ήτοι απαντήσεις εις όσα λέγουν, διαδίδουν και γράφουν οι Φιλο-οικουμενισταί εναντίον των σημερινών Ομολογητών, κληρικών και λαϊκών, της Ορθοδόξου Πίστεως.

Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιορείτου
[σ.σ. Αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες την σύντομη αυτή περιεκτική μελέτη συγχρόνου σεβαστού ασκητού Αγιορείτου Πατρός, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1995 και επανεκδόθηκε το 2016, λόγω της σπουδαιότητος και επικαιρότητός της. Η παρούσα συνέχεια είναι η τελευταία]
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΔ΄
Πολλοί κληρικοί και λαϊκοί Φιλο-οικουμενισταί, μη έχοντες Πατερικές μαρτυρίες δια να στηρίξουν την στάσιν των, καταφεύγουν σε προσωπικές «πληροφορίες» λέγοντας: Κάναμε προσευχή και δεν πληροφορηθήκαμε ότι πρέπει να διακόψουμε την επικοινωνία και το μνημόσυνον των Οικουμενιστών.
Άλλο και τούτο αφελές επιχείρημα· λες και τώρα αποκαλύφθηκε η πίστις μας και μας χρειάζεται ειδική πληροφορία εις το τι πρέπει να κάνουμε όταν αυτή προδίδεται. Και αν ημείς που διεκόψαμε κάθε πνευματικήν σχέσιν μετά των Οικουμενιστών, είπωμεν ότι μετά προσευχής λάβαμε πληροφορίαν, ότι είναι σωστόν και αρεστόν εις τον Κύριόν μας αυτό που κάνουμε, τι έχουν να είπουν; Διατί η δική τους πληροφορία να είναι αληθής και όχι η δική μας; Ποίον είναι το κριτήριον των πληροφοριών; Δεν αντιλαμβάνονται πως η προσωπική πληροφορία είναι κάτι το υποκειμενικό και δεν δύναται να σταθή ως επιχείρημα; Τι το επικαλούνται;
Ημείς μελετώντες τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, δεν ευρήκαμε κανένα από τους αγίους Πατέρας που ομιλούσαν να επικαλείται ιδίαν πληροφορίαν και να λέγη ότι, κατά την εμήν πληροφορίαν αυτό το θέμα που συζητούμε είναι έτσι και έτσι. Κανείς δεν είπε κάτι τέτοιον, αλλά όλοι τους επεκαλούντο Γραφικές και Πατερικές μαρτυρίες δια να αποδείξουν την αλήθειαν. Αλλοίμονον, αν η Εκκλησία μας δια τα θέματα της πίστεως, εστηρίζετο εις τις προσωπικές πληροφορίες του Α ή του Β πιστού.
Ας μελετήσουμε την Αγίαν Γραφήν, τους ιερούς Κανόνας και τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας και από εκεί θα μάθουμε ποία πρέπει να είναι η στάσις μας έναντι των αιρετικών και αλλοθρήσκων.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΕ΄
Οι Φιλο-οικουμενισταί, αποτρέπουν τους υποτακτικούς και τα πνευματικά των τέκνα να διαβάζουν το ιερόν Πηδάλιον, λέγοντας ότι, το βιβλίον αυτό είναι μόνον δια τους Επισκόπους και πνευματικούς και όχι δια τους μοναχούς και λαϊκούς.
Το τονίζουν αυτό κατά κόρον, δυστυχώς, οι άνθρωποι αυτοί, με αποτέλεσμα να υστερούν από πολλούς ανθρώπους την γνώσιν των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας.
Την απάντησιν, αν πρέπει να διαβάζουν το ιερόν Πηδάλιον ή όχι, όλοι ανεξαιρέτως οι χριστιανοί κληρικοί και λαϊκοί, μας την δίδει ο ίδιος ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που με πολλούς κόπους έγραψε αυτό το βιβλίον. Ας τον ακούσωμεν: «Επιστράφου λοιπόν Ιακώβ, και επιλαβού αυτής». Επιστράφητε Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Ιερείς, Κληρικοί και Μοναχοί, και λοιποί άπαντες πνευματικοί πατέρες και εν Χριστώ αδελφοί, και επιλάβεσθε της Βίβλου ταύτης με τα δύο χέρια σας. «Πορεύεσθε προς την λάμψιν του φωτός αυτής ίνα φωτισθήτε φωτισμόν γνώσεως αιώνιον»… Προθήτω δε και τα εξής του Βαρούχ· «Μακάριοι εσμέν Ισραήλ, ότι τα αρεστά τω Θεώ ημίν γνωστά εστί». Μακάριοι εστέ χριστιανοί αδελφοί, ότι δια της βίβλου ταύτης ηξιώθητε να γνωρίσητε τα ευάρεστα τω Θεώ Πατρικά και Συνοδικά παραγγέλματα… Δέξασθε λοιπόν υπτίαις χερσί την πολυωφελή και μεγαλοφελή ταύτην βίβλον, και την ευθύς μετά τας αγίας Γραφάς, αναγκαίαν ταύτην γραφήν, άπασαι αι του Χριστού Εκκλησίαι δέξασθε. Ο λαός ο αμαθής και νήπιος, ο πριν εν σκότει της αγνωσίας των Ιερών Κανόνων καθήμενος, ίδε το μέγα τούτο της επιγνώσεως και φωτίσθητι…» (Πρόλογος Ιερού Πηδαλίου).
Και ο μακαρίας μνήμης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος Ζ΄, με το σκεπτικόν της κοινής ωφελείας όλων των πιστών χριστιανών, ενέκρινε δια της πατριαρχικής του υπογραφής και εσύστησε την υπέροχον ταύτην βίβλον.
Βλέπουμε λοιπόν πως και ο συγγραφεύς του Ιερού Πηδαλίου και ο Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ΄ όστις Συνοδικώς ενέκρινε αυτό, ένα και μοναδικόν σκοπόν είχον· το πώς θα γίνουν γνωστοί οι ιεροί Κανόνες εις τους απλούς χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς.
Διατί άραγε οι Φιλο-οικουμενισταί δεν επιτρέπουν εις τα πνευματικά των τέκνα να μελετούν την ιεράν ταύτην βίβλον, ενώ θα έπρεπε να τους το επιβάλλουν; Διότι, όπως πρέπει να μελετούμε την αγίαν μας Γραφήν «ημέραν και νύκτα», έτσι να μελετούμε και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, που είναι η γνησία Ιερά Παράδοσις Αυτής.
Διατί, λοιπόν, θέλουν να κρατούν τους υποτασσομένους εις αυτούς, εις το σκότος της αγνωσίας; Δι’ ημάς μία απάντησις υπάρχει· δια να μην τους ελέγχουν, όταν αυτοί τους παραβαίνουν. Ένας πνευματικός Πατήρ που προσπαθεί όσον το δυνατόν να τηρή τους ιερούς Κανόνας, ασφαλώς δεν έχει κανέναν λόγον να εμποδίζη κάποιον που θέλει να τους διαβάζη.
Ημείς φρονούμεν πως σήμερα που υπάρχει τόση μεγάλη πνευματική κατάπτωσις είναι απαραίτητον και επιβεβλημένον να διαβάζεται καθημερινώς και το ιερόν Πηδάλιον της Εκκλησίας μας.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΣΤ΄
Το Πατριαρχείον, διατείνονται οι Φιλο-οικουμενισταί, βρίσκεται σήμερα σε πολύ δύσκολη θέση, δι΄ αυτό δεν πρέπει ημείς να καταφερώμεθα εναντίον του και ν΄ αποκοπτώμεθα εξ αυτού. «Κάλαμον τεθλασμένον ου συντρίψει και λίνον καπνιζόμενον ου σβέσει», λέγει η Γραφή.
Να λοιπόν που οι Φιλο-οικουμενισταί, βρήκαν και αγιογραφικόν χωρίον, δια να στηρίξουν την πλάνην τους! Ας εξετάσουμε όμως να ιδούμε αν το χωρίον αυτό έχη σχέσι με αυτά που θέλουν να υποστηρίξουν.
Το χωρίον αυτό είναι του προφήτου Ησαϊου (μβ΄ 3), και αναφέρεται εις τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Το παρέθεσεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (Ματθ. ιβ΄ 16-20), μετά από περιγραφήν πολλών θαυμάτων του Κυρίου μας. «Και ηκολούθησαν αυτώ όχλοι πολλοί, γράφει ο Ευαγγελιστής, και εθεράπευσεν αυτούς πάντας, και επετίμησεν αυτοίς ίνα μη φανερόν ποιήσωσιν αυτόν, όπως πληρωθή το ρηθέν δια Ησαϊου του προφήτου λέγοντος: Ιδού ο παις μου, ον ηρέτισα ο αγαπητός μου, εις ον ευδόκησεν η ψυχή μου· θήσω το πνεύμα μου επ΄ αυτόν και κρίσιν τοις έθνεσιν απαγγελεί· ουκ ερίσει ουδέ κραυγάσει, ουδέ ακούσει τις εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού. Κάλαμον συντετριμμένον ου κατεάξει, και λίνον τυφόμενον, ου σβέσει, έως αν εκβάλη εις νίκος την κρίσιν και τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσι».
Δηλαδή με λίγα λόγια ο Προφήτης λέγει, ότι ο Χριστός, ανθρώπους τσακισμένους από τας πικρίας της ζωής και το βάρος της αμαρτίας, που κινδυνεύουν να χάσουν κάθε ελπίδα σωτηρίας των, όχι μόνον δεν θα τους απογοητεύση, αλλά θα τους ενθαρρύνη να δεχθούν τον νόμον και την σωτηρίαν που τους δίδει και θα εξέλθουν νικηταί.
Βλέπουμε λοιπόν ότι το χωρίον αυτό, και ο προφήτης Ησαϊας και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το επεκαλέσθηκαν δια να μας φανερώσουν πόσον «πράος και ταπεινός τη καρδία» και συγκαταβατικός ήταν -και είναι- ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, εις ανθρώπους που υποφέρουν από διάφορες ασθένειες σωματικές, και όχι εις αυτούς που διαστρέφουν την Ορθόδοξον πίστιν, αυτήν την αλήθεια του Ευαγγελίου!
Αυτός ο πράος και γλυκύς μας Ιησούς, όταν ωμιλούσε δια το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, και μερικοί αντιδρώντες στους λόγους Του έφυγαν λέγοντες: «σκληρός εστίν ο λόγος· τις δύναται αυτού ακούειν;», δεν έκανε καμμίαν συγκατάβασιν. Λαβών δε αφορμήν από την αποχώρησιν εκείνων είπεν εις τους δώδεκα μαθητάς Του, «μη και ημείς θέλετε υπάγειν»; (Ιωάν. στ΄ 67). Εις άλλην περίπτωσιν ο Κύριός μας εχρησιμοποίησε φραγγέλιον, «και εξέβαλε πάντας εκ του ιερού, και των κολλυβιστών εξέχεε το κέρμα και τας τραπέζας ανέτρεψε» (Ιωάν. Β΄ 15). Την ιδίαν στάσιν έναντι των αιρετικών ετήρησαν οι άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Πατέρες μας.

Θα πρέπει να καταλάβετε, αγαπητοί μας, ότι άλλο πράγμα είναι οι προσωπικές αδυναμίες και τα πάθη του κάθε ανθρώπου, εις τα οποία πρέπει να δεικνύωμεν συγκατάβασιν και κατανόησιν, και άλλο η αιρετική διδασκαλία. Εις τους αιρετικούς δεν δύναται να υπάρξη καμμία επιείκεια, εφ΄ όσον παραμένουν εις την πλάνην τους˙ «αιρετικόν άνθρωπον μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού», παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος εις τον μαθητήν του απόστολον Τίτον (γ΄ 10).
Ο δε μαθητής της αγάπης Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει εις την δευτέραν καθολικήν του επιστολήν: «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν (ορθήν διδασκαλίαν) ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε».
Οι άγιοι Πατέρες μας δια των Οικουμενικών Συνόδων αναθεμάτισαν όλους τους αιρετικούς. Ούτε μέσα εις Ναόν Ορθοδόξων δεν επιτρέπουν να εισέρχωνται οι αιρετικοί, εάν επιμένουν εις την αίρεσίν των (ΣΤ΄ Κανών Λαοδικείας). Αυτήν την στάσιν ας τηρήσουμε και ημείς, αν θέλουμε να είμεθα τέκνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αγίων μας.
ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΖ΄
Όλοι αυτοί, λέγουν οι Φιλο-οικουμενισταί, που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν με τους Οικουμενιστάς, είναι άνθρωποι ταραχοποιοί, εστερημένοι αγάπης και ταπεινώσεως.
Αυτά και άλλα περισσότερα λέγουν οι άνθρωποι, δια να δυσφημίσουν αυτούς που σηκώνουν τον Σταυρόν της Ομολογίας. Και τι να είπουν; Αφού δεν έχουν Γραφικές και Πατερικές μαρτυρίες δια να στηρίξουν την θέσιν των, καταφεύγουν σε ύβρεις, και συκοφαντίες. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι νέον. Όλοι οι αιρετικοί με παρομοίας μεθόδους προσπαθούσαν να πλήξουν τους Ορθοδόξους. Πολλές φορές, όταν είχαν τα μέσα, χρησιμοποιούσαν και την βίαν. Αλλά και σήμερα, όταν υπάρχει συνδρομή της κρατικής εξουσίας, αυτό γίνεται. Παράδειγμα, ο βάναυσος τρόπος που εξεδίωξαν από την Σκήτην του Προφήτου Ηλιού εις το Άγιον Όρος, τους εκεί μοναχούς (6 Μαϊου 1992).
Μας κατηγορούν, λοιπόν, ως εστερημένους αγάπης, υπερηφάνους και ταραχοποιούς. Ναι, δεν αρνούμεθα αγαπητοί μας, ότι υστερούμεν κατά πολύ, και δεν έχουμε φθάσει εις τα μέτρα των μεγάλων αυτών αρετών, αλλά προσπαθούμε με την χάριν του Θεού, αναλογιζόμενοι την ευτέλειάν μας, να αγαπήσωμεν πρώτον τον Δημιουργόν και Πλάστην μας και κατόπιν όλους τους ανθρώπους ως εικόνας του Θεού. Διότι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι άνευ ταπεινώσεως και αγάπης δεν δυνάμεθα να έχουμε ουδεμίαν σχέσιν με τον Κύριόν μας.
Ποίος δεν γνωρίζει τον υπέροχον ύμνον προς την αγάπην του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. ιγ΄ 1-13); Καθώς και όσα δι΄ αυτήν έγραψεν ο μαθητής της αγάπης Ιωάννης ο Θεολόγος, αλλά και όλοι οι άγιοί μας; Ή ποίος δεν γνωρίζει τα όσα έχουν γραφεί δια την υψοποιόν ταπείνωσιν, η οποία κατά τους αγίους Πατέρας μας είναι ο θρόνος της αγάπης και όλων των άλλων αρετών;
Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν τα πράγματα αλλάζουν. Αυτοί οι ίδιοι οι άγιοί μας που εξύμνησαν τόσον την αγάπην και ταπείνωσιν και ησυχίαν, μας εδίδαξαν «να φεύγωμεν τους αιρετικούς ως φεύγει τις από όφεως». Μετεχειρίσθησαν δε και γλώσσαν πολύ βαρείαν εναντίον των, αποκαλέσαντες αυτούς: ληστάς, δολίους, πανούργους, λυσσώντας και μαινομένους, όφεις δηλητηριώδεις, εναγείς και αλάστορας, κύνας, λύκους βαρείς, αναιδείς, αντιχρίστους κ.λ.π. Επίσης μας εδίδαξαν να μην υπακούωμεν εις αυτούς «όταν τι εναντίον τη του Χριστού εντολή παραφθείρον ή μολύνον αυτήν εταχθώμεν παρά τινος, καιρός ειπείν τότε πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Μέγας Βασίλειος, Λόγ. Ασκητ. Α΄, Πατερ. Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσ. 1973, τομ. 8, σελ. 125).
Ακόμη δε μας εδίδαξαν να μη σιωπώμεν και ησυχάζωμεν όταν η πίστις κινδυνεύει· «εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως» (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης, PG 99, 1321), διότι κατά τον ίδιον: «έργον μοναχού (εστίν) μηδέ το τυχόν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε δια τους μοναχούς της εποχής του: «τούτο ου φέρουσιν επιεικείς είναι, Θεόν προδιδόναι δια της ησυχίας, αλλά και λίαν εισίν ενταύθα πολεμικοί τε και δύσμαχοι (ακαταμάχητοι), τοιούτον γαρ η του ζήλου θερμότης…».
Ο δε άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει: «εάν όμως ο λόγος και η υπόθεσις είναι περί πίστεως και παραδόσεων της Εκκλησίας μας τότε και ο πλέον ειρηνικός και ήσυχος πρέπει να πολεμή υπέρ αυτών» (Αόρατος Πόλεμος, μέρος Β΄. κεφ. ιθ, σημ. Ι).
Είναι τόσες οι αγιογραφικές και Πατερικές μαρτυρίες, που αναφέρουν ότι δεν πρέπει να υπακούωμεν εις όσους μας προστάσσουν κάτι που είναι εναντίον της εντολής του Θεού, καθώς και να μη σιωπούμεν και ησυχάζωμεν όταν η πίστις κινδυνεύει, που θα εχρειάζετο ολόκληρος τόμος να τις παραθέση κανείς όλες.
Δεν υστερείται λοιπόν αγάπης και ταπεινώσεως, ως και ησυχαστικής και ειρηνικής διαθέσεως, αυτός ο οποίος διακόπτει το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του κηρύττοντος αίρεσιν ή κακοδοξίαν Επισκόπου, Μητροπολίτου και Πατριάρχου, και με θείον ζήλον αναλαμβάνει την υπεράσπισιν της Ορθοδοξίας. Όλοι οι απ΄ αιώνος άγιοί μας αυτό έκαναν και όσοι θέλουν να λέγωνται Ορθόδοξοι χριστιανοί αυτό πρέπει να κάνουν. Ξέρουν οι ευσεβείς χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, πότε πρέπει να αγαπούν και πότε να «μισούν», κατά το ψαλμικόν, «εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω» (Ψαλμ. κε΄ 5) και «ουχί τους μισούντας σε Κύριε εμίσησα; Τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς και εις εχθρούς εγένοντό μοι» (Ψαλμ. ρθλ΄ 21). Ξέρουν πότε να ταπεινώνωνται και να καυχώνται κατά τον απόστολον, «ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω», και ξέρουν πότε να υπακούουν και πότε να παρακούουν. «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών», λέγει ο Κύριός μας. Ξέρουν ότι πρώτα από όλα, και πάνω από όλα, πρέπει να αγαπούν τον Θεόν και να υπακούουν εις Αυτόν φυλάττοντες τας θείας Αυτού εντολάς, δεικνύοντες έτσι την πραγματικήν αγάπην εις Αυτόν: «εάν αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄ 15).
Ξέρουν φυλάττοντες την εντολήν του Κυρίου μας, να αγαπούν ως τους εαυτούς των και τους πλησίον τους, και εμπράκτως να βοηθούν αυτούς όταν έχουν ανάγκην, ανεξαρτήτως φυλής, εθνότητος, χρώματος και θρησκείας, προσπαθώντας συνάμα με την βοήθειαν του Θεού, και με το χριστιανικόν τους παράδειγμα να τους κάμουν να γνωρίσουν τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν τον μόνον αληθινόν Θεόν και την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του.
Ξέρουν ακόμη και πάλιν φυλάττοντες τις θείες εντολές να σέβωνται και να τιμούν τους πολιτικούς άρχοντας, πειθαρχούντες εις τους νόμους της πολιτείας, που δεν είναι εναντίον των εντολών του Θεού, καθώς και εις όλους τους πνευματικούς πατέρας και ποιμένας της Εκκλησίας μας, όταν και αυτοί παραμένουν πιστοί εις την παραδεδομένην αλήθειαν.
Δεν είναι φανατικοί ταραχοποιοί και αποφεύγουν τις ακρότητες, διότι γνωρίζουν με την χάριν του Θεού να βαδίζουν την βασιλικήν οδόν που εβάδισαν όλοι οι άγιοι πατέρες μας, μη εκκλίνοντας ούτε δεξιά ούτε αριστερά.
Γνωρίζουν να διακρίνουν το καλόν από το κακόν, το φως από το σκότος, την αλήθειαν από το ψεύδος, την Ορθοδοξίαν από την αίρεσιν, την απάτην, και την πλάνην, τους αληθείς ποιμένας και διδασκάλους από τους λαλούντας διεστραμμένα. Γνωρίζουν να ξεχωρίζουν τις προσωπικές και ανθρώπινες αδυναμίες των πνευματικών τους Πατέρων και δεν χωρίζονται εξ αιτίας αυτών, όπως κάνουν ένεκα των αιρετικών δοξασιών και πλανών τους, που υποχρεωτικά και με πόνο ψυχής διακόπτουν κάθε εκκλησιαστικήν επικοινωνία μαζί των, προφυλάσσοντας εαυτούς και όλην την Εκκλησίαν από τον όλεθρον των αιρέσεων και σχισμάτων.
Δεν υστερούνται, λοιπόν αγάπης και ταπεινώσεως ως κατηγορούνται, αλλά αγαπούν τους ανθρώπους και ταπεινά προσεύχονται ίνα πάντες γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν, διότι η αγάπη δεν επιθυμεί να κολασθή κανείς αιωνίως.
Μείζων πάντων των αρετών εστίν η διάκρισις, είπον οι άγιοι Πατέρες μας. Αυτήν την μεγάλην αρετήν της διακρίσεως, που είναι χάρισμα του Παναγίου Πνεύματος, αποκτούν όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί κληρικοί και λαϊκοί, που αγαπούν πραγματικά τον Θεόν και με ταπεινήν καρδίαν δέχονται όλες τις Θείες εντολές Του άνευ εξετάσεως και επικρίσεως, καθώς και όλα όσα μας παρέδωσεν η αγία μας Εκκλησία, η οποία είναι: «στύλος και εδραίωμα της αληθείας».
Με ιδικόν μας θέλημα και φρόνημα, δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποκτήσουμε αυτήν την μεγάλην αρετήν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Προσπαθήσαμε χάριτι Θεού να απαντήσουμε σε μερικές ενστάσεις των Φιλο-οικουμενιστών, κατά των σημερινών Ομολογητών της Ορθοδόξου πίστεως. Αυτό δεν έγινε από κάποια διάθεσιν εριστικότητος, ή δια να διαφωτίσουμε αυτούς που λέγουν αυτά, διότι λίγο πολύ γνωρίζουν την αλήθειαν· αλλά δι΄ αυτούς που ενώ έχουν μέσα τους κάποιον ζήλον εις τα της πίστεώς μας, παρασύρονται από τα αφελή ταύτα επιχειρήματα, και παραμένουν μέσα εις τον πνευματικόν αυτόν όλεθρον του Οικουμενισμού.
Είναι λυπηρόν αυτό που γίνεται από τους Φιλο-οικουμενιστάς, που προσπαθούν με κάθε τρόπον να εμποδίσουν κάθε καλοπροαίρετον να εξέλθη εκ μέσου αυτών και να ενταχθή εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Αληθείας. Δεν τους επιτρέπουν να διαβάζουν διάφορα αντι-οικουμενιστικά περιοδικά και να συνομιλούν με σημερινούς Ομολογητάς, δια να μη μαθαίνουν τα κατορθώματα και τις αθλιότητες των Οικουμενιστών και αντιδρούν.
Επιθυμούν πάση θυσία να κρατούν τους ακολουθούντας αυτούς εις το σκότος της αγνοίας, και να τους κατευθύνουν όπως θέλουν. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που προβάλλουν και διαδίδουν τόσα και τόσα ασυνάρτητα ψεύδη, και αφελή επιχειρήματα. Έτσι εξηγείται και το ερώτημα που αυθόρμητα γεννάται: Μα είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι, που πολλοί εξ αυτών και κατά κόσμον μόρφωσιν έχουν και φήμην μεγάλων γεροντάδων, να λένε τέτοια πράγματα; Και όμως είναι δυνατόν! Αφού υπάρχει η σκοπιμότης, όλα γίνονται…
Αλλ’ ώ σεις, Οικουμενισταί και Φιλο-οικουμενισταί, ό,τι και αν κάνετε, ό,τι και αν γράψετε, ό,τι και αν ειπήτε, δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλύσετε το έργον του Θεού που είναι η Εκκλησία Του. Πέρασαν τόσοι και τόσοι αιμοσταγείς αυτοκράτορες και τύραννοι, οι οποίοι με κάθε τρόπον την επολέμησαν, αλλά δεν ημπόρεσαν να την εξαφανίσουν.
Πέρασαν τόσοι και τόσοι αιρετικοί που με μανίαν προσπάθησαν να διαστρέψουν την αποκεκαλυμμένην αλήθειαν του Ευαγγελίου, αλλά δεν κατάφεραν αι πύλαι αυταί του Άδου να κατισχύσουσιν Αυτής.
Το ίδιο θα συμβή και με εσάς. Μη ματαιοπονείτε λοιπόν διότι, «σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν». Πάντοτε θα υπάρχουν οι «αληθινοί προσκυνηταί», οι οποίοι «εν οσιότητι και δικαιοσύνη», και «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. δ΄ 23-24) θα προσκυνούν τον Θεόν. Το μόνον που σας μένει είναι να επανέλθετε με ταπείνωσιν εις την σώζουσαν αλήθειαν της Εκκλησίας, από την οποίαν δυστυχώς εξήλθατε. Αμήν!
Καψάλα Αγίου Όρους
Πηγή
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ ΕΔΩ