A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΟΥΣ (Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός)


Η ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα σύνολο διδασκαλιών ή εθίμων είναι ζωή εν Χριστώ και αυτή η ζωή στηρίζεται σε μια βασική πράξη, την υπακοή, όμως η υπακοή αυτή δεν είναι αφηρημένη ούτε αυτονομημένη από την αλήθεια, είναι η υπακοή στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Κύριο και Θεό. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να δημιουργεί υποτελείς, αλλά ελεύθερους πιστούς και η ελευθερία αυτή έγκειται στην ένωση με το πρόσωπο του Χριστού, στην υπακοή στο Ευαγγέλιο, στην πίστη που δεν συμβιβάζεται, ακόμα και αν όλα γύρω καταρρέουν.

Η ορθοδοξία δεν προσαρμόζεται για να γίνει μοντέρνα ή συμφέρουσα, δεν ακολουθεί τις στάσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου, ακολουθεί τον εσταυρωμένο. Οι ομολογητές δεν ήταν καλοί διπλωμάτες. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στύλος της ορθοδοξίας, στην κρίσιμη περίοδο της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, έμεινε στην ιστορία γιατί δεν υπέγραψε. Όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι, ακόμη και ευλαβείς και ενάρετοι, υπέκυψαν στις πιέσεις, στους φόβους, στις διπλωματικές ισορροπίες, εκείνος όμως προτίμησε να μείνει μόνος, παρά να αρνηθεί την αλήθεια. Το μόνο ο Μάρκος, ουκ υπέγραψεν, δεν είναι μια ηρωική φράση για τις σχολικές γιορτές, είναι το πιο δυνατό μήνυμα ελευθερίας μέσα στην Εκκλησία. Η υπακοή του Αγίου Μάρκου δεν ήταν προς τους επισκόπους ή τις αποφάσεις της εξουσίας, ήταν υπακοή στο Χριστό και στους Αγίους Πατέρες, που μίλησαν πριν από Αυτόν και αυτή η υπακοή, αν και οδήγησε σε μοναξιά και διωγμούς, έγινε φάρος για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η υποταγή σε πρόσωπα ή σε θεσμούς που έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη δεν είναι αρετή, αλλά προδοσία. Όπως ο Χριστός έλεγε ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα έτσι και η Ορθοδοξία πολλές φορές διχάζει, όχι γιατί είναι εχθρική, αλλά γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ψέμα. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής διώχθηκε, κατηγορήθηκε, του έκοψαν την γλώσσα και το χέρι και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στον εκκοσμικευμένο κλήρο που είχε υποκύψει στον μονοθελητισμό. Αν σήμερα κάποιος έπρατε το ίδιο, ίσως να τον αποκαλούσαν αντιδραστικό ή ακραίο και όμως χωρίς τέτοιους ανθρώπους δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία από τον πνευματικό εφησυχασμό. Από την υποτιθέμενη ειρήνη που σκεπάζει το ψέμα για να μην ταραχθούμε. Ο Χριστός δεν έκανε ποτέ συμβιβασμό με το κακό, δεν χάιδεψε συνειδήσεις, δεν αποσιώπησε την αλήθεια για να μην στενοχωρήσει. Η αγάπη του ήταν σταυρωμένη αλήθεια όχι ψευδοειρήνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν πολεμήθηκε από τους διανοούμενους της εποχής του, δεν σώπασε για να κρατήσει την ενότητα, αντίθετα, ομολόγησε την αλήθεια για το άκτιστο φως και τη θεία χάρη, παρόλο που κατηγορήθηκε από υψηλά ιστάμενους μέχρι και κληρικούς. Επέλεξε υπακοή στην αλήθεια και όχι στην ισορροπία.

Η εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όχι πολιτικός οργανισμός. Δεν χρειαζόμαστε εκπροσώπους ούτε συμβούλους που θα διαπραγματεύονται την πίστη μας. Η υπακοή στην εκκλησία δεν σημαίνει υπακοή σε όποιον φέρει τίτλο ή αξίωμα, σημαίνει υπακοή στην παράδοση, στους αγίους, στους ιερούς κανόνες. Όταν ένας ιεράρχης ή κληρικός συμβιβάζεται με την αίρεση, με την αμαρτία, με την πολιτική σκοπιμότητα, δεν οφείλουμε υπακοή σε αυτόν. Όπως έλεγε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η εκκλησία υπάρχει εκεί όπου διατηρείται η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι υπακοή να σιωπάς όταν αλλοιώνεται η αλήθεια, είναι συνεργία.

Η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η διάκριση είναι η μεγαλύτερη αρετή. Δεν μας ζητά η εκκλησία να γινόμαστε άλογα πρόβατα, μας καλεί να διακρίνουμε, να υπακούμε στον πνευματικό όταν βλέπουμε χάρη, ειρήνη και ταπείνωση, να υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικό θέλημα αλλά να αντιστεκόμαστε όταν διακυβεύεται η πίστη. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, αν και μοναχός υπακοής δεν υπάκουσε σε πνευματικούς που είχαν κοσμικό φρόνημα. Στάθηκε μόνος και για χρόνια διώχθηκε αλλά τελικά δικαιώθηκε από την ίδια την εκκλησία.

Η ορθοδοξία καλεί τον πιστό να γίνει ομολογητής όχι μόνο στα μαρτύρια, αλλά και στην καθημερινότητα. Όταν όλοι σιωπούν, όταν όλοι λένε «δεν πειράζει», ο ορθόδοξος καλείται να πει «όχι, δεν είναι έτσι». Να μην συμβιβαστεί με το ψέμα, όσο κι αν αυτό βαφτίζεται ειρήνη ή πρόοδος. Ο ομολογητής δεν είναι ακραίος, δεν πολεμά πρόσωπα, αλλά νοοτροπίες και κυρίως δεν φοβάται να μείνει μόνος, γιατί ξέρει πως όποιος έχει τον Χριστό δεν είναι ποτέ μόνος.

Στην εποχή μας, πολλοί αναζητούν ασφαλή εκκλησιαστική πορεία, χωρίς ρήξεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς θυσία. Θέλουν να υπηρετήσουν την εκκλησία, αρκεί να μην χάσουν την ησυχία τους, τη θέση τους, την κοινωνική αποδοχή, αυτό όμως δεν είναι πίστη είναι επένδυση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν έψαχνε βήμα, έψαχνε τον Χριστό. Δεν προστάτευε την καριέρα του, προστάτευε το σώμα της εκκλησίας. Και ό,τι κι αν του κόστισε, παρέμεινε στην ιστορία, όχι γιατί νίκησε με αριθμούς, αλλά γιατί στάθηκε με αλήθεια.

Η Ορθοδοξία δεν σώζεται με διπλωματία, αλλά με μαρτυρία. Δεν τιμά τους συμβιβασμένους, αλλά τους ομολογητές και δεν ζητά από τους πιστούς να είναι υπάκουοι θεατές, αλλά ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Υπακοή στον Χριστό σημαίνει να σταθούμε όρθιοι, ακόμη κι αν όλα πέσουν, να αγαπήσουμε την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία μας, να μην ακολουθήσουμε εκείνους που προσκυνούν τις εξουσίες του κόσμου, αλλά εκείνους που σταυρώθηκαν για την εκκλησία Του. Η Ορθοδοξία ζει όταν ο λαός της δεν υπακούει στους συμβιβασμένους, αλλά στον Χριστό, τον μόνο αληθινό ποιμένα.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1979)


Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)

Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός


Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.

Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):

«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.

Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:

«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).

Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).

Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:

«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).

Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:

«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44). 

«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).

Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:

«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58). 

«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59). 

Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).

Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!

«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87). 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.

«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66). 

Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59). 

«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57). 

Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!

Στο τέλος είναι αναγκαίο να αναφέρουμε, ως ζωντανή και παραστατική εικονογράφηση των λόγων του αγίου δικαίου πατρός μας Ιωάννου της Κρονστάνδης περί του «πνεύματος του ψεύδους» στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό, το πώς οι ρωμαιοκαθολικοί πάστορες στις δυτικές μας επαρχίες διέδιδαν με ιδιαίτερο ζήλο τη συκοφαντία εναντίον του αγίου δικαίου Ιωάννου, ότι δήθεν είχε περάσει στον καθολικισμό και γι’ αυτό είχε δοξαστεί τόσο για τη διορατικότητά του και τα θαύματά του. Αυτή η συκοφαντία, παρά όλη την παραλογότητά της, επαναλήφθηκε και αργότερα. Το έτος 1932, στην πόλη Βίλνα, στο ιησουιτικό περιοδικό «Προς την ένωση», κάποιος πάστορας Σεμιάτσκι δεν ντράπηκε να δημοσιεύσει τις ακόλουθες γραμμές:
«Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης επιτελούσε πολλά θαύματα όσο ήταν καθολικός· αλλά μόλις αποκήρυξε τον καθολικισμό, η δύναμη της θαυματουργίας τον εγκατέλειψε».

Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:

«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν». 

Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:

«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)

📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.

Πηγή:
 https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/01/1979.html

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

ΝΙΚΑΙΑ – ΦΑΝΑΡΙ: Τί ἀκριβῶς συνέβη;

 

+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος

            Μεγάλος θόρυβος προκλήθηκε ἐσχάτως σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἐπετείου τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη (28-30 Νοεμβρίου).
            Ὁ Πάπας Ρώμης Λέων ΙΔ΄ καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Βαρθολομαῖος μὲ τὶς συνοδίες τους, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου εὐρύτερα, βρέθηκαν στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος.
            Τὸ γεγονὸς προβλήθηκε καὶ ἐπαινέθηκε ὡς ἱστορικῆς σημασίας μὲ ἰδιαίτερα θετικὸ τρόπο. Οἱ λόγοι περὶ ἑνότητος καὶ ἀγάπης, οἱ εἰκόνες καὶ σκηνὲς ἐναγκαλισμῶν, ἀσπασμῶν, ὅπως καὶ κοινῶν τελετῶν, προσευχῶν, ὑπογραφῶν, εὐλογιῶν, μηνυμάτων καὶ χειρονομιῶν εὐμενῶν ἔκαναν τὸν γῦρο τοῦ κόσμου καὶ ἐξέπεμψαν ἔντονες ἐντυπώσεις ἀπὸ κοσμικῆς καὶ συναισθηματικῆς πλευρᾶς.
            Ὅμως, ἀπὸ καθαρὰ πνευματικῆς σκοπιᾶς ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα τί ἐντύπωση προκάλεσαν; Βάσει τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κριτηρίου, ὅπως τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν θεολογία μας, τὴν ἱστορία μας, τὴν παράδοσή μας καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας, ποῦ μποροῦμε νὰ κατατάξουμε αὐτοὺς τοὺς ἑορτασμοὺς καὶ πῶς νὰ τοὺς ἀξιολογήσουμε καὶ χαρακτηρίσουμε;
            Ἤδη κάποιοι ἔχουν προβεῖ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς στὸ ἔργο αὐτὸ καὶ ὑπενθύμισαν ὅτι τηρήθηκαν τὰ ἴδια, ὅπως συνέβη καὶ σὲ ἐπισκέψεις Παπῶν στὸ Φανάρι τὶς προηγούμενες δύο δεκαετίες (2006, 2014) μὲ τὶς ἀντικανονικὲς συμπροσευχὲς καὶ συνδιακηρύξεις, ὅπως καὶ μὲ τὰ ἀτελῆ συλλείτουργα. Καὶ ὅτι αὐτὰ συνιστοῦν ἀπερίφραστα μέγα θεολογικὸ ψεῦδος. Διότι ἐπρόκειτο γιὰ συγκρητιστικὲς ἐκδηλώσεις πρὸς τὸ θεαθῆναι μὲ ἕναν καὶ μοναδικὸ σκοπό: αὐτὸν τῆς προωθήσεως καὶ ἑδραιώσεως τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
            Παπικοὶ καὶ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὅπως καὶ ἀντιπρόσωποι Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν καὶ λοιπῶν αἱρέσεων, ἐξέφρασαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο τρόπο τὴν ταύτισή τους στὸ Οἰκουμενιστικό τους ὅραμα. Κατ’ αὐτοὺς ὑπάρχει ἀγάπη, ὑπερτονισμὸς τῆς ἀγάπης, χωρὶς ὅμως Ἀλήθεια. Ὁμιλοῦν καὶ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους χωρὶς Ἀλήθεια, πρᾶγμα ἀφύσικο ὀρθοδόξως.

Α. Νίκαια – ἐπετειακὸς ἑορτασμὸς

            Ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ καταισχύνθηκε ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση, στὴν Νίκαια, ἐκεῖ ἔγινε συνεορτασμὸς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ Πρωτεῖο καὶ κυρίως μὲ τὸ Ἀλάθητό του συνιστᾶ καὶ ἐκπροσωπεῖ ἕναν θλιβερὸ Νεο-αρειανισμό, σύμφωνα μὲ τὸν Ὁμολογητὴ Πατέρα Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ τραγικὸ καὶ ἐπαίσχυντο!
            Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα μὲ ὅσα καινοφανῆ κηρύσσουν, πράττουν καὶ ὑπηρετοῦν, οὐσιαστικὰ διασχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς Πίστεως καὶ καταργοῦν τὴν Ἁγιοπατερικὴ τάξη καὶ εὐπρέπεια τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας.
            Οἱ θλιβερὲς αὐτὲς διαπιστώσεις δὲν εἶναι ὑπερβολικές. Ἡ μνήμη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καθόρισε καὶ ἐπιβεβαίωσε τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ ἀλήθεια ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς «ὡς προκάλυμμα γιὰ τὴν θόλωση τῶν δογματικῶν ὁρίων» (Μητροπολίτης Ζαπορίζιε Λουκᾶς, «Ρομφαία», 6-12-2025).
            Καὶ αὐτὸ γίνεται ἀκόμη πιὸ τραγικὸ ἀπὸ τὴν διαπίστωση ὅτι ἐπιδιώκεται ἑνότητα μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ λοιποὺς ἑτεροδόξους -παρὰ τὴν ἀπουσία τῆς Ἀληθείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχει πρωτίστως οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ἐπούλωση καὶ θεραπεία φοβερῶν διασπάσεων, οἱ ὁποῖες συνέβησαν παλαιότερα καὶ πρόσφατα ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς ἀποφάσεων καὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Θυμίζουμε τὸ Ἡμερολογιακὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ στὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως καὶ τὸ Οὐκρανικό.
            Εἶναι σημαντικὴ διαπίστωση, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει Μετάνοια καὶ διόρθωση τῶν ἐπταισμένων, μόνο πνευματικὴ σύγχυση προκαλεῖται καὶ ἐντείνεται. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, δυστυχῶς, χωρὶς νὰ διαφαίνεται λύση στὸν ὁρίζοντα.
            Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὀρθῶς παρατηρεῖται ὅτι «τὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν Νίκαια δὲν εἶναι ἁπλὸ πολιτιστικὸ δρώμενο· εἶναι σημεῖο πορείας. Καὶ ἡ πορεία δείχνει ὄχι πρὸς τὴν ὀρθόδοξη συνοδικότητα, ἀλλὰ πρὸς μία νέα μορφὴ Οὐνίας» (Μητρ. Ζαπορίζιε Λουκᾶς).
            Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, οἱ Οἰκουμενιστὲς πανηγυρίζουν γιὰ τὸ «μήνυμα ἑνότητας, καταλλαγῆς, ἀλήθειας καὶ ἀγάπης» ποὺ δῆθεν ἐκπέμφθηκε στὴν Νίκαια (Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἱστολόγιο «Panorthodox Synod», 29-11-2025).
            Βέβαια, οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀναγνωρίζουν ὅτι ὑπάρχουν «θεολογικὲς διαφορές» ποὺ δὲν μποροῦν νὰ παρακαμφθοῦν, ὅμως τονίζουν ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο «γιὰ νὰ ἐκφράσουν οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες τὴν ἑνότητά τους μέσα ἀπὸ ἕναν ἐποικοδομητικὸ λόγο στὴ σύγχρονη κοινωνία καὶ νὰ δώσουν ἀπαντήσεις στὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (Μεσσηνίας Χρυσόστομος).
            Ὁμολογοῦν δηλαδὴ ὅτι κάνουν τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅλων τῶν κατοπινῶν. Ἐκεῖνοι διεκήρυτταν καὶ διασφάλιζαν τὴν ἑνότητά τους στὴν βάση τῆς δογματικῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἐπιλύσεως ἀκόμη καὶ διοικητικῶν θεμάτων Κανονικῆς εὐταξίας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ αἰσθάνονται ἑνωμένοι μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ ἐκφέρουν κοινὸ λόγο οἰκοδομῆς ὡς ἀπάντηση στὰ προβλήματα, χωρὶς πρωτίστως νὰ συνομολογήσουν ἕνωση πίστεως καὶ ἀληθείας!

            Ὁ Κων/λεως Βαρθολομαῖος μίλησε στὴν Νίκαια γιὰ «ἱστορικὸ κοινὸ προσκύνημα», «γιὰ κοινὴ εὐλάβεια καὶ κοινὸ αἴσθημα ἐλπίδος» καὶ γιὰ παροχὴ «ζωντανῆς μαρτυρίας τῆς ἴδιας πίστεως ποὺ ἐξέφρασαν οἱ Πατέρες τῆς Νίκαιας»!
            Ὁ δὲ Πάπας Λέων, ἐκφραστὴς ἐκ τῆς θέσεώς του τοῦ Βατικανείου Ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ «παγκοσμίου ποιμένος», μίλησε γιὰ ἀνάγκη «παγκόσμιας συμφιλίωσης καὶ ἀδελφοσύνης» καὶ εὐχήθηκε «τὸ ἐπετειακὸ ὁρόσημο νὰ ἀποτελέσει ἀφετηρία νέων καρπῶν ἑνότητας, συμφιλίωσης καὶ εἰρήνης γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα»…
            Γίνεται σαφὲς ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς στὴν πραγματικότητα δὲν σχετίζονται μὲ τὴν Ἀλήθεια τῆς Νίκαιας, οἱ δὲ ἀπὸ κοινοῦ ἑόρτιες καὶ ἐπετειακὲς τελετές τους συνιστοῦν ἀντικανονικὲς καὶ ἀσεβεῖς πράξεις, ἀπομειωτικὲς τῆς ἀληθοῦς Πίστεως.

Β. «Κοινὴ Δήλωση» Πάπα καὶ Πατριάρχη

Screenshot

            Πάπας καὶ Πατριάρχης συνυπέγραψαν «Κοινὴ Δήλωση» στὸ Φανάρι, τὸ Σάββατο 29 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσα τάξη σὲ τέτοιες περιπτώσεις.
            Σὲ αὐτὴν θεωροῦν ὅτι ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ ὁμολογία μὲ αὐτὴν ποὺ ἐκφράσθηκε στὴν Νίκαια. Ἡ θέση αὐτὴ ἔχει διατυπωθεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὡς ἰδιαίτερα ἐξυπηρετικὴ στοὺς στόχους τους. Γιὰ παράδειγμα, ὁ τότε Μύρων Χρυσόστομος διεκήρυττε στὸ Φανάρι ὅτι «πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι συμπίπτουν καὶ συναντῶνται ἐπὶ τῆς αὐτῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 15-6-1981, σελ. 6).
            Τοῦτο ὅμως ἀμφισβητεῖται ἀφοῦ οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις κάθε πλευρᾶς εἶναι διαφορετικὲς ἔστω καὶ ἄν λεκτικῶς δύνανται νὰ ἀπαγγείλουν ἀπὸ κοινοῦ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο χωρὶς κάποια παραποίηση. Ὅμως, κοινὴ Τριαδολογία δὲν ὑπάρχει μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς λοιποὺς ἑτεροδόξους, οὔτε κοινὴ Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καὶ Σωτηριολογία στὸ φῶς βέβαια καὶ τῶν λοιπῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀλληλένδετες, ἀλληλεξαρτώμενες καὶ ἀλληλοσυμπληρούμενες.
            Κύριο σημεῖο τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: «Εἶναι κοινή μας ἐπιθυμία νὰ συνεχισθεῖ ἡ διαδικασία διερεύνησης μιᾶς πιθανῆς λύσης γιὰ ἀπὸ κοινοῦ τέλεση τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἑορτῶν κάθε ἔτος. Ἐλπίζουμε καὶ προσευχόμεθα ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ “ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ” (Κολ. 1, 9) νὰ δεσμευθοῦν στὴν διαδικασία ἐπιτεύξεως κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς λαμπρᾶς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».
            Ὁ ἀπὸ κοινοῦ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα, ὅπως σχολιάζεται, δύναται «νὰ ἐμπνεύσει νέα καὶ θαρραλέα βήματα» πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἑνότητος (“Voria.gr”, 10-12-2025).
            Οἱ Οἰκουμενιστὲς καὶ στὸ ζήτημα αὐτὸ διακρατοῦν τὸ ὅμοιο λανθασμένο σκεπτικό τους. Παρὰ τὶς διαφορὲς πίστεως, θεωροῦν ὅτι δύνανται ὄχι μόνο νὰ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους στὴν παροχὴ «κοινῆς μαρτυρίας», ἀλλὰ καὶ νὰ συνεορτάζουν τὶς ἑορτὲς –πρᾶγμα ποὺ συνέβη ἀκριβῶς μὲ τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924 βάσει τοῦ Πατριαρχικοῦ Διαγγέλματος τοῦ 1920, καὶ μάλιστα αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἅγιον Πάσχα.
            Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς ἐξέφρασαν ξεκάθαρα στὴν Β΄ Προσυνοδικὴ Διορθόδοξη Διάσκεψη στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης τὸ 1982 τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἀπὸ ὅλους τὸ λεγόμενο «νέο ὀρθόδοξο ἡμερολόγιο» ὡς ἀκριβέστερο τόσο γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς ὅσο καὶ γιὰ τὸ Πασχάλιο (βλ. ἀνάλυση στὸ βιβλίο μας: 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, Λάρισα 2024, σελ. 80-88).
            Αὐτὸ εἶναι ποὺ προβάλλει ὁ Κων/λεως Βαρθολομαῖος ὡς κοινὴ ἡμερομηνία «σύμφωνα πρὸς τὸ Πασχάλιο τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Αὐτὸ θὰ ὁλοκληρώσει καὶ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὸν Μελέτιο Μεταξάκη στὸ λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ 1923 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ποὺ ὁ Βαρθολομαῖος ἔχει φαίνεται ὄνειρο ζωῆς νὰ ἀποτελειώσει, ἄν βεβαίως τὸ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος.
            Ἀκόμη καὶ οἱ σχολιαστὲς κοσμικῶν ἐφημερίδων διαβλέπουν στὴν δήλωση περὶ «Κοινοῦ Πάσχα» τὴν «ἔνδειξη ἑνότητας», δηλαδὴ ὅτι «ἡ κοινὴ ἡμερομηνία θὰ ἀποτελεῖ ὁρατὸ σημεῖο σύγκλησης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν», καὶ ὅτι τοῦτο συνιστᾶ «βασικὸ κεντρικὸ ἄξονα μὲ ἄμεση παγκόσμια σημασία» (βλ. ἐφημερ. «δημοκρατία», 4-12-2025).
            Πάντως, ἐφ’ ὅσον δὲν προσδιορίσθηκε στὴν «Κοινὴ Δήλωση» κάτι τὸ συγκεκριμένο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, πέραν τῆς ἐπισημάνσεως καὶ τῶν εὐχῶν, σημαίνει ὅτι τὸ θέμα δὲν ἔτυχε ἀκόμη εἰδικῆς κοινῆς ἐπεξεργασίας. Προφανῶς, θὰ προσπαθήσουν ἐντὸς τοῦ 2026 νὰ προχωρήσουν σὲ κοινὴ συμφωνία, διότι ἔχει ἤδη ἐκφρασθεῖ ὅτι «Κοινὸ Πάσχα» ἐλπίζουν νὰ καθιερώσουν ἀπὸ τὸ ἔτος 2027 καὶ ἑξῆς.
            Στὴν «Κοινὴ Δήλωση» γίνεται ἐπίσης εὔφημος μνεία στὴν 60ὴ ἐπέτειο τῆς «ἱστορικῆς Κοινῆς Διακηρύξεως» Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ 1965, ἡ ὁποία «ἐξάλειψε τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ χαρακτηρίζεται ὡς «προφητικὴ χειρονομία».
            Ὀρθοδόξως, ἡ λεγόμενη «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» τίθεται στὸ πλαίσιο τοῦ ἐξουνιτισμοῦ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, ὅπως περιγράφουμε στὸ ἀναφερθὲν ἔργο μας (βλ. 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, σελ. 73-75).

            Ἐπίσης, στὴν «Κοινὴ Δήλωση» τοῦ Φαναρίου (29-11-2025) γράφεται ὅτι «ὅσοι διστάζουν σὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ διαλόγου νὰ ἀκούσουν προσεκτικὰ τὶ τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (Ἀποκαλ. 2, 29), τὸ ὁποῖο στὶς τρέχουσες περιστάσεις τῆς ἱστορίας μᾶς παρακινεῖ νὰ προσφέρουμε στὸν κόσμο ἀνανεωμένη μαρτυρία εἰρήνης, συνδιαλλαγῆς καὶ ἑνότητος».
            Ἔτσι οἱ Οἰκουμενιστές, βέβαιοι ὄντες ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνουν εἶναι ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσπαθοῦν ἀτυχῶς νὰ κάμψουν τὶς ἀντιστάσεις ὅσων εἶναι ἀκόμη διστακτικοί. Ἄν καὶ στὸ ἐνδεχόμενο ἑνὸς πραγματικοῦ Διαλόγου Ἀληθείας κατὰ τὸ Πατερικὸ ὑπόδειγμα οὐδεὶς ἀληθινὰ Ὀρθόδοξος θὰ εἶχε τὸν ὁποιονδήποτε δισταγμό. Ἡ ἀντίρρηση ἔγκειται τόσο στὸ πλαίσιο διεξαγωγῆς του (1980 ἑ.), ὅσο καὶ κυρίως στὴν ὅλη του Οἰκουμενιστικὴ προϋπόθεση καὶ στοχοθεσία.
            Οἱ ὑπογράφοντες τὴν «Κοινὴ Δήλωση» Πάπας καὶ Πατριάρχης, παραδέχονται ὅτι διεξάγεται καὶ θεολογικὸς διάλογος «στὴν διαδικασία ἐπαναπροσέγγισης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας», ὅμως παραδέχονται ὅτι στὴν διαδικασία περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα «ἀναγκαῖα στοιχεῖα», ὅπως «τῶν ἀδελφικῶν ἐπαφῶν, προσευχητικοῦ καὶ κοινοῦ ἔργου σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς τομεῖς ὅπου ἡ συνεργασία εἶναι ἤδη ἐφικτή».
            Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα: προτάσσουν αὐτὰ ποὺ ἕπονται, χωρὶς νὰ ἐπιλύσουν αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται!
            Θυμίζουμε ὅμως ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐλάλησε διὰ τῶν Ἱερῶν Συνόδων, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικὰ μὲ τὸν καθορισμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων ποὺ ἀντιλέγονται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδει τώρα «ἀνανεωμένη» ὁδηγία περὶ αὐτῶν προτρέποντας καὶ ἐπιτρέποντας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἦταν καὶ εἶναι μὴ ἀποδεκτά, μὴ ἐπιτρεπτὰ καὶ καταδικαστέα!
            Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δυστυχεῖς Οἰκουμενιστὲς ἐμπαίζονται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ ἐκλαμβάνουν τὶς ὑποδείξεις του, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὅτι εἶναι δῆθεν ὑποδείξεις θεῖες, ἀληθινὲς καὶ ἀναγκαῖες! Ὥστε καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἐξαπατῶνται οἰκτρῶς, ἀλλὰ νὰ συμπαρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ ὅσους τυχὸν τοὺς ἐμπιστεύονται καὶ τοὺς θεωροῦν ἀληθεῖς καὶ ἀξιοπίστους.

Γ. Θρονικὴ Ἑορτὴ Κωνσταντινουπόλεως

            Πρὶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», νωρὶς τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου 29 Νοεμβρίου, ὁ Πάπας Λέων ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, ὅπου ἐψάλη Δοξολογία καὶ ἀντηλλάγησαν μηνύματα.

            Ὁ Πάπας Λέων μνημονεύθηκε κανονικὰ ὡς Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀπὸ Πατριαρχικὸ Διάκονο, πρὶν ἀπὸ τὴν μνημόνευση τοῦ ἰδίου τοῦ Λατινόφρονος Πατριάρχου. Ἐπίσης, τοῦ ἐψάλη ἀπὸ τὸν Χορὸ «Πολυχρόνιον» σὰν σὲ κανονικὸ καὶ κοινωνικὸ Ἐπίσκοπο καὶ Προκαθήμενο. Ἀντηλλάγη ἀσπασμὸς καὶ ἔγινε συνευλόγηση τῶν παρευρισκομένων στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ χῶρο κοσμικοῦ θεάματος, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε εἶχε μολυνθεῖ γιὰ ἄλλη μία φορά. Οἱ πάντες καὶ οἱ πάσες μὲ ἐπαγγελματικὴ ἤ ἐρασιτεχνικὴ φωτογραφικὴ ἤ κινηματογραφικὴ συσκευή, συναγωνιζόμενοι καὶ συνωθούμενοι σὲ ἐκστατικὴ κατάσταση, προσπαθοῦσαν νὰ ἀπαθατίσουν τὶς «μοναδικὲς» κατ’ αὐτοὺς στιγμές. Καμία αἴσθηση ἱερότητος, κανένα ἴχνος συναισθήσεως. Ὅλα τὰ φῶτα στὰ «ἰνδάλματα», στοὺς «πρωταγωνιστὲς τοῦ δράματος», χωρὶς νὰ ἀφήνεται κανένα περιθώριο λατρείας καὶ τιμῆς στὸν οὕτως ἤ ἄλλως Μεγάλο Ἀπόντα: στὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό!
            Πρόκειται ὅμως γιὰ κάτι ποὺ ἔχει καθιερωθεῖ, γιὰ ἔθος Οἰκουμενικό. Ἐδῶ καὶ μιὰ ἑξηκονταετία ἰδίως λαμβάνει χώρα συνεχὴς λειτουργικὸς συγχρωτισμὸς σὲ πολλὰ ἐπίπεδα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους.

Γιὰ τοὺς ἐξουνιτισθέντες Οἰκουμενιστὲς τοῦτο εἶναι ἀπολύτως φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς διατυπωθείσης πίστεώς τους. Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμὸς γιὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, συναποτελοῦν «τὸ ἑνιαῖον σῶμα τοῦ Χριστοῦ» (περιοδ. «Ὀρθοδοξία», Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 1994, σελ. 444). Μαζί, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἔχουν -κατὰ Βαρθολομαῖον- κοινὴ εὐθύνη «ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 499/31-12-1993, σελ. 6). Θυμίζουμε ἄλλωστε ὅτι μυστηριακὴ ἀλληλο-αναγνώριση συνέβη ἐπίσημα καὶ στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου τους στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 1993, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχουν ἐπιλυθεῖ τὰ θέματα πίστεως τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι τοὺς χωρίζουν.
            Θυμίζουμε καὶ πάλι ὅτι κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Κανονικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση τοῦτο εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἀπαράδεκτο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες Βασίλειος ὁ Μέγας καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, γιὰ παράδειγμα, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις, θεωροῦν μία τέτοιου εἴδους κοινωνία «ὀλέθρια» καὶ «ψυχοφθόρα».
            Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἁγιορεῖτες Πατέρες τὸν ΙΓ΄ αἰ., σὲ ἐπιστολή τους πρὸς τὸν Λατινόφρονα Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο, τονίζουν ὅτι «μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτὸ (τὸ ὄνομα κακοδόξου ἐπισκόπου στὴν Θ. Λειτουργία) κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ἄν οἱ Λατινόφρονες δὲν μνημονεύονται, ἀλλὰ ἡ ἀναφορά τους μολύνει τὸν ἀναφέροντα ἔστω καὶ ἄν εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Λατίνων καὶ Λατινοφρόνων Πάπας Ρώμης δύναται νὰ μνημονεύεται;!
            Δηλαδή, 650 χρόνια μετὰ τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολή, ὅταν ὁ Παπισμὸς δογμάτισε τόσες ἄλλες κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ τὴν καταδικασθεῖσα Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμισή του τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., μπορεῖ νὰ μνημονεύεται στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ του χωρὶς καμία ἐπίπτωση; Χωρὶς νὰ προξενεῖται κανένας πλέον μολυσμὸς καὶ χωρὶς κανένα ψυχικὸ κόστος;
            Θεωροῦμε ὅτι ὅποιος καὶ διὰ τῆς ἐνόχου σιωπῆς του καταπίνει τὶς πικρὲς ἀλήθειες ποὺ ἐξάγονται αὐτονόητα ἀπὸ ὅλα αὐτά, αὐτὸς καθίσταται συνένοχος στὸν Λατινισμὸ τοῦ Πατριάρχου του καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. Ὁ μολυσμὸς τῆς νέας αὐτῆς Οὐνίας ἔχει καταμολύνει τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅσοι ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὸ πασιφανὲς τοῦτο, ὅσοι παρὰ ταῦτα νομίζουν ὅτι πλέουν σὲ πελάγη ψυχικῆς εὐεξίας καὶ ἀνατάσεως, σημαίνει ὅτι ἔχουν φθάσει σὲ ἀξιοθρήνητη πνευματικὴ ἀναισθησία, ἀπὸ τὴν ὁποία εἴθε νὰ μᾶς φυλάξει ὁ Κύριος!


            Ἐπιστρέφοντες στὰ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς, λέγουμε ὅτι μετὰ καὶ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος παρέστη ἐπισήμως μετὰ μανδύου ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα σὲ λειτουργία ποὺ τέλεσε ὁ Πάπας Λέων γιὰ τοὺς Παπικοὺς ποὺ ζοῦν στὴν Τουρκία σὲ στάδιο τῆς Πόλεως.

            Εἶχε προηγηθεῖ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου «Οἰκουμενικὴ Συνάντηση προκαθημένων καὶ ἐκπροσώπων ἐκκλησιῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν νεόδμητο Συροϊακωβιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, στὸ προάστιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου».

            Τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, 30 Νοεμβρίου, τελέσθηκε πατριαρχικὸ συλλείτουργο στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τοῦ Πάπα Λέοντος παρισταμένου στὸ Ἀντίθρονο σὲ περίοπτη θέση. Ἀντηλλάγη λειτουργικὸς ἀσπασμὸς στὸ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» μεταξὺ Πατριάρχου καὶ Πάπα, ὅπως καὶ μεταξὺ τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Πάπα. Ὁ Πάπας ἀπήγγειλε λατινικὰ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ («Πάτερ ἡμῶν»).

            Στὸ τέλος ἀντηλλάγησαν μηνύματα, ἐψάλησαν καὶ πάλι τὰ Πολυχρόνια Πάπα καὶ Πατριάρχου καὶ ἀκολούθησαν ἀσπασμοὶ καὶ συνευλογίες πρὸς τὸ ἐκκλησίασμά τους. Τέλος, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου εὐλόγησαν τοὺς παρισταμένους. Ἀκολούθησε ἐπίσημο γεῦμα στὴν πατριαρχικὴ τράπεζα.

            Οἱ Οἰκουμενιστὲς συνευωχούμενοι προχωροῦν ἀκάθεκτοι στὴν ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογὴ τῶν σκοπῶν τους, σοβαρᾶς ἀντιστάσεως μὴ ὑπαρχούσης…

Δ. Δικαιολογίες ἐξαπατήσεως

            Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ σθεναρὴ ἀντίδραση ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταιγιστικῆς ἀντορθοδόξου πραγματικότητος, ἐν τούτοις τέτοιο πρᾶγμα δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει. Ὅταν ἡ Ἀλήθεια τῆς πίστεως καταπατεῖται καὶ περοφρονεῖται τόσον σκαιῶς, ὅταν αὐτὴ συσκοτίζεται καὶ χάνεται, ἡ κατὰ Θεὸν ἀντίσταση εἶναι μονόδρομος. Πρόκειται γιὰ καίριο ζήτημα πνευματικῆς ἐπιβιώσεως, μαρτυρίας καὶ εὐθύνης.
             Ὅμως, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ εὐρύτερα, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζουν ὅλα ὅσα συνέβησαν μετὰ πάσης λεπτομερείας, παρουσιάζουν τὶς ἑξῆς κύριες τάσεις:
            α. Αὐτὴν τῆς αἰδήμονος σιωπῆς, τουλάχιστον δημοσίως, τοῦ ἀπολύτου στρουθοκαμηλισμοῦ, ποὺ συνιστᾶ ὅπως τονίσαμε συνενοχή. Ἐπικρατεῖ ἐκκωφαντικὴ προσποίηση ὅτι δὲν συνέβη καὶ δὲν συμβαίνει κάτι τὸ ὁποῖο νὰ τοὺς ἀφορᾶ. Σὰν νὰ ὑπάρχει μία ἄλλη πραγματικότητα, ἕνα παράλληλο σύμπαν, ὅπου ὅλα ἔχουν καλῶς καὶ βαίνουν ἀσφαλῶς!…

            β. Ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ εἴτε λόγῳ συνειδησιακοῦ ἐλέγχου εἴτε λόγῳ πιέσεως ἀπὸ τὸ περιβάλλον τους, προσπαθοῦν δυστυχῶς νὰ δικαιολογήσουν τὰ ἀδικαιολόγητα γινόμενοι δημοσίως οἰκτρὰ καταγέλαστοι.
            Ἔτσι, ἄλλοι διατείνονται ὅτι ὁ Πάπας μετέβη στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι σὰν ἀρχηγὸς κράτους, διότι ἔχει καὶ αὐτὴ τὴν ἐξαμβλωματικὴ ἰδιότητα, καὶ ἔτσι ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο παρὰ ὡς Προκαθήμενος Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα «Ἀδελφῆς»!
            Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἁπλῶς γίνεται διάλογος ἤ δηλώσεις καὶ ἐνέργειες «ἀπὸ ἀγάπη», ἀκόμη καὶ στὰ περὶ Κοινοῦ Πάσχα, χωρὶς ὅμως ἀντίκρισμα στὴν πραγματικότητα.
            Ἄλλοι ἐπιμένουν ὅτι δὲν ἔγινε πλῆρες συλλείτουργο, ἀφοῦ δὲν ἔφθασαν σὲ κοινὸ ποτήριο, καὶ ἄρα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ταραχὴ καὶ ἀνησυχία. Δηλαδή, σὰν νὰ ἔχουμε ἕνα ἀστεφάνωτο ζευγάρι ποὺ ἐπιτελεῖ ὅλα τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ πέραν τοῦ «συγκυλισμοῦ», ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν «ὁλοκληρώνει» πλήρως, ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κατηγορήσουμε, οὔτε νὰ τοῦ προσάψουμε σοβαρὴ εὐθύνη! Ἁπλῶς χαριεντίζεται ἀπὸ ἀγάπη! Τί θὰ ἔλεγαν οἱ Πνευματικοί; Πρόκειται γιὰ κάτι ἀθῶο καὶ ἀκατηγόρητο; Ἀλήθεια, ἀπέμεινε σὲ κάποιους ἴχνος σοβαρότητος;! Ζητοῦμε συγγνώμην γιὰ τὴν ἀναλογία, ἀλλὰ πῶς ἀλλιὼς νὰ παραστήσουμε τὸ ἔκτροπο;
            Ἄλλοι τονίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως εἶναι Μία, ἡ Ὀρθόδοξη, καὶ ἄρα δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ ἐπιστρέψουν ἐν μετανοίᾳ γιὰ νὰ ἑνωθοῦν σὲ αὐτήν. Συμφωνοῦμε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη θέση, ἀλλὰ ὅσοι ἐν ὄψει ὅσων συμβαίνουν λέγουν ἀφελῶς τὴν δική τους αὐτὴ θεωρία, θὰ πρέπει νὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους καὶ νὰ ἀντικρίσουν τὴν ζοφερὴ πραγματικότητα ὡς πρὸς τὸν χῶρο ποὺ βρίσκονται.
            Ἄλλοι βεβαιώνουν ὅτι ἀρκοῦνται νὰ προσεύχονται καὶ νὰ τελοῦν τὴν Θ. Λειτουργία, χωρὶς ὅμως νὰ ἐνδιαγέρονται γιὰ τὸ μνημόσυνο τῶν «ἀμνημονεύτων». Αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμη τους δὲν ἔχει σημασία οὔτε κάποια σοβαρὴ ἀρνητικὴ ἐπίπτωση. Ἐν τούτοις, εἴδαμε ὅτι ἄλλα κηρύσσει καὶ ὁμολογεῖ ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία.
            Συναφῶς, ἄλλοι λέγουν ὅτι χρειάζεται προσευχὴ γιὰ τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς σὲ ἑνότητα βέβαια μαζί τους, μήπως καὶ ἀνανήψουν. Προσευχὴ ὑπὲρ μετανοίας τους ναί, ἀλλὰ προσευχὴ μαζί τους καὶ σὲ κοινωνία μὲ αὐτοὺς ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐπαναφέρει στὴν Ἀλήθεια, ἀλλὰ ἀντιθέτως μιαίνει τοὺς ὀρθοδόξους στὸ φρόνημα, οἱ ὁποῖοι νομίζουν σφαλερῶς ὅτι μποροῦν νὰ συνδυάσουν τὰ ἀσυνδύαστα καὶ νὰ συμμετέχουν ἀκίνδυνα σὲ πράγματα ἀντιθετικὰ καὶ ἀλληλο-αποκλειόμενα.
            Ἄλλοι ἐπικαλοῦνται τὴν στάση ἐπιφανῶν Γερόντων προηγουμένων δεκαετιῶν, γιὰ δῆθεν ἀνοχὴ τῶν αἱρετιζόντων, ἄν καὶ γνωρίζουν τὴν ἀντι-οικουμενιστική τους στάση, ὅπως καὶ τὴν κατὰ πολὺ χειροτέρευση τῶν Οἰκουμενιστῶν κατὰ τὶς τελευταῖες τρεῖς δεκαετίες. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκὲς ἄλλοθι μιὰ τέτοια ἐπιλεκτικὴ ἐπίκληση, ἡ ὁποία γίνεται σκόπιμα γιὰ ἀπόσβεση καὶ ὄχι γιὰ ἀνόρθωση τοῦ ἀγωνιστικοῦ ζήλου ὑπὲρ πίστεως. Ἀγῶνας σωτηρίας σοβαρὸς σὲ τέτοια βοῶσα πνευματικὴ κατάντια δὲν ἐπιτελεῖται.
            Ἄλλοι πάλι ἐπικαλοῦνται τὸ «μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε» τοῦ Κυρίου, σὰν νὰ μὴ γνωρίζουν τὸν Πατερικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ στὰ θἐματα τῆς πίστεως.
            Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοιά τους ἀποτελοῦν ὑπεκφυγὲς καὶ στεροῦνται ὀρθοδόξου θεμελιώσεως καὶ σοβαροῦ Ἁγιοπατερικοῦ καὶ Ἱεροκανονικοῦ ἐρείσματος.

            Ὑπάρχουν βέβαια καὶ οἱ ὀλίγοι ἀντιδρῶντες (μόνον ἕνας ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς!), οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται ἐπὶ τοῦ παρόντος σὲ γνωστὸ «χαρτοπόλεμο», θεωροῦντες ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου λήγει τὸ καθῆκον τους. Τοῦτο δείχνει μὲν κάποια εὐαισθησία, ἀλλὰ παράλληλα ἀπογοητεύει, ἐφ’ ὅσον ἐξαντλεῖ τὸν ἀγῶνα σὲ μία γραπτὴ ἀντίρρηση, χωρὶς περαιτέρω συνέχεια, πρᾶγμα ὄχι ἰδιαίτερα ἐνοχλητικὸ καὶ καθοριστικὸ γιὰ τοὺς παραβάτες τῆς πίστεως.
            Δὲν θὰ παραλείψουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὑπάρχουν σίγουρα καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ποὺ ὁ Κύριος γνωρίζει, οἱ ὁποῖες σιωπηρῶς, χωρὶς θλιβερὲς δικαιολογίες καὶ πολυλογίες, ὀδυνῶνται πραγματικῶς καὶ εὔχονται εἰλικρινῶς περὶ τοῦ πρακτέου. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ τὶς εἰσακούσει καὶ νὰ δώσει πληροφορία λυτρωτική!


            Ἐμεῖς, χωρὶς καμία διάθεση ὑπεροχῆς αὐτο-εξυψωτικῆς ἤ σκληρῆς καταδίκης τῶν ἄλλων, θυμίζουμε ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα Πίστεως ἀπὸ τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ καὶ ἡ κατάργηση τοῦ κηρύγματος τῆς Μετανοίας. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀρκεῖται στὴν εἰρηνικὴ ἀλληλο-αναγνώριση, ἀλληλο-αποδοχὴ καὶ ἀδιατάρακτη ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ καὶ ὄχι στὴν ὁπωσδήποτε ἑνωτικὴ συγχώνευση.
            Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νοθεύεται ἡ Θεανθρώπινη Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ κίνδυνος τῆς ψυχικῆς ἀπωλείας.
            Δὲν πρόκειται γιὰ «διαλόγους» οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἀπέτυχαν ἤ καρκινοβατοῦν, ἀλλὰ γιὰ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὰ συνεχῆ συνθήματα γιὰ εἰρήνη, ἑνότητα, ἀγάπη καὶ ἀδελφοσύνη ἀποδεικνύουν ἁπλῶς τὴν ἐγκόσμια προοπτικὴ τῆς παρούσης αἱρέσεως. Ἀποτελοῦν γυμνὲς καλολογίες καὶ ὡραιολογίες, ἐπιφανειακοὺς ὅρους καλῆς θελήσεως, χωρὶς σφραγῖδα Ἁγιοπνευματική.
            Ὅσοι ξεγελοῦν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους μὲ δικαιολογίες στερούμενες θείας ἐπιμαρτυρίας, τίθενται σαφῶς ἐκτὸς τῆς ἀγωνιζομένης κατὰ τῆς αἱρέσεως Ὀρθοδοξίας, ὡς ἀρνούμενοι τὸ θεῖον ἄθλημα τῆς κατὰ Θεὸν Ὁμολογίας ἔργῳ καὶ λόγῳ, πρᾶγμα πρώτιστης σημασίας σήμερα.
            Εὐχόμαστε ἡ θεία Χάρις νὰ στηρίζει τοὺς ἀγωνιζομένους καλῶς καὶ θεοφιλῶς στὸν Ἀγῶνα τῆς πίστεως ἕως τέλους. Νὰ καλέσει στὴν ὀρθὴ ὁδὸ τοὺς ἀναποφασίστους καὶ τοὺς προβληματιζομένους καὶ νὰ κατατροπώσει τὴν αἵρεση αὐτὴ τῶν ἐσχάτων, ἡ ὁποία συνιστᾶ καταφανῶς τὴν Ἀποστασία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς φυλάξει καὶ νὰ μᾶς σώσει στὴν Βασιλεία Του! Ἀμήν.

Λάρισα, 30-11/13-12-2025
Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου 

Πηγή