεταξύ των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων Εκκλησιαστική Ιστορία (μία περίοδο που έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ κοινά με την εποχή μας), διότι θα λάβει σημαντικότατα διδάγματα.
Νικόλαος Μάννης
ΠΗΓΕΣ
MIGNE, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΜ. 25 και 67
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΑΘΑ, ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΕΞΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ὁ Mέγας Πατήρ καί Στύλος τῆς Ὁρθοδοξίας, Ἀθανάσιος, διεξήγαγε πολλούς ἀγώνες γιά τήν Ὁρθόδοξη πίστη. Μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομα οὐ νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός : «Ἀθανάσιον ἐπαίνων, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι, ταῦτον γὰρ ἐκεῖνον τὲ εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι».(Επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την αρετή.
Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι σε αυτόν επαινώ
την αρετή). Ο Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν της ἐποχῆς του.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια
ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ
θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ
ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Κάποτε ο Αθανάσιος με άλλα παιδιά παίζανε στην ακροθαλασσιά, όπου
βρισκόταν και το σπίτι του Πατριάρχη Αλέξανδρου. Ο Πατριάρχης παρατήρησε ότι τα
παιδιά υποδύονταν ρόλους αξιωματούχων της Εκκλησίας. Τον Αθανάσιο τον
χειροτόνησαν Πατριάρχη και στο τέλος τον είδε να βαφτίζει ένα παιδάκι κατά την
τάξη της Εκκλησίας. Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, είδε κατά τύχη τη σκηνή και
θαύμασε, προγνωρίζοντας διά του Αγίου Πνεύματος, ότι η χειροτονία του Αθανασίου
ήταν προμήνυμα της μελλοντικής χειροτονίας του