(Αφιερωμένο σε όσους διώχθηκαν προσφάτως για την Πίστη τους στον Βασιλέα Χριστό)
Με αφορμή τα όσα, απαράδεκτα για κάθε ψυχή αληθινού Ορθοδόξου, βιώσαμε τις τελευταίες ημέρες, όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν αυτό το οποίο προείδαν κάποιοι φωτισμένοι Ιεράρχες· ότι η υποδούλωση της Εκκλησίας στο - αναμφίβολα αντιχριστιανικό - Κράτος, έχει ως αποτέλεσμα οι ταγοί της πρώτης να υποτάσσονται στα κελεύσματα όχι του Χριστού πλέον, αλλά του Καίσαρος, μιμούμενοι δυστυχώς την συμπεριφορά των Αρχιερέων της εποχής του Χριστού [1].
Προ εκατόν πενήντα ετών περίπου, ο τότε Μητροπολίτης Χίου Γρηγόριος [2], με αφορμή την φήμη ότι επρόκειτο το Οθωμανικό Κράτος να μισθοδοτήσει τους κληρικούς του κλίματος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, απέστειλε, για το ζήτημα αυτό, δύο υπομνήματα προς τον τότε Πατριάρχη Σωφρόνιο τον Γ΄ και την περί αυτόν Σύνοδο [3].
Σε αυτά επισημαίνει τον κίνδυνο της αιχμαλωσίας της Εκκλησίας από την Πολιτεία, μέσω της μισθοδοσίας, αναφωνώντας προφητικώς:
Θεωρεί ότι ο μισθός από το Κράτος «ταπεινοῖ καὶ ἐκφαυλίζει τὸ ὑπερφυὲς καὶ ὑψηλὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα, διότι ἐξευτελίζει τὸν πνευματικὸν χαρακτῆρα τοῦ ποιμένος ἀπέναντι τῶν ἰδίων προβάτων... καθιστᾷ αὐτὸν δέσμιον, δοῦλον καὶ ὑποχείριον τῆς Πολιτείας» [5], ενώ παρατηρεί πως «γενικὸν ἀξίωμα ὑπάρχει βεβαιούμενον ὑπὸ τῆς πείρας, ὅτι ὁ μισθωτὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος» [6].
Προβλέποντας δε τις φρικτές συνέπειες της μισθοδοσίας, στην πράξη, γράφει πως στην περίπτωση που κάποιοι πολιτικοί άρχοντες πάρουν άδικες αποφάσεις, τότε «ὁ Ἀρχιερεύς, ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας τῆς ἐναντιότητος αὑτοῦ, ἀναλογιζόμενος ὅτι ὁ μόνος πόρος τῆς διατροφῆς αὑτοῦ καὶ τῶν περὶ αὐτὸν κεῖται ἐν χερσὶ τοῦ πολιτικοῦ Ἄρχοντος (ὅστις δύναται, ὅταν βουληθῇ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ...) ταῦτα καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια ἀναλογιζόμενος θέλει ὑποχωρεῖ ἑκὼν ἀέκων εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ· «τὸ τῆς ἀνάγκης ἀδήρατον σθένος»· δύναται νὰ ὑπάρξῃ μείζον τούτου ἐξευτελισμός, ἢ μᾶλλον ἐξανδραποδισμός;» [7].
Η Εκκλησία της Ελλάδος πάντως (και παρά τις διαμαρτυρίες όσων ζητούσαν «ἐλευθέρα καὶ ζῶσᾳ Ἐκκλησία», όπως ο μακαριστός πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης), όχι μόνο αποδέχθηκε να καταστεί θεραπαινίδα της Πολιτείας , με το να αποδεχθεί να μισθοδοτείται από την τελευταία, αλλά δέχθηκε να μεταβάλλει και το νομικό της κέλυφος κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εξαρτάται παντελώς από την Πολιτεία.
Προ πεντηκονταετίας, ο αείμνηστος Μητροπολίτης πρ. Σισανίου κυρός Πολύκαρπος [8] με αφορμή την ψήφιση του τότε Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και την μετατροπή της σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου συνέγραψε ένα αντιρρητικό βιβλίο, στο οποίο μεταξύ άλλων διαβάζουμε και τα εξής φοβερά: «[Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος] ἐπισήμως καὶ τελεσιδίκως ἀπέκοψε τὴν κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός, καὶ ἀντ᾿ αὐτῆς ἔθεσε τὸν Νόμον τοῦ Κράτους, αὐτὸς δὲ ὡς κεφαλὴ τοῦ Νομικοῦ Προσώπου «Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», αὐτὸς θὰ κατευθύνῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς κεφαλὴ πλέον, ὅπου βούλεται, καὶ εἰς τὴν διάλυσιν ἀκόμη» [9].
Υπάρχει λοιπόν κάποιος που να θεωρεί ακόμα ανεξήγητη την στάση των Αρχιερέων;
Είθε ο Κύριός μας να τους χαρίσει το θάρρος να αναστηθούν και να αποτάξουν τον ζυγό του Καίσαρος [10], αναβοώντας, μαζί με τους δούλους του Ουρανίου Βασιλέως, το «ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες»!
[1] «Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα» (Ιω. ιθ΄ 15). [2] Ο από Χίου μακαριστός Μητροπολίτης Ηρακλείας και Ραιδεστού κυρός Γρηγόριος Παυλίδης (1825-1888) χαρακτηρίστηκε ως «ἐκ τῶν εὐρυμαθεστέρων ἱεραρχῶν... ἀκέραιος τὸν χαρακτῆρα, ἀνάπλεως θείου ζήλου, ἀφιλοκερδὴς καὶ αὐστηροτάτων ἠθῶν» (Γεωργίου Παπαδοπούλου, Η σύγχρονος Ιεραρχία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήνα, 1895, σελ. 455). [3] Το πρώτο υπόμνημα φέρει ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1864 και το δεύτερο 28 Φεβρουαρίου 1865. Συνεκδόθηκαν αμφότερα στο Δύο υπομνήματα προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος, 1866. [4] Δύο υπομνήματα..., ό.π., σελ. 6. [5] Αυτόθι, σελ. 7. [6] Αυτ., σελ 34. [7] Αυτ., σελ. 38. [8] Ο από Διαυλείας μακαριστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κυρός Πολύκαρπος Λιώσης (1900-1996) υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τον Κ΄ αιώνα, κατά κοινή ομολογία. [9] Η Εκκλησία του Χριστού θεοσύστατον ίδρυμα και ουχί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, Αθήνα, 1969, σελ. 37.
ήτοι απαντήσεις εις όσα λέγουν, διαδίδουν και γράφουν οι Φιλο-οικουμενισταί εναντίον των σημερινών Ομολογητών, κληρικών και λαϊκών, της Ορθοδόξου Πίστεως.
Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιορείτου
[σ.σ. Αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες την σύντομη αυτή περιεκτική μελέτη συγχρόνου σεβαστού ασκητού Αγιορείτου Πατρός, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1995 και επανεκδόθηκε το 2016, λόγω της σπουδαιότητος και επικαιρότητός της]
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Θ΄ Ερωτούν οι Φιλο-οικουμενισταί και λέγουν: «Είμεθα ημείς ωσάν τον άγιον Μάξιμον τον Ομολογητήν ή τον άγ. Θεόδωρον τον Στουδίτην και τους άλλους αγίους δια να κάνουμε ό,τι έκαναν αυτοί»;
Ναι αγαπητοί μας δεν είμεθα ημείς οι ευτελείς ωσάν τους αγίους μας και ποτέ δεν ισχυριστήκαμε κάτι τέτοιο, αλλά δεν πρέπει να κάνουμε υπακοή σε αυτούς; Σε ποίους τέλος πάντων θα υπακούωμεν; Εις τους Οικουμενιστάς που προσπαθούν με κάθε τρόπον να μας πείσουν πως η Ορθοδοξία είναι μία εκ των πολλών θρησκειών που σκοπόν έχει την βελτίωσιν του ανθρώπου; Ή εις τους αγίους μας που λέγουν να φεύγουμε μακρυά από τους αιρετικούς; Ημείς αν και ελάχιστοι, την επιλογήν μας την κάναμε. Υπακοή εις τους αγίους Πατέρας μας και απόλυτο σεβασμό εις την εκκλησιαστικήν μας παράδοσιν, και όχι σε σημερινούς ανθρώπους που διαστρέφουν την αλήθειαν. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει σχετικά με την περίπτωσιν αυτήν: «Αλλ΄ ουν τον λόγον του Θεού ουδείς οφείλει νοθεύειν δια την ιδίαν αμέλειαν, αλλ΄ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν, μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν, ίνα μη υπόδικοι γενόμενοι μετά της των εντολών παραβάσεως και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως». Ο δε άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει: «Ου μόνον ει βαθμώ τις και γνώσει προέχων έστω, οφείλει διαγωνίζεσθαι λαλών και διδάσκων τον της Ορθοδοξίας λόγον, αλλά και ει μαθητού τάξιν επέχων είη, χρεωστεί παρρησιάζεσθαι και την αλήθειαν ελευθεροστομείν» (PG 99, 1120). Όπως κάνουμε προσπάθεια γενικά, να φυλάττουμε τις εντολές του Κυρίου μας και δεν λέγομεν ποίοι είμεθα ημείς να κάνουμε αυτά που μας προστάζει, έτσι και πολύ περισσότερον μάλιστα δια τα θέματα της πίστεώς μας πρέπει να κάνουμε υπακοή εις τους αγίους μας και να τους μιμούμεθα όσο το δυνατόν.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ι΄ Λέγουν οι Φιλο-οικουμενισταί: «Ο Πατριάρχης ό,τι και αν λέγη και πράττη, δεν παύει να είναι σύμβολον ενότητος της Εκκλησίας, δι΄ αυτό δεν πρέπει να χωριζώμεθα από αυτόν, αλλά μόνον να διαμαρτυρώμεθα».
Άλλα απατηλά επιχειρήματα και ταύτα, γεννήματα της νοσηράς διανοίας των. Σύμβολον ενότητος της Εκκλησίας του Θεού αγαπητοί μας, είναι ο κάθε Επίσκοπος ή Πατριάρχης όταν παραμένη πιστός τηρητής των Αποστολικών Παραδόσεων και δογμάτων, και ορθοτομή τον λόγον της Εκκλησίας, διαφορετικά γίνεται σύμβολον διαιρέσεως και σχισμάτων! Ως σύμβολον ενότητος της ψευδο-εκκλησίας των έχουν και οι Παπικοί τον Πάπαν, αλλά και όλοι οι αιρετικοί και αλλόθρησκοι έχουν κάποιον «Πατριάρχην» ως σύμβολον ενότητος. Τι βγαίνει με αυτό; απολύτως τίποτα! Δια δε το ότι δεν πρέπει να χωριζώμεθα, αλλά μόνον να διαμαρτυρώμεθα, επαναλαμβάνομεν ότι, χωρίς πρακτικήν αντίδρασιν διακοπής μνημοσύνου και επικοινωνίας, τίποτε δεν γίνεται. Όπως η «πίστις άνευ έργων είναι νεκρά» κατά τον απόστολον Ιάκωβον (Ιάκ. Β΄ 17), έτσι και διαμαρτυρίες χωρίς πρακτικά μέτρα είναι νεκρές. Πόσες και πόσες διαμαρτυρίες δεν έγιναν μέχρι τώρα, αλλά ποιο το αποτέλεσμα; «Ούτε που ιδρώνει το αυτί τους», κατά την λαϊκήν έκφρασιν. Συνειδητώς οι Οικουμενισταί προχωρούν, με πρόγραμμα και συντονισμόν, εις το καταστροφικόν έργον τους, που είναι η διάλυσις της Εκκλησίας του Χριστού και η δημιουργία της «εκκλησίας» του αντιχρίστου. Μην συμπράττετε και εσείς, ω Φιλο-οικουμενισταί, με την στάσιν σας, εις την δημιουργίαν αυτής.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΑ΄ Αυτοί που διακόπτουν την επικοινωνίαν και το μνημόσυνον του κάθε Επισκόπου και Πατριάρχου, λέγουν, είναι αμόρφωτοι, εστερημένοι εκκλησιολογικής παιδείας και φανατικοί.
Μπορεί, αγαπητοί μας, ημείς που διακόψαμε κάθε εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μετά των Οικουμενιστών να είμεθα οι περισσότεροι αμόρφωτοι και αμαθείς, αλλά δεν είμεθα προδόται της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Μένουμε πιστοί εις όλα όσα παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρας μας, και δεν ακολουθούμε τον αλλότριον ποιμένα, καθ΄ ότι ουκ οίδαμεν του αλλοτρίου την φωνήν, ως λέγει και ο Κύριός μας. Δεν γνωρίζουμε την φωνήν του· μας είναι ξένη. Δεν χρειάζεται δε να έχη κανείς πολλήν κατά κόσμον μόρφωσιν δια να ιδή και να καταλάβη τι είναι οι Οικουμενισταί και που οδηγούν αυτούς που τους ακολουθούν. Η Ασσίζη, η Καμπέρα, η Ουψάλα, η Ρώμη, η Γενεύη, ο Λίβανος και άλλες πόλεις εις τις οποίες έγιναν τα συνέδριά των, καθώς και τα έργα και οι δηλώσεις των, καταμαρτυρούν τους σκοπούς και τις προθέσεις των. Φανατικοί δεν είμεθα, μάλιστα θα λέγαμε ότι είμεθα και πάρα πολύ χλιαροί. Πού είναι εις ημάς οι αγώνες των αγίων Πατέρων μας υπέρ της κοινής παρακαταθήκης και κληρονομίας της Ορθοδόξου πίστεώς μας; Ημείς απλώς προσπαθούμε να κάνουμε μικράν υπακοήν εις τας Αποστολικάς παραγγελίας: «Παραγγέλλομεν δε υμίν αδελφοί -γράφει ο απόστολος Παύλος- εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παράδοσιν ην παρέλαβον παρ΄ ημών» (Β΄ Θεσσ. Γ΄ 6). Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος ταύτα λέγει: «Εί τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει (δηλαδή δεν διδάσκει την Ορθόδοξον πίστιν), μη λαμβάνητε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (Α΄ Ιωάν. Β΄ 10-11). Τίποτε περισσότερον δεν κάνουμε ημείς, από του να αποφεύγουμε όλους αυτούς που περιπατούν ατάκτως. Ας μη ξεχνούν δε και τούτο οι Φιλο-οικουμενισταί, ότι, και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, οι απλοί και αμόρφωτοι άνθρωποι κατά πλειοψηφίαν το εδέχθησαν, ελάχιστοι δε οι κατά κόσμον σοφοί. Ιδού τι γράφει ο απόστολος Παύλος: «Βλέπετε αδελφοί την κλήσιν υμών, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς, αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσητε πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού» (Α΄ Κορ. Α΄ 26-29). Όσον δε δια την εκκλησιαστικήν παιδείαν, όση μας χρειάζεται, έχουμε. Ξέρουμε να σεβώμεθα, να αγαπούμε και να υπακούωμεν εις τους πνευματικούς μας ποιμένας και διδασκάλους, όταν φυλάττουν την άπαξ τοις αγίοις παραδοθείσαν πίστιν, και ξέρουμε πότε πρέπει ν΄ αποχωριζώμεθα εξ αυτών μετ΄ αλγούσης καρδίας, όταν αυτοί αθετώντας την αποκεκαλυμμένην αλήθειαν της πίστεώς μας, «λαλούν διεστραμμένα» κατά τον Απόστολον. Αι, τότε δεν τους ακολουθούμε, διότι δεν επιθυμούμε να γίνουμε οπαδοί τους και συνοδοιπόροι προς την αιωνίαν απώλειαν. Παραμένουμε εντός της Εκκλησίας μας, ως πιστά μέλη, η οποία ως «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», παρέχει εις ημάς όλα τα μέσα δια την σωτηρίαν μας.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΒ΄ Πολλοί Φιλο-οικουμενισταί λέγουν ότι, «ημείς δεν πρέπει να εξετάζωμεν τους Αρχιερείς, διδασκάλους, γέροντας και πνευματικούς δι΄ όσα μας λέγουν, αλλά μόνον να υπακούωμεν εις πάντας με απλότητα», προτείνοντας το αποστολικόν εκείνο ρητόν «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε».
Δυστυχώς το επιχείρημα αυτό, πολλούς ευαισθήτους εις τα θέματα της πίστεώς μας κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς τους καθησυχάζει, με την σκέψιν ότι κάνοντας υπακοήν εις τους πνευματικούς των πατέρας, δεν ευθύνονται δια την σημερινήν προδοσίαν.
Μεγάλη όντως και θαυμαστή η αρετή της υπακοής, η οποία είναι έμπρακτος εφαρμογή της ταπεινώσεως, όταν βέβαια γίνεται με γνώσιν και διάκρισιν, εις Αρχιερείς, γέροντας και πνευματικούς, που γνωρίζουν και σέβονται και φυλάττουν την όλην Εκκλησιαστικήν Παράδοσιν και διδασκαλίαν της Εκκλησίας μας. Διαφορετικά δεν έχει κανένα νόημα η υπακοή. Γέροντες και πνευματικοί, υποτακτικοί και πνευματικά τέκνα, πορεύονται εις την απώλειαν! «Μήτι δύναται τυφλός τυφλόν οδηγείν; Ουχί αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται»; λέγει ο Κύριός μας (Λουκ. 6, 39). Ας δούμε όμως τι έγραψαν και παρέδωσαν εις ημάς οι άγιοι Πατέρες μας. Μεταφέρουμε χωρία των αγίων, Βασιλείου, Χρυσοστόμου και Μελετίου του Ομολογητού, μεταφρασμένα από τον άγιον Νικόδημον. Μέγας Βασίλειος: «Πρέπει ο κήρυξ του λόγου, είτε διδάσκαλος είναι είτε Αρχιερεύς, με πολλήν σκέψιν και δοκιμήν πολλήν, και με σκοπόν ευάρεστον τω Θεώ να λέγη πάντα λόγον και να πράττη παν έργον, και καθόσον πρέπει να δοκιμάζεται δια τον λόγον ή δια το έργον και από τους υποτασσομένους». Και πάλιν: «Πρέπει οι ακροαταί, όσοι είναι πεπαιδευμένοι εις τας γραφάς, να δοκιμάζωσι με κρίσιν ορθήν όσα λέγουν οι Διδάσκαλοι· και όσα μεν είναι σύμφωνα με τας Γραφάς να τα δέχωνται, όσα δε είναι ασύμφωνα, να τα αποβάλλωσι· τους δε μένοντας εις τα τοιαύτα διδάγματα, να αποστρέφωνται περισσότερον». Και πάλιν: «Πρέπει πας λόγος και παν έργον να βεβαιώνεται με την μαρτυρίαν της Θεοπνεύστου Γραφής, δια να πληροφορούνται μεν οι καλοί, να εντρέπωνται δε οι πονηροί» (Όροι Ηθικοί). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το αποστολικόν ρητόν, «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε», γράφει σχετικά: «Κακόν μεν η αναρχία πανταχού, και πολλών υπόθεσις συμφορών και αρχή αταξίας και συγχύσεως· κακόν δε ουχ ήττον και η απείθεια των αρχομένων. Αλλ΄ ίσως ερεί τις ημίν, ότι έστι και τρίτον κακόν, όταν ο άρχων ή κακός· Και εγώ γνωρίζω, ότι τούτο δεν είναι ολίγον κακόν αλλά, και πολύ χειρότερον, από του να μην έχη τις καθόλου άρχοντας· διότι καλλίτερον είναι να μη εξουσιάζεταί τις από κανένα, παρά να εξουσιάζεται από κακόν άρχοντα. Επειδή, όστις μεν δεν έχει άρχοντα εις την κεφαλήν, πολλές φορές σώζεται και πολλές φορές κινδυνεύει· όστις όμως έχει κακόν προεστώτα, εξ άπαντος θέλει κινδυνεύσει, πίπτων εις βάραθρα και κρημνούς». Πώς λοιπόν ο Παύλος λέγει, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε; Η αιτία δια την οποίαν είπεν ο Παύλος τούτο είναι αυτή. Επειδή και παραπάνω είπε δια τους ηγουμένους ταύτα τα εγκώμια, ήγουν, αυτών των ηγουμένων βλέποντες τα καλά αποτελέσματα της εναρέτου πολιτείας και συναναστροφής, μιμηθήτε τους εις την πίστιν· μετά τούτο, αφ΄ ου τους εσύστησεν ότι είναι ορθοί κατά πάντα, τότε είπε· πείθεσθε εις τους ηγουμένους και προεστώτας σας και υποτάσσεσθε εις αυτούς. Αλλά μου αποκρίνεσθε· αν είναι κακός και δεν πειθώμεθα, τι έχομεν να γίνωμεν; Κατά τι λέγεις ότι είναι κακός ο προεστώς σου; Ει μεν είναι σφαλερός περί την πίστιν, φύγε και παραίτησαί τον, όχι μόνον αν είναι άνθρωπος, αλλά καν άγγελος είναι από τον ουρανόν· ει δε και είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του, μη περιεργάζεσαι… διότι από την πολιτείαν των και τα ήθη των κανένας δεν βλάπτεται· επειδή είναι φανερά εις όλους και επειδή ούτε αυτός ούτε ο διδάσκων, όσον πονηρός και αμαρτωλός αν είναι δεν ημπορεί ποτέ να διδάξη να κάμνουν οι άνθρωποι κακά. Αλλά η πίστις και τα πονηρά δόγματα όσα έχει, ούτε φανερά είναι εις όλους, αλλά ούτε και αυτός θέλει παύσει να διδάσκει· όθεν και η εντολή ην παρήγγειλεν ο Κύριος, δηλαδή, το μη κρίνετε δια να μη κριθήτε, εις την ζωήν αποβλέπει και όχι εις τα της πίστεως δόγματα» (Λόγος 34). Ο δε μέγας Μελέτιος ο Ομολογητής λέγει σχετικά· «Μη υπακούετε ούτε εις μοναχούς, ούτε εις ιερείς, εις όσα κακώς σας συμβουλεύουσι· και τι λέγω εις μοναχούς και ιερείς; Ούτε εις τους επισκόπους να πείθεσθε, όταν σας συμβουλεύουν να κάμνετε και να λέγετε και να φρονήτε όσα δεν είναι ωφέλιμα εις την ψυχήν σας». Αυτά και άλλα πολλά λέγουν οι άγιοι Πατέρες μας σχετικά με την υπακοήν· ας προσπαθήσουμε και ημείς να τους υπακούωμεν, αν θέλουμε να έχουμε μέρος μετ΄ αυτών.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΓ΄ Ημείς, συνεχίζουν να λέγουν οι Φιλο-οικουμενισταί, ακολουθούμε τους μεγάλους Γέροντας της εποχής μας, που δεν διέκοψαν πνευματικήν σχέσιν με τους Οικουμενιστάς, αλλά εργάσθηκαν εντός της Εκκλησίας και εχαριτώθησαν από τον Κύριόν μας, ώστε να διενεργούνται δι΄ αυτών διάφορα θαύματα.
Δι΄ ημάς αγαπητοί μας, κριτήριον αγιότητος κάθε ανθρώπου είναι ο ορθός βίος, συνοδευόμενος όμως μετά της ορθής πίστεως. Όσα θαύματα και αν κάνη κανείς, όταν δεν υπάρχη η ανωτέρω προϋπόθεσις, δεν δυνάμευα να τον δεχθούμε ως πρότυπον μιμήσεώς μας. «Πρέπει -γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- εάν θέλουμε να ελευθερωθούμε από την γέενναν (του πυρός) και επιτύχουμε της βασιλείας (των Ουρανών), να στολιζώμεθα με τα ορθά δόγματα και με επιμέλειαν της ζωής μας» (Ομιλ. ιγ΄ εις την Γεν.). Ο δε Κύριός μας, λέγει εις το ιερόν Ευαγγέλιον: «Πολλοί ερούσι μοι εν εκείνη τη ημέρα· Κύριε Κύριε, ου τω Σω ονόματι επροφητεύσαμεν, και τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω Σω ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Και τότε ομολογήσω αυτοίς, ότι ουδέποτε έγνων υμάς. Αποχωρείτε απ΄ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ. Ζ΄ 22-23). Από τα λόγια αυτά του Κυρίου μας βλέπουμε πως θα υπάρξουν άνθρωποι, που εις το Όνομά Του θα κάνουν διάφορα θαύματα, αλλά θα εργάζονται την ανομίαν! Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος θέλοντας να προφυλάξη τους πιστούς της εποχής του από τους ψευδοδιδασκάλους έγραφε: «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν προφητεύη, καν σημεία ποιή, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά, φθοράν προβάτων κατεργαζόμενος». Ακόμη και μετά θάνατον είναι δυνατόν, εις τάφους αμαρτωλών ανθρώπων να ενεργούνται θαύματα, ή δια την πίστιν των προσερχομένων ή και από διαβολικήν ενέργειαν, δια παραπλάνησιν των πιστών. Ο άγιος Μελέτιος ο Ομολογητής, γράφει σχετικά δια στίχων: «Άλλη δε πάλιν άσωτος του βίου μεταστάσα, τον τάφον είχεν αυτουργόν τεράτων και σημείων· και τούτο τέχνη του Σατάν ίνα νομοθετήση τους απλουστέρους απατών, μη βλάπτειν την πορνείαν… Αλλ΄ ουδ΄ εκείνον αγνοείς τον μοναχόν, ως οίμαι, ος εν τω πάθει κοιμηθείς και παρά μοναζούσης, η τότε συνεφθείρετο παραδοθείς τω τάφω, ως ύστερον εξήγγειλεν αυτή τω Πατριάρχη, καινά μετά τον θάνατον ετέλεσε σημεία δεικνύς τον τάφον αυτουργόν τεράτων και σημείων». Διατί επιτρέπει ο Θεός, να γίνονται θαύματα πολλές φορές από αιρετικούς και αμαρτωλούς ανθρώπους, ακόμη και μετά θάνατον, δι΄ ημάς είναι άδηλον. Ημείς δεν πρέπει να παρασυρώμεθα από τέτοια φαινόμενα, χωρίς πρώτα να εξετάσουμε πολύ προσεκτικά την ζωήν και διδασκαλίαν των ανθρώπων αυτών. Ο αντίχριστος θα κάνη τέρατα και σημεία και θα προσπαθήση να πλανήση και τους εκλεκτούς. Δια τους φημιζόμενους «μεγάλους γέροντας» της εποχής μας, μπορούμε να ειπούμε, χωρίς καθόλου να τους αδικούμε, ότι δεν επήραν και δεν παίρνουν σαφήν και κατηγορηματικήν θέσιν εναντίον της Οικουμενιστικής κινήσεως. Βέβαια δεν ημπορεί κανείς να τους κατηγορήση ως Οικουμενιστάς, αλλά ημπορεί άνετα να τους κατηγορήση ως Φιλο-οικουμενιστάς. Μιλούσαν και μιλούν πολλές φορές κατά του Οικουμενισμού, αλλά πρακτικά δεν έκαναν και δεν κάνουν τίποτα. Πολλές φορές μάλιστα που συνήντησαν υψηλά ισταμένους Οικουμενιστάς, έβαλον εδαφιαίες μετάνοιες ζητώντας την ευχήν των. Εις τα εκκλησιολογικά είχαν και έχουν και αυτοί την τελείως εσφαλμένην άποψιν, την εντός της Εκκλησίας των Οικουμενιστών παραμονήν όλων. Το μόνον ελαφρυντικόν που ίσως θα μπορούσε κανείς να δεχθή δι΄ αυτούς, είναι ότι ασχολούμενοι πολύ με την βελτίωσιν της προσωπικής των ζωής, και με τον πολύ κόσμον, δεν είχαν και δεν έχουν χρόνον ν’ ασχοληθούν προσωπικά και σοβαρά με την μεγάλην προδοσίαν της Εκκλησίας, που γίνεται επί των ημερών μας. Την άγνοιαν συγκαταβατικά την κρίνει και ο Κύριός μας. Ημείς τα μεν καλά τους έργα ας μιμούμεθα, την δε στάσιν τους απέναντι του Οικουμενισμού να την απορρίπτωμεν, ως απάδουσαν εις την όλην Εκκλησιαστικήν Παράδοσιν. Έτσι και ημείς δεν κινδυνεύουμε να απωλεσθούμε ακολουθώντας τους αιρετικούς και την θέσιν αυτών δεν επιβαρύνουμε περισσότερομ, με το να υιοθετούμε κάποια λάθη τους. Ως γνωστόν μερικοί άγιοι της Εκκλησίας μας έπεσαν έξω σε μερικά θέματα, και είπον κάτι διαφορετικόν από ό,τι η Εκκλησία μας πρεσβεύει. Ποτέ όμως κανείς εχέφρων δεν διενοήθη να υποστηρίξη αυτές τις θέσεις και να λέγη ότι αυτό είπεν ο τάδε άγιος κ.λ.π. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμη και οι σοφώτεροι και αγιώτεροι, πολλές φορές κάνουν λάθη. Το χάρισμα της αληθείας έχει μόνον η εν αγίω Πνεύματι αποφαινομένη Οικουμενική Σύνοδος.
Όσιος Μιχαήλ, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου και καταγόταν από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, από τα Σύναδα της Φρυγίας. Σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα και στη συνέχεια έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του.
Εκεί συνδέθηκε με ένα φημισμένο πνευματικό άνθρωπο το Θεοφύλακτο, και αποφάσισαν να αφοσιωθούν στην άσκηση της σάρκας και τη μελέτη των Θείων Γραφών. Αποσύρθηκαν σε κάποιο μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος φωτισθείς από το Άγιο Πνεύμα, τους υποδέχθηκε εγκάρδια και πολύ γρήγορα τους χειροτόνησε πρεσβυτέρους.
Στη συνέχεια, ο μεν Θεοφύλακτος εξελέγη επίσκοπος Νικομήδειας, ο δε Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων.
Από τη θέση του Επισκόπου ο Μιχαήλ έλαμψε πνευματικά. Δυναμικός μαχητής της πίστης, δίδασκε καθημερινά το λόγο του Θεού, κήρυττε, νουθετούσε και βοηθούσε δυναμικά τους πτωχούς, τους πάσχοντες και τους αδυνάτους. Διακρίθηκε επίσης για την προσήλωσή του στα ορθόδοξα δόγματα και την σφοδρή καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών.
Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, κήρυξε διωγμό εναντίον όσων υπερασπιζόταν τις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα αντιτάχθηκε στη προκλητική αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα. Εξοργισμένος ο Λέων έδωσε εντολή να φυλακισθεί σε ένα φρούριο, το οποίο ονομαζόταν Ευδοκιάς.
Ο Όσιος όμως συνέχιζε να διακηρύσσει την αλήθεια με αντίτιμο συνεχείς εξορίες κακουχίες και στερήσεις για να καταλήξει σε κάποια ανθυγιεινή περιοχή όπου από τις ταλαιπωρίες παρέδωσε την αγία ψυχή του ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.
Την κάρα του Αγίου Μιχαήλ αποθησαυρίζει η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, που της παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο από τους βασιλείς Βασίλειο και Κωνσταντίνο.
ήτοι απαντήσεις εις όσα λέγουν, διαδίδουν και γράφουν οι Φιλο-οικουμενισταί εναντίον των σημερινών Ομολογητών, κληρικών και λαϊκών, της Ορθοδόξου Πίστεως.
Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιορείτου
[σ.σ. Αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες την σύντομη αυτή περιεκτική μελέτη συγχρόνου σεβαστού ασκητού Αγιορείτου Πατρός, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1995 και επανεκδόθηκε το 2016, λόγω της σπουδαιότητος και επικαιρότητός της]
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ε΄ Μερικοί άλλοι, πιο αφελείς Φιλο-οικουμενισταί, θέλοντες να προβάλλουν ως παράδειγμα εκκλησιαστικής ευταξίας τους εαυτούς των, λέγουν: Ημείς εις το Ησυχαστήριόν μας δεν μνημονεύομεν τον Πατριάρχην, αλλά όταν βρισκώμεθα σε ναό που τον μνημονεύουν, ημείς λέγομεν εσωτερικά «μνήσθητι Κύριε πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων, των ορθοτομούντων τον λόγον της Σης αληθείας».
Αυτοί που λέγουν αυτά ομοιάζουν με τους προηγουμένους που προβάλλουν κάποια μέσην λύσιν. Τα όσα αναφέραμε δι΄ εκείνους αρμόζουν και δι΄ αυτούς. Πιθανόν οι ταύτα λέγοντες να καταφεύγουν εις την παλαιάν Ιησουϊτικήν μέθοδον της RESERVATIO MENTALIS (η εν τω νω επιφύλαξις!). Αφελή επιχειρήματα που χρησιμεύουν να εξαπατούν τους εαυτούς των και όσους τους δίδουν προσοχήν. Δυστυχώς εκεί καταλήγουν όσοι δεν θέλουν να ίδουν την πραγματικήν αλήθειαν και να την ακολουθήσουν. Ο μέγας Ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης, κάτι τέτοιους τους αποκαλούσε «Νυκτερινούς θεοσεβείς μη δυναμένους εν φωτί παρρησιασθήναι» (Επιστολή ΛΑ΄, PG 99, 1009).
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΣΤ΄ Δεν πρέπει, λέγουν να αποκαλούμε τους Οικουμενιστάς αιρετικούς, αλλά φιλο-αιρετικούς, και ότι αυτά που κάνουν δεν τα πιστεύουν, αλλά κάνουν διαφόρους πολιτικούς ελιγμούς που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Εκκλησίας και του Έθνους.
Οι Οικουμενισταί, αγαπητοί μας, δεν είναι απλώς αιρετικοί ή φιλο-αιρετικοί, αλλά αλλόθρησκοι. Είναι όπως αναφέραμε συνιδρυταί της θρησκείας της «Νέας Εποχής», δια της οποίας λατρεύεται ο διάβολος. Είναι φορείς της φοβεράς αυτής πνευματικής νόσου, και σε μερικές περιπτώσεις ξεπερνούν εις τας εκδηλώσεις των και αυτούς τους προτεστάντας. Οι ίδιοι άλλωστε δυστυχείς αυτοί άνθρωποι, καυχώνται, ότι είναι ιδρυτικά μέλη του Π.Σ. Εκκλησιών. Ο καταστατικός χάρτης της Οικουμενικής κινήσεως είναι η εγκύκλιος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του 1920 της οποίας η εκκλησιολογική βάσις είναι η Προτεσταντική κακοδοξία «της θεωρίας των κλάδων», που σημαίνει ότι όλες οι χριστιανικές «εκκλησίες», κατέχουν μερικήν αλήθειαν, και μόνον αν ενωθούν όλες μαζί μπορούν να έχουν την αλήθειαν. Από το έτος 1971 και μετά, μέσα εις την «θεωρίαν των κλάδων» εισήλθον και οι αλλόθρησκοι, ως έχοντες αξιοσέβαστες πνευματικές παραδόσεις (!) και άρχισαν συμπροσευχές, διαλόγους και συνεργασίες. Την ιδίαν πανθρησκευτικήν πορείαν ακολουθεί και ο Παπισμός, ο οποίος αν και δεν είναι μέλος του Π.Σ.Ε. συνεργάζεται στενά και διοργανώνει πανθρησκειακές συναντήσεις τύπου Ασσίζης (από το 1986) με την συμμετοχήν βέβαια πάντοτε των «Ορθοδόξων Οικουμενιστών».
Δια το ότι όλα αυτά που κάνουν είναι πολιτικές σκοπιμότητες και δεν τα πιστεύουν, ημείς δεν συμφωνούμεν. Πρώτα απ΄ όλα τί σχέσι μπορεί να έχουν οι ποιμένες της εκκλησίας μας με πολιτικές σκοπιμότητες; Και δεύτερον μέχρι πού τέλος πάντων μπορούν να φθάσουν αυτές; Πότε η Εκκλησία μας ανεμίχθη με την πολιτικήν και βγήκε κερδισμένη; Δι΄ ημάς οι Οικουμενισταί είναι συνειδητά μέλη της νέας θρησκείας και προσπαθούν με κάθε τρόπον να διαδώσουν και να την επιβάλουν. Οι ίδιοι δεν το κρύβουν· όπου βρεθούν το διακηρύσσουν με τα λόγια τους και με τα έργα τους. Εξυπηρετούν βέβαια πολιτικές σκοπιμότητες, όχι όμως δια το καλόν της Εκκλησίας μας, αλλά δια την συντομώτερην επικράτησιν του αντιχρίστου. Είναι διαβρωμένα άτομα, τα οποία συνειδητά ενεργούν δια την καταστροφήν της Εκκλησίας του Χριστού! Άρα όλα αυτά που λέγουν οι Φιλο-οικουμενισταί είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις»!
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ζ΄ Άλλο ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι Φιλο-οικουμενισταί είναι το πλήθος των ανθρώπων που ακολουθούν την δικήν τους γραμμήν λέγοντας: «Τόσοι Αρχιερείς, τόσοι Ιερείς, τόσοι Μοναχοί και λαϊκοί πεπαιδευμένοι και μη, δεν διακόπτουν πνευματικήν επικοινωνίαν με τους Οικουμενιστάς, όλοι αυτοί επλανήθησαν και μόνον εσείς οι ολίγοι είσθε με την αλήθεια»;
Παλαιόν το σόφισμα, ανασκευασμένον και απογεγυμνωμένον υφ΄ όλων σχεδόν των αγίων Πατέρων μας και της Αγίας Γραφής. Το δυστύχημα δι΄ αυτούς που λέγουν όλα αυτά είναι ότι η αλήθεια δεν συμβαδίζει πάντοτε με τους πολλούς, αλλά πολλές φορές με τους ολίγους. Ο ίδιος ο Κύριός μας είπεν: «ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι δι΄ αυτής. Ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ΄ 13-14). Και εις άλλο σημείον: «Πολλοί γαρ εισί κλητοί ολίγοι δε εκλεκτοί». Οι άγιοι Πατέρες μας απαντούσαν ως εξής, όταν οι αιρετικοί προέβαλλον ως επιχείρημα το πλήθος που τους ακολουθούσε: «Πλήθει το ψεύδος κρατύνεις; Έδειξας του δεινού την επίτασιν (έντασιν, δυνάμωμα)· όσω γαρ πλείους εν τω κακώ, τοσούτω μείζων η συμφορά». «Εμοί πλήθος αιδέσιμον ου το χαίρον καινοτομία, αλλά το φυλάσσον πατρώαν κληρονομίαν» (άγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης, Επιστολή 45). Σε άλλο σημείον λέγει: «Μη θώμεν σκάνδαλον τη Εκκλησία του Θεού, ήτις εστί και εν τρισίν Ορθοδόξοις οριζομένη κατά τους αγίους» (άγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης, PG 99, 1049B). Ο άγιος Νικηφόρος Κων/λεως ο Ομολογητής έγραφε: «Ει και πάνυ ολίγοι εν τη Ορθοδοξία και ευσεβεία διαμένουσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται». Ο καθηγητής π. Γ. Φλωρόφσκυ έγραφεν: «Πολύ συχνά το μέτρον της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας, είναι δυνατόν να είναι καθολική Εκκλησία το μικρόν ποίμνιον. Είναι δυνατόν να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξη η Εκκλησία στο περιθώριον της ιστορίας, ή να αποσυρθή εις την έρημον. Αυτό συνέβη κατ΄ επανάληψιν εις την ιστορίαν και είναι πολύ πιθανόν να συμβή και πάλιν». Δεν αποτελούν λοιπόν οι πολλοί την Εκκλησίαν του Χριστού, αλλά «οι την ορθήν και σωτήριον της πίστεως ομολογίαν» φυλάσσοντες, όσον ολίγοι και αν είναι.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Η΄ Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, λέγουν, διέκοψε το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Πατριάρχου και του Βασιλέως, επειδή η γυναίκα που έλαβεν ως σύζυγον ο βασιλεύς, μετά την αποπομπήν της πρώτης νομίμου γυναικός, ήτο εξαδέλφη του, και το εθεώρησε ως προσωπικήν προσβολήν, διαφορετικά δεν θα το έκανε.
Λυπηρόν το κατάντημα! Μέχρις εκεί έφθασαν οι Φιλο-οικουμενισταί, να αμφιβάλλουν δια τα αγνά και ανιδιοτελή κίνητρα των αγίων Πατέρων μας. Αυτό βέβαια γίνεται επειδή ελέγχονται από την ζωήν και στάσιν των αγίων μας, δι΄ όσα αυτοί σήμερα πράττουν. Ειδικά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, τους είναι πολύ αντιπαθείς, και προσπαθούν με κάθε τρόπον να τους μειώσουν.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, αγαπητοί μας, αυτός ο μέγας Ομολογητής και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο πιστός τηρητής όλων των Πατρικών παραδόσεων, δεν έκανε τίποτε νικώμενος από ανθρώπινες αδυναμίες. Μελετήσατε με προσοχήν τις διάφορες επιστολές του και απολογίες και θα ιδήτε πως δικαιολογεί απόλυτα την στάσιν του εναντίον του Βασιλέως και του Πατριάρχου, δι΄ αυτόν τον παράνομον γάμον. Γράφει σχετικά ο βιογράφος του Μιχαήλ μοναχός: «Ταύτα ουν τα παράνομα διαγνούς… ηνιάτο, εδυσφόρει καθ΄ εαυτόν, την απάντων ομού επωδύρετο απώλειαν των τε νυν και των μετά ταύτα· εδεδίει γαρ εικότως μήπως εις νόμον τοις ανοήτοις η του κρατούντος αλογιστία παραδεχθείσα, ανίατον παραπέμψη ταις ύστερον γενεαίς το πρακτέον· δια τοι τούτο ου παρασιωπά του μη ελέγξαι το πήμα (την συμφοράν), αλλ΄ απορρήγνυσιν εαυτόν συν τω ιδίω Πατρί της εκείνων κοινωνίας» (PG 99, 253A). Με απλά λόγια ο άγιος εφοβείτο μήπως η παρανομία αυτή του Βασιλέως γίνη κακόν παράδειγμα και εις άλλους, δι΄ αυτό και δεν εσιώπησεν, αλλά ήλεγξε και τον Πατριάρχην που δεν ετιμώρησε τον Ιερέα που ετέλεσε τον παράνομον αυτόν γάμον, και τον Βασιλέα, διακόπτοντας κάθε επικοινωνίαν μαζί τους. Αυτοί ήσαν οι άγιοί μας· έργω τε και λόγω εστηλίτευον την κάθε παρανομίαν και δεν έμενον μόνον σε απλές διαμαρτυρίες, ως κάνουν οι σημερινοί Φιλο-οικουμενισταί. Εις την γενικήν κατάπτωσιν που ευρισκόμεθα σήμερον, μας φαίνεται αδιανόητον, πως, δια ένα παράνομον γάμον ό άγιος έφθασε εις το σημείον να διακόψη κάθε εκκλησιαστικήν κοινωνίαν με τον Πατριάρχην και Βασιλέαν. Πού είναι αυτοί που ισχυρίζονται πως πρέπει να γίνη πρώτα σύνοδος να δικάση κάποιον παρανομούντα και μετά να διακόψωμεν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν; Βέβαια αυτό που έκανε ο άγιος είχε συνέπειες· φυλακίσεις, βασανιστήρια και εξορίες, τις οποίες ημείς δυστυχώς σήμερον δεν είμεθα διατιθεμένοι να υποστούμε, δι΄ αυτό και «ησυχάζουμε»!!! Ας ησυχάζωμεν τουλάχιστον και ας μη συκοφαντούμε τους αγίους μας.