A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΜΦΙΑΛΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ (26 Ιανουαρίου)

 

Ουδεμία εποχή εμποδίζει να αναδειχτούν εκλεκτοί αγωνισταί, δίκαιοι και άγιοι. 

Πάντοτε, αλλά και σήμερον, υπάρχουν εκλεκτοί, άγιοι, πιθανόν δε και να βιούν ανάμεσά μας υπό το κάλυμμα όμως της ταπεινοφροσύνης και απλότητος, το οποίον περιφρουρεί και αποκρύπτει την αρετήν του αγίου. 

Επιτρέπει δε ο Θεός, εις μεγάλον βαθμόν ή και εις όλην την έκτασιν, να γίνεται γνωστή, να αποκαλύπτεται η αγιότης και η αρετή ορισμένων αγωνιστών, μετά την κοίμησίν των, μετά την εκ του κόσμου τούτου αποδημίαν των. 

Και τούτο παραχωρείται, όχι δια να αποκηρύξομεν ημείς ως Δίκαιον ή άγιον τον εκλεκτόν Του, αλλά δια να ωφεληθώμεν, ελεγχθώμεν, παρηγορηθώμεν και δοξάσομεν το Άγιον όνομά Του, ''εν τοις αγίοις αυτού''. 

''Ελεγχθώμε'', διότι παραδείγματα τοιούτων αγωνιστών δια την εποχήν μας, απτελούν ''καυστικούς ελέγχους'' της ιδικής μας ματαιοδοξίας και πνευματικής χλιαρότητας. 

Κατά τας ημέρας μας, μια συγκλονιστική εμφάνησις, μετά κοίμησιν οκτώ ετών, ενός εκλεκτού, αγίου, Γέροντος έλαβε χώρα και χρέος να κάμωμεν γνωστή την σεπτήν μορφήν του μακαριστού Γέροντος, ως και το θαυμάσιον και παρηγορητικόν τούτο γεγονός. 

Πρόκειται περί του 

πατρός-Γέροντος ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΞΕΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ,

ιερομονάχου.



Ο π. Ιωάννης, εγεννήθη εις την Σμύρνην Μικράς Ασίας, το έτος 1899. Γαλουχηθής υπό των σεπτών γονέων του, ΜΑΡΙΑΣ, μετέπειτα ΜΑΡΚΕΛΛΗΣ μοναχής και του πατρός του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ τα νάματα της ευσεβείας και αγάπης προς τον Χριστόν μας και αιχμαλωτισθείς υπό του θείου έρωτος, εις νεαράν ακόμη ηλικίαν, ανεχώρησε δια το Άγιον Όρος. Η μοναχική αφιέρωσις και η ασκητική ζωή, ήσαν οι έμπυροι πόθοι του. Διακριτικοί όμως και σεβάσμιοι Γέροντες, ίσως και προορατικοί, δεν του επέτρεψαν να παραμείνει εις το Άγιον Όρος, λόγω των πολλών οικογενειακών υποχρεώσεων - καθηκόντων: Γονείς ηλικιωμένοι και τρεις κατά σάρκα αδελφαί. Μετά βαθυτάτης λύπης - πίκρας, επέστρεψεν, θεωρών την επιστροφήν ως θείαν επιταγήν και υπακούων εις αυτήν. Επέστρεψεν εις τον κόσμον, φέρων όμως μεθ΄αυτού την έρημον του Αγίου Όρους και με έτι σφοδροτέραν την επιθυμίαν της αφιερώσεως.


Ηξιώθη μετά πάροδον ολίγων ετών, 

ως ιερομόναχος πλέον, να χειροθετήσει μοναχήν, ο ίδιος, 

την μητέρα του ΜΑΡΙΑΝ, μετονομασθείσαν εις ΜΑΡΚΕΛΛΑΝ Μοναχήν. 

Εν συνεχεία 

και διαδοχικώς και τας τρίας κατά σάρκα αδελφάς του. 

Ήδη η μικρά συνοδεία και με την προσέλευσιν και άλλων δύο ψυχών, 

επετελέσθη, 

ιδρυθέντος ωστόσο και του πρώτου Ησυχαστηρίου εις Αμφιάλην Πειραιώς υπό του π. Ιωάννου, 

μετά ευρυχώρου Ιερού Ναού, του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου. 

Ο Γέρων ακροθιγώς 

θα σημειώσωμεν ορισμένα εμφανή και βασικά χαρακτηριστικά του, 

ήτο εις μυστικός, αυστηρότατος ασκητής δια τον εαυτόν του, 

αλλά πρότυπον αγαθού ποιμένος, στοργικού πατρός, με βασικόν χάρισμά του, το υπερβάλλον της αγάπης του διά τους άλλους. 

Κατά τας δυσμάς του βίου του ίδρυσε και την εις Νέαν Πεντέλην Αττικής περικαλή Ιεράν Μονήν της Αγίας Τριάδος, 

η οποία κατακοσμεί πυκνοπευκόφυτον βουνοπλαγιάν της Νέας  Πεντέλης. 

Εις την ιερήν ταύτην μονήν, υπάρχει και ο τάφος με το σεπτόν σκήνωμά του. 


Όσοι παρηκολούθησαν έστω και μίαν θείαν λειτουργίαν του, σίγουρα θα έχουν εις την μνήμην των, μίαν από τας σπανίας θείας λειτουργίας, διότι ο λειτουργός της ήτο όλος ως ''από πυρός φλόγα''. Το πρόσωπόν του έλαμπεν, οι δε οφθαλμοί του, παιδικοί και εξώκοσμοι, και τους οποίους δεν ήτο δυνατόν άδακρυς κανείς να ατενίζει. Αι δύο ιεραί Μοναί του, έγιναν καταφύγια πενήτων και πονεμένων. Ουδείς έφευγε λυπημένος από τον π. Ιωάννη ή άνευ ψυχικής ωφελείας, οι δε πτωχοί και αδικημένοι, εύρισκον τον στοργικόν πατέρα και αντιλήπτορα εις το πρόσωπον του Γέροντος. Η ειρήνη και η πραότης, ως αποτέλεσμα της κατοικήσεως του Αγίου Πνεύματος εντός του, ήτο πάντοτε εμφανής εις το πρόσωπον του Γέροντος, την μετέδιδε δε και ειρήνευεν και εζωοποίει όσους τον επλησίαζον. 


Εν ζωή, επεσκέφθη τον Άγιον Γέροντα Ιερώνυμον της Αιγίνης, 

τον γνωστόν και από την στήλην των ''παραινέσεων'' της εφημερίδος μας, 

δι΄εξομολόγησιν προφανώς ή συζήτησιν, 

ο οποίος μόλις τον ατένισεν, εις το κελλί του, του λέγει: 

''Εγώ δεν εξομολογώ, κακώς ήλθες εις εμένα. 

Εγώ δεν εξομολογώ, γιατι να κάμετε τόσον κόπον και να έλθετε εδώ''; κ.λ.π., με αποτέλεσμα να φύγει δακρυσμένος ο Γέρων π. Ιωάννης ως και η Γερόντισσα αδελφή του και μία άλλη Μοναχή, αι οποίαι τον συνόδευον. 

Όταν έφυγαν, η Γερόντισσα η οποία διηκόνει τον π. Ιερώνυμον, του λέγει: 

''Γέροντα, τι είπες στον π. Ιωάννη και έφυγεν λυπημένος; 

Κανείς δεν φεύγει από σένα με λύπη, γιατι το έκαμες αυτόν; 

Και ο π. Ιερώνυμος απήντησεν: 

''Καλογραία, με είπεν να εξομολογηθεί αυτός σε μένα! 

Πώς εγώ να εξομολογήσω αυτόν, που μόλις μπήκε μέσα, γέμισε το κελλίον μου φως; 

Δεν είδες πως έλαμπεν το πρόσωπό του; 

Άμα κοιμηθεί ο π. Ιωάννης, σημεία θα δείξει''. 


Και πράγματι και πάλιν ο π. Ιερώνυμος επαληθεύεται εις ό,τι προείπεν. Ήδη, σημεία παράδοξα δια τας ημέρας μας, δημεία αγιότητος, θα μπορούσε κανείς να είπει, έχοντα σχέσιν με τον π. Ιωάννην, σποραδικώς και εις διαφόρους πιστούς εκδηλούνται. Η εν αρχή αναφερομένη εμφάνησις του Γέροντος, εγένετο την 13ην του μηνός Ιουανουαρίου ε. ε. εις την Ιεράν Μονήν της Αγίας Τριάδος εις Ν. Πεντέλην, έχει δε κατ΄ακριβή περιγραφήν του ευσεβούς νέου εις τον οποίον ενεμφανίσθη, ως ακολούθως: ''Το πρωί της Κυριακής 13ης του μηνός Ιανουαρίου, ώρα 9 και 30΄πήγα στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος (στην Ν. Πεντέλη). Από το βράδυ είχα μεταφέρει με έναν συγγενή μου τον κ. Ιωάννη λαμαρίνες, δια να κάμω μία μεταλλικήν δεξαμενή (διαστάσεις 1,25 χ 2,50 χ 1,25). Δεν μπορούσε να έλθει καμμία Γερόντισσα από την Ι. Μονήν του Αγίου Δημητρίου και ανέβηκα μόνος μου να δουλέψω. Αφού εισήλθα, εκλείδωσα την πόρτα του αυλογύρου με το κλειδί που μου είχαν δώσει, πήγα εις την Εκκλησίαν και προσκύνησα τας αγίας εικόνας και μετά πήγα, δια να κατασκευάσω την δεξαμενήν. Επειδή οι λαμαρίνες ήσαν μεγάλες, έπεφταν, και παιδευόμουν μέχρι τρία τέταρτα της ώρας, για να τις σηκώσω, να τις κολλήσω, έφθασα δε εις σημείον που ήθενα να τ΄αφήσω και να φύγω. Ξαφνικά ακούω βήματα (η ώρα ήταν δέκα παρά τέταρτον). Κοιτάζω προς τα εκεί που ακούγονταν τα βήματα (δηλ. προς την σκάλαν που έρχεται από το Ιερόν του Ναού της Αγίας Τριάδος και από τους τάφους). 


Βλέπω έναν ηλικιωμένον ρασοφόρον με άσπρα γένεια και κανονικό ανάστημα να έρχεται προς εμένα. 

Μόλις επλησίασε λίγο, μου λέγει: 

''Γεια σου Νίκο. 

Θέλεις βοήθεια;'' 

Του λέγω: ''Ποιός σε έστειλε;'' 

Μου απαντά: ''Με έστειλαν από τον Άγιον Δημήτριον''. 

Είπα τότε με τον νουν μου, Γέροντα άνθρωπον μου έστειλαν να με βοηθήσει; 

Αφού επλησίασε, σκέφθηκα μήπως ήτο κανένα σατανικό και ήθελα να κάνω τον Σταυρόν μου. 

Μόλις όμως πήγε αυτός να με βοηθήσει στις λαμαρίνες, έκανε τον Σταυρόν του. Κατόπιν είδα, ότι και το σκουφάκι του είχε σταυρόν. 

Τον ρωτάω, πως τον λένε. 

Μου αποκρίνεται: ''Θα την κολλήσεις καλά την δεξαμενήν''. 

Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να με βοηθά. 

Μετά από λίγο, τον ξαναρωτώ πως τον λένε: Μου λέγει: 

''Έχω και εγώ βοηθήσει εδώ στο μοναστήρι''. 

Τον ρωτώ: ''Πού μένετε;'' Μου απαντά: ''Εδώ από πάνω''. 

Σκέφθηκα τότε ότι εδώ κοντά μένει και έχει βοηθήσει άλλοτε. 

Αφού τελείωσε η βοήθεια που ήθελα, μου λέγει: ''Με χρειάζεσαι άλλο;'' 

Του αποκρίνομαι, όχι. 

Τότε, λέγει, ''να φύγω και εγώ γιατι έχω και εγώ δουλειά!'' 

Τον ευχαρίστησα και του είπα να πάει στο καλό, 

αφού τότε του φίλησα το χέρι. 


Εξεκίνησε να φύγει από κει που ήρθε. ''Δεν φεύγετε από εδώ που είναι ίσωμα,'' του λέγω. Και μου απαντά: ''Δεν πειράζει, θα φύγω από εδώ που ήρθα''. Τον είδα να ανεβαίνει την σκάλα και να φεύγει προς τα εκεί που ήταν το Ιερόν και οι τάφοι. Στις 12 και 30΄με πήραν τηλέφωνο από τον Άγιον Δημήτριον, να μάθουνε τι κάνω. Το πρώτο που τους είπα ήταν: ''Τί μου στείλατε γέροντα άνθρωπον να με βοηθήσει; Μου απάντησαν: ''Εμείς δεν στείλαμε κανέναν.'' Τους είπα ότι είχε έλθει έναν γέρων ρασοφόρος και με βοήθησε. Μου είπαν να προσέξω μήπως ήταν κανένας κλέπτης και κλέψει το Μοναστήρι. Εγώ τους είπα, δεν φαίνεται δια τέτοιος. Και μου απεκρίθησαν: ''Άφησε τότε το βράδυ που θα έλθουμε να σε πάρουμε, μας τα λες''. Απ΄εκείνην την στιγμήν το μυαλό μου σκεφτόταν το πώς είχεν εισέλθει μέσα στο Μοναστήρι αυτός ο άνθρωπος, αφού οι πόρτες ήταν κλειστές και η μάντρα ψηλή 3 μέτρα, που αποκλείεται για άνθρωπον να πηδήξει να εισέλθει μέσα και ποσο μάλλον αν είναι γέρων. Η δε φυσιογνωμία του μου φαινόταν ότι ήταν γνωστή, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ, που τον είχα δει. Το βράδυ που ήρθαν να με πάρουν, με ρώτησε η Γερόντισσα: ''Είχες επισκέψεις;'' Της είπα, ''ναι'', ''αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως μπήκε αυτός ο άνθρωπος μέσα, και η φυσιογνωμία του είναι γνωστή και δεν μπορώ να θυμηθώ, που τον έχω δει''. Τότε, μου είπε: ''Δεν του άνοιξες εσύ την πόρτα;'' Της είπα, ''όχι''. Με ρωτά: ''Ποιός να ήταν αυτός ο άνθρωπος; 


Αν τον δεις σε φωτογραφία, τον γνωρίζεις;'' 

Και πήγε και μου έφερε μίαν φωτογραφίαν. 

Τότε διαπίστωσα 

ότι ο εικονιζόμενος της φωτογραφίας ήτο ο ίδιος ο πρωινός επισκέπτης. 

''Αυτός'', μου είπεν η Γερόντισσα, είναι ο παπα-Γιάννης! 

Εγώ της είπα ''δεν γνωρίζω το όνομά του, αυτό που γνωρίζω είναι ότι ο πρωινός επισκέπτης.'' 

Και περνούσα τόσες φορές εμπρος από την φωτογραφίαν του, (περί της 15 φορές) 

που ήτο επάνω εις τους τοίχους και δεν τον έβλεπα και 

ούτε το μυαλό μου πήγε κατ΄αυτόν τον χρόνον αλλού. 

Εγώ δεν γνώριζα τον πατέρα Ιωάννην ζωντανόν, αν τον γνώριζα, 

θα τρόμαζα, 

όταν τον είδα.''


Νικόλαος Βασιλόπουλος



Ας δοξάσομεν τον Θεόν, διότι και ένας ακόμη εκλεκτός Του, ένας ''Γέρων'' της εποχής μας δύναται να προστεθεί εις το σύγχρονον Συναξάρι και διότι το Ευαγγέλιό Του συνεχίζεται να γράφεται με το παράδειγμα και την ζωήν εν γένει εκλεκτών Του συγχρόνων μας, ημείς δε εξαιτούμενοι τας ευχάς του Γέροντος Ιωάννου, μη εις ''κενόν'' την χάριν ειδεξώμεθα, ''υποστρέψωμεν εις τον οίκον μας'', τον οίκον της ψυχής. ''Εκβάλλωμεν καινά και παλαιά,'' και αγωνισθώμεν ενσυνειδήτως και αποφασιστικώς δια την καλλιτερευσίν μας και την κατοίκησιν του Αγίου Πνεύματος εντός μας, μιμούμενοι τον γλυκή και άγιον τούτον Γέροντα.


Σ.Ν.


Σημείωση του ιστολογίου μας:Το εις άνω κείμενο αποτελεί άρθρο της εφημερίδας 

''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ'', 

αριθ. φύλλου 236-237 

και δημοσιεύθηκε διαδικτυακά από το 

ιστολόγιο ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ'' ΕΔΩ

από όπου και το αντιγράψαμε διά πνευματική μας ωφέλεια 

και ωφέλεια όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Εισαγωγή του κειμένου στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίασηΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Ἀπολυτίκιο Ἦχος πλ. α΄. Tὸν συνανάρχον Λόγον.

Ἀµφιάλης Ποιµένα τὸν θεοδίδακτον, τὸν Ἰωάννην τὸν πλήρη τῆς εὐσπλαγχνίας Xριστοῦ, Ὀρθοδόξων ἡ πληθὺς ἀνευφηµήσωµεν· ὅτι ὡς Ἄγγελος Θεοῦ, ἐν ἐσχάτοις τοῖς καιροῖς, διέλαµψεν ἐν σηµείοις· διὸ Λειψάνων Aὐτοῦ τῇ Θήκῃ, οἱ Γνησιόφρονες προσπίπτουσιν.






Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας τὸ κατανυκτικὸ Τριώδιο. Τὸ Τριώδιο εἶναι στὴν κυριολεξία ἕνα βιβλίο ποὺ περιέχει τὰ ἱερὰ γράμματα ἀπὸ τὴν σημερινὴ Κυριακὴ ἕως καὶ τὸ Μέγα Σάββατο. Λέγεται Τριώδιο, διότι στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, στοὺς κανόνες, ἀντὶ γιὰ ὀκτὼ ὠδές, διαβάζουμε τρεῖς. Ὅλο τὸ διάστημα τοῦ Τριωδίου χωρίζεται σὲ τρεῖς περιόδου. Ἡ πρώτη εἶναι ἀπὸ χθὲς τὸ ἀπόγευμα ἕως καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, ἡ δεύτερη ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἕως τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ λεγόμενη «Μεγάλη Σαρακοστή», καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, μέχρι καὶ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ λεγόμενη «Μεγάλη Ἑβδομάδα». 

             σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ μία παραβολή. Μᾶς ἀναφέρει ὁ Κύριος ὅτι δύο ἄνδρες, ἕνας Φαρισαῖος, αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, καὶ ἕνας τελώνης εἰσῆλθαν γιὰ νὰ προσευχηθοῦν στὸν ἱερὸ ναό. Μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή τους διακρίνεται μία μεγάλη ἀντίθεση καὶ ἀποκαλύπτεται τὸ ποιὸν τῶν δύο ἀνθρώπων. 

             Φαρισαῖος ξεκινᾶ τὴν προσευχή του λέγοντας: «Θεέ μου, σὲ εὐχαριστῶ». Τί ὡραία ἀρχή! Τί πιὸ καλὸ ἀπὸ τὸ νὰ ξεκινᾶ κανεὶς τὴν προσευχή του μὲ τὴν εὐχαριστία; Ἀφοῦ, λοιπόν, μᾶς ἐξέπληξε εὐχάριστα, συνεχίζει: «Εὐχαριστῶ ποὺ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνη. Νηστεύω δύο φορὲς τὴν Ἑβδομάδα καὶ ἀπὸ τὴν περιουσία μου δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο». 

            Ὁ σχολιασμὸς κρίνεται περιττός. Μὲ τὴν προσευχή του, ὁ Φαρισαῖος ἀφαιρεῖ τὴν μάσκα του, τὴν μάσκα ποὺ τὸν ἐμφάνιζε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων εὐσεβῆ, ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, νηστευτή, ἐλεήμονα. Ἀποδεικνύεται ἄνθρωπος βαθύτατα ἀλαζονικός. Πιστεύει πραγματικὰ ὅτι ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο ἐπίπεδο ἀρετῆς, ὥστε πλέον δὲν ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μάλλον ἀπαιτεῖ. Εἶναι ἄνθρωπος ἄσπλαχνος, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θάβουν ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους γιὰ νὰ πατήσουν πάνω τους. Δὲν σέβεται τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου στὸν ὁποῖο βρίσκεται, καθὼς σὺν τοῖς ἄλλοις, δαχτυλοδείχνει καὶ θεωρεῖ ὡς ἀκάθαρτο τὸν ἀδερφό του τὸν τελώνη ποὺ βρίσκεται πιὸ δίπλα καὶ προσεύχεται. 

             δὲ τελώνης, αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὰ ἁμαρτωλός, πῶς προσευχήθηκε; Πρὸς ἔκπληξιν ὅλων μας, πολὺ πιὸ πνευματικὰ ἀπὸ τὸν λεγόμενο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ στάση του, στάση μετανοίας. Οὔτε κὰν πλησίασε τὰ ἐνδότερα μέρη τοῦ ναοῦ. Στάθηκε ὅσο πιὸ μακριὰ γινόταν γιατὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο. Μάλιστα, οὔτε τὰ μάτια δὲν σήκωνε στὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὴ γῆ κοιτοῦσε, γιατὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του χῶμα ποὺ ἀξίζει μέχρι καὶ νὰ τὸ ποδοπατοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἔλεγε αὐτὸς ὁ ἁμαρτωλός: «Θεέ μου, ἐλέησέ με» καὶ καθὼς προσευχόταν χτυποῦσε τὸ στῆθος του, ἐξωτερικεύοντας τὸν πόνο ποὺ αἰσθανόταν στὴν ψυχή του. 

            πως εὔκολα διαπιστώνει ὁ καθένας, ἡ προσευχὴ ποὺ ἄρεσε στὸν Κύριο, εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ σεβόταν κάθε εὐσυνείδητος, αὐτὴ τοῦ ἀληθινὰ μετανιωμένου γιὰ τὶς πράξεις του, τελώνη. Ἔτσι, κατέβηκε στὸ σπίτι του ἀναπαυμένος. Τὸν ἀνέπαυσε ὁ Θεὸς ποὺ ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερηφάνους καὶ δίνει χάρη στοὺς ταπεινούς.

            Μεγάλο τὸ κακὸ τῆς ὑπερηφάνειας. Θὰ μπορούσαμε νὰ μιλοῦμε ὥρες γιὰ αὐτήν. Ὡστόσο, καὶ μόνο μία πρόταση καταφέρνει νὰ συνοψίσει τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς ποὺ ἐπιφέρει: μὲ τὴν ὑπερηφάνειά του ἔπεσε ὁ ἀρχικὰ περίλαμπρος Ἑωσφόρος. Ἔπεσε καὶ ἔγινε σκοτεινὸς καὶ συνώνυμος τοῦ κακοῦ. Ἑπομένως, ὅσες ἀρετὲς καὶ ἂν ἔχει κανείς, ἂν δὲν τὶς διασφαλίσει μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, χάνονται ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. 

             δὲ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν καλῶν. Ὁ Χριστὸς ὅταν ἦρθε στὴ γῆ, ἔζησε ὡς «Ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», τὴν ὁποία μᾶς καλεῖ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ Αὐτόν. Γεννήθηκε σὲ πτωχικὴ φάτνη, ἔγινε Φυγὰς στὴν Αἴγυπτο, μεγάλωσε στὴ Ναζαρέτ, εἶχε ὡς μαθητὲς τοὺς ψαράδες, ὑπέμεινε μὲ σιωπὴ τὶς κατηγορίες ἐναντίον Του, φραγγελώθηκε, ἐμπτύσθηκε, χλευάσθηκε καί, τελικά, σταυρώθηκε γιὰ νὰ ἀκολουθήσει ἡ ἔνδοξη Ἀνάστασή Του. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινό, ἀλλὰ ἀνατρεπτικὸ πέρασμά Του, κατάφερε νὰ κάνει τὰ πάντα καινούργια, ἀλλάζοντας τὴν ροὴ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὁ Κύριός μας εἶναι ὁ μεγαλύτερος Δάσκαλος τῆς ταπεινοφροσύνης. 

            Γιὰ σκεφτεῖτε, ποιός εἶναι χρησιμότερος σὲ μία κοινωνία, ὁ ὑπερήφανος, ἢ ὁ ταπεινός; Τὸν ταπεινὸ μὴν τὸν φοβᾶσαι διότι δὲν θὰ στραφεῖ ποτὲ ἐναντίον σου. Ὁ ὑπερήφανος, ἂν δεῖ ὅτι δὲν γίνεται τὸ δικό του, αὐτομάτως ἀλλάζει ὄψη καὶ μπορεῖ ἀπὸ τὸ πουθενὰ νὰ δημιουργήσει πολλὰ προβλήματα, ἐπηρεάζοντας ἀρνητικὰ τὸ σύνολο τῆς κοινωνίας. Ὁ ταπεινός, εἶπε κάποιος γέροντας, εἶναι σὰν τὸ καλάμι ποὺ πηγαίνει μὲ τὴ φορὰ τοῦ ἀνέμου καὶ γιὰ αὐτὸ μένει πάντα στὴ θέση του, ὁ δὲ ὑπερήφανος, εἶναι σὰν τὸ κυπαρίσσι ποὺ φέρνει ἀντίσταση στοὺς ἀνέμους, μέχρι ποὺ τελικὰ ξεριζώνεται καὶ χάνεται. Εἶναι, ἑπομένως, λογικὸ τὸ ὅτι ὁ Θεός, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερηφάνους καὶ δίνει χάρη στοὺς ταπεινούς, καθὼς στοὺς ταπεινοὺς ἀναπαύεται. 

            Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς μας εἶναι εὐκαιρία γιὰ μία νέα ἀρχή. Ἂν μέχρι τώρα συλλάβαμε τὸν ἑαυτό μας νὰ ὑπερηφανεύεται καὶ νὰ κομπάζει ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καιρὸς νὰ σκεφτοῦμε διαφορετικά. Πρὸς τί ἡ ματαιδοξία; Ὅλοι χοϊκοὶ εἴμαστε καὶ ὅταν φύγουμε, ἐλάχιστοι καὶ ἐλάχιστα θὰ μᾶς θυμοῦνται. 

            Εὔχομαι τὸ Τριώδιο, στὸ ὁποῖο σήμερα εἰσοδεύσαμε, μέσα ἀπὸ τὴν ἱερὴ ὑμνολογία του καὶ τὰ ὑπέροχα μηνύματά του, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ γίνουμε κὶ ἐμεῖς σὰν τὸν τελώνη, προκειμένου νὰ ἑλκύσουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ αὐτὸ μᾶς δίνεται τὸ Τριώδιο. Σὲ καμία περίπτωση τὸ Τριώδιο δὲν εἶναι συνώνυμο μὲ τὰ μασκαρέματα καὶ τὶς ἄσεμνες συνήθειες ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μιὰ ἄλλη ἐποχή. Ἅγιοι Πατέρες, φωτισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, ἔγραψαν στὸ βιβλίο αὐτὸ γράμματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν καθένα μας, γράμματα ποὺ μᾶς προτρέπουν νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας, τὴ ζήλεια, τὴν ἀγένεια, τὴν φιληδονία καὶ ὅλα τὰ κακά, καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ γεμίσουμε τὴν ψυχή μας μὲ ὅ,τι καλό, ὅ,τι εὐγενές, ὅ,τι χριστιανικό.

Καλὸ Τριώδιο σὲ ὅλους! Καλὴ ἀρχή!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΕΝ ΑΧΑΡΝΑΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΝΗΘΟΣ 1867-1943 (15 Ἰανουαρίου)


Ὁμιλία Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Καλλινίκου

 Τιμὴ τῶν Ἁγίων στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάντοτε χαρμόσυνο καὶ εὐλογημένο γεγονός. Ἡ Ἐκκλησία παρατηροῦσε τὴν τιμὴ καὶ δόξα μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλε ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἁγίους. Αὐτὴ ἡ τιμὴ καὶ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων ξεκίνησε ἀπὸ τὴν τιμὴ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅπου κάποιος Μάρτυρας, ἄνδρας ἤ γυναῖκα θυσίαζε ἑαυτὸν γιὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν στιγμή αὐτὴ ἐλάμβανε ἀναγνώριση καὶ τιμὴ Μάρτυρος καὶ ἀναγραφόταν εἰς τὰ Δίπτυχα τῶν Ἁγίων.


 Ὀρθόδοξος Θεολογία διεμόρφωσε ἕνα ἰδιαίτερο κομμάτι τοῦ ἱστορικοῦ κλάδου της, τὴν Ἁγιολογία. Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Ἁγιολογίας ἀσχολήθηκε ἀρχικῶς μὲ τὰ Μαρτύρια ἤ Πάθη, τὰ ὁποῖα ἦταν αὐθεντικὲς περιγραφὲς τῶν μαρτυρίων τῶν Ἁγίων ὑπὸ αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων μαρτύρων, μὲ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα ἤ τὰ πρακτικὰ δίκης τῶν Μαρτύρων (acta proconsularia) ποὺ κατέγραψαν οἱ ρωμαϊκὲς ἀρχὲς καθὼς καὶ μὲ τὶς ἐκθέσεις, οἱ ὁποῖες ἦταν σύντομες ἀναφορὲς εἰς μαρτύρια ἐντεταγμένες εἰς εὐρύτερα ἱστορικὰ ἔργα. Αὐτὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες τὶς πηγὲς τῆς Ἁγιολογικῆς Ἐπιστήμης.


ν συνεχείᾳ, ἄρχισαν νὰ προστίθενται εἰς τὰ Μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ συμπληρώνεται τὸ Ἁγιολόγιό Της μὲ Προφήτας καὶ ἱερὲς προσωπικότητες τῆς Βίβλου, Ἱεράρχας, Ὁσίους καὶ Ἀσκητὰς, Ὁμολογητὰς καὶ Δικαίους, Ἰσαποστόλους καὶ Νεομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ κοσμοῦν τὸ Ἁγιολόγιο. Ἡ ἀνάδειξη καὶ ἡ διακήρυξη τῆς Ἁγιότητος τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους, τὴν ἀρετή τους καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους, ἑδραίωσαν, τίμησαν κὶ ἐδόξασαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Τοπικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου ἐν ἔτει 1672 ὅτι «προσκυνοῦμεν δὲ τοὺς Ἁγίους, ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναγωνισθέντας, καὶ μεσίτας αὐτοὺς Θεῷ προβαλλόμεθα, ὡς φίλους Θεοῦ, καὶ παρρησίαν πρὸς αὐτὸν κεκτημένους, δι΄ αὐτῶν τὴν πρὸς Θεὸν βοήθειαν ἐξαιτούμενοι».


πως ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς κ. Πάσχος: «Ἡ Ἐκκλησία μας χτίζει διὰ τοὺς Ἁγίους Ναοὺς καὶ τοὺς καθαγιάζει μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους, συνιστᾶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Εἰκόνων καὶ τῶν Λειψάνων τους, θεσπίζει ἑορτὲς διὰ νὰ τιμήσει τὴν μνήμη τους, ἐγκρίνει τὴ σύνταξη ἱερῶν ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν διὰ τὰς ἑορτάς των, συνιστᾶ εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ ψάλλουν Παρακλήσεις ζητώντας τὴν πρεσβεία τους πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ ποικίλα δεινά, τὴν ἄφεσιν τῶν ἀμαρτιῶν τους καὶ τέλος νὰ πετύχουν τὸ «μέγα ἔλεος» παρὰ Κυρίου Παντοκράτορος».


Καὶ βέβαια ἡ κορύφωση τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα των. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια οἱ χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Μάρτυρος βρίσκεται παροῦσα τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν πνευματικὴ συνεστίαση τῆς κοινῆς τραπέζης. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ πίστη εἰς τὴν ὀντολογικὴ παρουσία τῶν Ἁγίων εἰς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν μεταγενέστερη καθιέρωση τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς ἐξαγωγῆς μερίδων - ταγμάτων εἰς τιμήν καὶ μνήμην τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, ὅπως διαμορφώθηκε καὶ ἀναφέρει πρῶτος χαρακτηριστικὰ τὸν 14ον αἰῶνα ὁ ἱερὸς Φιλόθεος ὁ Κόκκινος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.


Στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἄρχισαν νὰ διαμορφώνονται κάποια σημαντικὰ κριτήρια ἁγιότητος διὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καθὼς καὶ ἡ ἀξιοπιστία εἰς τὴν διακήρυξη καὶ ἀναγνώριση νέων Ἁγίων. Τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς Ἁγιότητος εἶναι: α) ἡ ἔνταξη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴτε μὲ τὸ ἱερὸ Βάπτισμα εἴτε μὲ τὸ Βάπτισμα τοῦ αἵματος, τὸ μαρτύριο, β) ἡ ὀρθὴ πίστη γ) ὁ ἅγιος καὶ ἐνάρετος βίος, δ) οἱ ἐξαιρετικὲς ὑπηρεσίες καὶ προσφορὲς εἰς τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ε) ἡ διενέργεια θαυμάτων.


να ἀπὸ τὰ ἀπόλυτα καὶ ἀδιαμφισβήτητα κριτήρια εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ὁποία βέβαια συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὀρθὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ πίστη στοιχειοθετεῖται ἀπὸ τὴν γνήσια ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ παράδοση ποὺ μεταδίδεται μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἄχρι τῆς σήμερον. Ἡ ὑγιαίνουσα αὕτη ὀρθὴ διδασκαλία προϋποθέτει μεγάλους ἀγῶνες διὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, τὸ μυστικὸ βίωμα τοῦ θείου ἔρωτος, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ προσφορὰ στὸν συνάνθρωπο καὶ ἔχει ἐσχατολογικὴ διάσταση εἰς τὴν Ἐπουράνιον Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.


Μὲ τὶς ὡς ἄνω προϋποθέσεις ἡ Ἐκκλησία μας δὲν «ἁγιοποιεῖ», δηλαδὴ δὲν κατασκευάζει ἁγίους, ὅπως κάνει ἡ Δυτικὴ «Ἐκκλησία» ἀλλὰ καὶ δυστυχῶς οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ἁπλῶς ἔρχεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Συνοδικῶς νὰ ἐπισφραγίσει τὴν τιμὴ καὶ εὐλάβεια τοῦ ποιμνίου πρὸς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰ τῆς Ἁγιότητος. Γι΄ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καθ΄ ἡμᾶς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «διαπίστωση», «διακήρυξη» ἤ καὶ ἔτι καλύτερα «ἀναγνώρισις», μέσῳ τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς ἐπισήμου Τελετῆς Ἁγιοκατατάξεως εἰς τὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας7. Ἄρα ἡ κοινὴ συνείδηση τοῦ πλήρωματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζει τὶς ἀρετές, τὰ θαύματα, τὴν πίστη καὶ τὴν ἁγιότητα κάθε ἐναρέτως βιώσαντος καὶ κοιμηθέντος χριστιανοῦ.


Εἰς αὐτὰ τὰ κριτήρια στηριζομένη ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἐλλάδος, ἐπισφράγισε τὴν τιμὴ εἰς ἕνα νέο Ὅσιο, τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο τὸν ἐν Πάρνηθι, τὸν καὶ κτίτορα καὶ προστάτη τῆς σεβασμίας καὶ Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Προσωπικά, ἄν καὶ ὁ νεώτερος τῶν Ἀρχιερέων, ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια τῶν προπατόρων μας γνησίων ὀρθοδόξων πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἱερωνύμου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ εὐλογημένο αὐτὸ Μοναστήρι.


 Ὅσιος Ἱερώνυμος, γόνος τῆς εὐλογημένης καὶ λεβεντογέννας Κρήτης, γεννήθηκε ἐν ἔτει 1867. Ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσίν του εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Χρυσοπηγῆς Χανίων. Ἐν ἔτει 1891, σὲ νεαρὰ ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν, φλεγόμενος ὑπὸ θείου ἔρωτος, ἀφιερώθηκε εἰς τὸν Χριστὸ μεταβαίνοντας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὴ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα ἐν ἔτει 1897 ἐχειροτονήθῃ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος εἶχε μία συνταρακτικὴ Θεοτοκοφάνεια. Κατά τήν διάρκεια ἑνός πολύ δυνατοῦ χειμῶνος, βρέθηκε ὁ μακάριος ἀποκλεισμένος ἀπό τά χιόνια εἰς τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, ὅπου στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιβίωσιν, ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἄθωνος Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τόν ἐστήριξε σωματικῶς καί πνευματικῶς καί τόν παρηγόρησε μὲ λόγους ἐνθαρρυντικούς.


ν ἔτει 1923 μία σοβαρὴ ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐξέλθει τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ νὰ μεταβεῖ εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀναζήτησιν θεραπείας. Ὡς Κρητικὸς ηὐλαβεῖτο τὴν Ἁγία Παρασκευὴ, ἡ εὐλάβεια δὲ αὐτὴ αὐξήθηκε ἐν συνεχείᾳ λόγῳ τῆς ἀσθένειάς του καὶ τὸν ὤθησε νὰ ἱδρύσει Μονὴ ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἁγίαν. Ἀξιώθηκε μάλιστα νά ἴδει καὶ τήν Ἁγία Παρασκευή, ἐντός τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της.


πὶ μίαν εἰκοσαετίαν διέπρεψε ὡς Ὁμολογητὴς τῆς Πίστεως, ὡς Φωτισμένος καὶ διορατικὸς Πνευματικός, ὡς Μέγας Διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς, ὡς γνήσιος συνεχιστὴς τῆς Ἁγιορείτικης Μοναχικῆς Παραδόσεως, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν ἀλλὰ καὶ σωμάτων, ἔχοντας ἐκ Θεοῦ καὶ τὸ ἰαματικὸ χάρισμα. Παράλληλα καλλιέργησε τὸ ποιητικό, ὑμνογραφικὸ καὶ διδακτικὸ χάρισμα ἀφήνοντας ὡς πνευματικὴ παρακαταθήκη ἀναρίθμητες σελίδες ἔμμετρου λόγου. Ἰδιαιτέρως ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ λειτουργικὴ ἐξυπηρέτηση τοῦ μικροῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀγωνιζόμενος σθεναρῶς κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τοῦ 1924. Καὶ αὐτὴ ἡ προσήλωση τοῦ Γέροντος στὴν πατρῶα εὐσέβεια ἦταν ἡ αἰτία γιὰ πολλὲς ἀπόπειρες συκοφαντίας, δολοφονίας καὶ δηλητηριασμοῦ ἐναντίον του. Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 15ην Ἰανουαρίου τοῦ 1943 καὶ ἐτάφη ἐδῶ εἰς τὴν Μονήν.


διαιτέρως σήμερον ἐν ἔτει 2024, ὅπου συμπληρώνονται ἑκατὸ ἔτη ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ἡ Ἐκκλησία μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι ἐδῶ, ἐλευθέρα καὶ ζῶσα, καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Ἱερωνύμου, τὸ ποιμαντικό, ἱεραποστολικὸ καὶ σωτηριολογικό της ἔργο σὲ πεῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ πίστευαν ἤ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Ἀγὼν ὁσημέραι φθίνει καὶ ὁδηγεῖται σὲ παρακμή. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ὅσιος: «Τήν πίστιν τῶν Πατέρων μας, τῶν θαυμαστῶν Ἁγίων, ποτέ δέν θά ἀφήσωμεν, ποτέ δέν θά δεχθῶμεν προσθήκην καί ἀφαίρεσιν, ἔστω γνωστόν εἰς ὅλους. Καλῶς τά πάντα ἔχουσιν, οἱ Ἅγιοι ἁγίως ἐθέσπισαν, ἐδίδαξαν καί ἔχουσιν ἀρίστως. Ὁ γάρ τολμῶν τά ἅγια ἵνα μεταρρυθμίσῃ, νοσεῖ ἀσθένειαν δεινήν, ἀσέβειαν τοῦτ’ ἔστιν, τά ἀσεβῆ γάρ ἀγαπᾶ, δέχεται καί φυλάττει».


τσι ἡ Θεία παρεμβολὴ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς εὐσεβείας, τὸ «ἀκαινοτόμητον πλήρωμα», συνεχίζει καὶ θὰ συνεχίζει ἐπειδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ εὐλογεῖ. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν εἶναι ἐδῶ καὶ ἀναμένει πάντοτε ἐν ἀγάπῃ καί ἐν ἀληθείᾳ νὰ δεχθεῖ εἰς τοὺς κόλπους της τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητάει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία του.


τσι πλέον ὁ νέος Ὅσιος Ἱερώνυμος, ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὴν χορεία τῶν νεοφανῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερον ἡ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Σύναξις ὑποδέχεται τὸν νέον μας Ὅσιον, ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος ὁ νέος Ὁμολογητής, ὁ συνωνόματος Ὅσιος Ἱερώνυμος ὁ ἐν Αἰγίνῃ, Ἁγία Νεομάρτυς Αἰκατερίνη ἡ ἐν Μάνδρᾳ, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωσὴφ ὁ ἐκ Δεσφίνης, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Ἀμφιάλῃ ὁ νέος Ἐλεήμων ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης ὁ Μαξίμοβιτς, ὁ Ἅγιος Φιλάρετος Ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ὑόρκης ὁ Ὁμολόγητὴς,  Ἅγιος Γλυκέριος Ἀρχιεπίσκοπος Ρουμανίας,
Ὃσιος Παρθένιος ὁ Χίος καί  Ὃσιος Ἰωάννης ὁ Χοζεβίτης


Χαίρεται καὶ ἀγάλλεται ἡ μεγαλόφωνος τῶν Ὀρθοδόξων Σύναξις σήμερον, ἐδῶ στὴν ἐπί γῆς Στρατευομένη Ἐκκλησία, ἐπὶ τῇ Ἐπισήμῳ Διακηρύξει τῆς Ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου.


λλ’ ὧ Ὅσιε Πάτερ Ἱερώνυμε, μέμνησο πάντων ἡμῶν τῶν δεομένων, μέμνησο ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, μέμνησο ὑπὲρ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατρός ἡμῶν καὶ ἀπάντων τῶν Ἀρχιερέων, τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τοῦ μοναχικοῦ τάγματος ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐσεβοῦς λείμματος τῶν Ὀρθοδόξων, μέμνησο ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐν τῇ Ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ τοῦ Ἀρχιποίμενος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτῆς τῆς Βασιλείας ἧς οὐκ ἔσται τέλος.


Ἦχος α . Tῆς ἐρήµου πολίτης.

Ἀχαρνῶν τὸν Προστάτην καὶ Φωστῆρα τῆς Πάρνηθος, αἱ τῶν Eὐσεβῶν νῦν χορεῖαι, εὐφηµοῦµεν ἐν ᾄσµασι· κυκλοῦντες δὲ τὴν Λάρνακα Aὐτοῦ, θαυµάτωνκαὶ χαρίτων τὴν πηγήν, ἐν Mονῇ τῆς πανενδόξου Παρασκευῆς, συµφώνως ἐκβοήσωµεν· Πάτερ Ὀρθοδοξίας ὁ Kανών, πάντων Πιστῶν τὸ καταφύγιον, λῦσον Kαινοτοµίας τὴν ἀχλύν, ὦ Ἱερώνυμε.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ΄.

Τὸ προσταχθέν.Τοῖς εὐλαβῶς προσιοῦσι πίστει θείᾳ, καὶ τῶν Λειψάνων Σου τὴν θή-κην προσκυνοῦσι, τὴν φωτίζουσαν Χάριν πᾶσιν ἀπονέµειςÿκαὶ χρίων ἀσπαζοµένους εἰκόνα Σήν, χαρίζεις αὐτοῖς ταχέωςῥῶσιν ψυχῆςÿ Σὺ γὰρ Πάτερ ἐδόξασας, Τριάδα Θείαν λαµπρῶς,διὸ νῦν Ἱερώνυµε, χαῖρε πάντες βοῶµέν Σοι.

Μεγαλυνάριον Ἦχος πλ. δ΄.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ἄνθος καινόν, Πάρνηθος ἡ κρήνη, ἡ δροσί-ζουσα τοὺς Πιστούς, τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ τῆς Ὀρθοπραξίας,κανὼν καὶ θεία στάθµη, ὦ Ἱερώνυµε!



Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία λήξη καὶ μία ἀρχή. Συγκεκριμένα, ἡ λήξη ἀφορᾶ τὸ κήρυγμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου ὑποχωρεῖ ἡ «σκιὰ τοῦ νόμου». Οἱ προφητεῖες  γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ σταματοῦν, διότι τώρα μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτής, φανερώνεται, ἀποκαλύπτεται δημοσίως, κηρύττει. Κηρύττει τὴν Καινή, τὴ Νέα Διαθήκη,  τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μετανοίας, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. 

             Κύριος μας, λίγο καιρὸ μετὰ τὴν Βάπτισή Του, μαθαίνοντας ὅτι ὁ Ἰωάννης παραδόθηκε, ἀνεχώρησε στὴν Γαλιλαία, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Καπερναούμ, στὰ ὅρια τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλίμ. Ἐκπληρώθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλίμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ ᾽Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ἔκτοτε, ἄρχισε ὁ Χριστὸς νὰ κηρύσσει λέγοντας: «Μετανοεῖτε, γιατὶ ἔφθασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». 

            Προσέξτε κάτι, ἀδελφοί. Δὲν λέει ὁ Κύριος «μετανιῶστε», ἀλλὰ «μετανοεῖτε», δηλαδή, «νὰ μετανιώνετε». Γνωρίζει ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι χοϊκοί, μὲ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Γνωρίζει ὅτι ἂν μετανοήσουμε μία φορά, ἐνδεχομένως νὰ ξαναπέσουμε στὰ ἴδια σφάλματα. Παρ’ ὅλα αὐτά, μᾶς διδάσκει τὴν φιλευσπλαχνία Του. Μᾶς λέει: «παιδιά μου, τὸ νὰ πέφτετε εἶναι στὴ φύση σας, ἀλλὰ νὰ ξέρετε ὅτι κάθε φορὰ ποὺ θὰ μετανοεῖτε, ἐγὼ θὰ σᾶς συγχωρῶ ἀνοίγοντας τὴν ἀγκαλιά μου. Καὶ ὄχι μόνο τὴν ἀγκαλιά μου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ σᾶς ἀνοίγω. Ἀρκεῖ νὰ ἀγωνίζεστε καὶ νὰ μὴν ἐγκαταλείπετε τὴν προσπάθεια». Μὲ τὴ διαρκῆ μετάνοια, λοιπόν, γινόμαστε μέτοχοι τῆς οὐράνιας βασιλείας. 

             Κύριός μας, συνομιλῶντας κάποτε μὲ τοὺς Φαρισαίους, εἶπε: «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».  Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει δεχθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες διάφορες ἐρμηνεῖες. Ἄλλοι θεώρησαν ὅτι δηλώνει τὴν εὐθύνη ποὺ ὁ καθένας φέρει γιὰ νὰ κατακτήσει τὸν παράδεισο, ὅτι, δηλαδή, δική μας ὑπόθεση εἶναι ἂν θὰ σωθοῦμε ἢ ὄχι, δεδομένου ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι. Ἄλλοι ὑποστήριξαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐννοεῖ πὼς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα μας. Ὅταν καθαρίζουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ καθετὶ πονηρό, τότε ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς γεμίζει μὲ εὐφροσύνη, τὴν αἰώνια καὶ αὐξανόμενη εὐφροσύνη ποὺ κατακλύζει τὴν οὐράνια βασιλεία. Τέλος, κάποιοι Πατέρες θεώρησαν τὴν φράση αὐτὴ ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀνάμεσά μας». Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Πράγματι, τότε ὁ Χριστὸς ἦταν ἀνάμεσα στοὺς Φαρισαίους. Ἦταν ἡ σωτηρία ἀνάμεσά τους, ἀλλὰ δὲν Τὸν κατάλαβαν. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, πού βρίσκεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Στὸ ἅγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ φυσικά, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ παραδείσου στὴ γῆ. Γιὰ αὐτὸ εἴθισται νὰ στολίζουμε τὴν Ἐκκλησία μας μὲ τὰ ὡραιότερα καὶ πολυτιμότερα τῶν ἀντικειμένων. Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ κληρικοὶ ἐν ὥρᾳ ἀκολουθίας στὴν Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα τῆς Θείας Λειτουργίας, φοροῦν ὄμορφα καὶ λαμπρὰ ἄμφια, προσπαθῶντας νὰ ἀντικατοπτρίσουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ παραδείσου. Δυστυχῶς, τὸ γεγονὸς αὐτὸ σκανδαλίζει κάποιους τῶν χριστιανῶν. Ἀξίζει, ὅμως, νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὡς χριστιανοί, πρέπει νὰ μεριμνοῦμε γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό, καὶ ὄχι νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὶς ὀφθαλμαπάτες. 

            ν κατακλείδι, θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ στὴ φράση τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα» ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Χριστός. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι φῶς. Τί πολυτιμότερο ἀπὸ τὸ φῶς; Τὸ φῶς ἀποκαλύπτει, προστατεύει, ἐλευθερώνει καὶ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πρόοδο. Τὸ φῶς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια. Ἄν, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ φῶς ἀνάμεσά τους, κινδυνεύει ἡ ἐξουσία τῶν «κοσμοκρατόρων τοῦ σκότους». Καταλαβαίνετε τώρα πρὸς τὶ ὅλος αὐτὸς ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, κατὰ τῶν ἀρχῶν, ἰδανικῶν καὶ ἠθῶν τοῦ χριστιανισμοῦ; Ἐπιχειροῦν νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ βρεθοῦν ξανὰ στὸ σκοτάδι. Τότε, οἱ σκοτισμένοι εὐκολώτερα θὰ κυβερνῶνται. 

            Πῶς ἀντιμετωπίζουμε ὅλο αὐτὸ τὸ κακό; Ὁ Κύριός μας πῶς τὸ ἀντιμετώπισε; Σκόρπισε ἀγάπη, συγχώρεση, γαλήνη, ἀξιοπρέπεια, ἀρετή. Σταυρώθηκε καὶ σκόρπισε ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα ἐξάλειψε τὸ σκοτάδι. Οὔτε λόγο δὲν ἄρθρωσε γιὰ τοὺς ἄρχοντες τοῦ κακοῦ. Ἂν θέλουμε κὶ ἐμεῖς νὰ ἀνατρέψουμε τὸ κακό, δὲν χρειάζονται πολλὰ λόγια. Μποροῦμε ἁπλὰ νὰ μιμηθοῦμε Ἑκεῖνον. 

            Μᾶς τὸ λέει, ἄλλωστε, διαχρονικά: «Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐμὲ μιμεῖσθε».

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Ο ΒΙΟΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

 

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Ὁ καλούμενος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες «πέμπτος Εὐαγγελιστής», ὁ μεγάλος Προφήτης Ἡσαΐας, ἑφτὰ αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «φωνὴ ἐκείνου ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο· ἐτοιμάστε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε στὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλᾶ σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Ὁ λόγος γιὰ τὸν Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας, Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν γόνο τῶν δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

            Ἅγιος Ἰωάννης, ἀποδεχόμενος τὴν μεγάλη ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία τὸν προόρισε ὁ Θεός, ἀπὸ μικρὸς ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ἀγγελομίμητη. Ἄσκησε τὸν ἑαυτό του στὴν ἐγκράτεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ὑψοποιὸ ταπεινοφροσύνη. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν τρίχινο καὶ φοροῦσε δερμάτινη ζώνη, ἐνῶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Μέσα ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ὁ Ἰωάννης κατέστησε τὸν ἑαυτό του ἔτοιμο νὰ ἀναλάβει τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του, τὴν πνευματικὴ προετοιμασία τῆς ὁδοῦ γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἔργου τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. 

            Βγῆκε, λοιπόν, στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη καὶ κήρυσσε λέγοντας «Μετανοεῖτε· ἔφθασε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Τὸ κήρυγμα τοῦ ἐπιβλητικοῦ καὶ φωτεινοῦ ἀσκητῆ προσέλκυε πολλοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βάπτιζε στὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Παράλληλα μὲ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας, προέτρεπε τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ λόγος του ἦταν μαστίγιο γιὰ τοὺς ψευτο-εὐσεβεῖς. Σπουδαγμένος δὲν ἦταν, οὔτε ἔλεγε πολλὰ καὶ περισπούδαστα λόγια. Ὡστόσο, ὅσα ἔλεγε, βγαλμένα ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἐμπειρία του, ἄγγιζαν τὶς διψασμένες καρδιές. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν λόγων του εἶναι τὸ πολὺ γνωστό: «αὐτὸς ποὺ ἔχει δύο χιτῶνες νὰ δώσει τὸν ἕνα σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν στερεῖται».

        Μέσῳ τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης του, ὁ Πρόδρομος κατάφερε νὰ προετοιμάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸ δημόσιο κήρυγμα τοῦ Μεσσία, τὸν Ὁποῖο ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσει, γενόμενος ὁ σεβασμιώτερος τῶν προφητῶν. 

            νδεχομένως νὰ ἔχετε δεῖ τὸν ἱερὸ Πρόδρομο ἁγιογραφημένο μὲ ἀγγελικὰ φτερά. Αὐτὸ συμβαίνει διότι, ἀφενός, ἔζησε ὡς ἄγγελος ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, καί, ἀφετέρου, διότι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ νέου δέκατου ἀγγελικοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖο συμπληρώνουν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ποὺ ἁγίασαν, ἀντικαθιστῶντας τὸ ἐκπεσὸν  τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου. 

            Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω στὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ λέγεται «μοναχικὴ πολιτεία».

            μοναχισμός, ὁ παρεξηγημένος μοναχισμὸς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν θεωροῦν ὡς δουλεία, ὡς ἀνώφελη σπατάλη μίας ζωῆς ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι στὴν πραγματικότητα ὅ,τι πολυτιμότερο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσουν χωρὶς φῶς; Ἄλλο τόσο δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὴν μοναχικὴ πολιτεία, διότι μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ὅτι φῶς τῶν Ἀγγέλων εἶναι ὁ Θεός, φῶς τὼν Μοναχῶν οἱ Ἄγγελοι καὶ φῶς τῶν ἀνθρώπων οἱ Μοναχοί.

            Στὰ μοναστήρια, ἂν ὄχι τελείως, σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπουσιάζουν οἱ κίνδυνοι καὶ οἱ μέριμνες τοῦ ἔξω κόσμου. Ὁ Μοναχὸς ζεῖ σὲ ἕνα περιβάλλον ἅγιο, ὅπου δεσπόζουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια. Ζεῖ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς φύσης καὶ στὴν εὐωδία τοῦ θυμιάματος. Δὲν συναναστρέφεται μὲ ἐργοδότες ἀσεβεῖς καὶ καταπιεστικούς, οὔτε τρέχει μὲ τοὺς θανατηφόρα γρήγορους ρυθμοὺς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στεροῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ χαρεῖ τὴν ζωή. Ἀπόλυτο καθῆκον του καὶ ἔνδειξη τῆς ἐπιτυχίας του εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ τήρηση τοῦ προγράμματος, ἡ προσευχή, ἡ ἐργασία, ἡ νηστεία, ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα ἢ μητέρα, τὸν Γέροντα ἢ τὴν Γερόντισσα. Ὅλα αὐτὰ καθιστοῦν τὸν μοναχισμὸ εὐκολώτερη ὁδὸ γιὰ τὴν Κάθαρση, τὸν Φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση τῆς ψυχῆς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν στόχο ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν χριστιανῶν. Ἀναμφίβολα, καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο μποροῦν νὰ πετύχουν αὐτοὺς τοὺς στόχους. Ὡστόσο, μὲ μεγαλύτερο ἀγώνα καὶ κόπο. Γιὰ αὐτὸ ἔχει προκύψει τὸ ρητό: «βαριὰ ἡ καλογερική, ἀλλὰ ἀσήκωτος ὁ γάμος». 

            Αὐτὰ κάποιοι τὰ ἀκοῦνε καὶ μάλλον φοβοῦνται, διότι ὑπάρχει ἡ τάση ὁρισμένοι χριστιανοὶ νὰ μὴν θέλουν τὰ παιδιά τους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ τὰ ἐμποδίζουν. Ἐμποδίζουν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἔρθει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν οἰκογένειά τους. Ἐμποδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ τὸν πόθο τοῦ παιδιοῦ τους. Ἐμποδίζουν, τελικά, τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς νέου Προδρόμου. Φανταστεῖτε οἱ δίκαιοι Ζαχαρίας καὶ Ἐλισάβετ νὰ στέκονταν ἐμπόδιο στὸ παιδί τους. Ἐγώ, πάντως, δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ τὸν ἥλιο νὰ λείπει ἀπὸ τὸν οὐρανό. 

             κοινωνία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ὅμοιους στὸν ἀγώνα μὲ τὸν Πρόδρομο. Μέσα στὴ σκοτεινιά, μέσα στὴν κατάπτωση τῶν ἠθῶν, τὴν ἀποστασία, τὶς ἄσχημες ἐξελίξεις, ὁ μοναχισμὸς στέκεται ὡς φάρος τῆς ἐλπίδας ποὺ δείχνει τὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας. Χάρη σὲ αὐτόν, ἡ γῆ γίνεται οὐρανός. Οἱ πιστοὶ ἀναπνέουν ὅταν περνοῦν τὴν πύλη ἑνὸς μοναστηριοῦ, ἀφήνοντας γιὰ λίγη ὥρα πίσω τους τὸ χάος. Ἀνακουφίζονται βλέποντας τὴν ἀγάπη τῶν Μοναχῶν, ἀκούοντας τὶς συμβουλές τους, προσκυνῶντας τὰ ἱερὰ κειμήλια. Παίρνουν ἐμπειρίες. Παίρνουν καὶ δύναμη, τὴν δύναμη νὰ μεταφέρουν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες στὴν καθημερινότητά τους, βελτιώνοντάς την. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι τῆς προσφορᾶς τοῦ μοναχισμοῦ, γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ παρέχει. 

            Πιστεύω ὅτι κάποιοι θὰ ἀναρωτηθοῦν «γιατὶ ὁ Ἐπίσκοπος μᾶς λέει γιὰ τὸν μοναχισμό;». Πρῶτον, διότι ὁ κόσμος κάποτε ἔτρεχε στὰ μοναστήρια γιὰ ἕνα προσκύνημα, μία ἐπίσκεψη, ἕνα διακόνημα. Τρέχανε νὰ βοηθήσουν νὰ πάρουν εὐλογία. Καὶ ἦταν τὰ μοναστήρια πολὺ ψηλὰ στὰ μάτια ὅλων καὶ στήριξαν γενιὲς καὶ γενιὲς Ἑλλήνων. Αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνήθεια τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων ἔχουμε ἱερὸ καθῆκον  νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε! Δεύτερον, μιλάω γιατὶ ἂν δὲν μιλήσουμε σήμερα γιὰ τὸν μοναχισμὸ νὰ συγκινηθοῦν ψυχὲς οἱ ὁποῖες κρύβουν μέσα τους τὸν πόθο τῆς ἀφιέρωσης, αὔριο δὲν θὰ μιλάει κανένας. Ἂν σήμερα δὲν ἐπανδρωθοῦν τὰ μοναστήρια, αὔριο ὄχι μόνο δὲν θὰ μιλάει κανένας γιὰ τὸν μοναχισμό, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχει παπὰς νὰ μᾶς κηδέψει, καθὼς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς προέρχονται οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ χειροτονοῦν τοὺς Ἱερεῖς καὶ λειτουργεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Οἱ ἐργάτες τοῦ κακοῦ πληθαίνουν, ὅπως βλέπουμε. Οἱ ἐργάτες τοῦ καλοῦ; «Νίκα τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ». Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ νέους Προδρόμους γιὰ νὰ κηρύξουν μετάνοια στὸν προδομένο μας λαό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξω καὶ περιμένει τὸ φῶς. Ἂν ὑπάρξουν νέοι Πρόδρομοι, ὁ Ἐπιφανὴς Θεὸς θὰ κάνει πάλι τὰ πάντα καινούργια. 

Μὲ τὸ καλὸ τὰ ἅγια Θεοφάνια!

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος