ἤτοι ἀπαντήσεις εις όσα λέγουν, διαδίδουν και γράφουν οι Φιλο-οικουμενισταί εναντίον των σημερινών Ομολογητών, κληρικών και λαϊκών, της Ορθοδόξου Πίστεως.

Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιορείτου
[σ.σ. Αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες την σύντομη αυτή περιεκτική μελέτη συγχρόνου σεβαστού ασκητού Αγιορείτου Πατρός, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1995 και επανεκδόθηκε το 2016, λόγω της σπουδαιότητος και επικαιρότητός της]
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΕΝΣΤΑΣΙΣ Α΄
Δεν επιτρέπεται, λέγουν, η διακοπή του μνημοσύνου του οικείου Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου και Επισκόπου πριν αυτός να καταδικασθή υπό του συνόλου των επισκόπων της Εκκλησίας.
Αν και τούτο το επιχείρημα το αναίρεσαν με την πράξιν τους το 1972, διακόπτοντας το μνημόσυνον του Πατριάρχου Αθηναγόρα, τόσον μερικοί επίσκοποι της Βορείου Ελλάδος, όσον και το σύνολον σχεδόν των Αγιορειτών, ας ίδωμεν όμως και τι λέγουν οι ιεροί Κανόνες, οι άγιοι Πατέρες και η πράξις της Εκκλησίας μας.
Υπάρχουν δύο ιεροί Κανόνες, ο ΛΑ΄ Αποστολικός και ο ΙΕ΄ Πρωτοδευτέρας Συνόδου που επιτρέπουν εις τους κατωτέρους κληρικούς να διακόπτουν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν προς τους ανωτέρους των, όταν αυτοί κηρύττουν φανερά κάποια αίρεση και κακοδοξία. Βέβαια οι δύο αυτοί ιεροί Κανόνες, και αρκετοί άλλοι όπως, ο ΙΗ΄της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, οι ΙΓ΄, ΙΔ΄ της Πρωτοδευτέρας κ.λ.π. έχουν ως κεντρικόν σκοπόν ν΄ αποτρέψουν τους κατωτέρους κληρικούς να διακόπτουν σχέσεις με τους ανωτέρους των, και μόνον ως παρένθεσιν, θα έλεγε κανείς, παρέχουν αυτό το δικαίωμα, δηλαδή την διακοπήν της επικοινωνίας.
Θα ερωτούσε κανείς διατί σε ένα τόσο σοβαρόν θέμα δεν εκδόθηκαν ιδιαίτεροι Κανόνες; Η απάντησις είναι πολύ απλή. Δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, διότι από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, η διακοπή κάθε πνευματικής σχέσεως με οιονδήποτε εκήρυσσε αίρεσιν ήτο δεδομένη. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, αυτός ο μεγάλος πρόμαχος της Ορθοδοξίας, εις ένα θαυμάσιον χωρίον του αναφέρει σχετικά: «Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι, και πάσαι αι θείαι γραφαί, φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσιν και της αυτών κοινωνίας διϊστασθαι». Ναι, αυτό είναι το γενικόν φρόνημα της Εκκλησίας μας, και δια τούτο επαναλαμβάνομεν δεν ασχολήθηκαν ειδικότερα οι ιεροί Κανόνες.
Θα παραθέσουμε τώρα τους δύο αυτούς ιερούς Κανόνας που αναφέραμε και την ερμηνείαν των υπό του αγίου Νικοδήμου. Κανών ΛΑ΄ των αγίων Αποστόλων:
«Ει τις πρεσβύτερος καταφρονήσας του ιδίου επισκόπου, χωρίς συναγάγει, και θυσιαστήριον έτερον πήξει, μηδέν κατεγνωκώς του Επισκόπου εν ευσεβεία και δικαιοσύνη, καθαιρείσθω ως φίλαρχος. Τύραννος γαρ εστίν, ωσαύτως δε και οι λοιποί και όσοι αυτώ προσθώνται, οι δε λαϊκοί αφοριζέσθωσαν. Ταύτα δε μετά μίαν, και δευτέραν και τρίτην παράκλησιν του Επισκόπου γινέσθω».
Ερμηνεία: «Όποιος πρεσβύτερος ήθελε καταφρονήση τον ιδικόν του επίσκοπον, και να γνωρίση αυτόν πως σφάλλει φανερά ή εις την ευσέβειαν ή εις την δικαιοσύνην: ταυτόν ειπείν, χωρίς να γνωρίση αυτόν πως είναι φανερά ή αιρετικός ή άδικος, ήθελε συμμαζώνη κατ΄ ιδίαν τους χριστιανούς, και κτίσας άλλην εκκλησίαν ήθελε λειτουργεί εις αυτήν ξεχωριστά, χωρίς την άδειαν και γνώμην του επισκόπου του, ο τοιούτος, ως φίλαρχος ας καθαίρηται, επειδή ως τύραννος με βίαν και τυραννίαν, ζητεί να σφετερίση την ανήκουσαν εξουσίαν τω Επισκόπω του. Αλλά και όσοι μεν άλλοι κληρικοί συμφωνήσουν με αυτόν εις την τοιαύτην αποστασίαν, ας καθαίρωνται παρομοίως και αυτοί· όσοι δε λαϊκοί ας αφορίζωνται. Ταύτα όμως να γίνονται αφού ο Επίσκοπος παρακινήση με γλυκάδα και ημερότητα, τρεις φορές τους απ΄ αυτού χωρισθέντας, να λείψουν από τοιούτον κίνημα, και αυτοί σταθούν εις το πείσμα των».
Εδώ τελειώνει η ερμηνεία του παρόντος Αποστολικού Κανόνος, αλλά ο άγιος Νικόδημος εθεώρησε καλόν να προσθέση και κάτι από τον ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, το οποίον και παραθέτουμε: «Όσοι δε χωρίζονται από τον Επίσκοπόν τους προ συνοδικής εξετάσεως, διατί αυτός κηρύττει δημοσία καμμίαν κακοδοξίαν και αίρεσιν, οι τοιούτοι όχι μόνον εις τα ανωτέρω επιτίμια δεν υπόκεινται, αλλά και την πρέπουσαν εις τους ορθοδόξους τιμήν αξιώνονται κατά τον ΙΕ΄ της Α΄ και Β΄».
Εκείνο που θα είχε να παρατηρήση κανείς εις τον ιερόν τούτον Κανόνα των αγίων Αποστόλων είναι ότι επιτρέπει εις τους πρεσβυτέρους να διακόπτουν επικοινωνίαν από τον Επίσκοπόν των όχι μόνον δια κακοδοξίαν και αίρεσιν, αλλά και αν ακόμη είναι άδικος.
Κανών ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας (επειδή ο παρών Κανών είναι αρκετά μεγάλος θα παραθέσουμε μόνον το δεύτερον μέρος αυτού).
«…Οι γαρ δι΄ αίρεσίν τινα παρά των αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην της προς τον Πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου δηλονότι την αίρεσιν δημοσία κηρύττοντος, και γυμνή τη κεφαλή επ΄ εκκλησίας διδάσκοντος, οι τοιούτοι ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υπόκεινται προ συνοδικής διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον Επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται. Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».
Ερμηνεία: «…Εάν δε οι ρηθέντες Πρόεδροι είναι αιρετικοί, και την αίρεσιν αυτών κηρύττουσι παρρησία, και δια τούτο χωρίζονται οι εις αυτούς υποκείμενοι, και προ του να γένη ακόμη συνοδική κρίσις περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι αυτοί, όχι μόνον δια τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής της πρεπούσης, ως ορθόδοξοι, είναι άξιοι, επειδή, όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ηλευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών».
Σκόπιμον κρίνομεν ν΄ αναφέρουμε εδώ τα όσα ο γνωστός Σέρβος κανονολόγος Επίσκοπος Νικόδημος Μίλας, δι΄ ειδικής μελέτης του εις τον ανωτέρω Κανόνα και επί του σημείου αυτού, τονίζει : «Εάν ο Επίσκοπος ή Μητροπολίτης ή Πατριάρχης άρξητε να διακηρύττη δημοσία επ΄ εκκλησίας αιρετικήν τινά διδαχήν, αντικειμένην προς την Ορθοδοξίαν, τότε οι υποτασσόμενοι αυτώ κέκτηνται δικαίωμα άμα και χρέος να αποσχοινισθώσι πάραυτα εκείνων, διο ου μόνον εις ουδεμίαν θέλουσι υποβληθή κανονικήν ποινήν, αλλά θέλουσι και επαινεθή εισέτι, καθ΄ όσον δια τούτου, δεν κατέκριναν και δεν επανεστάτησαν εναντίον των νομίμων Επισκόπων, αλλ΄ εναντίον ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων, ούτε εδημιούργησαν τοιουτοτρόπως σχίσμα εν τη Εκκλησία, αλλ΄ αντιθέτως απήλλαξαν την Εκκλησίαν, εν όσω ηδυνήθησαν μέτρω, του σχίσματος και της διαιρέσεως» (εν: PRAVILA PRAVOSLAVNE CZORYES TUMACENJIMA, II, NOVI SAD 189, 66, 290, 291).
Mε την ανωτέρω ερμηνείαν των δύο αυτών ιερών Κανόνων, οι οποίοι αποτυπώνουν την δεδομένην Εκκλησιαστικήν παράδοσιν και πράξιν της Εκκλησίας μας, συμφωνούν απόλυτα και οι άγιοι Πατέρες μας. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας γράφει σχετικώς: «Πας άνθρωπος το διακρίνειν παρά του Θεού ειληφώς, κολασθήσεται απείρω ποιμένι και ψευδή δόξαν ως αληθή δεξάμενος» (ΒΕΠΕΣ 33, 214). Εις άλλο δε σημείον γράφει: «Εάν ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζουσι τον λαόν, χρη αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ΄ αυτών εμβληθήναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέενναν του πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφερόμενος εις το γνωστόν χωρίον της προς Εβραίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε», γράφει: «Πώς ουν ο Παύλος φησίν, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε; Ανωτέρω ειπών, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, τότε είπε πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Τι ουν, φησίν, όταν πονηρός ή και μη μόνον πειθώμεθα; Πονηρός πώς λέγεις; Ει μεν περί πίστεως φεύγε και παραίτησαι, μη μόνον αν άνθρωπος ή, αλλά καν άγγελος εξ ουρανού κατιών» (PG 34, 231A).
O άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εις επιστολήν του προς τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων γράφει: «Οι μεν τέλεον περί την πίστιν εναυάγησαν· οι δε ει και τοις λογισμοίς ου κατεποντίσθησαν, όμως τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται» (PG 99, 1164). Και εις άλλον σημείον: «Ουδ΄ αν όλα τα χρήματα του κόσμου παρέξει τις και κοινωνών είη τη αιρέσει, φίλος Θεού ου καθίσταται αλλ΄ εχθρός». (PG 99, 1205A).
Ο δε μέγας Φώτιος παραγγέλει σαφώς: «Αιρετικός εστίν ο ποιμήν; Λύκος εστίν· φυγείν εξ αυτού και αποπηδάν δεήσει, μηδ΄ απατηθήναι· προσελθείν καν ήμερον περισαίνειν δοκεί· φύγε την κοινωνίαν αυτού και την προς αυτόν κοινωνίαν ως ιόν όφεως».
Τα ίδια λέγει και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: «Φεύγετε και υμείς αδελφοί την προς τους ακοινωνήτους κοινωνίαν και το μνημόσυνον των αμνημονεύτων» (PG 160, 1097D-1100A).
Σε άλλο σημείο αναφέρει δια τους λατινόφρονας της εποχής του: «Περιωρίσθην παρά του Βασιλέως. Αλλ΄ ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμις ου δέδεται, τρέχει δε και μάλλον ευιδούται και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως και των πατρικών θεσμών και ελαύνουσι πανταχόθεν αυτούς ως καθάρματα, μήτε συλλειτουργείν αυτοίς ανεχόμενοι μήτε μνημονεύοντες όλως αυτών ως χριστιανών».
Και τώρα ας ίδωμεν και ποίαν στάσιν ετήρουν οι ομολογηταί κληρικοί και λαϊκοί, έναντι αυτών που εκήρυττον αίρεσιν χωρίς να έχουν ακόμη καταδικασθεί υπό επισκοπικής συνόδου.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας είχεν εκ παραδόσεως δεχθή να ονομάζεται η Παναγία μας Θεοτόκος. Αυτήν την παράδοσιν ηθέτησεν ο Νεστόριος, όστις προερχόμενος εξ Αντιοχείας εγένετο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το έτος 428. Υπήρξε μαθητής του Θεοδώρου Μοψουεστίας και δυστυχώς παρέλαβε και τας αιρετικάς αυτού δοξασίας επί του Χριστολογικού δόγματος (δύο φύσεις, δύο πρόσωπα). Γενόμενος Πατριάρχης άρχισε σιγά-σιγά δια των αντιπροσώπων του -κληρικών εξ Αντιοχείας συν αυτώ αχθέντων- να αποκαλή την Παναγία μας «ανθρωποτόκον ή Χριστοτόκον». Αυτή η διδασκαλία ως ήτο επόμενον επέφερε μεγάλην αναστάτωσιν και σύγχυσιν εις τον κλήρον και τον λαόν της Κωνσταντινουπόλεως. Πολλοί διέκοψαν την εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν καθώς και το μνημόσυνόν του ακολουθώντας την παράδοσιν της Εκκλησίας μας. Ο Νεστόριος δε εξασκώντας την Πατριαρχικήν του εξουσίαν καθήρησε και αφώρισε αυτούς ως σχισματικούς.
Ίσως να ισχυρισθή κάποιος, ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν φανατικοί ζηλωταί μη έχοντες εκκλησιολογικήν γνώσιν και άλλα πολλά που λέγουν και εις ημάς οι σημερινοί φιλο-οικουμενισταί.
Αλλ΄ έρχεται ο μέγας Κύριλλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο και Πρόεδρος της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου χρηματίσας -δια τον οποίον δεν πιστεύουμε πως θα τολμούσε κανείς να διανοηθή πως δεν εγνώριζεν εκκλησιολογίαν- και γράφει προς την μερίδα του κλήρου και του λαού της Κωνσταντινουπόλεως η οποία είχεν αποκηρύξει τον Νεστόριον άμα τη γνώσει της κακοδοξίας του: «Ταύτην εν εαυτοίς αναζωπυρούντες αεί την πίστιν, ασπίλους και αμώμους εαυτούς τηρήσατε, μήτε κοινωνούντες τω μνημονευθέντι Νεστορίω, μήτε μην ως διδασκάλω προσέχοντες, ει μένει λύκος αντί ποιμένος… Τοις δε γε κληρικών, είτε λαϊκών δια την ορθήν πίστιν κεχωρισμένοις ή καθαιρεθείσι παρ΄ αυτού, κοινωνούμεν ημείς, ου την εκείνου κυρούντες άδικον ψήφον, επαινούντες δε μάλλον τους πεπονθότας, κακείνο λέγοντες αυτοίς· ει ονειδίζεσθε εν Κυρίω μακάριοι· ότι της δυνάμεως και το του Θεού πνεύμα εις υμάς αναπέπαυται…» (MANSI, IV, 1096).
Ένας από αυτούς που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Νεστορίου μόλις αυτός άρχισε να διακηρύττη την αίρεσίν του, ήταν και ο όσιος πατήρ ημών Υπάτιος που εορτάζει την 17ην Ιουνίου. Αναφέρει η βιογραφία του: «Όταν πληροφορήθηκε ο όσιος τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όνομά του πριν να ιδής τι θα γίνη»; Ο όσιος απάντησε: «Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του· δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό».
Εφάμιλλος των αρχαίων ομολογητών Πατέρων μας υπήρξεν και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου. Ο άγιος μετά την άρνησιν εν Φλωρεντία να υπογράψη τα της ενώσεως, επιστρέψας εις την Βασιλεύουσαν ουδόλως εδέχθη την εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μετά του Λατινόφρονος Πατριάρχου και των οπαδών του. Σύνθημά του ήτο το: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως». Ιδού τι αναφέρει ο ίδιος δια την στάσιν του αυτήν: «Ου βούλομαι, ούτε δέχομαι την αυτού ή την μετ΄ αυτού κοινωνίαν, το παράπαν, ουδαμώς… ώσπερ ούτε γεγονυίαν ένωσιν και τα δόγματα τα Λατινικά, άπερ εδέξατο αυτός και οι μετ΄ αυτού… Πέπεισμαι γαρ ακριβώς, ότι όσον αποδιΐσταμαι τούτου και των τοιούτων, εγγίζω τω Θεώ και πάσι τοις πιστοίς και αγίοις Πατράσι· και ώσπερ τούτων χωρίζομαι, ούτως ενούμαι τη αληθεία και τοις αγίοις Πατράσι τοις θεολόγοις της Εκκλησίας».
Ποικίλως επιέσθη ο ιερός Πατήρ, ως και άλλοι ορθόδοξοι αρχιερείς και ιερείς προκειμένου να δεχθούν το μνημόσυνον του Πατριάρχου. Ας παρακολουθήσωμεν ένα μικρόν διάλογον μεταξύ αυτού και των Πατριαρχικών ακολούθων, οίτινες δια «ρημάτων κολακείας» προσεπάθουν να υποσκελίσουν τους αθλητάς.
Αντιπρόσωποι: «ούτε ημείς λέγομεν ότι έγιναν καλώς τα εν τη Φλωρεντία… αλλ΄ όμως δι΄ οικονομίαν και το συμφέρον της Πατρίδος… δεχθήτε το μνημόσυνον… όπερ εστίν λόγος ψιλός…».
Οι δε περί τον άγιον Μάρκον απήντησαν: «… Όχι! Ότι πολύς εστίν ο του μνημοσύνου λόγος και ουχί μικρός, διότι εκείνοι μνημονεύονται επ΄ εκκλησίαις, όσοι εισίν Ορθόδοξοι και κοινωνικοί προς την αυτήν Εκκλησίαν. Οι δε ακοινώνητοι ουδέ μνημονεύονται, ουδέ γαρ έχει άδειαν τις των ιερωμένων εύχεσθαι επ΄ εκκλησίαις (υπέρ των ακοινωνήτων)· πώς ουν μνημονεύσωμεν αυτόν Λατινόφρονα όντα;…» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, σελ. 907).
Από όσα μέχρι τώρα παραθέσαμε, ιερούς Κανόνας, διδασκαλίας και παραδείγματα αγίων, ένα και μοναδικόν συμπέρασμα εξάγεται: Ότι επαίνου άξιον είναι το να διακόπτη κάθε πιστός κληρικός, μοναχός και λαϊκός την εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν και το μνημόσυνον του επισκόπου του, όταν αυτός δημοσίως κηρύττη κάποιαν αίρεσιν ή κάποιο είδος νέας θρησκείας, ως γίνεται δυστυχώς σήμερον· και όχι να περιμένη ως διατείνονται οι φιλο-οικουμενισταί την καταδίκην του «υπό του συνόλου των επισκόπων της Εκκλησίας».
Ίσως διερωτηθή κάποιος· ούτως εχόντων των πραγμάτων τι νόημα έχουν αι σύνοδοι εν τη Εκκλησία; Απαντούμεν. Ημείς ως πιστά τέκνα της εκκλησίας μας, με όλα αυτά που γράψαμε ουδόλως προτιθέμεθα ν΄ αμφισβητήσουμε τον Συνοδικόν θεσμόν Αυτής. Σκοπός μας ήτο να καταδείξουμε το δικαίωμα άμα και το χρέος των κληρικών και λαϊκών να διακόπτουν το μνημόσυνον και επικοινωνίαν των Επισκόπων ή Μητροπολιτών ή των Πατριαρχών που κηρύττουν δημοσίως διδαχήν, αντικειμένην προς την Ορθοδοξίαν, και όχι επαναλαμβάνομεν, να αμφισβητήσουμε τον Συνοδικόν θεσμόν, μη γένοιτο.
Εις τους κατωτέρους κληρικούς και λαϊκούς, μόνον αυτό το δικαίωμα παρέχεται και ουδέν περισσότερον. Εναπόκειται πλέον εις το επισκοπικόν σώμα, συνερχόμενον εν Συνόδω να λάβη τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά του λαλούντος διεστραμμένα. Να τον καλέση δηλαδή εις απολογίαν, να τον νουθετήση, να του παράσχη χρόνον μετανοίας, να τον καταστήση αργόν, να τον καθαιρέση και να τον αναθεματίση, αν δεν μετανοήση και δεν αποκηρύξη τις πεπλανημένες δοξασίες του. Συνάμα δε και να ενημερώση όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας να αποφεύγη αυτόν ως «εθνικόν και τελώνην», κατά την του Κυρίου εντολήν, ως φορέα θανατικής πνευματικής λοιμικής νόσου. Όλα αυτά είναι αρμοδιότητες των επισκοπικών συνόδων και όχι των κατωτέρων κληρικών και λαϊκών.
Το λυπηρόν εν προκειμένω είναι ότι εις τις παλαιότερες εποχές, μόλις κάποιος εδημοσιοποιούσε τις αιρετικές του δοξασίες, αμέσως άλλοι Επίσκοποι, Μητροπολίται και Πατριάρχαι διεμαρτύροντο. Του έγραφον επιστολές με τις οποίες του επεδείκνυον τις πλάνες του, και τον καλούσαν εις μετάνοιαν· διεφώτιζον τους πιστούς και προέτρεπον αυτούς να απομακρύνωνται εξ αυτού. Κατόπιν συγκαλούσαν τοπικάς Συνόδους εις τις οποίες κατεδίκαζον την κηρυττομένην αίρεσιν, συνάμα δε ενεργούσαν να συγκληθή μεγάλη ή Οικουμενική Σύνοδος δια να επιληφθή του θέματος.
Εις τις ημέρες μας δυστυχώς ουδέν τοιούτον γίνεται! Οι πάντες καθεύδουν! Παρήλθον πλέον των εβδομήκοντα ετών από την Οικουμενιστικήν εγκύκλιον του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που εσήμαινε και την έναρξη της θρησκείας της «Νέας Εποχής» του Οικουμενισμού, έγιναν τόσες και τόσες προδοσίες κατά της πίστεώς μας, και ουδείς εκ των Πατριαρχών ή Αρχιεπισκόπων έλαβε τα πρακτικά εκείνα μέτρα εναντίον της νέας αυτής θρησκείας, με αποτέλεσμα οι φορείς της να έχουν καταλάβη όλες τις καίριες θέσεις εν τη Εκκλησία, και να διαβρώνουν τους πάντας.
Τώρα ποίος να εγκαλέση ποίον; Ποίος να δικάση ποίον; «Οι πάντες εξέκλιναν άμα ηχρειώθησαν» θα έλεγε κανείς. Και αν κάποιος επίσκοπος τολμήση να ψελλίση κάτι εναντίον αυτής της μεγάλης προδοσίας, χαρακτηρίζεται ως υπερορθόδοξος, επαρχιώτης κ.λ.π.
Εξαίρεσις εις τις ημέρες μας υπήρξε η Σύνοδος των Επισκόπων της εν διασπορά Ρωσικής Εκκλησίας, η οποία αφού πρώτον διεμαρτυρήθη εντόνως κατ΄ επανάληψιν δια την προδοτικήν πορείαν των ηγετών της Ορθοδοξίας και δεν εισηκούσθη, διέκοψε σχέσεις με όλας τας «Ορθοδόξους» Εκκλησίας, συνάμα δε εξέδωκεν και το κάτωθι Συνοδικόν Ανάθεμα κατά του Οικουμενισμού: «Τοις βάλλουσι κατά της Εκκλησίας του Χριστού και διδάσκουσιν ότι η του Χριστού Εκκλησία μεμέρισται εν ούτω καλουμένοις «κλάδοις», οίτινες διαφέρουσιν αλλήλων εν διδασκαλία και τρόπω ζωής, ή ότι η Εκκλησία ούχ υφίσταται ορατώς, αλλ’ απαρτισθήσεται εν τω μέλλοντι, όταν άπαντες οι «κλάδοι» ή τμήματα ή ομολογίαι ή προσέτι και θρησκείαι ενωθώσιν εν ενί σώματι˙ και οίτινες ου διακρίνουσι την ιερωσύνην και τα μυστήρια της Εκκλησίας από την ιερωσύνην και τα μυστήρια των αιρετικών, αλλά λέγουσιν ότι το βάπτισμα και η ευχαριστία των αιρετικών εισίν ικανά προς σωτηρίαν˙ ωσαύτως, τοις κοινωνούσιν εν γνώσει τοις προμνημονευθείσιν αιρετικοίς ή συνηγορούσι, διαδίδουσι, ή υπεραμυνομένοις της καινοφανούς αυτών αιρέσεως του Οικουμενισμού εν προσχήματι αδελφικής αγάπης, ή υποτιθεμένης ενώσεως των διαχωρισθένων Χριστιανών, ΑΝΑΘΕΜΑ!».

Οι Ρώσοι αυτοί Επίσκοποι μη δεχθέντες να συνεργασθούν με το άθεον Κομμουνιστικόν καθεστώς της εποχής εκείνης, έφυγον από την Σοβιετικήν ένωσιν μαζί με χιλιάδας λαού, εις τις ελεύθερες χώρες της Δύσεως και συνέστησαν την εν Διασπορά Ρωσικήν Εκκλησίαν. Έτσι φαίνεται οικονόμησε τα πράγματα ο Θεός, να υπάρχη αυτή η Ορθόδοξος Σύνοδος δια να στηρίζονται οι απανταχού Ορθόδοξοι, και να μεταδίδουν την Ιερωσύνη και εις άλλες τοπικές Εκκλησίες, που θα ήθελαν να αγωνισθούν κατά της αιρέσεως.
Πηγή




