A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἐβδομήκοντα Ἀποστόλων (4 Ἰανουαρίου)




Για τους Αποστόλους αυτούς μας πληροφορεί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο. Τους εξέλεξε ο Χριστός ύστερα από τους Δώδεκα για να βοηθούν το έργο Του, πηγαίνοντας αυτοί πρωτύτερα σε κάθε πόλη και τόπο, όπου θα πήγαινε κατόπιν ο Ίδιος. Στον αγώνα αυτό, έπρεπε να καταβάλουν όλη τους τη δραστηριότητα, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή. Γι' αυτό τους είπε, ότι ώφειλον να μη σταματούν και να μη χαιρετούν κανένα εις τον δρόμον. Αυτό δε, αποτελεί μάθημα για μερικούς πνευματικούς εργάτες, που χάνουν άσκοπα ώρες και μέρες φλυαρώντας αντί να διδάσκουν, και σκανδαλίζοντας αντί να οικοδομούν. Ο Κύριος παρήγγειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους, μήτε βαλάντιο να έχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, ούτε υποδήματα να κρατάνε. Γιατί; Για να φανεί, ότι οι στρατιώτες του Χριστού πρέπει να έχουν αυταπάρνηση και να εξοικειώνονται με όλες τις στερήσεις. Και να δειχθεί ότι ο Θεός με μηδαμινά μέσα κατορθώνει τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα έργα. Οι Εβδομήκοντα εξετέλεσαν την αποστολή τους με όλη την ακρίβεια και την πειθαρχία, όταν ο Χριστός ήταν στη γη. Αλλά και υστέρα από την ανάληψή Του και το σχηματισμό της Εκκλησίας Του, έκαναν με ζήλο και αυταπάρνηση όλο το καθήκον τους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, της πρώτης Χριστιανικής περιόδου, προσπάθησαν να τους ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, κυρίως από το βιβλίο των Πράξεων, καθώς και τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Η πρώτη απόπειρα καταρτίσεως καταλόγων των ονομάτων των Εβδομήκοντα Αποστόλων έγινε σε αντίδραση ενεργειών των Γνωστικών, οι οποίοι είχαν ανορθόδοξη και εσφαλμένη αντίδραση περί του επισκοπικού αξιώματος και της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής και αποσκοπούσε να προβάλει πρόσωπα με αναμφισβήτητο εκκλησιαστικό κύρος, που ήσαν άμεσα συνεχιστές του έργου των Δώδεκα Αποστόλων. Από την εποχή του πρώτου σχίσματος (867 μ.Χ.), όταν το «παπικὸν πρωτεῖον ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ιδιαίτερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, σε αντίδραση στις γνωστές θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί του πρωτείου του Πάπα. Γι' αυτό, αν και έκαστος των Αποστόλων εορτάζει σε τακτή ξεχωριστή ημέρα, η Εκκλησία μας όρισε και ιδία μέρα για την κοινή εορτή αυτών που κακοπάθησαν για το Ευαγγέλιο του Υιού και Λόγου του Θεού.

Αυτοί δε ήταν:

1. Άγαβος, προφήτης, ο οποίος προφήτευσε τη σύλληψη του Αποστόλου Παύλου και το μέγα λιμό εις Ιερουσαλήμ (Τιμάται 8 Απριλίου).
2. Ακύλας, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, μετά της συζύγου αυτού Πρισκίλλης, μαρτυρικά τελειωθέντες (Τιμούνται 14 Ιουλίου, 13 Φεβρουαρίου).
3. Αμπλίας, Επίσκοπος Οδυσσουπόλεως (της Μακεδονίας), υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
4. Ανανίας, μαθητής του Κυρίου στη Δαμασκό, συναντήσας καθ' υπόδειξη του Κυρίου τον Σαούλ (Παύλο) τυφλωθέντα, τον οποίο θεράπευσε και Βάπτισε. Έγινε Επίσκοπος Δαμασκού, τελειωθείς διά λιθοβολισμού (Τιμάται 1 Οκτωβρίου).
5. Ανδρόνικος, Επίσκοπος Πανονίας (Τιμάται 17 Μαΐου, 30 Ιουλίου και 22 Φεβρουαρίου η εύρεση των Τιμίων Λειψάνων του).
6. Απελλής, Επίσκοπος Σμύρνης (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
7. Απελλής (έτερος), Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
8. Απολλώς, Επίσκοπος Καισαρείας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
9. Απφία(ς) (ή Απφιών), σαφώς πρόκειται περί γυναίκας Αποστόλου, την οποία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετά των Αποστόλων Διλήμονος, Αρχίππου και Ονησίμου επί Νέρωνος (φέρεται ως σύζυγος του Φιλήμονος) (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
10. Αρίσταρχος, Επίσκοπος της εν Συρία Απαμείας, αποκεφαλισθείς υπό Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου και 27 Σεπτεμβρίου)
11. Αριστόβουλος, Επίσκοπος Βρετανίας, αδελφός του Αποστόλου Βαρνάβα (Τιμάται 31 Οκτωβρίου, 15 Μαρτίου).
12. Αρτεμάς, Επίσκοπος Λύστρων (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
13. Άρχιππος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου εις Κολοσσάς. Ετελειώθηκε μαρτυρικά επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου, 19 Φεβρουαρίου).
14. Ασύγκριτος, Επίσκοπος Υρκανίας, ετελειώθηκε μαρτυρικώς (Τιμάται 8 Απριλίου).
15. Αχαϊκός, μαθητής του Αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο, ετελειώθηκε από λιμό και δίψα (Τιμάται 15 Ιουνίου).
16. Βαρνάβας ή Ιωσής, Κύπριος την πατρίδα, από τους ελληνιστές Εβραίους της νήσου και από την φυλή Λευΐ. Από Ιωσής, για το γλυκύ του κήρυγμα, μετονομάσθηκε Βαρνάβας, που σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως». Συνέκδημος του Αποστόλου Παύλου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Κύπρο, όπου λιθοβολήθηκε και παραδόθηκε στο πυρ. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου (Τιμάται 11 Ιουνίου).
17. Γάιος, Επίσκοπος Εφέσου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
18. Επαινετός, Επίσκοπος Καρθαγένης (Τιμάται 30 Ιουλίου).
19. Επαφρόδιτος (ή Επαφράς), Επίσκοπος Κολοφώνος ή Κολώνης ή Αδράκης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
20. Έραστος, οικονόμος της Εκκλησίας Ιεροσολύμων και Επίσκοπος Πανεάδος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
21. Ερμάς, Επίσκοπος Φιλίππων ή Φιλιππουπόλεως (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
22. Ερμής, Επίσκοπος Δαλματίας (Τιμάται 8 Μαρτίου).
23. Εύβουλος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
24. Εύοδος, Επίσκοπος Αντιόχειας, διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
25. Ζακχαίος, αρχιτελώνης της Ιεριχώ, τον οποίο κάλεσε ο Κύριος (Τιμάται 20 Απριλίου).
26. Ζηνάς ή Ζήνων, Επίσκοπος Διοσπόλεως της Λαοδικίας (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
27. Ηρωδίων και Ροδίων ή Ρόδιος, Επίσκοπος νέων Πατρών, ακόλουθος των Αποστόλων. Ετελειώθηκε μαρτυρικά υπό Ιουδαίων και εθνικών ή Επίσκοπος Ταρσού, ακόλουθος των Αποστόλων Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ολυμπά (Τιμάται 28 Μαρτίου, 10 Νοεμβρίου).
28. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, αδελφός του Κυρίου και υιός Ιωσήφ του Μνήστορος, συγγραφεύς της φερωνύμου Καθολικής Επιστολής και πρώτος Ιεράρχης Ιεροσολύμων. Ο Άγιος ετελειώθηκε μαρτυρικώς υπό Ιουδαίων (Τιμάται 23 Οκτωβρίου, και Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση).
29. Ιάκωβος ο Αλφαίου ή Αλφαίος, αδελφός Ματθαίου του Ευαγγελιστού (Τιμάται 9 Οκτωβρίου).
30. Ιάσων, Επίσκοπος Ταρσού, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 29 Απριλίου).
31. Ιούδας ο Ιακώβου ή Θαδδαίος και Λεββαίος, αδελφός του Κυρίου και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος του Ιακώβου του Αδελφοθέου (Τιμάται 19 Ιουνίου).
32. Ιουνία(ς), πρόκειται μάλλον περί ανδρός Αποστόλου, τον οποίο αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή : «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις». Δυστυχώς στους Συναξαριστές εθεωρήθηκε ως γυναίκα, ενώ σε πολλούς κώδικες γράφεται ορθώς: «(Ἀνδρόνικος) συνεπόμενον ἔχων καὶ τὸν ὑπερθαύμαστον Ἰουνίαν». Και το δίστιχο μαρτυρεί : «Ἰουνία(ς) τέθνηκε μηνὶ Μαΐῳ, ὃς πρῶτος ἐστὶν εἰσιὼν Ἰουνίου» (Τιμάται 17 Μαΐου, 22 Φεβρουαρίου (εύρεση Τιμίων Λειψάνων)).
33. Ιούστος ή Ιωσήφ ή Βαρσαββάς ή Ιησούς ή Ιωσής, Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως, ο σύμψηφος γενόμενος του Ματθίου, ο αδελφόθεος (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
34. Καίσαρ, Επίσκοπος Κορώνης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
35. Κάρπος, Επίσκοπος Βερόης ή Βέροιας της Θράκης (Τιμάται 26 Μαΐου).
36. Κήφας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
37. Κλήμης, Επίσκοπος Σαρδέων ή Σαρδικής (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
38. Κορδάτος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στη Μαγνησία (Τιμάται 21 Σεπτεμβρίου).
39. Κουάρτος, Επίσκοπος Βηρυτού (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
40. Κρήσκης, Επίσκοπος Καρχηδόνος (Τιμάται 30 Ιουλίου).
41. Λίνος, Επίσκοπος Ρώμης μετά τον Απόστολο Πέτρο (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
42. Λουκάς ή Λούκιος, Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «ὃν ὁ μακάριος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῇ μαρτυρεῖ» (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
43. Μάρκος, (ο και Ιωάννης), Επίσκοπος Βύβλου της Αντιόχειας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «οὐ ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς ἐν ταὶς Πράξεσι μέμνηται». (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
44. Μάρκος (έτερος), ανηψιός του Βαρναβά, Επίσκοπος Απολλωνιάδος, διάφορος του Ευαγγελιστού και του προηγούμενου, «οὗ ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς μέμνηται». (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
45. Ματθίας, ο διά κλήρου αναπληρώσας Ιούδα τον προδότη και συγκαταριθμηθείς στους Δώδεκα (Τιμάται 9 Αυγούστου).
46. Νάρκισσος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
47. Νακάνωρ, διάκονος εκ των επτά, τελειωθείς εν τη αυτή ημέρα μετά του Αρχιδιακόνου Σεφάνου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
48. Νυμφάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
49. Ολυμπάς, ακόλουθος του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ροδιώνος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
50. Ονήσιμος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στους Ποτίολους (Τιμάται 15 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου).
51. Ονησιφόρος, Επίσκοπος Κολοφώνος, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
52. Ουρβανός, Επίσκοπος Μακεδονίας, υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
53. Παρμενάς, Διάκονος εκ των επτά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
54. Πατρόβας, Επίσκοπος Ποτιόλων (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
55. Πούδης, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστει μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
56. Πρόχορος, Διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Νικομήδειας, συνεργός του Ευαγγελιστού Ιωάννου και στη συγγραφή του Ευαγγελίου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
57. Ρούφος, Επίσκοπος Θηβών της Ελλάδος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
58. Σίλας, Επίσκοπος Κορίνθου, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
59. Σιλουανός, Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
60. Σιμεών ή Συμεών ή Κλεόπας, ο αδελφόθεος, δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, υιός Ιωσήφ του Μνήστορος και αδελφός Ιακώβου. Ο Άγιος σταυρώθηκε επί Τραϊανού (Τιμάται 27 Απριλίου, 30 Οκτωβρίου).
61. Στάχυς, Επίσκοπος (πρώτος) Βυζαντίου, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
62. Στεφανάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 15 Ιουνίου).
63. Στέφανος, πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος. Ετελειώθηκε διά λιθοβολισμού (Τιμάται 27 Δεκεμβρίου, 2 Αυγούστου, 15 Σεπτεμβρίου).
64. Σωσθένης, Επίσκοπος Κολοφώνος (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
65. Σωσίπατρος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 10 Νοεμβρίου, 29 Απριλίου).
66. Τέρτιος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
67. Τιμόθεος, Επίσκοπος Εφέσου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 22 Ιανουαρίου).
68. Τίμων, διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Βόστρων, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
69. Τίτος, Επίσκοπος Γορτύνης της Κρήτης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 25 Αυγούστου).
70. Τρόφιμος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
71. Τυχικός, Επίσκοπος Χαλκηδόνος ή Κολοφώνος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
72. Φιλήμων, Επίσκοπος Γάζης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά στις Κολοσσές επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
73. Φίλιππος, διάκονος εκ των επτά, εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποίος εβάπτισε Σίμωνα τον Μάγο και τον Ευνούχο της Κανδάκης (11 Οκτωβρίου).
74. Φιλόλογος, Επίσκοπος Σινώπης, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
75. Φλέγων, Επίσκοπος Μαραθώνος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
76. Φουρτουνάτος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 15 Ιουνίου).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.

Ἀπόστολοι ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, τῷ ἀμφιβλήστρῳ, ἐζωγρήσατε, ἐθνῶν ἀγέλας, Ἑβδομήκοντα Κυρίου Ἀπόστολοι, πρὸς εὐσεβείας τὴν θείαν ἐπίγνωσιν, ὡς δεδεγμένοι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος. Μύσται ἔνθεοι, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοὺς Ἑβδομήκοντα σοφοὺς Ἀποστόλους, ὡς εὐσεβείας γεωργοὺς θεηγόρους, χαρμονικῶς αἰνέσωμεν ᾀσμάτων ᾠδαῖς· οὗτοι γὰρ τῆς πίστεως, τὸν σωτήριον λόγον, κόσμῳ ἐγκατέσπειραν, ὡς Χριστοῦ οἰκονόμοι· καὶ νῦν ἀπαύστως νέμουσιν ὑμῖν, τῶν ἐπταισμένων θεόθεν τὴν ἄφεσιν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν

Χριστοῦ Mαθητῶν, χορόν τῶν Ἑβδομήκοντα, ἐνθέως πιστοί, ὑμνήσωμεν σήμερον, καί πανηγυρίσωμεν· δι' αὐτῶν γάρ πάντες ἐμάθομεν, Τριάδα σέβειν ἀμέριστον· καί ἔχομεν λύχνους θείας Πίστεως.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Στῦλοι ἄσειστοι τῆς Ἐκκλησίας, ἑδραιώματα τῆς εὐσεβείας, γεγενημένοι Μαθηταὶ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, διατηρήσατε ταύτην ἀλώβητον, ἀποσοβοῦντες τοῦ πλάνου τὰ σκάνδαλα, καὶ αἰτούμενοι, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἑκάστοτε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος

Τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τὴν χορείαν, συμφώνως οἱ πιστοί, ἱεραῖς εὐφημήσωμεν μελῳδίαις, Στέφανον, Πρόχορόν τε καὶ Σίλαν καὶ Νικάνορα. Τίμωνα καὶ Ἀμπλίαν καὶ Παρμενᾶν, Ἀπελλῆν τε Ἰάκωβον, Φίλιππον, Ἀρίσταρχον, καὶ Ματθίαν, Ἡρωδίωνα, Κρήσκην καὶ Φλέγοντα Βαρνάβαν, Λῖνον καὶ Ὀλυμπᾶν, Λουκᾶν καὶ Ἀσύγκριτον, καὶ τοὺς λοιπούς· ὑπάρχουσι γὰρ λύχνοι θείας Πίστεως.

Μεγαλυνάριον

Ἑβδομηκοντάριθμος καὶ σεπτός, δῆμος Ἀποστόλων, τὸν τῆς πίστεως θησαυρόν, τοῖς ἐν ἀπιστίᾳ, διέδωκαν πλουσίως· ὑμνήσωμεν τὴν τούτων, θείαν συνέλευσιν.

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ


ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ 2023


Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ποιά εἶναι ἡ αἰτία πού οἱ δίκαιοι ἔχουν θλίψεις σ’ αὐτόν τόν κόσμο καί οἱ ἁμαρτωλοί ἄνεση









«Μή παραζήλου ἐν πονηρευομένοις, μή δέ ζήλου τούς ποιοῦντας τήν ἀνομίαν, ὅτι ὡσεί χόρτος ταχύ ἀοξηρανθήσονται » , λέει ο προφήτης Δαβίδ. 

Πολλές αδικίες και ανομίες γίνονται σήμερα στον κόσμο. Και αυτοί που τις πράττουν φαίνονται να έχουν ευτυχία και μακαριότητα. Αντίθετα, οι ευλαβείς και ενάρετοι φαίνονται να έχουν διάφορες θλίψεις και βάσανα. Όμως, μην απορείς με αυτό, άνθρωπε, και ζηλεύεις τον πονηρό και προτιμάς το μέρος των αμαρτωλών νομίζοντας ότι τάχα αυτοί είναι καλότυχοι· γιατί τους αγαπά ο κόσμος και τους δίνει πρόσκαιρο πλούτο και μακαριότητα. Σχετικά με αυτό απορούσε και ο προφήτης Αββακούμ και έλεγε: «Γιατί, Κύριε, οι ασεβείς καταδυναστεύουν τους δικαίους και εσύ δεν τους βοηθάς;» Το ίδιο έλεγε και ο προφήτης Ιερεμίας και άλλοι: «Γιατί, Κύριε, έχουν οι άνομοι τόση ευτυχία στη ζωή τους;

Από πού αποκτάει τόσα αγαθά κάποιος που ζει κακώς;» Αυτά είπαν οι προφήτες, όχι επειδή δεν ήξεραν ότι είναι δίκαιες οι κρίσεις του Θεού αλλά για να μας φανερώσουν πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη σοφία του Θεού και σε τούτη την ανθρώπινη, η οποία δεν μπορεί να κατανοήσει την πάνσοφη οικονομία του Πανάγαθου, ο οποίος δε δίνει θλίψεις στους ανόμους εδώ, για να τους κολάσει αιώνια, και παιδεύει περισσότερο αυτούς που αγαπά, για να τιμηθούν πιο πολύ στην ουράνια Βασιλεία και να λάβουν ανώτερο στέφανο. Τα βόδια που σχεδιάζουν να τα σφάξουν στο σφαγείο τα αφήνουν και βόσκουν όπου θέλουν, για να παχύνουν, τα εργατικά, όμως, που τα φυλάνε για δουλειά, τα κρατάνε κοντά τους και τα βασανίζουν.

Έτσι και ο Θεός, αφήνει στη ζωή τούτη και παχαίνουν οι μοχθηροί με τις ηδονές της σάρκας και τις απολαύσεις, γιατί είναι προορισμένοι για την αιώνια κόλαση· όμως, τους δίκαιους τους πειράζει και τους βασανίζει, για να τους έχει παντοτινά στο ουράνιο παλάτι του. Τα κάρπιμα δέντρα, που δίνουν όφελος και κέρδος, τα ραβδίζουν οι άνθρωποι κάθε χρόνο και τα μαστιγώνουν και τα κλαδεύουν, για να βγάλουν καρπό· τα άκαρπα όμως, που δε δίνουν καμία ωφέλεια, αν και δε τα ραβδίζουν, όπως τα εύκαρπα, αλλ ‘ όμως, όταν μεγαλώσουν, τα κόβουν και τα ξεριζώνουν εντελώς, και τα καίνε επειδή είναι άχρηστα. Έτσι και οι ενάρετοι, που δίνουν όφελος με τα έργα τους, έχουν στον κόσμο θλίψεις και μάστιγες· αντίθετα, τους αμαρτωλούς δεν τους τιμωρεί εδώ ο δίκαιος Κριτής, αλλά τους φυλάει για να τους κάψει αργότερα στο πυρ της κολάσεως. Λέει το βιβλίο των «Βασιλειών» ότι τις πέτρες με τις όποιες έχτιζαν το Ναό του Σολομώντος τις πελεκούσαν και τις λέπταιναν έξω από τον Ναό και αφού τις έφτιαχναν και τις έκαναν ίσιες με πολλή επιμέλεια, τις τοποθετούσαν στη θέση τους χωρίς πρόβλημα και χωρίς να χτυπάνε και να έχουν φύρα ούτε χρειάζονταν άλλο εργαλείο. Έτσι ακριβώς, και όσοι πρόκειται να τοποθετηθούν ως πολύτιμοι λίθοι στη θεία οικοδομή της επουράνιας Ιερουσαλήμ είναι ανάγκη να πελεκηθούν εδώ έξω σε τούτο τον κόσμο με σφυριές τιμωριών και θλίψεων γιατί σε κείνο τον θειο οίκο δεν υπάρχει καμία θλίψη ή σύγχυση ή πείνα ή δίψα ή τιμωρία ή βάσανο, όπως λέει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Αυτή, λοιπόν, είναι η αιτία για την οποία αφήνει τους φίλους του και πάσχουν εδώ διάφορες θλίψεις, με τις οποίες πρέπει να έχουμε μεγάλη χαρά όταν έρχονται, να τις υποδεχόμαστε ως δώρο και χάρισμα και ως γιατρειά που μας στέλνει με πολλή αγάπη ο Πατέρας μας ο ουράνιος.

Εάν ο Κύριος, όταν ήθελε ο Πέτρος να εμποδίσει το Πάθος του με τη μάχαιρα, τον καταδίκασε λέγοντας: «Βάλε τη μάχαιρα στη θήκη. Το ποτήριο που μου έδωσε ο Πατήρ δεν θέλεις να το πιω;» , ονομάζοντας ποτήριο σταλμένο από τον Πατέρα τους εμπαιγμούς, τις τιμωρίες και το θάνατο που έμελλε να πάθει για τη σωτηρία μας, γιατί να μην πούμε και εμείς το ίδιο και να μην πιστεύουμε ότι όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται είναι θεραπευτικό ποτήριο και γιατρειές που μας στέλνει ο επουράνιος ιατρός με πατρική αγάπη για τη σωτηρία μας; Να, λοιπόν, χριστιανέ, μια παρηγοριά που μπορείς να έχεις πιστεύοντας ότι όλες οι θλίψεις, είτε έλθουν από επήρεια δαιμόνων είτε από ανθρώπους είτε από κάποια άλλη περίσταση, είναι μια ωφέλιμη θεραπεία που σου στέλνει ο ουράνιος Πατέρας για να καθαριστεί η ψυχή σου· και αν αισθάνεσαι πικρότητα στη γεύση, όταν το πίνεις, μην απελπιστείς, γιατί η πικρότητα αυτή θα σου φέρει την ποθούμενη υγεία, όπως τα φάρμακα και τα γιατρικά του σώματος, που φτιάχνουν οι γιατροί, είναι άνοστα και πικρότατα. Πολλές φορές μάλιστα βγάζουν και αίμα, και καίνε και κόβουν τα άχρηστα και μολυσμένα μέλη και τα αφαιρούν, και όλα αυτά προκαλούν πολύ πόνο και οδύνη στον πάσχοντα, αλλά τα υπομένει με καρτερία γνωρίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσει την υγεία που ποθεί- έτσι και όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται σε τούτη τη ζωή είναι γιατρειές πνευματικές που στέλνονται από τον ουράνιο γιατρό για την ωφέλεια της ψυχής μας.

Αυτό προτύπωνε η χολή εκείνη που έβαλε στα μάτια του ο Τωβίτ και με την οποία απέκτησε το φως του. Με την πικρία των θλίψεων λυτρώνεται ο αμαρτωλός από την ψυχική τυφλότητα, σύμφωνα με τον μέγα Γρηγόριο, που λέει ότι τα μάτια που είναι τυφλωμένα από την αμαρτία φωτίζονται με την τιμωρία. Όταν έριξαν τον Ιωσήφ οι αδελφοί του στο ξεροπήγαδο, δεν συναισθάνθηκαν το βάρος της αμαρτίας τους μέχρι που έστειλε ο Θεός τη μεγάλη θλίψη, και τότε ομολόγησαν: «Δικαίως τα παθαίνουμε όλα αυτά για την αμαρτία που κάναμε εναντίον του αδελφού μας». Βλέπεις πόση ωφέλεια δίνει η θλίψη, που φωτίζει τους τυφλούς και δίνει σύνεση στους ανόητους; Δεν ήθελε ο Πέτρος να του νίψει τα πόδια ο Κύριος, γιατί δεν καταλάβαινε τότε την πάνσοφη γνώμη του δασκάλου του, όπως του είπε: « Εκείνο που κάνω εγώ εσύ δεν το καταλαβαίνεις τώρα, αλλά ύστερα θα το καταλάβεις». Όταν όμως του είπε ότι εάν δεν του πλύνει τα πόδια δεν θα είναι μαζί του, σταμάτησε με πολύ φόβο και του τα έπλυνε. Έτσι και συ, δε γνωρίζεις τώρα την αιτία γιατί σε πλένει ο Κύριος με τα ύδατα των θλίψεων, αλλά όταν θα δεις τη λαμπρότητα που θα πάρει η ψυχή σου από τούτον το νιπτήρα των θλίψεων, θα ευχαριστείς το Δεσπότη, γιατί εάν δεν σε ένιπτε, δε θα ήσουνα μαζί του στη Βασιλεία του. Όσο είχε ο άσωτος γιος τον πατρικό πλούτο , ξόδευε, έτρωγε, έπινε, έκανε τα θελήματα του και δε μετανοούσε ποτέ, αλλά όταν τον έκαψε ο πάνσοφος γιατρός με το πυρ της φτώχειας, της πείνας και της υπόλοιπης ταλαιπωρίας, άφησε τις ηδονές της σάρκας και επέστρεψε σωφρονισμένος στο πατρικό σπίτι. Ό,τι κάνει ο κόπανος στο σιτάρι, το ρινί και η λίμα στο σίδερο, και η κάμινος στο χρυσό, το ίδιο κάνει και η θλίψη στον άνθρωπο, δηλαδή τον καθαρίζει από κάθε ασχήμια και τον λαμπρύνει.

Αν, λοιπόν, μας ωφελούν οι θλίψεις και μας προξενούν τόσο κέρδος, γιατί να τις μισούμε οι άφρονες και να μην ευχαριστούμε τον επουράνιο γιατρό που τις δίνει για υγεία μας, όπως ευχαριστούμε και το σωματικό γιατρό και τον πληρώνουμε με χαρά; Όσοι έχουν το παραμικρό φως και φόβο Θεού πιστεύουν ότι όλα εκείνα που τους συμβαίνουν έρχονται από το θεό, γιατί οι άνομοι δε θα είχαν καμία εξουσία πάνω στους δίκαιους εάν δεν τους την είχε παραχωρήσει ο Θεός, όπως είπε ο Κύριος στον Πιλάτο: « Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἐν ἐμοί, εἰ μή ἦν σοί δεδομένον ἄνωθεν ». Και αυτό δεν είναι μόνο για τους ορατούς εχθρούς βέβαιο, αλλά και για τους αόρατους· γιατί, αν και προσπαθεί ο δαίμονας πάντα να πειράζει τους δίκαιους και να τους θλίβει, όμως όλη του η βία και η δύναμη είναι μάταιη αν δεν του δώσει την εξουσία ο Κύριος. Αυτό, λοιπόν, γνωρίζοντας οι πιστοί πιέζουν τον εαυτό τους να νικήσουν τον πειρασμό με τη δύναμη του Θεού και δεν παραπονιούνται για το μέσο που τους θλίβει ούτε κοιτάζουν το όργανο που προκαλεί τη ζημιά. Δεν το λένε τύχη ή ριζικό αλλά τα δέχονται όλα ευχαρίστως οικονομούμενα από το χέρι του Κυρίου προς το συμφέρον. Δε θυμώνουν με αυτούς που τους θλίβουν ή με τα αλλά κτίσματα, αλλά τους αγαπούν πάρα πολύ ως αιτία της σωτηρίας τους. Όπως και ο Ιώβ ο μακάριος, όταν έπαθε τόσες συμφορές, δεν είπε ότι αυτά τα αγαθά μου τα έδωσαν οι γονείς μου, αυτά τα παιδιά τα γέννησε η σύζυγος μου, και οι κακοί άνθρωποι, η φωτιά, οι δυνατοί άνεμοι και οι δαίμονες μου τα στέρησαν, αλλά είπε: « Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος τα πήρε. Όπως αποφάσισε ο Κύριος, έτσι έγινε. Ευλογημένο να είναι το όνομά του». Ομοίως και όταν ήταν ασθενημένος και πληγωμένος σε όλο του το σώμα, έλεγε: «Τα καλά τα δεχτήκαμε από το χέρι του Κυρίου και τα κακά να μην τα υπομείνουμε;».

Έτσι και ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, ξέροντας ότι ήταν θεϊκή απόφαση να πάθει εκείνο που του έκαναν οι αδελφοί του, δε σκανδαλίστηκε καθόλου ούτε προσπάθησε να αμυνθεί σ’ αυτούς. Οι φιλόσαρκοι και ατελείς άνθρωποι, που εξαιτίας της μικροψυχίας τους, δεν έχουν ποτέ ειρήνη, δε γνωρίζουν την ωφέλεια της θλίψεως ούτε νιώθουν την αιτία αλλά μόνο θυμώνουν εναντίον εκείνων που τους θλίβουν και αμύνονται. Όπως ο σκύλος, όταν του ρίξει κάποιος πέτρα, τον αρπάζει και τον δαγκώνει από το θυμό του, έτσι και αυτοί οι ανόητοι δε βλέπουν το Θεό, που τους τιμωρεί, αλλά πολεμούν τα όργανά του, και εξαιτίας της ανυπομονησίας τους, δε βγάζουν από τη θλίψη κάποια ωφέλεια. Ο γνωστικός μαθητής, όταν τον δέρνει ο δάσκαλος η ο πατέρας του, δεν κοιτάζει το ραβδί, δεν αμύνεται εναντίον του (επειδή αυτό δεν κινείται από μόνο του), αλλά μόνο παρακαλεί αυτόν που τον χτυπάει να τον λυπηθεί και να τον τιμωρήσει ελαφρύτερα. Έτσι και ο ευγνώμων χριστιανός δεν κοιτάζει ποτέ εκείνον που τον θλίβει, εάν είναι μεγαλύτερος η μικρότερος, εάν δικαίως ή αδίκως τον έβλαψε, αλλά ζητάει βοήθεια από το Θεό λέγοντας από μέσα του τα εξής: «Σου αξίζει αυτό, αμαρτωλέ, και άλλο χειρότερο. Είναι ευλογημένοι αυτοί που σε διώκουν». Και έτσι μεμφόμενος τον εαυτό του και παρακαλώντας υπέρ του πλησίον νικάει το διάβολο και την υπερηφάνεια της σάρκας. Και αν δει ότι ο Σταυρός και η θλίψη αυξάνει περισσότερο, την υποδέχεται με ευλάβεια γνωρίζοντας ότι αυτή είναι ο Κύριος. Τον ευχαριστεί για την αγία του βοήθεια και έτσι την ελαφραίνει πολύ και μένει νικητής και τροπαιούχος και απολαμβάνει μισθό αναρίθμητο. Ω θαυμαστής και αήττητης δύναμης του Σταυρού, και μακάριος όποιος τον γνωρίζει και τον υποδέχεται ευχαρίστως, επειδή είναι σταλμένος από προσώπου Κυρίου για τη σωτηρία του.


Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, Αμαρτωλών Σωτηρία, εκδ. Γνόφος, Αθήνα 2009, σελ. 128-132.
ΠΗΓΗ: www.paterikiorthodoxia.com

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (2 Ἰανουαρίου)




Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759–1833) είναι ένας από τους πιο αγαπητούς και λαοφιλείς Αγίους της Ορθοδοξίας.  Έζησε για χρόνια ως ερημίτης στο δάσος, επιδιδόμενος σε αυστηρή νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Έμεινε γνωστός για την άσκηση της «προσευχής πάνω στην πέτρα», όπου προσευχόταν γονατιστός για 1.000 μερόνυχτα. Μετά από χρόνια σιωπής και εγκλεισμού, άνοιξε την πόρτα του στον κόσμο, προσφέροντας συμβουλές και παρηγοριά. Υποδεχόταν κάθε επισκέπτη με τον αναστάσιμο χαιρετισμό: «Χαρά μου, Χριστός Ανέστη!».
Η κεντρική διδασκαλία του Αγίου συνοψίζεται στη φράση: «Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος». Υποστήριζε ότι οι αρετές (νηστεία, αγρυπνία, ελεημοσύνη) είναι μόνο τα μέσα για να φτάσει ο πιστός στην κοινωνία με τον Θεό.

Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ γεννήθηκε στὸ Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας στὶς 19 Ἰουλίου 1759 καὶ ὀνομάσθηκε Πρόχορος.

Οἱ γονεῖς του, Ἰσίδωρος καὶ Ἀγάθη Μοσνίν, ἦταν εὐκατάστατοι ἔμποροι. Ὁ πατέρας του εἶχε ἐργοστάσια πλινθοποιίας καὶ παράλληλα ἀναλάμβανε τὴν ἀνέγερση πέτρινων οἰκοδομημάτων, ναῶν καὶ σπιτιῶν. Κάποτε ἄρχισε νὰ χτίζει στὸ Κοὺρσκ ἕνα ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, τοῦ Θαυματουργοῦ, ἀλλὰ ξαφνικὰ τὸ 1762, πεθαίνει, ἀφήνοντας στὴν σύζυγό του τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ναοῦ.

Ὁ Πρόχορος κληρονόμησε τὶς ἀρετὲς τῶν γονέων του καὶ ἰδίως τὴν εὐσέβειά τους. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἄρχισε νὰ μαθαίνει μὲ ζῆλο τὰ ἱερὰ γράμματα, ἀλλὰ ἀρρώστησε ξαφνικὰ βαριὰ χωρὶς ἐλπίδα ἀναρρώσεως. Στὴν κρισιμότερη καμπὴ τῆς ἀσθένειας εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ θὰ τὸν θεραπεύσει. Πράγματι, ἔτυχε μία μέρα νὰ γίνεται λιτανεία καὶ νὰ περνᾷ ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ μικροῦ ἄρρωστου παιδιοῦ, ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔπιασε δυνατὴ βροχή. Ἡ λιτανεία σταμάτησε καὶ ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴν αὐλὴ τῆς οἰκίας τοῦ Προχόρου, μέχρι νὰ περάσει ἡ μπόρα. Τότε ἡ μητέρα του Ἀγάθη, κατέβασε τὸ ἄρρωστο παιδί της καὶ τὸ πέρασε κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ ὑγεία του βελτιώθηκε μέχρι ποὺ ἀποκαταστάθηκε τελείως.
Σχετική εικόνα
Νέος ἐγκαταλείπει τὸ πατρικό του σπίτι, στὴν πόλη Κούρσκ, καὶ ἔρχεται νὰ μονάσει στὴ μονὴ τοῦ Σάρωφ. Ἡ δοκιμασία του προκειμένου νὰ γίνει Μοναχὸς διαρκεῖ ὀκτὼ χρόνια. Στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ 1786 κείρεται Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ. Σὲ δυὸ μῆνες χειροτονεῖται Διάκονος.

Περιφρουρούμενος μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ὁ Διάκονος Σεραφείμ, ἀνέρχεται στὴν Πνευματικὴ ζωὴ «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ὡς Διάκονος παραμένει ὅλη τὴν ἡμέρα στὸ Μοναστῆρι, διακονεῖ στὶς Ἀκολουθίες, τηρεῖ μὲ ἀκρίβεια τοὺς μοναστηριακοὺς κανονισμοὺς καὶ ἐκτελεῖ τὰ διακονήματά του. Τὸ βράδυ ὅμως ἀπομακρύνεται στὸ δάσος, στὸ ἐρημικό του κελί, ὅπου διέρχεται τὶς νυκτερινὲς ὧρες μὲ προσευχή, καὶ πολὺ πρωὶ ἐπιστρέφει πάλι στὸ μοναστῆρι.


Στὶς 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονεῖται Ἱερεὺς καὶ ἀποδύεται μὲ μεγαλύτερο ζῆλο καὶ ἀγάπη στὸν Πνευματικὸ ἀγῶνα. Τώρα πλέον δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ ὁ βαρὺς γιὰ τοὺς ἄλλους μόχθος τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, δηλαδὴ ἡ κοινὴ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀκτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει ἡ δίψα γιὰ πιὸ ὑψηλὲς Πνευματικὲς ἀσκήσεις. Ἐγκαταλείπει λοιπόν, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου, τὴ Μονὴ καὶ ἀποσύρεται μέσα στὸ πυκνὸ δάσος τοῦ Σάρωφ. Περνᾶ ἐκεῖ δεκαπέντε χρόνια σὲ τέλεια ἀπομόνωση, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀδιάλειπτη προσευχή, μελέτη τοῦ Θείου Λόγου καὶ σωματικοὺς κόπους. Γιὰ χίλιες ἡμέρες καὶ χίλιες νύκτες μιμεῖται τοῦ παλιοὺς στυλῖτες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνεβασμένος σὲ μία πέτρα καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό, προσεύχεται : «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».



Τελειώνοντας τὴν ἀναχωρητικὴ ζωὴ ἐπανέρχεται στὴ Μονὴ τοῦ Σάρωφ καὶ κλείνεται σὰν σὲ μνῆμα στὴν ἀπομόνωση γιὰ ἄλλα δεκαπέντε χρόνια. Γιὰ τὰ πρῶτα πέντε βάζει τὸν ἑαυτό του στὸν κανόνα τῆς σιωπῆς. Μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ φωτίζει ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη καὶ ἀξιώνεται νὰ ζήσει Πνευματικὲς ἀναβάσεις καὶ νὰ δεῖ θεϊκὰ ὁράματα. Μετὰ τὸν ἐγκλεισμό, ὥριμος πλέον στὴν Πνευματικὴ ζωὴ καὶ γέροντας στὴν ἡλικία, ἀφιερώνεται στὴ διακονία τοῦ πλησίον, τοῦ ἐλάχιστου ἀδελφοῦ. Μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του καὶ τὴν φωτεινὴ μορφή του εἶχε προσελκύσει γύρω του πλῆθος Χριστιανῶν, ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ πίστευαν ἀκράδαντα στὴν θαυματουργικὴ δύναμη τῶν ἁγίων του προσευχῶν. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, διάσημοι καὶ ἄσημοι συνέρρεαν καθημερινὰ στὸ κελί του, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του καὶ τὴν Πνευματικὴ καθοδήγηση γιὰ τὴ ζωή τους. Τοὺς δεχόταν ὅλους μὲ ἀγάπη καὶ ὅταν ἔβλεπε τὰ πρόσωπά τους ἀναφωνοῦσε: «Χαρά μου!».

Ἐξομολογοῦσε πολλούς, θεράπευε ἀσθενεῖς, ἐνῷ σὲ ἄλλους ἔδιδε νὰ ἀσπασθοῦν τὸν σταυρὸ ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸ στῆθος του ἢ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε στὸ τραπέζι τοῦ κελιοῦ του. Σὲ πολλοὺς πρόσφερε ὡς εὐλογία ἀντίδωρο, ἁγίασμα ἢ παξιμάδια, ἄλλους τοὺς σταύρωνε στὸ μέτωπο μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντῆλι, ἐνῷ μερικοὺς τοὺς ἀγκάλιαζε καὶ τοὺς ἀσπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ
Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1833, ἡμέρα Κυριακή, ὁ Ὅσιος ᾖλθε γιὰ τελευταία φορὰ στὸ Ναὸ τοῦ νοσοκομείου τῶν Ἁγίων Ζωσιμᾶ καὶ Σαββατίου. Ἄναψε κερὶ σὲ ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ τὶς ἀσπάσθηκε. Μετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, τοὺς εὐλόγησε, τοὺς ἀσπάσθηκε καὶ παρηγορητικὰ τοὺς εἶπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ὁ Μοναχὸς Παῦλος πρόσεξε ὅτι ὁ Ὅσιος ἐκείνη τὴν ἡμέρα πῆγε τρεῖς φορὲς στὸν τόπο ποὺ εἶχε ὑποδείξει γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του. Καθόταν ἐκεῖ καὶ κοίταζε ἀρκετὴ ὥρα στὴ γῆ. Τὸ βράδυ τὸν ἄκουσε νὰ ψάλλει στὸ κελί του Πασχαλινοὺς ὕμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ…», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ…».

Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Ἰανουαρίου 1833. Οἱ μοναχοὶ τὸν εἶδαν μὲ τὸ λευκὸ ζωστικό, γονατιστὸ σὲ στάση προσευχῆς μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀσκεπῆ, μὲ τὸ χάλκινο σταυρὸ στὸ λαιμὸ καὶ μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὲ σχῆμα σταυροῦ. Νόμιζαν ὅτι τὸν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος.

Τὰ ἱερὰ λείψανά του ἐξαφανίστηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως καὶ ξαναβρέθηκαν τὸ 1990, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Τὸ 1991 ἐπέστρεψαν στὴν μονὴ Ντιβέγιεβο.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.

Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.





Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΑΞΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ

ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ3του κ. Δημητρίου Χατζηνικολάου, Ἀν. Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων:

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Καλλίνικε, Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι Ἀρχιερεῖς, Ἅγιε Καθηγούμενε τῆς Γνησίας Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου κ. Μεθόδιε, Σεβαστοί Πατέρες, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, Χριστός ἐτέχθη!

1. Προοίμιον

Τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι
(1) «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15:20)·
(2) «ἐπιβαλοῦσιν ἐφ” ὑμᾶς τάς χεῖρας αὐτῶν καί διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγάς καί φυλακάς, ἀγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου» (Λκ. 21:12)·
(3) «παραδοθήσεσθε δέ καί ὑπό γονέων καί συγγενῶν καί φίλων καί ἀδελφῶν καί θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων διά τό ὄνομά μου» (Λκ. 21:16-17).
Τό δέ «στόμα Χριστοῦ», ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προσθέτει: «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τμ. 3:12).
Ὡς γνωστόν, αἱ προφητεῖαι αὐταί ἔχουν ἐπαληθευθῇ πολλάκις εἰς τήν δισχιλιετῆ ἱστορίαν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἐπαληθεύονται καί εἰς τάς ἡμέρας μας μέ τούς ἐπί τέσσαρας δεκαετίας διωγμούς τῆς παραδοσιακῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου Ἁγίου Ὄρους. Διῶκται της εἶναι οἱ Οἰκουμενισταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν (ὑποκριτικῶς) ὡς σημαίαν των τήν ἀγάπην καί τήν καταλλαγήν μέ τούς παντός δόγματος καί πάσης θρησκείας ἀνθρώπους, ἐκτός ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, τούς ὁποίους διώκουν ἀπηνῶς!

2. Ἡ σύγχρονος αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Ἐν ὀλίγοις, ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἔχει λάβει τρομακτικάς διαστάσεις, ἀποσκοπεῖ εἰς τήν κατεδάφισιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐφόσον παραδέχεται ὅλας τάς Χριστιανικάς αἱρέσεις καί ὅλας τάς θρησκείας ὡς «διαφορετικούς δρόμους» διά νά φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν εἰς τόν ἴδιον Θεόν, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του, λέγουν ψευδῶς οἱ Οἰκουμενισταί, ὅπως οἱ «πατριάρχαι» Ἀθηναγόρας καί Βαρθολομαῖος. Νά καταργήσωμεν, λοιπόν, τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.λπ. καί νά κατασκευάσωμεν νέα, οὕτως ὥστε αὐτά νά εἶναι ἀποδεκτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ἐπρότεινεν ὁ «ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς» Ἰάκωβος εἰς συνέντευξίν του εἰς τήν παγκοσμίου κυκλοφορίας ἐφημερίδα New York Times (25-9-1967, σ. 40).[1] Παρομοίας αἱρέσεις, διαστροφάς καί βλασφημίας κηρύσσουν καί σύγχρονοι «πατριάρχαι», «ἀρχιεπίσκοποι», «ἐπίσκοποι» καί ἄλλοι, καί ὄχι μόνον οὐδένα κίνδυνον καθαιρέσεως διατρέχουν, ἀλλά τοὐναντίον τιμῶνται καί ὑπό πάντων! Ἐσχάτως δέ ἀρκετοί ἐξ αὐτῶν, ὅπως ὁ «πατριάρχης» Βαρθολομαῖος, μοιράζουν τό «ἅγιον Κοράνιον», ὅπως τό ἀποκαλοῦν, ἀντί τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου! Διά νά μήν μακρυγορῶμεν, ἁπλῶς λέγομεν ὅτι εἶναι τόσα πολλά τά ἄνομα ἔργα καί κηρύγματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὥστε θἀ ἐχρειάζετο μία πολύωρος ὁμιλία διά νά παρουσιασθοῦν καί νά σχολιασθοῦν. Δέν νομίζω ὅτι χρειάζεται, ὅμως, διότι τά γεγονότα αὐτά εἶναι πλέον γνωστά εἰς ὅλους ὅσους ἐνδιαφέρονται διά τήν Ἐκκλησίαν. Πλανῶνται οἰκτρῶς ὅσοι ἔχουν μέν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλά ἐν γνώσει των κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικῶς μέ τούς Οἰκουμενιστάς, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ στάσις των αὐτή εἶναι ἀντορθόδοξος.

3. Ἡ ὀρθόδοξος στάσις τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Τόσον ἡ Ἁγία Γραφή ὅσον καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, προκειμένου νά καταστήσουν ἀπολύτως σαφές ὅτι ἡ ἐν γνώσει κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν Κόλασιν, ἀπηγόρευσαν αὐστηρῶς καί μέ ἐντόνους χαρακτηρισμούς καί προτροπάς τήν τοιαύτην κοινωνίαν. Πρός ἀπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, παραθέτομεν ἀμέσως κατωτέρω πολλά ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία.


[1] Ὅταν ἀνέγνωσα διά πρώτην φοράν αὐτήν τήν εἴδησιν εἰς τό βιβλίον Φιλήματα Ἰούδα τό ἔτος 1997, ἤμην κάτοικος τῆς Ἀδελαΐδος τῆς Νοτίου Αὐστραλίας καί ἠκολούθουν τό νέον ἑορτολόγιον. Ἐσκέφθην ὅτι «οἱ παλαιοημερολογῖται ἀσφαλῶς ψεύδονται ὡς πρός τοῦτο»! Διότι δέν εἶναι ποτέ δυνατόν εἷς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νά προτείνῃ τήν κατάργησιν τῶν Ὀρθοδόξων Δογμάτων καί νά μήν καθαιρῆται! Προκειμένου νά λύσω τήν ἀπορίαν μου, λοιπόν, ἐπεσκέφθην τήν Κεντρικήν Βιβλιοθήκην τῆς Ἀδελαΐδος καί ἐζήτησα τό φύλλον τῆς έφημερίδος New York Times τῆς 25-9-1967, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς ψηφιακήν μορφήν, καί συγκεκριμένως εἰς μορφήν microfische, δηλαδή εἰς ταινίαν τετυλιγμένην εἰς μικρά καρρούλια. Ἐφωτοτύπησα αὐτήν τήν συνέντευξιν καί ἔκτοτε τήν διαδίδω, διότι ὁ Ἰάκωβος παρέμεινε «Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς» διά τριάκοντα ἀκόμη ἔτη μετά τήν ὡς ἄνω πρότασίν του νά καταργηθοῦν τά Ὀρθόδοξα Δόγματα, τά ὁποῖα μάλιστα εἰς τήν συνέντευξιν αὐτήν ἐχαρακτήρισε «Ἑλληνικά παλαιά ἐνδύματα»! Τότε ἤρχισα νά μελετῶ ἐπισταμένως τό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα· δύο ἔτη ἀργότερον, διέκοψα πλήρως τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μέ τούς Οἰκουμενιστάς.
Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:
«Ἐκκλίνατε ἀπ’ αὐτῶν» (Ρωμ. 16:17-18)·
«ἀφίστασο ἀπό τῶν τοιούτων … τήν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τάς βεβήλους κενοφωνίας καί ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περί τήν πίστιν ἠστόχησαν» (Α´ Τιμ. 6:5, 6:20-21)·
«μή οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν … καί μή συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους» (Ἐφ. 5:6-11)·
«ἀπό παντός εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε» (Α´ Θεσσ. 5:22)·
«στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις … στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπό παντός ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καί μή κατά τήν παράδοσιν» (Β´ Θεσσ. 2:15 καί 3:6)·
«σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης» (Β´ Τιμ. 3:14)·
«Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1:8-9)·
«τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; … διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε» (Β´ Κορ. 6:14-18, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «πᾶς ἄνθρωπος, τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἐξακολουθήσας ἀπείρῳ ποιμένι, καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος· τίς γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).[1]

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «οἵτινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (P.G. 160, σ. 101).
|
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει: «Πᾶς ὁ λέγων, φησί, παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοί φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λέγει τά ἑξῆς σημαντικά διά τήν ὑπακοήν εἰς ἡγουμένους πού εἴτε εἶναι αἱρετικοί εἴτε εἶναι μέν ὀρθόδοξοι, ἀλλά κοινωνοῦν μέ αἱρετικούς:
«παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου [Γαλ. 1:8], παρ’ ὅ παρελάβομεν, παρ’ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν, μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·[2]
«οὐ δι’ ἕνα ἄνθρωπον ἀποσχίζομεν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπό Βορρᾶ καί δυσμῶν καί θαλάσσης∙ καί μέντοι καί τῆς ἐνταῦθα, δηλονότι πλήν τῶν μοιχοκυρωτῶν. Οὐ γάρ οὗτοι Ἐκκλησία Κυρίου» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 178, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Ἐφόσον ὁ ἅγιος ἔλεγεν ὅτι οἱ «μοιχοκυρωταί», ἤτοι οἱ ἐγκρίνοντες τόν παράνομον γάμον τοῦ Αὐτοκράτορος, δέν ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, φαντασθεῖτε τί θά ἔλεγεν διά τούς Οἰκουμενιστάς ἄν ἔζη σήμερον· εἰκάζω ὅτι θά τούς ἐχαρακτήριζε «συναγωγήν τοῦ Σατανᾶ»! Σκληρά ἡ κρίσις, ἀλλά σύμφωνος μέ τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.
«Οὐδ’ ἄν ὅλα τά χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ’ ἐχθρός. Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 298)·
«φυλάξοιτε ἔτι ἑαυτάς, παρακαλῶ, τῆς ψυχοφθόρου αἱρέσεως∙ ἧς ἡ κοινωνία ἀλλοτρίωσις Χριστοῦ» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 354, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·

«τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σ. 448, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·
«ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (P.G. 99, σ. 1049, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·
«οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, σ. 1164 Α, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Δηλαδή, ὅσοι ἔχουν μέν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως πράττουν σήμερον οἱ ἁγιορεῖται μνημονευταί καί οἱ «συντηρητικοί» νεοημερολογῖται, θά συναπολεσθοῦν μέ τούς Οἰκουμενιστάς.
Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, συνοψίζων ἄριστα τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν τῆς ἀποτειχίσεως, λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).
Ἀναφερόμενος δέ εἰς τόν λατινόφρονα μητροπολίτην Ἀθηνῶν, γράφει ὁ Ἅγιος τά ἑξῆς σημαντικά εἰς μίαν ἐπιστολήν του πρός τόν ἱερομόναχον Θεοφάνην:
Ἀξιῶ οὖν τήν ἁγιωσύνην σου, ἵνα τόν ὑπέρ Θεοῦ ζῆλον ἀναλαβών, … παραινέσῃς τοῖς τοῦ Θεοῦ ἱερεῦσιν, ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνημονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι … Φεύγετε οὖν καί ὑμεῖς, ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἴδε ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως ἔνοχός ἐστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται (P.G. 160, σ. 1097, 1100, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).
Συνεπῶς, εἶναι παραβάται τῆς πίστεως ὅσοι μνημονεύουν τόν λατινόφρονα «πατριάρχην» Βαρθολομαῖον, ὁ ὁποῖος ψάλλει τήν φήμην καί τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» διά τόν «πάπαν». Ὅπως δέ κατήγγειλε τό ἔτος 1969 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς εἰς μίαν ἀνοικτήν του ἐπιστολήν πρός τόν «ἀρχιεπίσκοπον Ἀμερικῆς» Ἰάκωβον, ὁ «πατριάρχης» Ἀθηναγόρας εἶχε συμπεριλάβῃ τό ὄνομα του «πάπα Ρώμης», καθώς καί «ὅλας τάς ὁμολογίας τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως», εἰς τά Δίπτυχα, πού σημαίνει ὅτι ἐθεώρει ὡς ὀρθοδόξους ὅλους αὐτούς τούς αἱρετικούς.[3] Εἰς τό Ἅγιον Ὄρος σήμερον, ὀρθόδοξον στάσιν κρατοῦν μόνον οἱ παραδοσιακοί, δηλαδή οἱ γνήσιοι Ἐσφιγμενῖται καί οἱ Ζηλωταί Πατέρες, πού δέν μνημονεύουν τόν κ. Βαρθολομαῖον διό καί διώκονται.
Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός τονίζει ὅτι «εἰς τά τῆς Πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις· ἡ γάρ συγκατάβασις ἐλάττωσιν ἐργάζεται τῆς πίστεως» καί ὅτι «μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστιν» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).[4]


Οἱ ἐπί «πατριάρχου» Βέκκου ἀγωνισθέντες καί θεαρέστως μαρτυρήσαντες Ἁγιορεῖται Πατέρες, εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν, τήν ὁποίαν ἔγραψαν τό ἔτος 1275 πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον,[5] ἀντιδρῶντες εἰς τάς πιέσεις πού ἐδέχοντο νά μνημονεύσουν τόν «πάπαν», μετά ἀπό τήν ψευδο-σύνοδον τῆς Λυῶνος, ἐπεκαλέσθησαν, μεταξύ ἄλλων, καί τό ἀκόλουθον χωρίον τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε· ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Ἰω. Β΄, 10-11). Τό χωρίον τοῦτο ἀνέλυσαν ὡς ἑξῆς (εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν τοῦ γράφοντος):
Ἄν ἐμποδιζώμεθα ἁπλῶς νά τόν χαιρετίσωμεν [τόν «πάπαν»] καθ’ ὁδόν καί νά τόν εἰσαγάγωμεν εἰς μίαν συνήθη οἰκίαν, τότε πῶς θά τόν εἰσαγάγωμεν, ὄχι εἰς οἰκίαν, ἀλλά εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ; … Καί ἄν ὁ ἁπλοῦς χαιρετισμός του ἰσοδυναμεῖ μέ κοινωνίαν μέ τά πονηρά του ἔργα, πόσον μᾶλλον ἡ μνημόνευσίς του ἐκφώνως ἔμπροσθεν τῶν θείων καί φρικτῶν μυστηρίων; Ἄν δέ Αὐτός πού κεῖται ἔμπροσθεν ἡμῶν εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθῇ τοῦτο τό μέγα ψεῦδος, τό νά κατατάσσηται δηλαδή αὐτός μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Θέατρον θά παίξωμεν ἐνώπιον τῶν φρικτῶν μυστηρίων; Πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀνεχθῇ τοιοῦτόν τι ἡ ὀρθόδοξος ψυχή, χωρίς ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀμέσως ἀπό τούς μνημονευτάς, θεωρῶντας αὐτούς ἱεροκαπήλους; Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἀδύτων μυστηρίων ὡς τελείαν συγκοινωνίαν. Εἰς τήν ἑρμηνείαν τῆς θείας λειτουργίας ἔχει γραφῇ ὅτι ὁ ἱερουργῶν ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως, διά νά δείξῃ ὅτι ὑποτάσσεται εἰς αὐτόν καί ὅτι εἶναι κοινωνός τῆς πίστεώς του… Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει: μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν τόν αἱρετικόν, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἀναφέρων εἶναι ὀρθόδοξος … Ἀλλά θά δεχθῶμεν τό μνημόσυνον κατ’ οἰκονομίαν; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀποδεκτή μία οἰκονομία πού βεβηλώνει τά θεῖα μυστήρια καί διώκει ἀπό αὐτά τό Ἅγιον Πνεῦμα, στερῶντας ἔτσι τούς πιστούς ἀπό τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των καί τήν χάριν τῆς υἱοθεσίας; Ὑπάρχει τι ζημιωδέστερον τούτου; Ἡ κοινωνία μετ’ αὐτῶν εἶναι προφανής ἔκπτωσις καί ἀνατροπή τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).[6]
Ὥστε, λοιπόν, κατά τούς Ἁγιορείτας Πατέρας τοῦ 1275, «ἱεροκάπηλοι» εἶναι οἱ μνημονευταί τῶν αἱρετικῶν! Ὡς γνωστόν, οἱ τότε Οἰκουμενισταί τοῦ Βέκκου ἄλλους ἀπό αὐτούς τούς Ἁγιορείτας Πατέρας ἀπεκεφάλισαν, ἄλλους ἐκρέμασαν, ἄλλους ἔκαψαν ζωντανούς και ἄλλους ἔπνιξαν. Εἶναι, βλέπετε, στενός, ἀκανθώδης καί μαρτυρικός ὁ δρόμος τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας, τόν ὁποῖον ἀκολουθοῦν ὀλίγοι, ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἀπωλείας εἶναι πλατύς, τόν ὁποῖον δυστυχῶς ἀκολουθοῦν οἱ πολλοί.
Ἕτερον παράδειγμα ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἀποτελεῖ ἡ στάσις πού ἐτήρησαν οἱ ὀρθόδοξοι ἔναντι τῶν λατινοφρόνων μετά τήν ψευδοσύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας: «δέν συνελειτούργουν μετά τῶν λατινοφρόνων, δέν ἐπεκοινώνουν μετ’ αὐτῶν καί δέν ἐμνημόνευον τῶν ἐπισκόπων, τῶν ὑπογραψάντων τήν ψευδῆ ἕνωσιν τῆς Φλωρεντίας. Τό ὀρθόδοξον πλήρωμα μόνον τήν φωνήν τοῦ Μάρκου [τοῦ Εὐγενικοῦ] ἀνεγνώριζεν ὡς φωνήν καλοῦ ποιμένος. Αἱ φωναί τῶν λατινοφρόνων ἐπισκόπων ἐφαίνοντο φωναί ἀλλοτρίων».[7]
Ἆραγε οἱ σημερινοί Ἁγιορεῖται μνημονευταί δέν ἐδιδάχθησαν τίποτε ἀπό τήν ὡς ἄνω διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῶν ἁγίων εἰς ἀναλόγους περιστάσεις; Ἤ μήπως ἐδιδάχθησαν τό φρόνημα καί ἐφαρμόζουν τάς μεθόδους τῶν προδοτῶν καί διωκτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας;
ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ1


4. Ὁ διωγμός τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου

Βεβαίως, εἰς τόν διωγμόν τῶν γνησίων Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων ὑπό τῶν συγχρόνων Οἰκουμενιστῶν δέν χρησιμοποιοῦνται πλέον αἱ ἐπί Βέκκου μέθοδοι ἐξοντώσεως. Οἱ σύγχρονοι Οἰκουμενισταί ἐπιβάλλουν διαφόρους ἀποκλεισμούς εἰς τούς ὀρθοδόξους μοναχούς τῆς Ἱ. Μ. Ἐσφιγμένου, ὅπως ἀπό τρόφιμα, φάρμακα κ.λπ., κάμνουν ἐπιθέσεις εἰς τό κονάκι των μέ φονικά ἐργαλεῖα, πραγματοποιοῦν κατασχέσεις τῶν περιουσιακῶν των στοιχείων, τούς ἐγκαλοῦν συνεχῶς εἰς τά κοσμικά δικαστήρια μέ τήν γελοίαν κατηγορίαν τοῦ «καταληψίου»(!) κ.λπ.  Ὡστόσον, τά μαρτύρια αὐτά ἔχουν προκαλέσῃ ἀκόμη καί θανάτους Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων, ὅπως, παραδείγματος χάριν, τοῦ μοναχοῦ Τρύφωνος τό ἔτος 2003. Ἰδίως μετά τήν παρά πᾶσαν ἠθικήν καί τάξιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἵδρυσιν τῆς λεγομένης «Νέας Ἀδελφότητος τῆς Ἱ. Μ. Ἐσφιγμένου» κατά τό ἔτος 2005, τά μαρτύρια αὐτά ἔχουν ἐνταθῇ, κυρίως αἱ ἐπιθέσεις εἰς τό κονάκι τῆς Μονῆς (εἰς Καρυάς) μέ βαριοπούλας, περόνας κ.λπ., καθώς καί αἱ ἐγκλήσεις ἐναντίον των εἰς τά πολιτικά δικαστήρια.
Ἀλλά ποῖα εἶναι τά πραγματικά κίνητρα τῶν διωκτῶν; Κατά τήν γνώμην μας, εἶναι δύο. Πρῶτον, ἡ Νέα Τάξις Πραγμάτων (Ν.Τ.Π.) δέν ἀνέχεται πλέον νά ὑπάρχουν προπύργια Ὀρθοδοξίας· πρέπει ὅλοι ν’ ἀπαρνηθοῦν τήν Ὀρθοδοξίαν καί ν’ ἀποδεχθοῦν τόν Οἰκουμενισμόν, μέ ἀποδοχήν τοῦ Παπισμοῦ ὡς πρῶτον στάδιον. Ἔχοντας τοποθετήσῃ πειθήνια ὄργανά της εἰς τήν πολιτικήν καί τήν θρησκευτικήν ἐξουσίαν, ὑλοποιεῖ μέ σχετικήν εὐκολίαν πλέον τό ἀντίχριστον αὐτό σχέδιόν της. Διά τοῦτο, ἐπειδή δέν ὑπάρχουν ἀληθεῖς κατηγορίαι ἐναντίον τῶν γνησίων Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων, κατασκευάζουν ψευδεῖς τοιαύτας, ὅπως αὐτήν τοῦ «καταληψίου»(!), μετά ἀπό τήν κήρυξίν των ὡς «σχισματικῶν» ὑπό τοῦ ἐσβεσμένου Φαναρίου κατά τό ἔτος 2002, ἐπειδή οἱ γνήσιοι Ἐσφιγμενῖται Πατέρες δέν μνημονεύουν τόν Βαρθολομαῖον. Ἀλλ’ ἡ στάσις των αὐτή εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος μέ τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ἐκκλησίας καί δή μέ τόν 31ον Ἀποστολικόν καί τόν 15ον Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, καθώς καί μέ τά προαναφερθέντα ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία. Ἐνῶ, ἀντιθέτως, συμφώνως μέ τά ἴδια αὐτά χωρία, ἡ στάσις τῶν συμπορευομένων μέ τούς Οἰκουμενιστάς Ἁγιορειτῶν μνημονευτῶν εἶναι ἐχθρική πρός τόν Θεόν. Ὅπως προανεφέρθη, σκληρά μέν αὐτή ἡ κρίσις, ἀλλ’ ὑπάρχει ὁμοφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων ἐπ’ αὐτοῦ. Πῶς ἆραγε δέχεται ἡ συνείδησις τῶν Ἁγιορειτῶν μνημονευτῶν νά ποινικοποιῆται ἡ ὀρθόδοξος στάσις τῶν συμμοναστῶν των Ἐσφιγμενιτῶν, ἐνῶ ἔχουν χρέος νά τήν ὑπερασπίζωνται καί νά τήν ἀκολουθοῦν καί οἱ ἴδιοι; Μέ ποῖον δικαίωμα παραδίδουν τό ἱερόν Περιβόλιον τῆς Παναγίας εἰς τούς ἐχθρούς της;
Δεύτερον, μέ τό ὡς ἄνω δαιμονικόν σχέδιόν των κατά τῆς γνησίας Ἱ. Μ. Ἐσφιγμένου, οἱ Οἰκουμενισταί ἔχουν κατορθώσει νά εἰσπράττουν αὐτοί τά διάφορα κονδύλια πού δικαιοῦνται οἱ γνήσιοι Ἐσφιγμενῖται, τοιουτοτρόπως καταδικάζοντας αὐτούς εἰς πτωχείαν καί ἀδυναμίαν νά ὑπερασπισθοῦν τά ἐν τῷ ματαίῳ αὐτῷ κόσμῳ δίκαιά των. Ἄς τούς συνδράμη τοὐλάχιστον ὁ πιστός λαός, τόσον ἠθικῶς ὅσον καί ὑλικῶς.

5. Ἀμείλικτα ἐρωτήματα

Τό ἐρώτημα πού προβάλλει καί πάλιν εἶναι: Πῶς οἱ Ἁγιορεῖται μνημονευταί συμπλέουν μέ τό ἀντίχριστον αὐτό σχέδιον τῆς Ν.Τ.Π. καί δέν ἐγείρονται νά ὑπερασπισθοῦν τά δίκαια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν γνησίων Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων; Διατί ἆραγε διακατέχονται ἀπό τοσαύτην δειλίαν αὐτοί πού ἐγκατέλειψαν τόν ἁμαρτωλόν κόσμον προκειμένου νά ὑπηρετήσουν τόν Θεόν, καταλήγοντες τοιουτοτρόπως νά ὑπηρετοῦν τόν Διάβολον; Καί ποῦ εἶναι ὁ πιστός λαός; Μήπως καθεύδει; Δέν ἀκούουν τήν φωνήν τοῦ Κυρίου; «Καθεύδετε τό λοιπόν καί ἀναπαύεσθε! Ἰδού ἤγγικεν ἡ ὥρα καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν. Ἐγείρεσθε ἄγωμεν. Ἰδού ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με» (Ματ. 26:45-46).


[1] Βλ. Migne, Patrologia Graeca (P.G.), Τόμος 26, σ. 1321.
[2] Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου Ἔργα, τ. 3, Ἐπιστολαί, Ἐκδ. Ὀρθοδόξου Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1987, σ. 109.
[3] Βλ. http://orthodoxinfo.com/ecumenism/philaret_iakovos.aspx
[4] Ἀρχιμανδρίτου Σ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, Τόμος Β, Ἐκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆναι 1969, σ. 55 καί 69-70.
[5] Βλ. V. Laurent καί J. Darrouzes, Dossier Grec de L´Union de Lyon (1273-1277), Institut Francais D´Etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 377-403,
[6] Βλ. V. Laurent καί J. Darrouzes, . ., σελ. 397-399.

[7] Βλ. Ἀρχιμ. Σ. Μπιλάλη, .., σ. 68.


ΠΗΓΗ: "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ 1"

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Ἁγίου Ἀνδρέου, Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης τοῦ Ἰεροσολυμίτου)





«Και όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ μέρες για να γίνει η περιτομή του παιδιού, ονομάστηκε Ιησούς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του» (Λουκάς 2:21).
«Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη νόμος. Και του νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις»

1. Προοίμιο: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού πού γιορτάζει ένα γεγονός που έγινε οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννησή του και κατά το οποίο πήρε το όνομά του Ιησούς (=Σωτήρας). Η Γιορτή αυτή συνδέει την Δεσποτική Γιορτή των Χριστουγέννων δηλ. των Γενεθλίων του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) με την Δεσποτική Γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων δηλ. της Βαπτίσεως του Χριστού (6 Ιανουαρίου), και αποτελεί μαζί τους την λεγόμενη εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου.

Αρχικά οι τρεις αυτές Δεσποτικές Γιορτές του Δωδεκαημέρου συμπεριλαμβάνονταν σε μία και αρχαία γιορτή, την Γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), της οποίας κεντρικό θέμα ήταν η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η επιλογή της ημερομηνίας 6 Ιανουαρίου για την Γιορτή αυτή φαίνεται ότι οφειλόταν στο ότι ήταν ήδη ημέρα γιορτής στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ως ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (ίσης ημέρας και νύχτας) από την οποία άρχιζε να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.

Οι ρωμαίοι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ορατού ήλιου ως του θεού του φωτός πού στηρίζει την φυσική ζωή στον κόσμο. Οι Χριστιανοί αντιμετώπισαν αυτήν την πρόσκληση γιορτάζοντας τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και προβάλλοντας τον Χριστό σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης που μεταδίδει το άκτιστο θείο Φως του ενός Θεού «εν Τριάδι» και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αργότερα επικράτησε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου και της γιορτής των γενεθλίων του ορατού ήλιου.

Η απάντηση των χριστιανών στη νέα αυτή ειδωλολατρική πρόκληση ήταν η μεταφορά της Γιορτής της Γεννήσεως του Χριστού στην ημερομηνία αυτή,[1] ενώ η 6η Ιανουαρίου παρέμεινε πλέον ως η Γιορτή της Βαπτίσεως του Χριστού. Η Γιορτή της Περιτομής του Χριστού ακολούθησε λογικά την Γιορτή των Χριστουγέννων οκτώ μέρες μετά.

Ο Λόγος περί της Περιτομής του Χριστού του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας αγίου Ανδρέου Κρήτης (660-740), γνωστού από το υμνολογικό και κηρυγματικό έργο του, που ακολουθεί, μας εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία της Δεσποτικής αυτής Γιορτής, η οποία εντάσσεται μέσα στο όλο έργο της αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας μας που επιτέλεσε ο ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Επειδή ο Λόγος αυτός είναι εννοιολογικά πάρα πολύ πυκνός, τον παρουσιάζουμε αναλυτικότερα και επεξηγηματικά στην παρούσα μεταγλώττιση.

2. Οι Δεσποτικές Γιορτές και τα Γεγονότα του Βίου του Χριστού: Αρχίζει ο άγιος Ανδρέας με την επισήμανση ότι «είναι καλό και θεάρεστο να δοξάζουμε τον Θεό και να γιορτάζουμε για όλα όσα έκανε ο Σωτήρας μας Χριστός γιατί τα έκανε σαν Θεάνθρωπος και όχι σαν απλός άνθρωπος». Όλα όσα έκανε ο Χριστός, λέει ο άγιος, «αποτελούν εκπληκτικά θαύματα, γιατί έχουν θεανθρωπική βάση και θεανθρωπικό χαρακτήρα.
Γι αυτό είναι και μοναδικά και σωτήρια. Και δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτά να ήσαν διαφορετικά! Γιατί ο Χριστός είναι Θεός αληθινός που έγινε και άνθρωπος αληθινός». Τα έκανε αυτά γιατί ήθελε «να φανερωθεί στους ανθρώπους που είχαν αποξενωθεί από αυτόν και τον αγνοούσαν, και να υπομείνει σαν άνθρωπος αληθινός όλα τα ανθρώπινα ώστε να εκτελέσει όλα τα παραγγέλματα του θείου νόμου που είχαν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, με απώτερο σκοπό να δώσει αντί για αυτά άλλα καλλίτερα και τελειότερα (αντιδώσειεν)».

Το ρήμα «αντιδίδω» που χρησιμοποιείται εδώ από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, χαρακτηρίζει όλο το έργο (την κατά σάρκα οικονομία) του Χριστού που είναι μια σωτήρια αντίδοση. Με την ενανθρώπησή του πήρε ο Θεός όλα όσα έχουμε και τα αντάλλαξε όλα με άλλα δικά του που είναι γεμάτα με χάρη και αλήθεια.
Το ήθελε και το έκανε αυτό από φιλανθρωπία, γιατί έτσι μόνο θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο στην πραγματική και φυσική του κατάσταση, όπως τον είχε αρχικά πλάσσει ο ίδιος ως Θεός αληθινός.

Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν το αντίδοτο του Θεού στην αποστασία του ανθρώπου που τον έκανε τον άνθρωπο να χάσει το δρόμο του και αποξενωθεί από τη θεία χάρη. Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να θεοποιήσει τους ανθρώπους με την θεανθρώπινη υπόσταση του.

3. Η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού: Η περιτομή που υπέστη ο Χριστός οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννηση του και την άσπορη προέλευσή του από την Παρθένο Μαρία φανερώνει αυτήν την αντίδοση που οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου. Το γιορτάζουμε αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη γιορτή επειδή αποτελεί πραγματικά, όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, «μέγιστο θαύμα».
Γιατί; Γιατί με αυτό ο Θεάνθρωπος Χριστός «όχι μόνον εκπλήρωσε τον νόμο, αλλά και φανέρωσε ταυτόχρονα και την υπέρβασή του, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σωτηρίας μας».
Στον Λόγο του αυτό, μας δίνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης με ένα τρόπο συνοπτικό αυτές τις διαστάσεις της σωτηρίας που μας προσφέρει ο ενσαρκωμένος Θεός.

4. Τι Σημαίνει η Περιτομή του Χριστού: Άνθρωπος Αληθινός αν και Θεός Αληθινός. Με το να υποστεί την περιτομή και να πάρει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο όνομα, σύμφωνα με το ιουδαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, απόδειξε ο Χριστός ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος, αν και προϋπήρχε ως αληθινός Θεός, άπειρος και ασύγκριτος όπως ήταν πάντοτε.

Έγινε άνθρωπος μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο-χρονικό και θρησκευτικό ανθρωπολογικό πλαίσιο και ακολούθησε την πορεία και τις προδιαγραφές της ανθρώπινης φύσης και της σχέσης της με τον Δημιουργό της Θεό. Η περιτομή του, λέει ο άγιος Ανδρέας, «φανερώνει ότι δεν είναι πλέον μόνον Υιός Θεού αλλά και Υιός της Παρθένου.

Είναι και παραμένει Υιός Θεού κατά κυριολεξία, όπως και ο Πατήρ είναι Πατήρ κατά κυριολεξία επειδή γεννάει τον Υιό, και το Πνεύμα το Άγιο είναι Πνεύμα κατά κυριολεξία επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα, και έτσι τα τρία αυτά θεία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός και υπάρχει σ’ αυτά η (μία) θεότητα». Ο Χριστός όμως «είναι και Υιός της Παρθένου και ακριβώς για αυτό το λόγο είναι και καταληπτός και προσιτός σε μας τους ανθρώπους».

Η ενανθρώπησής του δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Σημαίνει μάλλον ότι «έγινε και άνθρωπός μας, αυθεντικός, αληθινός, τέλειος άνθρωπος, τον οποίον μπορούμε τώρα να πλησιάζουμε με θάρρος όχι μόνον σαν Δεσπότη και Κτίστη αλλά και Σωτήρα μας γιατί είναι ένα μαζί μας. Πήρε την φύση μας, ακολούθησε την αληθινή πορεία της και την οδήγησε στην τελείωσή της.

Και τώρα μας την προσφέρει σαν ανταλλαγή και αντίδοτο για να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αληθινοί, αυθεντικοί και τέλειοι όπως είναι εκείνος». Έτσι ακριβώς τον παρουσιάζει ο Λουκάς στην ευαγγελική αφήγησή του, την οποία αναφέρει ρητά ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γιατί θέλει να δείξει αυτό το θεανθρώπινο θαύμα που παρουσιάζει ο Χριστός, δηλ. την ενανθρώπηση του Θεού και την θεοποίηση του ανθρώπου εν Χριστώ.

5. Η Γέννηση και η Περιτομή του Χριστού στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Και συνέβη, αμέσως μετά την αναχώρηση των αγγέλων στους ουρανούς, να πουν οι άνθρωποι, δηλ. οι ποιμένες, μεταξύ τους, ας πάμε μέχρι την Βηθλεέμ για να δούμε τι είναι αυτό το γεγονός για το οποίο ακούσαμε, και το οποίο μας γνωστοποίησε ο Κύριος. Έσπευσαν λοιπόν και ήρθαν, και βρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος που βρισκόταν μέσα στην φάτνη.

Βλέποντάς το λοιπόν, κατάλαβαν τη σημασία που είχαν τα λόγια πού τους ειπώθηκαν σχετικά με το παιδί αυτό. Αλλά και όλοι οι άλλοι που άκουσαν έμειναν έκθαμβοι από όσα τους ανακοίνωσαν οι ποιμένες. Η Μαριάμ όμως συγκρατούσε τα λόγια αυτά μέσα της γιατί τα είχε βάλλει βαθιά στην καρδιά της. Γύρισαν λοιπόν οι ποιμένες στον τόπο τους δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί από πριν. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»![2]

6. Η Μεγάλη Σημασία της Ευαγγελικής Αφήγησης του Λουκά: «Είναι μεγάλος ο Λουκάς», λέει ο άγιος πατήρ, «γιατί μας εξηγεί τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια που συνδέονται με το πρόσωπο, την ζωή και το έργο του Χριστού»! Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο άγιος Ανδρέας λέει, με βάση την αρχαία εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, ότι «το Ευαγγέλιό του Λουκά προέρχεται από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μιλάει με καύχηση γι αυτό όταν γράφει «κατά το Ευαγγέλιό μου» στις επιστολές του».[3]

«Αν δεν είχαμε αυτό το Ευαγγέλιο», λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, «τότε δεν θα γνωρίζαμε ότι η Παρθένος ευαγγελίστηκε», δηλαδή έμαθε τα εκπληκτικά νέα για την πραγματική ταυτότητα του υιού της•[4] «ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο μεγαλύτερος των προφητών, γεννήθηκε λίγο πριν από τον Χριστό για να γίνει πρόδρομος του Χριστού» σύμφωνα με το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου•[5]

«ότι ο Σωτήρας μας Χριστός πολιτογραφήθηκε σαν άνθρωπος» μαζί με την μητέρα του και τον Ιωσήφ που πιστοποίησαν την γέννησή του•[6] «ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο της Βηθλεέμ»•[7] «ότι οι ποιμένες που βρίσκονταν στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή επίσης ευαγγελίστηκαν, δηλ. πληροφορήθηκαν για το θαύμα της ενανθρώπησης» και έγιναν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του•[8]
«ότι ο ύμνος», που αποδίδει το κύριο γνώρισμα των Χριστουγέννων, «το Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη πρωτο-ειπώθηκε από τους αγγέλους»•[9] «ότι η ειρήνη αυτή διαδηλώθηκε με την απογραφή που έγινε κατά διαταγή του Αυγούστου»•[10]
«ότι ο αρχιερέας Συμεών διακήρυξε το ευαγγέλιο της έλευσης του Χριστού και ότι η προφήτιδα Άννα το ομολόγησε και επιβεβαίωσε την σημασία του (ανθωμολογήσατο)»•[11]
«ότι ο Χριστός ως άνθρωπος συγκεκριμένος έλκυε την καταγωγή του μέσω του Ιωσήφ, του μνήστωρος της παρθένου Μαρίας, λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας, από τον Δαυίδ και τελικά από τον Αδάμ και από τον ίδιο τον Θεό»•[12]
Αλλά το ίδιο ισχύει και με «τα περισσότερα γεγονότα μέχρι και εκείνα του πάθους, εκείνα που αναφέρονται στον Ηρώδη και στον Πιλάτο, στους δύο ληστές, και τα άλλα που δεν αναφέρονται στους άλλους Ευαγγελιστές».

7. Η Περιτομή του Χριστού και το Όνομα που έλαβε τότε: Η περιτομή του νεογέννητου Χριστού δεν δηλώνει μόνο την αληθινή ανθρωπότητά του αλλά και το θεανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό φανερώνει ιδιαίτερα το Ό ν ο μ α που δόθηκε τότε στον νεογέννητο Χριστό και ήταν προκαθορισμένο από τον Θεό.
«Ποιο όνομα», ρωτάει ο άγιος Ανδρέας, εννοεί ο Λουκάς όταν λέει ότι «ονομάστηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»;[13]   «Ο ίδιος ο ευαγγελιστής», λέει ο άγιος πατήρ, το εξηγεί αυτό παρουσιάζοντας τον άγγελο να λέει στην Μαρία: «Θα γεννήσεις υιό και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Αυτός θα είναι μέγας, και θα αποκληθεί Υιός του Υψίστου».[14]

Το ίδιο λέει και ο Ματθαίος στο σημείο που αναφέρει για την απιστία του Ιωσήφ και για το πως πείστηκε με το αγγελικό όραμα που είδε στον ύπνο του: «Γιατί αφού μνηστεύτηκε η μητέρα του Μαρία με τον Ιωσήφ, και πριν συνέλθουν, βρέθηκε έγκυος από το Πνεύμα το Άγιο. Ο Ιωσήφ όμως, ο άνδρας της, που ήταν δίκαιος, και δεν ήθελε να την εκθέσει, θέλησε να την διώξει στα κρυφά.

Αλλά καθώς διαλογιζόταν αυτό, ένας άγγελος του Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις την Μαριάμ την γυναίκα σου, γιατί το νεογνό που θα γεννήσει είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό, και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του».[15]

Καί αμέσως μετά προσθέτει το εξής: «Και όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθεί ο λόγος του προφήτου (Ησαία) που έλεγε, Ιδού η Παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει υιό, και θα τον αποκαλέσουν Ε μ μ α ν ο υ ή λ, που σημαίνει ο Θεός μεθ’ ημών».[16]
«Βλέπεις», λέει ο άγιος, «πώς συμφωνούν τα λόγια του προφήτη και του ευαγγελιστή; Γιατί η ερμηνεία του «Μεθ’ ημών ο Θεός» σημαίνει τη σωτηρία του λαού –ότι δηλαδή ο Δεσπότης έρχεται να συνοικήσει με τους δούλους; Το ίδιο με την αγγελική ρήση λέει και το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Διότι Ι η σ ο ύ ς σημαίνει αυτόν που από συμπάθεια εργάζεται τα πάντα για να σώσει σύμφωνα με την οικονομία».

8. Το Όνομα Ιησούς ως το κύριο μήνυμα της Γιορτής της Περιτομής του Χριστού: Αυτό λοιπόν που μας προσφέρει πρωταρχικά η παρούσα Γιορτή είναι η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος Ανδρέας, μας δίνει την βαθύτερη σημασία της γιατί μας δείχνει πως «η μια χάρη (της ενσάρκωσης) μας παρουσιάζει μιαν άλλη (της οικονομίας της σωτηρίας), και τις ενώνει με τη γνώση (του Σωτήρα) φωτίζοντάς μας με την ιδιαίτερη λαμπρότητα και δόξα του προσώπου του».

«Ήδη», λέει ο άγιος πατήρ, «γιορτάσαμε το γεγονός της γέννησης του, και αντιληφθήκαμε ότι ήταν απόρρητη, και αναγνωρίσαμε ότι η παρθένος μητέρα γέννησε τον υιό της με άσπορο τρόπο. Τώρα όμως καλούμαστε να στραφούμε στον Υιό που γεννήθηκε χωρίς δισταγμό και δειλία. Η σημερινή Γιορτή μας καλεί να τον κατανοήσουμε από το ό ν ο μ ά που πήρε για χάρη μας».
Πρόκειται για το όνομα Ι η σ ο ύ ς που σημαίνει Σωτήρας, Εμμανουήλ, ο Θεός μεθ’ ημών, δηλαδή Εκείνος που ήρθε να συμφιλιώσει, να εξοικειώσει και να εξομοιώσει εμάς τους ανθρώπους με τον Θεό χαρίζοντάς μας αιώνια σωτηρία.
«Αυτό ακριβώς», λέει ο άγιος, «κατανόησαν και οι ποιμένες που πλησίασαν το νεογέννητο της Βηθλεέμ γιατί παρακινήθηκαν από τα όσα τους αποκάλυψαν οι άγγελοι. Στην αρχή φοβήθηκαν αν και τους καθησύχασε ο άγγελος λέγοντάς τους, Μη φοβάστε».[17]

Εκείνοι όμως φοβήθηκαν, γιατί με την παρουσία του αγγέλου, «δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους», και, όπως γράφει ο Λουκάς, «τους κατέλαβε μεγάλος φόβος».[18] Τότε όμως ο άγγελος τους φανέρωσε την ταυτότητα του νεογέννητου βρέφους και διέλυσε τον φόβο τους. «Σας φέρνω καλά νέα μεγάλης χαράς που θα λάβει όλος ο λαός, γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας σας, ο οποίος ονομάζεται Χριστός Κύριος».[19]

9. Η δύναμη που έχει το Όνομα Ιησούς: Την δύναμη του Ονόματος Ιησούς που πήρε ο Χριστός στην περιτομή του τονίζει ο άγιος Ανδρέας με ένα διάλογο τον οποίον κάνει με τον άγγελο του Ευαγγελίου! «Τι λες άγγελε; Έχει τέτοια δύναμη το Όνομα Ιησούς; Ναι (λέει αυτός). Διότι το Όνομα Ιησούς σημαίνει τον Σωτήρα, που είναι ο Χριστός Κύριος, Θεός και άνθρωπος, εξουσιαστής και ελεήμων.
Γι αυτό και παράγγειλα στους ποιμένες να έχουν θάρρος, και στον Ιωσήφ να του δώσει το Όνομα την Όγδοη Ημέρα, και έτσι τον έκανα να φαίνεται προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Πήρα από το νεογέννητο την εντολή να το παρουσιάσω με τα κατάλληλα λόγια. Ούτε και ο Ιωσήφ θα συμπαραστεκόταν άφοβα και με λαχτάρα στην μητέρα του βρέφους αν δεν του έδινα την εντολή να προσέξει σαν άνδρας την γυναίκα του. Παρόμοια έκανα και στην περίπτωση των ποιμένων.

Τους έκανα να τρέξουν σε εκείνον σαν σε Δεσπότη και Ευεργέτη και Κύριο, και τους έπεισα να τον δοξάσουν και να τον πλησιάσουν σαν τον Ιησού που υπέστη περιτομή την Όγδοη Ημέρα και ευαρεστήθηκε να λάβει τούτο τ ο Ό ν ο μ α. Έτσι λοιπόν, βλέποντάς τον να έχει συνταυτισθεί μαζί σας φυσικά και ουσιαστικά πρέπει να τολμήστε να τον πλησιάσετε ανενδοίαστα.

Και επειδή αντιλαμβανόσαστε το μέγεθος της συγκατάβασής του προς εσάς, οφείλετε να τον δοξολογήσετε για την χάρη αυτής της ημέρας. Είναι σημαντικό ότι στον διάλογο αυτό το Όνομα Ιησούς συνδέεται με την Όγδοη Ημέρα της οποίας την βαθύτερη σωτηριολογική σημασία εξηγεί συνοπτικά αλλά περιεκτικά ο άγιος πατήρ στην τελευταία και πάρα πολύ πυκνή νοηματικά παράγραφο του.
10. Η Όγδοη Ημέρα δηλώνει μετάβαση από την βρεφική ηλικία στην προσωπική τελειότητα, διότι την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές προδιαγραφές, το βρέφος γίνεται παιδί, ενηλικιώνεται, αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο.

Ο άγιος πατήρ διαχωρίζει τις 7 πρώτες ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους από την 8η, λέγοντας ότι «η ογδοάδα είναι συμπλήρωση της εβδομάδας και αρχή του μέλλοντος». Γιατί; Διότι σύμφωνα με το ιουδαϊκό θρησκευτικό πλαίσιο η όγδοη μέρα αποτελεί σπουδαίο ορόσημο για κάθε νεογέννητη ανθρώπινη ύπαρξη εφόσον συμπληρώνει την βρεφική ηλικία ωριμότητας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της (τελειότητα).
Λέει το εξής: «Η εβδομάδα συμπληρώνει το βρέφος και η ογδοάδα το τελειοποιεί και το συμπεριλαμβάνει μεταξύ των τελείων». Και πως γίνεται αυτό; «Γίνεται», όπως λέει ο άγιος πατήρ, «μέσω του ο ν ό μ α τ ο ς που του δίνεται την όγδοη μέρα».

Η ονοματοδοσία, δηλαδή, προσφέρει στο βρέφος μια συγκεκριμένη προσωπική ταυτότητα, το κάνει από ανώνυμο νήπιο, επώνυμο άνθρωπο. Του αναγνωρίζει με λειτουργική ιεροπρέπεια το φυσικό δικαίωμα του να είναι μια συγκεκριμένη ονομαστική (προσωπική) οντότητα, ένας ολοκληρωμένος, τέλειος, δηλ. τέλεια σχηματισμένος άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την διατύπωση του αγίου Ανδρέα, «Η ογδοάδα είναι η αρχή της ενηλικίωσης, γιατί το βρέφος που καταρτίστηκε κατά τον εβδομαδιαίο χρόνο (της δημιουργίας του), εγγράφεται (με το δικό του προσωπικό όνομα) στον κατάλογο των παιδιών που θα παρακολουθήσουν μαθήματα» και θα μορφωθούν σαν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα.

«Η ογδοάδα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί αλλάζει όλα όσα είναι νηπιώδη. Η εβδομάδα εισάγει την (φυσική) νηπιώδη αύξηση. Η ογδοάδα, όμως, εισάγει την προοπτική της (προσωπικής) τελειότητας». Είναι σαφές ότι η τελειότητα αναφέρεται εδώ στην προσωπική ταυτότητα την οποία αποκτά κάθε βρέφος που ονοματίζεται. Γιατί όμως γίνεται αυτό με την περιτομή, την όγδοη ημέρα;

11. Η περιτομή της όγδοης ημέρας δηλώνει μετάβαση από την σαρκική στην πνευματική κατάσταση. Η τελετουργική (μυστηριακή) περιτομή (αποκοπή) ενός σωματικού μορίου συνεπάγεται την απόρριψη μιας σαρκικής κατάστασης στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την γέννησή του, ενώ η αντικατάστασή της από την ονοματοδοσία συνεπιφέρει την είσοδο του ανθρώπου σε μια άλλη πνευματική κατάσταση η οποία τον οδηγεί στην τελείωσή του. Ο άγιος Ανδρέας αναφέρει τον Αβραάμ και τον πατέρα του τον Θάρα για να διευκρινίσει τις δύο αυτές καταστάσεις.
Ο Θάρα αντιπροσωπεύει την σαρκική κατάσταση της ειδωλολατρίας που θεωρεί τον υλικό σαρκικό κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται ο άνθρωπος ως το κύριο σημείο αναφοράς για τη ζωή του, γι αυτό και τον κάνει θεό του. Η άλλη είναι η πνευματική κατάσταση που θεωρεί τον Κτίστη του κόσμου ως το κύριο και καίριο σημείο αναφοράς για την ζωή του ανθρώπου που καθιστά τον άνθρωπο μέλος του λαού του Θεού και τον προετοιμάζει για την τελική ολοκλήρωση και τελείωσή του.

Λέει λοιπόν ο άγιος πατήρ: «Επειδή επρόκειτο η φύση να ζυμωθεί με είδωλα από τον Θάρα τον πατέρα του Αβραάμ, έπρεπε να ξεχωριστεί με κάποια σφραγίδα ένας λαός από τον Αβραάμ για τον Κτίστη, μέχρι την παρουσία του, την οποία χρειαζόταν ο άνθρωπος για να ανακαινισθεί. Η περιτομή αποβάλλει ένα υπόλειμμα της σάρκας και δίνει την σφραγίδα της ογδοάδας που αναφέρεται στα μέλλοντα.»

12. Η αντικατάσταση της ογδοήμερης περιτομής με το ιερό βάπτισμα και την αιώνια ζωή που χάρισε στον άνθρωπο η οκταήμερη ανάσταση του Χριστού. Είναι ξεκάθαρο ότι η ογδοάδα και τα μέλλοντα αναφέρονται στην έλευση (ενσάρκωση) του Κτίστη που σηματοδοτεί και την τελική φάση της αποκατάστασης και σωτηρίας του ανθρώπου σύμφωνα με το θέλημα του, δηλ. τον ερχομό του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος πατήρ, «Η περιτομή δηλώνει ότι η Παρουσία του Χριστού θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει την περιτομή της σαρκός με την αναγέννηση που χορηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (δια του Βαπτίσματος).

  Η σφραγίδα της περιτομής δόθηκε για να προσδιορίσει ένα λαό του Θεού (τον Ισραηλιτικό) εξ αιτίας της ειδωλολατρίας και για την κατάλυση των ειδώλων. Μετά όμως από την κατάργηση των ειδώλων καταργείται και η περιτομή».

Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός, όπως εξηγεί περαιτέρω ο άγιος πατήρ: μας χάρισε την όγδοη ημέρα (της αναστάσεως) και την αιώνια διαθήκη (νομοθεσία) του Θεού στον άνθρωπο αντικαθιστώντας τις προηγούμενες 7 διαθήκες του οι οποίες ήσαν προπαρασκευαστικά σύμβολα. Όπως το λέει ρητά, «Τα παλαιά ήσαν σύμβολα των νέων». Και ποια είναι αυτά «τα παλαιά»; Είναι 7 νομοθεσίες (δηλ. διαθήκες) που συνδέονται με τους εξής νομοθέτες: 1) τον Αδάμ, 2) τον Νώε, 3) τον Αβραάμ, 4) τον Μωυσή, 5) τον Δαυίδ, 6) τον Έσδρα, και 7) τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.

«Ο Χριστός είναι ο όγδοος νομοθέτης μετά τον Αδάμ» που σηματοδοτεί την τελευταία μετάθεση του ανθρώπου από τις κατά καιρούς νομοθεσίες στην τελευταία και τέλεια που οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου στην απόλαυση της αιώνιας ζωής. Ιδού τα λόγια του αγίου πατρός: «Ο Αδάμ ήταν πρώτος που δέχτηκε ένα νόμο. Ο Νώε ήταν ο δεύτερος, και ο Αβραάμ ο τρίτος. Ο Μωυσής ήταν τέταρτος, και ο Δαυίδ πέμπτος γιατί έγινε νομοθέτης στις δοξολογίες για τους βασιλείς και τις σκηνοπηγίες.
Ο Έσδρας ήταν έκτος γιατί δευτέρωσε τον νόμο και παράδωσε ορισμένα έθιμα. Έπειτα φανερώθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως έβδομος, γιατί κήρυξε το βάπτισμα της μετάνοιας στον λαό και την κάθαρση των αμαρτιών μέσω του ύδατος.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο όγδοος, τελευταίος και μέγιστος νομοθέτης, όπως λέει ο Μωυσής: «Κύριος ο Θεός θα αναστήσει ανάμεσά σας ένα Προφήτη από τους αδελφούς σας σαν εμένα, και σ’ Αυτόν θα υπακούσετε, γιατί όποια ψυχή δεν υπακούσει σ’ εκείνον τον Προφήτη θα εξολοθρευτεί».[20]
«Μόνον αυτός είναι δυνατός να εκπληρώσει όσα νομοθετήθηκαν μέσω εμού γιατί προήλθαν από αυτόν, και αυτός θα είναι πλήρως χρισμένος με το Άγιο Πνεύμα και θα νομοθετήσει όσα είναι θεία και πνευματικά (νοερά) σαν Κύριος και Δημιουργός αν και προέρχεται από εσάς (κατά σάρκα)».

Ο Χριστός σαν Θεός και άνθρωπος έχει «σαββατίσει» (εκπληρώσει και καταργήσει) όλα όσα λέει ο αρχαίος νόμος με την σάρκα του. Με την όγδοη ημέρα της Αναστάσεώς του έγινε νομοθέτης όλου του κόσμου, όχι μόνον των Ιουδαίων αλλά και όλων των εθνών, προσφέρει σε όλους χωρίς διάκριση το χρίσμα και την τελείωση του Άγίου Πνεύματος και τους αποκαλεί με το δικό του όνομα, χριστούς (χριστιανούς). Αντικατάστησε την σαρκική περιτομή με την απόρριψη όλων των σαρκικών και εμπαθών φρονημάτων, και την αναζωπύρωση κάθε έργου αγαθού και πράξης αγαθής που οδηγούν στην αιώνια βασιλεία των ουρανών.

Αυτός είναι αληθινά «ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής του Πατρός, Θεός ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων της ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» τον οποίον δοξολογούμε και λατρεύουμε στην Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού.[21]


-----------------

[1] Σύμφωνα με τον αείμνηστο λειτουργιολόγο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη η Γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθηκε πρώτα στη Ρώμη το 330 και έπειτα στην Ανατολή το 376. Ο ιερός Χρυσόστομος στον «Λόγον του είς την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος» της 25ης Δεκεμβρίου του 386, αναφέρει ότι μόλις 10 χρόνια πριν είχε εισαχθεί η Γιορτή αυτή στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.
[2] Λουκ. 2: 15-21
[3] Ρωμ. 2:16, 16:25, Α Κορ. 15:1, Γαλ. 1:11, Β Τιμ. 2:8., κτ.λ.
[4] πρβλ. Λουκ. 1:26-38.
[5] Λουκ. 1:57-80.
[6] Λουκ. 2:1συν
[7] Λουκ. 2:7,12,16.
[8] Λουκ. 2:8-18.
[9] Λουκ. 2:13
[10] Λουκ. 1:79
[11] Λουκ. 2:25-36, 37-38
[12] Πρβλ. «του Θεού», Λουκ. 3:38 αλλά και την γενεαλογία του Χριστού στο 3:23-38.
[13] Λουκ. 2:21
[14] Λουκ. 1:31-32
[15] Ματθ. 1:18-22
[16] Ησ. 7:14, Ματθ. 1:22-23
[17] Λουκ 2:10
[18] Λουκ. 2:9
[19] Λουκ. 2:11
[20] Δευτ. 18:15,19
[21] Ησ. 9:6

Πηγή: www.immorfou.org.