Ο Άγιος Προφήτης Ελισσαίος είναι ένας από τους σημαντικότερους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 14 Ιουνίου.
Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «ο Θεός είναι Σωτηρία». Έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα π.Χ. και υπήρξε ο πιστός μαθητής, υπηρέτης και διάδοχος του Προφήτη Ηλία.
: Όταν ο Προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε στους ουρανούς με πύρινη άμαξα, άφησε στον Ελισσαίο τη μηλωτή του (το μανδύα του). Μαζί με αυτήν, ο Ελισσαίος έλαβε «διπλή τη χάρη» του Αγίου Πνεύματος, συνεχίζοντας το έργο του με ακόμα περισσότερα θαύματα, μερικά από τα οποία περιγράφονται αναλυτικά στην Παλαιά Διαθήκη:
Χτύπησε τα νερά του Ιορδάνη ποταμού με τη μηλωτή του Ηλία, τα νερά χωρίστηκαν στα δύο και εκείνος πέρασε στεγνός.
Μετέτρεψε τα πικρά και μολυσμένα νερά της Ιεριχούς σε γλυκά και πόσιμα, ρίχνοντας μέσα αλάτι.
Βοήθησε μια φτωχή χήρα που κινδύνευε να χάσει τα παιδιά της για χρέη, πολλαπλασιάζοντας το ελάχιστο λάδι που είχε, ώστε να το πουλήσει και να ξεχρεώσει.
Ανέστησε το παιδί της Σωμανίτιδας γυναίκας που τον φιλοξενούσε.
Θεράπευσε τον λεπρό Σύρο αρχιστράτηγο Νεεμάν, δίνοντάς του εντολή να λουστεί επτά φορές στον Ιορδάνη ποταμό.
* * *
Στη χορεία των Προφητών του Ισραήλ εξέχουσα θέση κατέχει και ο Προφήτης Ελισσαίος. Συνδέθηκε στενά με τον Προφήτη Ηλία το Θεσβίτη, ο οποίος και τον έχρισε Προφήτη κατά θεία εντολή. Ο Προφήτης Ελισσαίος γεννήθηκε στα Γάλγαλα, όπου είχε σκηνώσει πρώτα ο Ισραηλιτικός λαός, αφού διαπέρασε τον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί ο Ιησούς του Ναυή έστησε θυσιαστήριο από δώδεκα λίθους, τους οποίους έλαβε από τον Ιορδάνη, σε ανάμνηση της θαυμαστής διάβασης του Ισραηλιτικού λαού και εκεί γιόρτασε το πρώτο Πάσχα στη γη Χαναάν.
Για τη γέννηση του Προφήτου Ελισσαίου στα Γάλγαλα ο Συναξαριστής Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (τ. Β΄ σ. 203) αναφέρει ότι όταν γεννήθηκε ο Προφήτης Ελισσαίος, η χρυσή δαμάλα, που προσκυνούσαν εκεί βόησε τόσο δυνατά που ακούστηκε στην Ιερουσαλήμ. Ο λαός ανατρίχιασε στο άκουσμα αυτό και ο Αρχιερέας αφού κοίταξε τις δύο πέτρες που κρέμονταν στο στήθος του, από τις οποίες η μία ονομαζόταν Δήλωση και άλλη Αλήθεια, σηκώθηκε όρθιος και σε στάση προσευχής, ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό και φώναξε: «Αυτή τη στιγμή προφήτης μεγάλος γεννάται, ο οποίος θα συντρίψει και κρημνίσει τα γλυπτά και τα χωνευτά είδωλα». Ο κόσμος, όταν άκουσε αυτή την προφητεία, έσκυψε φοβισμένος το κεφάλι του και προσευχήθηκε θερμά.
Ο Ελισσαίος από μικρό παιδί αγαπούσε τη γη και την καλλιεργούσε με αληθινή αγάπη. Τα δέντρα, τα φυτά, η φύση ολόκληρη τον συντρόφευε στις προσευχές του και στον ασκητικό του αγώνα.
Ο Προφήτης Ηλίας μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα της ζωής του, που τον είχαν συνταράξει, βρισκόταν απομονωμένος σε σπηλιά στις ψηλές πλαγιές του όρους Χωρήβ. Διψούσε η κουρασμένη του ψυχή να δει το Θεό, να ακούσει τη φωνή του. Και πράγματι ο Θεός του μίλησε: «Τι θέλεις εδώ Ηλιού;» Και ο Προφήτης του απάντησε με συγκίνηση: «Κύριε, σε λαχταράει η ψυχή μου. Δε βλέπεις τι γίνεται γύρω μας; Ο λαός σου εγκατέλειπε τη διαθήκη Σου. Γκρέμισαν τα θυσιαστήριά Σου, έσφαξαν σαν αρνιά με το μαχαίρι τους Προφήτες Σου και έμεινα εγώ μόνος. Κύριε και ζητούν και τη ζωή μου ακόμα να μου πάρουν…». Και η φωνή του Θεού είπε: «Πήγαινε πίσω στο δρόμο προς την έρημο της Δαμασκού και θα φτάσεις εκεί… και θα χρίσεις τον Ελισσαιέ, υιό Σαφάτ, Προφήτη, διότι αυτός θα συνεχίσει το έργο σου…».
Ο Προφήτης Ηλίας ξεκίνησε να εκτελέσει το πρόσταγμα του Θεού. Βρήκε τον Ελισσαιέ να οργώνει τη γη. Ο προφήτης Ηλίας τον πλησίασε και τον καλούσε με τον τρόπο του κοντά του. Ο Ελισσαίος αμέσως, πήγε, φίλησε τον πατέρα του αποχαιρετώντας τον, έσφαξε όλα τα βόδια του, τα έψησε και τα πρόσφερε στους φτωχούς του λαού. Ελεύθερος πλέον ακολούθησε τον Προφήτη Ηλία. Παρακολουθούσε κάθε λόγο του και κάθε ενέργεια του με προσοχή. Ήθελε να νιώσει βαθιά τη ζωή του Προφήτου, για να μπορέσει να βαδίσει στον ίδιο δρόμο (Γ΄ Βασιλ. Ιθ΄ 7-21).
Όταν ήρθε ο ώρα να φύγει από αυτόν τον κόσμο ο Ηλίας βρίσκονταν στην πόλη Βαιθήλ. Οι εμπνευσμένοι από το Θεό, της πόλης αυτής, πλησίασαν με συγκίνηση τον Ελισσαίο και του είπαν: «Η φωνή του Θεού μας λέει ότι σήμερα ο Κύριος θα πάρει με σύννεφο τον Ηλία, το γνωρίζεις;». Και ο Ελισσαίος τους είπε ότι το αισθανόταν. Με αποφασιστικότητα είπε στην Ηλία ότι δεν θα τον αφήσει μόνο του ούτε στιγμή, λέγοντας: «Ζει Κύριος και ζει η ψυχή σου». Έτσι τον ακολούθησε στην Ιεριχώ και από εκεί στον Ιορδάνη. Εκεί, παρόντων πενήντα εμπνευσμένων προφητών από την Ιερουσαλήμ, ο Ηλιού πήρε στο χέρι τη μηλωτή του, την άπλωσε και χτύπησε με αυτή τα νερά του Ιορδάνου ποταμού. Και τα νερά αμέσως σταμάτησαν, χωρίστηκαν σε δύο, άνοιξαν δρόμο και διάβηκαν και οι δύο απέναντι. Τότε ο Ηλιού του είπε: «Κάποια στιγμή θα αναληφθώ στους ουρανούς, εκεί δεν μπορείς να με ακολουθήσεις, μπορείς όμως να μου ζητήσεις ότι θέλεις». Ο Ελισσαίος αισθάνθηκε ρίγη να περνούν το κορμί του, βούρκωσαν τα μάτια του και είπε με λαχτάρα: «Τη χάρη, που έλαβες εσύ από το Θεό, θέλω να την αφήσεις διπλή σε εμένα». Τότε ο Ηλίας αποκρίθηκε: «Αν δεις την ανάληψή μου στους ουρανούς, θα αποκτήσεις διπλή τη χάρη». Προχώρησαν κουβεντιάζοντας, στην όχθη του ποταμού. Ξαφνικά ένα άρμα από φωτιά, άρπαξε τον Ηλία και εν μέσω θορύβου τον ανέβαζε προς τον ουρανό. Θαμπώθηκε ο Ελισσαίος και ξέσπασε φωνάζοντας: «Πάτερ, Πάτερ ἅρμα Ἰσραὴλ καὶ ἱππέας αὐτοῦ…». Είδε τη μηλωτή του να πέφτει από το άρμα πάνω του. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε θεϊκή δύναμη να πλημμυρίζει την ψυχή του. Πήρε στα χέρια του ευλαβικά το πολύτιμο δώρο και κτύπησε με αυτή τα νερά του Ιορδάνου ποταμού, ζητώντας από το Θεό τη δύναμη του Ηλία και αμέσως άνοιξαν τα ύδατα και διήλθε τον Ιορδάνη. Οι προφήτες που παρακολουθούσαν έκπληκτοι τα φαινόμενα είπαν: «Αληθινά το πνεύμα του Ηλία αναπαύθηκε στον Ελισσαίο». Τον πλησίασαν, έσκυψαν ευλαβικά και τον προσκύνησαν (Δ΄ Βασιλ. β΄ 1-25).
Ο Θεός έκανε πολλά θαύματα μέσω του Προφήτου Ελισσαίου. Ακολουθούν δύο πολύ χαρακτηριστικά θαύματα. Τα νερά της Ιεριχούς, τα οποία έκαναν άτεκνους τους ανθρώπους και τα ζώα που τα έπιναν, τα γιάτρεψε ρίχνοντας αλάτι σε αυτά και λέγοντας «Τάδε λέει Κύριος, ἰατρεύω τὰ νερὰ αὐτὰ». Επίσης ανέστησε δύο νεκρούς, έναν ενώ ήταν ζωντανός, τον υιό της Σωμανίτιδας και άλλον μετά την κοίμησή του.
Ο Προφήτης Ελισσαίος θεράπευσε τον Νεεμάν, πολύτιμο συνεργάτη του βασιλιά της Συρίας από τη λέπρα. Μετά από επιστολή του Σύριου βασιλιά προς το βασιλιά του Ισραήλ απαιτώντας να θεραπευθεί ο Νεεμάν, έχοντας ακούσει για τον Προφήτη του Θεού που θεραπεύει από τις αρρώστιες, ολόκληρα άρματα, μακρά συνοδεία, φορτωμένα με άφθονα και πολύτιμα δώρα ξεκίνησε για την Παλαιστίνη. Ο άρχων της Συρίας πήγε στο ταπεινό σπίτι του Προφήτου και στάθηκε στην πόρτα του με όλα τα άρματα και τα πλούσια εφόδια. Μα πριν κατέβει άνθρωπος του Ελισσαίου τον πλησίασε και του έδωσε τη συνταγή της θεραπείας του: «Πήγαινε στον Ιορδάνη ποταμό και κάνε λουτρό επτά φορές και θα γίνει εντελώς καλά». Ο Νεεμάν θύμωσε, θεωρώντας ότι τον κορόιδεψε και ξεκίνησε για να φύγει. Όμως οι υπηρέτες του τον έπεισαν να μείνει και να πράξει αυτό που του είπε ο Προφήτης. Πράγματι πήγε στον Ιορδάνη ποταμό, πλύθηκε και η λέπρα σαν λέπια ψαριού έπεσε από πάνω του και έγινε το σώμα του καθαρό και υγιές. Με δάκρυα στα μάτια γύρισε στο σπίτι του Προφήτη Ελισσαίου, του εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του και ομολόγησε: «Πείσθηκα αδιάσειστα ότι μόνος αληθινός Θεός είναι ο Θεός του Ισραήλ. Η ευγνωμοσύνη μου θα είναι παντοτινή προς εσένα. Όλα τα δώρα είναι δικά σου. Είμαι δούλος σου». Όμως ο Προφήτης αρνήθηκε τα δώρα, γνωρίζοντας ότι η ευγνωμοσύνη οφείλεται στο Θεό, ενώ με την πράξη του δοξάστηκε το όνομα του Θεού.
Ωστόσο ο υπηρέτης του, Γιεζί, θαμπώθηκε από τα δώρα και επέδειξε φιλαργυρία, φιλοχρηματία και παρακοή. Έτρεξε στο Νεεμάν και του ζήτησε χρήματα και στολές, λέγοντας ψέματα ότι τα ζήτησε ο Προφήτης. Ο Νεεμάν αμέσως με χαρά έδωσε διπλάσια από όσα του ζήτησε και εκείνος τα πήρε και τα κράτησε για τον εαυτό του. Όταν γύρισε στο σπίτι είπε ψέματα στον Ελισσαίο και εκείνος αφού τον επέπληξε σκληρά για την πράξη του, την οποία γνώριζε, αφού το πνεύμα του είχε παρακολουθήσει την αμαρτία του υπηρέτη, του μετέδωσε τη λέπρα του Νεεμάν. Αμέσως ο Γιεζί αισθάνθηκε ένα τρομερό κλονισμό και με φρίκη είδε όλο του το κορμί να γεμίζει με λέπρα (Δ΄ Βασιλ. 5).
Όταν κοιμήθηκε ο Προφήτης Ελισσαίος ενταφιάστηκε στη Σεβαστούπολη που βρίσκεται στη Σαμάρεια. Στο έργο του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου «Δωδεκάβιβλος» σημειώνεται ότι στον έβδομο χρόνο του Θεοδοσίου του Μικρού, το έτος 415, μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια το λείψανο του Προφήτου Ελισσαίου και κατετέθη στην Μονή Παύλου του Λεπρού. Από την Αλεξάνδρεια μεταφέρθηκαν τα λείψανά του και κατατέθηκαν στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων των Μεγάλων στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάθεση αυτή εορτάζεται 20 Ιουνίου. Την ίδια ημέρα εορτάζεται η κατάθεση των λειψάνων και περιβολαίων των Αγίων Αποστόλων Λουκά, Ανδρέου και Θωμά και του Μάρτυρος Λαζάρου, τα οποία κατατέθηκαν επίσης στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων των Μεγάλων στην Κωνσταντινούπολη. Σπουδαίο είναι το γεγονός ότι ο Προφήτης Ελισσαίος προφήτευσε για την παρουσία του Χριστού.
ήτοι απαντήσεις εις όσα λέγουν, διαδίδουν και γράφουν οι Φιλο-οικουμενισταί εναντίον των σημερινών Ομολογητών, κληρικών και λαϊκών, της Ορθοδόξου Πίστεως.
Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιορείτου
[σ.σ. Αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες την σύντομη αυτή περιεκτική μελέτη συγχρόνου σεβαστού ασκητού Αγιορείτου Πατρός, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1995 και επανεκδόθηκε το 2016, λόγω της σπουδαιότητος και επικαιρότητός της. Η παρούσα συνέχεια είναι η τελευταία]
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΔ΄ Πολλοί κληρικοί και λαϊκοί Φιλο-οικουμενισταί, μη έχοντες Πατερικές μαρτυρίες δια να στηρίξουν την στάσιν των, καταφεύγουν σε προσωπικές «πληροφορίες» λέγοντας: Κάναμε προσευχή και δεν πληροφορηθήκαμε ότι πρέπει να διακόψουμε την επικοινωνία και το μνημόσυνον των Οικουμενιστών.
Άλλο και τούτο αφελές επιχείρημα· λες και τώρα αποκαλύφθηκε η πίστις μας και μας χρειάζεται ειδική πληροφορία εις το τι πρέπει να κάνουμε όταν αυτή προδίδεται. Και αν ημείς που διεκόψαμε κάθε πνευματικήν σχέσιν μετά των Οικουμενιστών, είπωμεν ότι μετά προσευχής λάβαμε πληροφορίαν, ότι είναι σωστόν και αρεστόν εις τον Κύριόν μας αυτό που κάνουμε, τι έχουν να είπουν; Διατί η δική τους πληροφορία να είναι αληθής και όχι η δική μας; Ποίον είναι το κριτήριον των πληροφοριών; Δεν αντιλαμβάνονται πως η προσωπική πληροφορία είναι κάτι το υποκειμενικό και δεν δύναται να σταθή ως επιχείρημα; Τι το επικαλούνται; Ημείς μελετώντες τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, δεν ευρήκαμε κανένα από τους αγίους Πατέρας που ομιλούσαν να επικαλείται ιδίαν πληροφορίαν και να λέγη ότι, κατά την εμήν πληροφορίαν αυτό το θέμα που συζητούμε είναι έτσι και έτσι. Κανείς δεν είπε κάτι τέτοιον, αλλά όλοι τους επεκαλούντο Γραφικές και Πατερικές μαρτυρίες δια να αποδείξουν την αλήθειαν. Αλλοίμονον, αν η Εκκλησία μας δια τα θέματα της πίστεως, εστηρίζετο εις τις προσωπικές πληροφορίες του Α ή του Β πιστού. Ας μελετήσουμε την Αγίαν Γραφήν, τους ιερούς Κανόνας και τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας και από εκεί θα μάθουμε ποία πρέπει να είναι η στάσις μας έναντι των αιρετικών και αλλοθρήσκων.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΕ΄ Οι Φιλο-οικουμενισταί, αποτρέπουν τους υποτακτικούς και τα πνευματικά των τέκνα να διαβάζουν το ιερόν Πηδάλιον, λέγοντας ότι, το βιβλίον αυτό είναι μόνον δια τους Επισκόπους και πνευματικούς και όχι δια τους μοναχούς και λαϊκούς.
Το τονίζουν αυτό κατά κόρον, δυστυχώς, οι άνθρωποι αυτοί, με αποτέλεσμα να υστερούν από πολλούς ανθρώπους την γνώσιν των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας. Την απάντησιν, αν πρέπει να διαβάζουν το ιερόν Πηδάλιον ή όχι, όλοι ανεξαιρέτως οι χριστιανοί κληρικοί και λαϊκοί, μας την δίδει ο ίδιος ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που με πολλούς κόπους έγραψε αυτό το βιβλίον. Ας τον ακούσωμεν: «Επιστράφου λοιπόν Ιακώβ, και επιλαβού αυτής». Επιστράφητε Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Ιερείς, Κληρικοί και Μοναχοί, και λοιποί άπαντες πνευματικοί πατέρες και εν Χριστώ αδελφοί, και επιλάβεσθε της Βίβλου ταύτης με τα δύο χέρια σας. «Πορεύεσθε προς την λάμψιν του φωτός αυτής ίνα φωτισθήτε φωτισμόν γνώσεως αιώνιον»… Προθήτω δε και τα εξής του Βαρούχ· «Μακάριοι εσμέν Ισραήλ, ότι τα αρεστά τω Θεώ ημίν γνωστά εστί». Μακάριοι εστέ χριστιανοί αδελφοί, ότι δια της βίβλου ταύτης ηξιώθητε να γνωρίσητε τα ευάρεστα τω Θεώ Πατρικά και Συνοδικά παραγγέλματα… Δέξασθε λοιπόν υπτίαις χερσί την πολυωφελή και μεγαλοφελή ταύτην βίβλον, και την ευθύς μετά τας αγίας Γραφάς, αναγκαίαν ταύτην γραφήν, άπασαι αι του Χριστού Εκκλησίαι δέξασθε. Ο λαός ο αμαθής και νήπιος, ο πριν εν σκότει της αγνωσίας των Ιερών Κανόνων καθήμενος, ίδε το μέγα τούτο της επιγνώσεως και φωτίσθητι…» (Πρόλογος Ιερού Πηδαλίου). Και ο μακαρίας μνήμης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος Ζ΄, με το σκεπτικόν της κοινής ωφελείας όλων των πιστών χριστιανών, ενέκρινε δια της πατριαρχικής του υπογραφής και εσύστησε την υπέροχον ταύτην βίβλον. Βλέπουμε λοιπόν πως και ο συγγραφεύς του Ιερού Πηδαλίου και ο Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ΄ όστις Συνοδικώς ενέκρινε αυτό, ένα και μοναδικόν σκοπόν είχον· το πώς θα γίνουν γνωστοί οι ιεροί Κανόνες εις τους απλούς χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς. Διατί άραγε οι Φιλο-οικουμενισταί δεν επιτρέπουν εις τα πνευματικά των τέκνα να μελετούν την ιεράν ταύτην βίβλον, ενώ θα έπρεπε να τους το επιβάλλουν; Διότι, όπως πρέπει να μελετούμε την αγίαν μας Γραφήν «ημέραν και νύκτα», έτσι να μελετούμε και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, που είναι η γνησία Ιερά Παράδοσις Αυτής. Διατί, λοιπόν, θέλουν να κρατούν τους υποτασσομένους εις αυτούς, εις το σκότος της αγνωσίας; Δι’ ημάς μία απάντησις υπάρχει· δια να μην τους ελέγχουν, όταν αυτοί τους παραβαίνουν. Ένας πνευματικός Πατήρ που προσπαθεί όσον το δυνατόν να τηρή τους ιερούς Κανόνας, ασφαλώς δεν έχει κανέναν λόγον να εμποδίζη κάποιον που θέλει να τους διαβάζη. Ημείς φρονούμεν πως σήμερα που υπάρχει τόση μεγάλη πνευματική κατάπτωσις είναι απαραίτητον και επιβεβλημένον να διαβάζεται καθημερινώς και το ιερόν Πηδάλιον της Εκκλησίας μας.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΣΤ΄ Το Πατριαρχείον, διατείνονται οι Φιλο-οικουμενισταί, βρίσκεται σήμερα σε πολύ δύσκολη θέση, δι΄ αυτό δεν πρέπει ημείς να καταφερώμεθα εναντίον του και ν΄ αποκοπτώμεθα εξ αυτού. «Κάλαμον τεθλασμένον ου συντρίψει και λίνον καπνιζόμενον ου σβέσει», λέγει η Γραφή.
Να λοιπόν που οι Φιλο-οικουμενισταί, βρήκαν και αγιογραφικόν χωρίον, δια να στηρίξουν την πλάνην τους! Ας εξετάσουμε όμως να ιδούμε αν το χωρίον αυτό έχη σχέσι με αυτά που θέλουν να υποστηρίξουν. Το χωρίον αυτό είναι του προφήτου Ησαϊου (μβ΄ 3), και αναφέρεται εις τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Το παρέθεσεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (Ματθ. ιβ΄ 16-20), μετά από περιγραφήν πολλών θαυμάτων του Κυρίου μας. «Και ηκολούθησαν αυτώ όχλοι πολλοί, γράφει ο Ευαγγελιστής, και εθεράπευσεν αυτούς πάντας, και επετίμησεν αυτοίς ίνα μη φανερόν ποιήσωσιν αυτόν, όπως πληρωθή το ρηθέν δια Ησαϊου του προφήτου λέγοντος: Ιδού ο παις μου, ον ηρέτισα ο αγαπητός μου, εις ον ευδόκησεν η ψυχή μου· θήσω το πνεύμα μου επ΄ αυτόν και κρίσιν τοις έθνεσιν απαγγελεί· ουκ ερίσει ουδέ κραυγάσει, ουδέ ακούσει τις εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού. Κάλαμον συντετριμμένον ου κατεάξει, και λίνον τυφόμενον, ου σβέσει, έως αν εκβάλη εις νίκος την κρίσιν και τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσι». Δηλαδή με λίγα λόγια ο Προφήτης λέγει, ότι ο Χριστός, ανθρώπους τσακισμένους από τας πικρίας της ζωής και το βάρος της αμαρτίας, που κινδυνεύουν να χάσουν κάθε ελπίδα σωτηρίας των, όχι μόνον δεν θα τους απογοητεύση, αλλά θα τους ενθαρρύνη να δεχθούν τον νόμον και την σωτηρίαν που τους δίδει και θα εξέλθουν νικηταί. Βλέπουμε λοιπόν ότι το χωρίον αυτό, και ο προφήτης Ησαϊας και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το επεκαλέσθηκαν δια να μας φανερώσουν πόσον «πράος και ταπεινός τη καρδία» και συγκαταβατικός ήταν -και είναι- ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, εις ανθρώπους που υποφέρουν από διάφορες ασθένειες σωματικές, και όχι εις αυτούς που διαστρέφουν την Ορθόδοξον πίστιν, αυτήν την αλήθεια του Ευαγγελίου! Αυτός ο πράος και γλυκύς μας Ιησούς, όταν ωμιλούσε δια το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, και μερικοί αντιδρώντες στους λόγους Του έφυγαν λέγοντες: «σκληρός εστίν ο λόγος· τις δύναται αυτού ακούειν;», δεν έκανε καμμίαν συγκατάβασιν. Λαβών δε αφορμήν από την αποχώρησιν εκείνων είπεν εις τους δώδεκα μαθητάς Του, «μη και ημείς θέλετε υπάγειν»; (Ιωάν. στ΄ 67). Εις άλλην περίπτωσιν ο Κύριός μας εχρησιμοποίησε φραγγέλιον, «και εξέβαλε πάντας εκ του ιερού, και των κολλυβιστών εξέχεε το κέρμα και τας τραπέζας ανέτρεψε» (Ιωάν. Β΄ 15). Την ιδίαν στάσιν έναντι των αιρετικών ετήρησαν οι άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Πατέρες μας.
Θα πρέπει να καταλάβετε, αγαπητοί μας, ότι άλλο πράγμα είναι οι προσωπικές αδυναμίες και τα πάθη του κάθε ανθρώπου, εις τα οποία πρέπει να δεικνύωμεν συγκατάβασιν και κατανόησιν, και άλλο η αιρετική διδασκαλία. Εις τους αιρετικούς δεν δύναται να υπάρξη καμμία επιείκεια, εφ΄ όσον παραμένουν εις την πλάνην τους˙ «αιρετικόν άνθρωπον μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού», παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος εις τον μαθητήν του απόστολον Τίτον (γ΄ 10). Ο δε μαθητής της αγάπης Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει εις την δευτέραν καθολικήν του επιστολήν: «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν (ορθήν διδασκαλίαν) ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε». Οι άγιοι Πατέρες μας δια των Οικουμενικών Συνόδων αναθεμάτισαν όλους τους αιρετικούς. Ούτε μέσα εις Ναόν Ορθοδόξων δεν επιτρέπουν να εισέρχωνται οι αιρετικοί, εάν επιμένουν εις την αίρεσίν των (ΣΤ΄ Κανών Λαοδικείας). Αυτήν την στάσιν ας τηρήσουμε και ημείς, αν θέλουμε να είμεθα τέκνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αγίων μας.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΖ΄
Όλοι αυτοί, λέγουν οι Φιλο-οικουμενισταί, που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν με τους Οικουμενιστάς, είναι άνθρωποι ταραχοποιοί, εστερημένοι αγάπης και ταπεινώσεως.
Αυτά και άλλα περισσότερα λέγουν οι άνθρωποι, δια να δυσφημίσουν αυτούς που σηκώνουν τον Σταυρόν της Ομολογίας. Και τι να είπουν; Αφού δεν έχουν Γραφικές και Πατερικές μαρτυρίες δια να στηρίξουν την θέσιν των, καταφεύγουν σε ύβρεις, και συκοφαντίες. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι νέον. Όλοι οι αιρετικοί με παρομοίας μεθόδους προσπαθούσαν να πλήξουν τους Ορθοδόξους. Πολλές φορές, όταν είχαν τα μέσα, χρησιμοποιούσαν και την βίαν. Αλλά και σήμερα, όταν υπάρχει συνδρομή της κρατικής εξουσίας, αυτό γίνεται. Παράδειγμα, ο βάναυσος τρόπος που εξεδίωξαν από την Σκήτην του Προφήτου Ηλιού εις το Άγιον Όρος, τους εκεί μοναχούς (6 Μαϊου 1992). Μας κατηγορούν, λοιπόν, ως εστερημένους αγάπης, υπερηφάνους και ταραχοποιούς. Ναι, δεν αρνούμεθα αγαπητοί μας, ότι υστερούμεν κατά πολύ, και δεν έχουμε φθάσει εις τα μέτρα των μεγάλων αυτών αρετών, αλλά προσπαθούμε με την χάριν του Θεού, αναλογιζόμενοι την ευτέλειάν μας, να αγαπήσωμεν πρώτον τον Δημιουργόν και Πλάστην μας και κατόπιν όλους τους ανθρώπους ως εικόνας του Θεού. Διότι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι άνευ ταπεινώσεως και αγάπης δεν δυνάμεθα να έχουμε ουδεμίαν σχέσιν με τον Κύριόν μας. Ποίος δεν γνωρίζει τον υπέροχον ύμνον προς την αγάπην του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. ιγ΄ 1-13); Καθώς και όσα δι΄ αυτήν έγραψεν ο μαθητής της αγάπης Ιωάννης ο Θεολόγος, αλλά και όλοι οι άγιοί μας; Ή ποίος δεν γνωρίζει τα όσα έχουν γραφεί δια την υψοποιόν ταπείνωσιν, η οποία κατά τους αγίους Πατέρας μας είναι ο θρόνος της αγάπης και όλων των άλλων αρετών; Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν τα πράγματα αλλάζουν. Αυτοί οι ίδιοι οι άγιοί μας που εξύμνησαν τόσον την αγάπην και ταπείνωσιν και ησυχίαν, μας εδίδαξαν «να φεύγωμεν τους αιρετικούς ως φεύγει τις από όφεως». Μετεχειρίσθησαν δε και γλώσσαν πολύ βαρείαν εναντίον των, αποκαλέσαντες αυτούς: ληστάς, δολίους, πανούργους, λυσσώντας και μαινομένους, όφεις δηλητηριώδεις, εναγείς και αλάστορας, κύνας, λύκους βαρείς, αναιδείς, αντιχρίστους κ.λ.π. Επίσης μας εδίδαξαν να μην υπακούωμεν εις αυτούς «όταν τι εναντίον τη του Χριστού εντολή παραφθείρον ή μολύνον αυτήν εταχθώμεν παρά τινος, καιρός ειπείν τότε πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Μέγας Βασίλειος, Λόγ. Ασκητ. Α΄, Πατερ. Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσ. 1973, τομ. 8, σελ. 125). Ακόμη δε μας εδίδαξαν να μη σιωπώμεν και ησυχάζωμεν όταν η πίστις κινδυνεύει· «εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως» (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης, PG 99, 1321), διότι κατά τον ίδιον: «έργον μοναχού (εστίν) μηδέ το τυχόν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε δια τους μοναχούς της εποχής του: «τούτο ου φέρουσιν επιεικείς είναι, Θεόν προδιδόναι δια της ησυχίας, αλλά και λίαν εισίν ενταύθα πολεμικοί τε και δύσμαχοι (ακαταμάχητοι), τοιούτον γαρ η του ζήλου θερμότης…». Ο δε άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει: «εάν όμως ο λόγος και η υπόθεσις είναι περί πίστεως και παραδόσεων της Εκκλησίας μας τότε και ο πλέον ειρηνικός και ήσυχος πρέπει να πολεμή υπέρ αυτών» (Αόρατος Πόλεμος, μέρος Β΄. κεφ. ιθ, σημ. Ι). Είναι τόσες οι αγιογραφικές και Πατερικές μαρτυρίες, που αναφέρουν ότι δεν πρέπει να υπακούωμεν εις όσους μας προστάσσουν κάτι που είναι εναντίον της εντολής του Θεού, καθώς και να μη σιωπούμεν και ησυχάζωμεν όταν η πίστις κινδυνεύει, που θα εχρειάζετο ολόκληρος τόμος να τις παραθέση κανείς όλες. Δεν υστερείται λοιπόν αγάπης και ταπεινώσεως, ως και ησυχαστικής και ειρηνικής διαθέσεως, αυτός ο οποίος διακόπτει το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του κηρύττοντος αίρεσιν ή κακοδοξίαν Επισκόπου, Μητροπολίτου και Πατριάρχου, και με θείον ζήλον αναλαμβάνει την υπεράσπισιν της Ορθοδοξίας. Όλοι οι απ΄ αιώνος άγιοί μας αυτό έκαναν και όσοι θέλουν να λέγωνται Ορθόδοξοι χριστιανοί αυτό πρέπει να κάνουν. Ξέρουν οι ευσεβείς χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, πότε πρέπει να αγαπούν και πότε να «μισούν», κατά το ψαλμικόν, «εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω» (Ψαλμ. κε΄ 5) και «ουχί τους μισούντας σε Κύριε εμίσησα; Τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς και εις εχθρούς εγένοντό μοι» (Ψαλμ. ρθλ΄ 21). Ξέρουν πότε να ταπεινώνωνται και να καυχώνται κατά τον απόστολον, «ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω», και ξέρουν πότε να υπακούουν και πότε να παρακούουν. «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών», λέγει ο Κύριός μας. Ξέρουν ότι πρώτα από όλα, και πάνω από όλα, πρέπει να αγαπούν τον Θεόν και να υπακούουν εις Αυτόν φυλάττοντες τας θείας Αυτού εντολάς, δεικνύοντες έτσι την πραγματικήν αγάπην εις Αυτόν: «εάν αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄ 15). Ξέρουν φυλάττοντες την εντολήν του Κυρίου μας, να αγαπούν ως τους εαυτούς των και τους πλησίον τους, και εμπράκτως να βοηθούν αυτούς όταν έχουν ανάγκην, ανεξαρτήτως φυλής, εθνότητος, χρώματος και θρησκείας, προσπαθώντας συνάμα με την βοήθειαν του Θεού, και με το χριστιανικόν τους παράδειγμα να τους κάμουν να γνωρίσουν τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν τον μόνον αληθινόν Θεόν και την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του. Ξέρουν ακόμη και πάλιν φυλάττοντες τις θείες εντολές να σέβωνται και να τιμούν τους πολιτικούς άρχοντας, πειθαρχούντες εις τους νόμους της πολιτείας, που δεν είναι εναντίον των εντολών του Θεού, καθώς και εις όλους τους πνευματικούς πατέρας και ποιμένας της Εκκλησίας μας, όταν και αυτοί παραμένουν πιστοί εις την παραδεδομένην αλήθειαν. Δεν είναι φανατικοί ταραχοποιοί και αποφεύγουν τις ακρότητες, διότι γνωρίζουν με την χάριν του Θεού να βαδίζουν την βασιλικήν οδόν που εβάδισαν όλοι οι άγιοι πατέρες μας, μη εκκλίνοντας ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Γνωρίζουν να διακρίνουν το καλόν από το κακόν, το φως από το σκότος, την αλήθειαν από το ψεύδος, την Ορθοδοξίαν από την αίρεσιν, την απάτην, και την πλάνην, τους αληθείς ποιμένας και διδασκάλους από τους λαλούντας διεστραμμένα. Γνωρίζουν να ξεχωρίζουν τις προσωπικές και ανθρώπινες αδυναμίες των πνευματικών τους Πατέρων και δεν χωρίζονται εξ αιτίας αυτών, όπως κάνουν ένεκα των αιρετικών δοξασιών και πλανών τους, που υποχρεωτικά και με πόνο ψυχής διακόπτουν κάθε εκκλησιαστικήν επικοινωνία μαζί των, προφυλάσσοντας εαυτούς και όλην την Εκκλησίαν από τον όλεθρον των αιρέσεων και σχισμάτων. Δεν υστερούνται, λοιπόν αγάπης και ταπεινώσεως ως κατηγορούνται, αλλά αγαπούν τους ανθρώπους και ταπεινά προσεύχονται ίνα πάντες γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν, διότι η αγάπη δεν επιθυμεί να κολασθή κανείς αιωνίως. Μείζων πάντων των αρετών εστίν η διάκρισις, είπον οι άγιοι Πατέρες μας. Αυτήν την μεγάλην αρετήν της διακρίσεως, που είναι χάρισμα του Παναγίου Πνεύματος, αποκτούν όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί κληρικοί και λαϊκοί, που αγαπούν πραγματικά τον Θεόν και με ταπεινήν καρδίαν δέχονται όλες τις Θείες εντολές Του άνευ εξετάσεως και επικρίσεως, καθώς και όλα όσα μας παρέδωσεν η αγία μας Εκκλησία, η οποία είναι: «στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Με ιδικόν μας θέλημα και φρόνημα, δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποκτήσουμε αυτήν την μεγάλην αρετήν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Προσπαθήσαμε χάριτι Θεού να απαντήσουμε σε μερικές ενστάσεις των Φιλο-οικουμενιστών, κατά των σημερινών Ομολογητών της Ορθοδόξου πίστεως. Αυτό δεν έγινε από κάποια διάθεσιν εριστικότητος, ή δια να διαφωτίσουμε αυτούς που λέγουν αυτά, διότι λίγο πολύ γνωρίζουν την αλήθειαν· αλλά δι΄ αυτούς που ενώ έχουν μέσα τους κάποιον ζήλον εις τα της πίστεώς μας, παρασύρονται από τα αφελή ταύτα επιχειρήματα, και παραμένουν μέσα εις τον πνευματικόν αυτόν όλεθρον του Οικουμενισμού. Είναι λυπηρόν αυτό που γίνεται από τους Φιλο-οικουμενιστάς, που προσπαθούν με κάθε τρόπον να εμποδίσουν κάθε καλοπροαίρετον να εξέλθη εκ μέσου αυτών και να ενταχθή εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Αληθείας. Δεν τους επιτρέπουν να διαβάζουν διάφορα αντι-οικουμενιστικά περιοδικά και να συνομιλούν με σημερινούς Ομολογητάς, δια να μη μαθαίνουν τα κατορθώματα και τις αθλιότητες των Οικουμενιστών και αντιδρούν. Επιθυμούν πάση θυσία να κρατούν τους ακολουθούντας αυτούς εις το σκότος της αγνοίας, και να τους κατευθύνουν όπως θέλουν. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που προβάλλουν και διαδίδουν τόσα και τόσα ασυνάρτητα ψεύδη, και αφελή επιχειρήματα. Έτσι εξηγείται και το ερώτημα που αυθόρμητα γεννάται: Μα είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι, που πολλοί εξ αυτών και κατά κόσμον μόρφωσιν έχουν και φήμην μεγάλων γεροντάδων, να λένε τέτοια πράγματα; Και όμως είναι δυνατόν! Αφού υπάρχει η σκοπιμότης, όλα γίνονται… Αλλ’ ώ σεις, Οικουμενισταί και Φιλο-οικουμενισταί, ό,τι και αν κάνετε, ό,τι και αν γράψετε, ό,τι και αν ειπήτε, δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλύσετε το έργον του Θεού που είναι η Εκκλησία Του. Πέρασαν τόσοι και τόσοι αιμοσταγείς αυτοκράτορες και τύραννοι, οι οποίοι με κάθε τρόπον την επολέμησαν, αλλά δεν ημπόρεσαν να την εξαφανίσουν. Πέρασαν τόσοι και τόσοι αιρετικοί που με μανίαν προσπάθησαν να διαστρέψουν την αποκεκαλυμμένην αλήθειαν του Ευαγγελίου, αλλά δεν κατάφεραν αι πύλαι αυταί του Άδου να κατισχύσουσιν Αυτής. Το ίδιο θα συμβή και με εσάς. Μη ματαιοπονείτε λοιπόν διότι, «σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν». Πάντοτε θα υπάρχουν οι «αληθινοί προσκυνηταί», οι οποίοι «εν οσιότητι και δικαιοσύνη», και «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. δ΄ 23-24) θα προσκυνούν τον Θεόν. Το μόνον που σας μένει είναι να επανέλθετε με ταπείνωσιν εις την σώζουσαν αλήθειαν της Εκκλησίας, από την οποίαν δυστυχώς εξήλθατε. Αμήν!
(Αφιερωμένο σε όσους διώχθηκαν προσφάτως για την Πίστη τους στον Βασιλέα Χριστό)
Με αφορμή τα όσα, απαράδεκτα για κάθε ψυχή αληθινού Ορθοδόξου, βιώσαμε τις τελευταίες ημέρες, όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν αυτό το οποίο προείδαν κάποιοι φωτισμένοι Ιεράρχες· ότι η υποδούλωση της Εκκλησίας στο - αναμφίβολα αντιχριστιανικό - Κράτος, έχει ως αποτέλεσμα οι ταγοί της πρώτης να υποτάσσονται στα κελεύσματα όχι του Χριστού πλέον, αλλά του Καίσαρος, μιμούμενοι δυστυχώς την συμπεριφορά των Αρχιερέων της εποχής του Χριστού [1].
Προ εκατόν πενήντα ετών περίπου, ο τότε Μητροπολίτης Χίου Γρηγόριος [2], με αφορμή την φήμη ότι επρόκειτο το Οθωμανικό Κράτος να μισθοδοτήσει τους κληρικούς του κλίματος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, απέστειλε, για το ζήτημα αυτό, δύο υπομνήματα προς τον τότε Πατριάρχη Σωφρόνιο τον Γ΄ και την περί αυτόν Σύνοδο [3].
Σε αυτά επισημαίνει τον κίνδυνο της αιχμαλωσίας της Εκκλησίας από την Πολιτεία, μέσω της μισθοδοσίας, αναφωνώντας προφητικώς:
Θεωρεί ότι ο μισθός από το Κράτος «ταπεινοῖ καὶ ἐκφαυλίζει τὸ ὑπερφυὲς καὶ ὑψηλὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα, διότι ἐξευτελίζει τὸν πνευματικὸν χαρακτῆρα τοῦ ποιμένος ἀπέναντι τῶν ἰδίων προβάτων... καθιστᾷ αὐτὸν δέσμιον, δοῦλον καὶ ὑποχείριον τῆς Πολιτείας» [5], ενώ παρατηρεί πως «γενικὸν ἀξίωμα ὑπάρχει βεβαιούμενον ὑπὸ τῆς πείρας, ὅτι ὁ μισθωτὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος» [6].
Προβλέποντας δε τις φρικτές συνέπειες της μισθοδοσίας, στην πράξη, γράφει πως στην περίπτωση που κάποιοι πολιτικοί άρχοντες πάρουν άδικες αποφάσεις, τότε «ὁ Ἀρχιερεύς, ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας τῆς ἐναντιότητος αὑτοῦ, ἀναλογιζόμενος ὅτι ὁ μόνος πόρος τῆς διατροφῆς αὑτοῦ καὶ τῶν περὶ αὐτὸν κεῖται ἐν χερσὶ τοῦ πολιτικοῦ Ἄρχοντος (ὅστις δύναται, ὅταν βουληθῇ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ...) ταῦτα καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια ἀναλογιζόμενος θέλει ὑποχωρεῖ ἑκὼν ἀέκων εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ· «τὸ τῆς ἀνάγκης ἀδήρατον σθένος»· δύναται νὰ ὑπάρξῃ μείζον τούτου ἐξευτελισμός, ἢ μᾶλλον ἐξανδραποδισμός;» [7].
Η Εκκλησία της Ελλάδος πάντως (και παρά τις διαμαρτυρίες όσων ζητούσαν «ἐλευθέρα καὶ ζῶσᾳ Ἐκκλησία», όπως ο μακαριστός πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης), όχι μόνο αποδέχθηκε να καταστεί θεραπαινίδα της Πολιτείας , με το να αποδεχθεί να μισθοδοτείται από την τελευταία, αλλά δέχθηκε να μεταβάλλει και το νομικό της κέλυφος κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εξαρτάται παντελώς από την Πολιτεία.
Προ πεντηκονταετίας, ο αείμνηστος Μητροπολίτης πρ. Σισανίου κυρός Πολύκαρπος [8] με αφορμή την ψήφιση του τότε Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και την μετατροπή της σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου συνέγραψε ένα αντιρρητικό βιβλίο, στο οποίο μεταξύ άλλων διαβάζουμε και τα εξής φοβερά: «[Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος] ἐπισήμως καὶ τελεσιδίκως ἀπέκοψε τὴν κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός, καὶ ἀντ᾿ αὐτῆς ἔθεσε τὸν Νόμον τοῦ Κράτους, αὐτὸς δὲ ὡς κεφαλὴ τοῦ Νομικοῦ Προσώπου «Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», αὐτὸς θὰ κατευθύνῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς κεφαλὴ πλέον, ὅπου βούλεται, καὶ εἰς τὴν διάλυσιν ἀκόμη» [9].
Υπάρχει λοιπόν κάποιος που να θεωρεί ακόμα ανεξήγητη την στάση των Αρχιερέων;
Είθε ο Κύριός μας να τους χαρίσει το θάρρος να αναστηθούν και να αποτάξουν τον ζυγό του Καίσαρος [10], αναβοώντας, μαζί με τους δούλους του Ουρανίου Βασιλέως, το «ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες»!
[1] «Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα» (Ιω. ιθ΄ 15). [2] Ο από Χίου μακαριστός Μητροπολίτης Ηρακλείας και Ραιδεστού κυρός Γρηγόριος Παυλίδης (1825-1888) χαρακτηρίστηκε ως «ἐκ τῶν εὐρυμαθεστέρων ἱεραρχῶν... ἀκέραιος τὸν χαρακτῆρα, ἀνάπλεως θείου ζήλου, ἀφιλοκερδὴς καὶ αὐστηροτάτων ἠθῶν» (Γεωργίου Παπαδοπούλου, Η σύγχρονος Ιεραρχία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήνα, 1895, σελ. 455). [3] Το πρώτο υπόμνημα φέρει ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1864 και το δεύτερο 28 Φεβρουαρίου 1865. Συνεκδόθηκαν αμφότερα στο Δύο υπομνήματα προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος, 1866. [4] Δύο υπομνήματα..., ό.π., σελ. 6. [5] Αυτόθι, σελ. 7. [6] Αυτ., σελ 34. [7] Αυτ., σελ. 38. [8] Ο από Διαυλείας μακαριστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κυρός Πολύκαρπος Λιώσης (1900-1996) υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τον Κ΄ αιώνα, κατά κοινή ομολογία. [9] Η Εκκλησία του Χριστού θεοσύστατον ίδρυμα και ουχί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, Αθήνα, 1969, σελ. 37.