A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Οἱ ἄνθρωποι πλασθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ  γίνουμε συμμέτοχοι τῆς χαρᾶς Του. Μετὰ τὴν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων, ὡστόσο, βρεθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸ φυσικό μας περιβάλλον, τὸν Παράδεισο. Καὶ ἐφόσον στερηθήκαμε τὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου, ἄρχισαν νὰ δημιουργοῦνται μέσα μας ὁ στεναγμός, ἡ λύπη καὶ ὁ πόνος, ἐνῷ ἐπίσης γίναμε ἀπόλυτοι κληρονόμοι τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη αἰτία τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, διότι σημαίνει στέρηση, σημαίνει ὅτι ἕνα ἀγαπητό μας πρόσωπο ἔκλεισε τὸν κύκλο του καὶ δὲν θὰ μποροῦμε πλέον νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν παρουσία του στὴ ζωή μας. Ὁ πιὸ ὀδυνηρὸς πόνος ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει ὁ θάνατος εἶναι αὐτὸς τῆς μητέρας ὅταν θάβει τὸ παιδί της, πόσο μάλλον ὅταν αὐτὴ ἡ μητέρα εἶναι καὶ χήρα καὶ δὲν ἔχει ἄλλα παιδιὰ ὡς στηρίγματα. 

            Τέτοια ἦταν ἡ μητέρα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὴν εἶδε ὁ Κύριός μας ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μὲ πλῆθος κόσμου ἡ μάνα ἐκείνη πορευόταν πρὸς τὸ νεκροταφεῖο γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ μοναχογιοῦ της. Τί νὰ πεῖ κανεὶς σὲ μία τέτοια μάνα ποὺ κλαίει καὶ θρηνεῖ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της; Μὲ ποιά δύναμη μπορεῖ κάποιος νὰ ἀρθρώσει λόγο προσπαθῶντας νὰ τὴν παρηγορήσει; Εἶναι δυνατὸν νὰ τῆς ἀπαλύνει τὸν πόνο, ἢ ἀκόμη περισσότερο νὰ τῆς ὑποδείξει νὰ ἠρεμήσει καὶ νὰ ἡσυχάσει; Δὲν γίνεται κάτι τέτοιο. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἀνθρώπινη λογική, διότι ἡ μάνα γνωρίζει ὅτι πλέον δὲν θὰ ξανὰ δεῖ τὸν ἀγαπημένο γιό της.

            Σωστὰ ὅλα αὐτά. Ὅμως, ἦρθε ὁ Χριστὸς ἀνάμεσά μας καὶ ἔφερε τὴν ἀνατροπή. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν γυναίκα νὰ κλαίει καὶ νὰ ὀδύρεται, τὴν σπλαχνίσθηκε, τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ μόνο Ἐκεῖνος ἔχει: «Μὴν κλαῖς». Πού ἀκούσθηκε ξανὰ στὴν ἱστορία μία τέτοια φράση; Πουθενά. Καὶ αὐτὸ διότι μόνο ὁ Ἄρχοντας τῆς Ζωῆς, μόνο ἡ προσωποποίηση τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Ἀνάστασης μποροῦσε νὰ πεῖ κάτι τέτοιο. Καὶ ἀφοῦ τῆς εἶπε νὰ μὴν κλαίει, τῆς ἀπέδειξε ὅτι ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸ τέλος, ἀλλὰ κοίμηση, ἀγγίζοντας τὸν νεκρὸ νέο καὶ διατάζοντάς τον: «Νεανίσκε, σὲ σένα λέω, σήκω». Καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ νέος, ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του νὰ τὴν στηρίζει. Οὐσιαστικά, ὅμως, τῆς προσέφερε κάτι πολὺ μεγαλύτερο∙ τὴν βεβαιότητα πὼς ὅ,τι καὶ νὰ γίνει πιά, ὁ θάνατος χωρίζει μόνο προσωρινὰ τοὺς ἀνθρώπους. 

            Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος ποὺ βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὅλοι μιὰ μέρα θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ οἱ μὲν δίκαιοι θὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνια ζωή, οἱ δὲ ἄδικοι τὸ σκοτάδι τοῦ Ἅδη. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ βεβαιότητα μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅ,τι καὶ νὰ συμβεῖ γύρω μας. Ἐπιβάλλει ἀκόμη καὶ στὴ μάνα νὰ μὴν ἀπελπιστεῖ ἀκόμη καὶ ἂν δεῖ τὸν υἱό της νεκρό, διότι θὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν ξανὰ συναντήσει. Ἂν δὲν ἠλπίζαμε στὴν Ἀνάσταση, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ βαπτισθοῦμε Χριστιανοί. Ἂν δὲν ἤμασταν Μαθητὲς Ἐκείνου, μόνο τότε θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελπιστοῦμε, διότι θάνατος θὰ σήμαινε τέλος ὁριστικό. Γιὰ ἐμᾶς, ὅμως, θάνατος σημαίνει μετάβαση στὴν ἀληθινὴ ζωή. Εἶναι δὲ ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἐπίγεια, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἐπίγεια ἀπὸ τὴν ζωὴ μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας. 

            Στὸ σημεῖο αὐτὸ, λαμβάνοντας τὴν ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας σπλαχνίσθηκε καὶ ἔσπευσε νὰ παρηγορήσει τὴν γυναίκα ἐκείνη μὲ τὸν δικό Του θεϊκὸ τρόπο, ἀναρωτιέμαι: ἐμεῖς, σήμερα, πῶς συμμετέχουμε στὸ πένθος τῶν συνανθρώπων μας; Ὅταν μαθαίνουμε γιὰ τὸν θάνατο κάποιου ἀδελφοῦ, πηγαίνουμε στὸ σπίτι καὶ συλλυπούμαστε. Προσευχόμαστε καὶ στηρίζουμε μὲ δύο καλὰ λόγια τοὺς οἰκείους, ἢ βρίσκουμε εὐκαιρία γιὰ ἀργολογίες; Ὕστερα, πηγαίνουμε στὴν κηδεία ἀπὸ φιλάνθρωπα καὶ φιλάδελφα αἰσθήματα, ἢ ὡς ἕνα ἀναγκαστικὸ κοινωνικὸ γεγονός; Ἡ κηδεία τελείωσε. Ὁ νεκρὸς ἔχει φύγει. Οἱ οἰκεῖοι, ὅμως, εἶναι ἀκόμη ἐδὼ καὶ πονοῦν. Ὁ νεκρὸς ζητᾶ τὶς προσευχές μας καὶ τὴν ἐλεημοσύνη μας γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του. Οἱ οἰκεῖοι, ἄσχετα ἂν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ παραδέχονται, ἢ νὰ μὴν τὸ συνειδητοποιοῦν, θέλουν τὴν στήριξη μας, τὴν στήριξη τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τους. Δὲν εἴμαστε Χριστιανοὶ μόνο γιὰ νὰ ἰδωθοῦμε  καὶ νὰ συμπροσευχηθοῦμε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συντρέχουμε στὶς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν στηρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἂν παρουσιασθοῦμε μόνο στὴν κηδεία καὶ μετὰ ἀδιαφορήσουμε, σίγουρα δὲν φερόμαστε κατὰ τὸ Θέλημα τοῦ Κυρίου. Οἱ οἰκεῖοι πονοῦν. Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε νὰ τοὺς ἐπισκεπτόμαστε τακτικὰ μεταφέροντάς τους λόγια Χριστοῦ; Μποροῦμε νὰ πάμε νὰ προσευχηθοῦμε μαζί τους; Μποροῦμε νὰ τοὺς μαγειρέψουμε τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ ἀκόμη οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὸ κάνουν; Μποροῦμε νὰ κλέψουμε λίγο χρόνο νὰ τοὺς βοηθήσουμε σὲ τυχὸν ἐργασίες, ἐκκρεμότητες ἢ ἐτοιμασίες γιὰ τὰ ἐννιάμερα ἢ τὰ σαρὰντα; Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλοϊκὰ γιὰ κάποιους, σίγουρα, ὅμως ὁ Θεὸς ἀναπαύεται σὲ αὐτὲς τὶς πράξεις ἀγάπης καὶ ἐνισχύει τὴν παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντας. 

            Ἐν κατακλείδι, ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ κλείσιμο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ περιγράφει τὴν στάση τοῦ κόσμου ἀπέναντι στὸ θαῦμα. Ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ὅλους τοὺς κατέλαβε φόβος καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ λέγοντας ὅτι μεγάλος Προφήτης ἀναδείχθηκε ἀνάμεσά μας καὶ ὅτι ἐπισκέφθηκε ὁ Θεὸς τὸν λαό Του». Καὶ γιατί προκαλοῦν αὐτὰ ἐντύπωση; Διότι ἔχουμε ἀπὸ τὴ μία τὸν ἁπλὸ ὄχλο νὰ βλέπει, νὰ διακρίνει καὶ νὰ κατανοεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ «Προφήτης μέγας», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς εὐσεβιστὲς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους νὰ Τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὶς θαυματουργίες τὶς κατορθώνει «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων», ἢ νὰ Τὸν συκοφαντοῦν, νὰ διασπείρουν ψεύδη ἐναντίον Του, νὰ σκέφτονται ὅτι «κάποιον δόλο ἢ σκοπιμότητα θὰ ἔχει γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ κάνει ὅλα αὐτά», νὰ Τὸν θεωροῦν «ἄνθρωπο ἁμαρτωλό» καί, τέλος, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν θανάτωσή Του. Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἔκριναν ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια. Δὲν μιλοῦσαν γιὰ νὰ προστατέψουν τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔπασχαν ἀπὸ τὸν θανάσιμο φθόνο τους, καθὼς ἔβλεπαν ὅτι τὸ ποίμνιο πηγαίνει πρὸς τὸν ἀληθινὸ Ποιμένα, τὸν Κύριό μας, καὶ ὅτι ἔχαναν τοὺς ὀπαδούς τους. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικά. Στὸ τέλος, αὐτοὶ ποὺ μένουν εἶναι ὅσοι ὑπηρέτησαν τὴν Ἀλήθεια. Οἱ λοιποὶ ἐξαφανίζονται.

            Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί, μιᾶς καὶ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ ὑπηρετοῦμε Χριστό, νὰ εἶναι στραμμένος ὄχι δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή. Τότε, ὅ,τι κακὸ καὶ νὰ συμβεῖ, θὰ μᾶς πλησιάσει καὶ θὰ μᾶς πεῖ: «Μὴν κλαῖς, εἶμαι δίπλα σου». 

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπο τὸν ὁποῖο βρίσκεται στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας ἔχει τὴν δύναμη νὰ τὸν μεταμορφώσει καὶ ἀπὸ σκοτεινὸ νὰ τὸν καταστήσει φωτεινό, ἀπὸ ἄγριο, Θεὸ κατὰ χάριν. Τότε, θὰ ρωτήσει καλοπροαίρετα κάποιος, γιατί ἡ κοινωνία μας βρίσκεται σὲ αὐτὸ τὸ χάος τῆς ἁμαρτίας; Μὴπως τάχα οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν ἀκούσει ποτὲ τὸν θεῖο λόγο, ἢ κάτι ἄλλο συμβαίνει; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν δίνει σήμερα ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. 

            Παραβολὴ εἶναι μία μικρὴ ἱστορία μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὴν καθημερινότητά μας, ἡ ὁποία μᾶς βοηθᾶ νὰ κατανοήσουμε μεγάλες ἀλήθειες καὶ σημαντικὰ πνευματικὰ νοήματα. Τὸν παραβολικὸ τρόπο διδασκαλίας τὸν χρησιμοποιοῦσε συχνὰ ὁ Κύριός μας, προκειμένου νὰ γίνεται ἀντιληπτὸς ὁ λόγος Του ἀπὸ τὸν μικρότερο ἕως τὸν μεγαλύτερο, ἀπὸ τὸν πιὸ μορφωμένο, ἕως τὸν ἀγράμματο. Ὅλοι ὅσοι διακονοῦμε τὸν θεῖο λόγο πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ λαμβάνουμε πολὺ σοβαρὰ ὑπ΄ ὄψιν, νὰ φροντίζουμε δηλαδὴ ὁ λόγος μας νὰ διακρίνεται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἐγκαρδιότητα καὶ ὄχι ἀπὸ διάθεση ἐπίδειξης, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος ἀπόλυτα κατανοητὸς ἀπὸ ὅλους. 

            Ξεκινᾶ, λοιπόν, ὁ Χριστὸς τὴν παραβολὴ λέγοντας ὅτι ὁ σπορέας βγῆκε στὸ χωράφι γιὰ νὰ σπείρει τὸν σπόρο του καὶ ἐξηγεῖ ὕστερα στοὺς Μαθητές Του ὅτι ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐκ πρώτης ὄψεως, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος ἕνας σπόρος; Ἔστω ὅτι εἴμαστε πεινασμένοι. Δὲν θὰ προτιμούσαμε μάλλον ἕναν ὥριμο καρπό, ἀπὸ ἕναν σπόρο, ὁ ὁποῖος, ἄλλωστε, συνεπάγεται κόπο, μόχθο καὶ σκληρὴ ἐργασία γιὰ νὰ αὐξηθεῖ; Σωστά. Ὡστόσο, τρώγοντας στὸ παρὸν τὸν καρπό, μετὰ μένουμε χωρὶς τροφή. Ἀντιθέτως, ἐπιλέγοντας τὸν σπόρο, ἐξασφαλίζουμε πολλαπλάσιους καρποὺς γιὰ τὸ μέλλον. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ ψάχνουν ἀπὸ ἐδὼ κὶ ἀπὸ ἐκεὶ νὰ βροῦν «τροφή». Ὁ Χριστὸς προσφέρει τὸν σπόρο, τὸν λόγο Του. Αὐτός, ὅμως, στοὺς πολλοὺς δὲν φαίνεται ἑλκυστικός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταφεύγουν σὲ πιὸ πρόχειρες καὶ προσωρινὲς λύσεις, οἱ ὁποῖες, ὅμως, δὲν λύνουν μόνιμα τὸ πρόβλημα τῆς «πείνας». Αὐτὸς ποὺ μπορεῖ γιὰ πάντα νὰ λύσει αὐτὸ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ καλύψει ὅλα τὰ κενὰ τῆς ψυχῆς μας εἶναι μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸ ὁ Κύριός μας τὸν παρομοιάζει μὲ τὸν μικρὸ σπόρο μὲ τὴ μεγάλη δύναμη.

            Ἐπιστρέφοντας στὴν παραβολή, μαθαίνουμε ὅτι κατὰ τὴν διαδικασία τῆς σπορᾶς, ἕνας σπόρος ἔπεσε στὴν ὁδὸ καὶ ἦλθαν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν ἔφαγαν. Πρόκειται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μένουν παντελῶς ἀσυγκίνητοι καὶ ἀδιάφοροι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ νὰ ἁρπάζει τὸν σπόρο ἀπὸ τὴν καρδιά τους. Ἕτερος σπόρος ἔπεσε στὶς πέτρες καὶ μὲ τὸ ποὺ φύτρωσε ξεράθηκε, διότι δὲν εἶχε ὑγρασία, συμβολίζοντας τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δέχονται μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸν θεϊκὸ λόγο, ἀλλὰ ἐπιφανειακά, χωρὶς νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ριζώσει, νὰ ἐπιβιώσει καὶ νὰ καρποφορήσει. Ἄλλος σπόρος ἔπεσε ἀνάμεσα στὰ ἀγκάθια καὶ ἐνῷ φύτρωσε καὶ ρίζωσε, ὕστερα ἀπὸ λίγο τὰ ἀγκάθια ἔπνιξαν τὸ φύτρο. Ἀγκάθια εἶναι τὰ ἀνθρώπινα πάθη, οἱ ἐπίγειες μέριμνες καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἐπιθυμία μας νὰ κάνουμε πράξη τὰ εὐαγγελικὰ διδάγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτρέπουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ νὰ καρποφορήσει. Τέλος, ἕνας ἄλλος σπόρος ἔπεσε στὴ γῆ τὴν ἀγαθή, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο τὸν καλοπροαίρετο, τὸν ταπεινό, ὁ ὁποῖος εἶναι καταδεκτικὸς στὴν ἀλήθεια, παρὰ τὶς ὅποιες ἀδυναμίες του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καρποφορεῖ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο καὶ μεταμορφώνει ριζικὰ τὴ ζωή του.

            Τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς μας σὲ τί κατάσταση βρίσκεται, ἀγαπητοί; Οὐσιαστικά, ἡ σημερινὴ παραβολὴ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση μᾶς καλεῖ νὰ ἀπαντήσουμε, γεγονὸς ποὺ ἀπαιτεῖ αὐτογνωσία. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἰδίως στὴν Ἑλλάδα, πολλοὶ σοφοὶ μίλησαν γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὸ λεγόμενο «γνῶθι σαὐτόν». Πρόκειται, πραγματικά, γιὰ πολὺ μεγάλη ἀνάγκη ἂν θέλουμε νὰ προοδεύσουμε στὴν κατὰ Θεὸν ζωή, διότι μᾶς παρέχει σημαντικὰ ὀφέλη. Ἡ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μᾶς βοηθάει νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν πλάνη ποὺ ἀφορᾶ τὸ «ἐγώ» μας καὶ νὰ προσεγγίσουμε τὴν πραγματικότητα. Μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε σὲ ποιὸ σημεῖο τοῦ χαρακτήρα μας νὰ δώσουμε περισσότερη βαρύτητα. Ὡς ἄλλη διάγνωση, μᾶς δείχνει ἂν ὑπάρχει κάποια ἀρρώστια καὶ μᾶς πληροφορεῖ μὲ τὶ φάρμακα χρειάζεται νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μᾶς διδάσκει ἂν ἀκολουθοῦμε σωστὴ πορεία, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀλλάξουμε διαδρομή. Μᾶς παρουσιάζει τὶς δυνατότητες καὶ τὶς ἀδυναμίες μας. Μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση, στὸν σεβασμὸ καὶ στὴν ἀγάπη. Τελικά, λοιπόν, ἐτοιμάζει καὶ τὸ χωράφι γιὰ νὰ πέσει ὁ σπόρος. 

            Εἶναι γεγονός, ὅτι καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἄκαρπες περιπτώσεις ποὺ παρουσιάζει ὁ Χριστὸς στὴν παραβολὴ εἶναι καταδικασμένη νὰ μείνει γιὰ πάντα ἄκαρπη. Ἁπλῶς, κάθε περίπτωση χρειάζεται τὴν δυναμικὴ ἀντιμετώπισή μας. Εἶναι ἡ ψυχή μας σὰν τὸν χιλιοπατημένο δρόμο, σκληρὴ καὶ ἄγονη; Μὴν ἀπελπιζόμαστε! Μποροῦμε νὰ τὴν ὀργώσουμε σὲ βάθος καὶ τότε θὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσει τὸν σπόρο. Εἶναι ἡ ψυχή μας γεμάτη πέτρες καὶ δέχεται μόνο επιφανειακὰ τὸν σπόρο; Μποροῦμε νὰ τὶς ἀφαιρέσουμε μιὰ γιὰ πάντα, κάνοντας ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες γιὰ νὰ δώσουμε στὸν σπόρο τὸν χρόνο νὰ ριζώσει καλὰ μέσα μας. Εἶναι ἡ ψυχή μας γεμάτη ἀγκάθια, γεμάτη κοσμικὲς μέριμνες γιὰ πλούτη καὶ ἠδονές; Μποροῦμε καὶ αὐτὰ νὰ τὰ ἀφαιρέσουμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τότε τίποτα δὲν θὰ ἐμποδίσει τὴν καρποφορία τοῦ σπόρου. 

            Ὁδηγούμαστε, τελικά, στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κοινωνία μας βρίσκεται σὲ αὐτὸ τὸ χάος -παρ’ ὅλο ποὺ ἔχει ἀκούσει κάποιες φορὲς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ- ὄχι διότι εἶναι προβληματικὸς ἢ ξεπερασμένος ὁ ἴδιος ὁ λόγος. Ὁ θεῖος λόγος ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀγγίζει ψυχὲς καὶ αὐτὴ ἡ δύναμη εἶναι διαχρονική. Τὸν ἴδιο λόγο ποὺ ἀκοῦμε σήμερα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν ἄκουσαν ληστὲς καὶ ἐπέστρεψαν τὰ κλοπιμαῖα, πόρνες καὶ ἀγάπησαν τὴν σεμνότητα καὶ τὴν ἁγνότητα, φονεῖς καὶ ἔχυσαν δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Αὐτοὶ μεταμορφώθηκαν διότι ἔδιωξαν τὶς πέτρες, ἀφαίρεσαν τὰ ἀγκάθια, ὄργωσαν τὸ χωράφι καὶ ἐπέτρεψαν στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν ψυχή τους. Ἂν τὰ κατάφεραν ἐκεῖνοι, πολὺ περισσότερο ὀφείλουμε νὰ τὰ καταφέρουμε καὶ ἐμεῖς ποὺ ξεγελοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας πιστεύοντας ἴσως πὼς βρισκόμαστε ἀπὸ ἐκείνους σὲ καλύτερη θέση. 

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)


DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς, δυστυχῶς, ἔχουμε πέσει στὴν πλάνη νὰ πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικοὶ ἄνθρωποι καὶ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔχοντας, λοιπόν, πιστέψει αὐτό, μὲ κάποιο πνεῦμα ἀνωτερότητας ἀσχολούμαστε καὶ ἐξετάζουμε προσεκτικὰ τὶς διεθνεῖς ὑποθέσεις, ἐνημερώνουμε τοὺς συνανθρώπους μας γιὰ ὅ,τι κακὸ πρόκειται νὰ ἔρθει καὶ ψάχνουμε τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ παρουσιασθοῦμε ὡς ὁμολογητὲς καὶ ἀγωνιστὲς γιὰ νὰ κερδίσουμε τὶς ἐντυπώσεις. Καὶ ἂν μᾶς ρωτήσει κάποιος: «ἀδελφέ, πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα διαβάζεις τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο;», ἡ ἀπάντηση εἶναι: «καμία». Κι ὅμως, ἀγαπητοί, αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ θὰ ὠφελήσει τὴν ψυχή μας εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο πολλοὶ δὲν δίνουν σημασία, τὸ Εὐαγγέλιο. Σίγουρα εἶναι καλὸ νὰ ἐνημερωνόμαστε γιὰ τὸ τὶ γίνεται στὸν κόσμο, διότι εἴμαστε κάτοικοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πάντα ὅμως τηρῶντας τὸ μέτρο καὶ θέτοντας τὶς προτεραιότητες. 

            Προτεραιότητα γιὰ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀρέσουμε σὲ Ἐκεῖνον, νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ γίνουμε ἀληθινὰ χριστιανοί. Σήμερα, ὁ Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μὲ μόλις λίγες φράσεις μᾶς δίδαξε τὴν οὐσία τῆς πίστης μας. Ἀλήθεια, ἐμεῖς ποὺ διαβάζουμε πλήθη βιβλίων, ἢ ἀκοῦμε ὁμιλίες καὶ ἀναλύσεις στὸ διαδίκτυο, σὲ αὐτὲς τὶς λίγες φράσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε δώσει σημασία; Πολὺ δὲ περισσότερο, τὶς ἔχουμε ἐφαρμόσει; Αὐτὰ τὰ λιγοστὰ λόγια εἶναι ἕνας πολύτιμος καθρέφτης ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἂν εἴμαστε ἀληθινοὶ Μαθητὲς Ἐκείνου. Τί μᾶς λέει, λοιπόν;

            «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς κάνουν, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Ὑπάρχει πιὸ σοφὸς καὶ δίκαιος νόμος ἀπὸ αὐτόν; Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ σὲ βρίζουν, νὰ σὲ συκοφαντοῦν, νὰ σὲ ζηλεύουν, νὰ σὲ ὑποτιμοῦν, νὰ σὲ κρίνουν; Ὄχι. Γιατί δὲν τὰ θές; Γιατὶ δὲν εἶναι ἠθικὰ ὅλα αὐτά. Τότε, οὔτε ἐσὺ μὴν τὰ κάνεις στὸν ἀδελφό σου, οὔτε στὸν πατέρα σου, σὲ κανέναν. Βάλε τὸν ἑαυτό σου στὴν θέση ἐκείνου ποὺ θὰ ἤθελες νὰ πληγώσεις καὶ ἴσως εὐαισθητοποιηθεῖς καὶ δὲν τὸ κάνεις. Ὅλη ἡ σοφία τοῦ κόσμου περικλείεται μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης. Ἂν μέσα σὲ μία κοινωνία οἱ ἄνθρωποι ἐφάρμοζαν τὴν ἐντολὴ αὐτή, δὲν θὰ ὑπῆρχε κακία, ἀχαριστία, κλοπή, δόλος, φθόνος καὶ φόνος. Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο πραγματικότητα, μὴν περιμένουμε νὰ κάνουν τὴν ἀρχὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τὴν ἀρχὴ ὀφείλω νὰ τὴν κάνω ἐγώ, δηλαδὴ ὁ καθένας. Καὶ ἂν ἕνα μόλις πρόσωπο καταφέρει νὰ βάλει στὴ ζωή του αὐτὴ τὴν ἀρχή, στοχεύοντας στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό, τότε θὰ μπορέσει νὰ μεταμορφώσει ὁλόκληρη κοινωνία. 

             Ἀλήθεια, ἀμέτρητοι ἄνθρωποι σοφοὶ καὶ ἐπιστῆμονες πέρασαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ποιός, ὅμως, κατάφερε νὰ δώσει θεραπεία στὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἄδικα ὑπέφεραν, ποὺ ἄδικα διώχθηκαν, ποὺ ἄδικα κλείσθηκαν στὴ φυλακή, ποὺ τοὺς σκότωσαν ἀγαπημένα πρόσωπα, ἢ ἀκόμα ποὺ ἄδικα καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο; Ἡ σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ ὁρίζει τὴν ἐκδίκηση γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ τὸ δίκαιο μέσα ἀπὸ τὴν τιμωρία. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος, διακηρύσσει:  «μισοῦμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀγαποῦμε τοὺς φίλους». Ἔτσι, ὅμως, ποιά ἡ διαφορὰ τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς; Ὁ Χριστός, ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο κανόνα, προτάσσει τὸ πιὸ ἐπαναστατικὸ κήρυγμα: «νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς κάνουν κακό». Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐεργεσία στοὺς ἐχθροὺς εἶναι σφραγίδα Χριστοῦ. Γιὰ αὐτή του τὴν ἰδιότητα διαφέρει ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἐντολῆς ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸν Χριστὸ βγαίνει πάντα νικητής, διότι ἡ ἀκεραιότητα καὶ ἡ μεγαλοψυχία εἶναι μεγάλη νίκη ποὺ κάνει τὸν ἐχθρὸ νὰ αἰσθάνεται ἡττημένος, ἐνῷ σὲ ἄλλες περιπτώσεις μπορεῖ μέχρι καὶ νὰ τὸν σωφρονίσει.

            Ἀναρωτήθηκα παραπάνω ποιὸς ἔδωσε γιατρειὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς ἀδικίας. Μόνο ὁ Χριστός! Ἄνθρωποι ἀδικημένοι ἀποφάσισαν νὰ ἀφήσουν πίσω τὴν ἀρχικὴ ὀργή τους (διότι ἡ ὀργὴ δὲν φέρνει λύση, παρὰ μόνο περισσότερη ὀργή) καὶ ὄχι μόνο ἀπάλυναν τὸν πόνο τους, ἀλλὰ ἔγιναν καὶ πιὸ δυνατοὶ ὅταν συγχώρεσαν τὸν ἐχθρό τους καὶ ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δέχθηκαν πλούσια τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους καὶ θεώρησαν ὅλες τὶς ἀδικίες καὶ δυσκολίες ποὺ ὑπέφεραν ὡς εὐλογία Θεοῦ. Ἄλλωστε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει στὰ χέρια του τὴν εὐθύνη ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν αὐτοδικία, οὐσιαστικὰ ἀφήνει τὸν Θεὸ στὴν ἄκρη. 

            Ἀναφορὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο γίνεται καὶ στὸν δανεισμό, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θέλει νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς, λέγοντας: «ἂν δανείζετε μόνο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένετε νὰ λάβετε τὰ ἴσα, τί κερδίζετε γιὰ τὴν ψυχή σας;». Ἡ πράξη τοῦ δανεισμοῦ ἀποτελεῖ ἐλεημοσύνη, ὅπως καὶ ἡ εὐεργεσία ἀποτελεῖ ἔνδειξη ἀγάπης ὅταν δὲν ἀναμένουμε τὴν ἀνταπόδοση, διότι δανεισμὸς καὶ ἀγάπη ποὺ βασίζονται στὸ συμφέρον καὶ ὄχι στὴ θυσία, εἶναι πλαστὰ στοιχεῖα. Ὁ Χριστὸς θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς μὴν περιμένοντας ἀνταπόδοση.

            Θὰ ρωτήσει κανεὶς δικαιολογημένα: «ἂν ἐμεῖς δὲν περιμένουμε κάποια ἀνταπόδοση, τότε γιατί νὰ θυσιασθοῦμε ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθροῦς μας καὶ δανείζοντας χωρὶς νὰ λαμβάνουμε;». Εἶναι ἀπόλυτα φυσικὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ξεκινᾶ κάτι ἂν δὲν ἐλπίζει ὅτι θὰ κερδίσει καὶ ὁ ἴδιος. Ἡ ἀγάπη στὸν ἐχθρὸ καὶ ὁ δανεισμὸς στοὺς πτωχούς, οὐσιαστικὰ ἡ ἐλεημοσύνη, εἶναι μεγάλος ἀγῶνας καὶ ὅπως κάθε ἀγῶνας, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἔχει κάποιο βραβεῖο. Μᾶς τὸ ἀναφέρει ξεκάθαρα ὁ Χριστός: «ἂν κάνετε αὐτά, ὁ μισθός σας θὰ εἶναι μεγάλος καὶ θὰ γίνετε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου». Ἂν, λοιπόν, ἐμεῖς γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποιόν ἢ τί θὰ φοβηθοῦμε; Κανέναν καὶ τίποτα, διότι μᾶς προστατεύει ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας. 

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

            Ὅταν ὁ Κύριος λέει ὅτι εἴμαστε τὸ «ἀλάτι τῆς γῆς», τὸ λέει γιατὶ ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς ἔχει ὡς βίωμα τὴν ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς, τὴν εὐεργεσία στοὺς κακοὺς καὶ τὸν δανεισμὸ στοὺς πτωχοὺς μὲ ἀπόλυτη ἀνιδιοτέλεια καὶ αὐταπάρνηση. Αὐτὲς οἱ πράξεις διατηροῦν τὸ ἀλάτι ποὺ θὰ κάνει νόστιμες τὶς ζωὲς τῶν συνανθρώπων μας, καὶ τῶν ἐχθρῶν μας ἀκόμα. Δίχως αὐτὲς τὶς πράξεις, τὸ ἀλάτι χάνει τὴν οὐσία του, δηλαδὴ μένει μόνο στὸ ὄνομα «ἀλάτι» καὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει τὶς καλές του ἰδιότητες. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νὰ συντηρήσουμε, κάνοντας πράξη ὅσα ἀκούσαμε σήμερα, τὸ πολύτιμο ἀλάτι τῆς ψυχῆς μας. 

Μετ᾽ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΘΕΙ (Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)

 

Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν ὄγκον τῆς ὑπερηφανείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ταπεινοφροσύνη;

Ἐὰν ἀσκούμεθα εἰς αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ δὲν παραμελοῦμεν τίποτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν θὰ βλαβοῦμεν.

Διότι ἡ ψυχὴ ὁμοιώνεται πρὸς αὐτὰ ποὺ σπουδάζει καὶ λαμβάνει τὸν τύπον αὐτῶν ποὺ πράττει καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτά.

Ἂς εἶναι εἰς σὲ καὶ ἡ ἐμφάνισις καὶ τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ περπάτημα καὶ τὸ κάθισμα καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ ἑτοιμασία τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη ὅλα ἐξησκημένα πρὸς τὴν ταπείνωσιν.

Ἀκόμη καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ ἄσμα καὶ ἡ συναστροφὴ μὲ τὸν πλησίον καὶ αὐτὰ νὰ ἀποβλέπουν πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνην μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν.

Νὰ μή, παρακαλῶ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε νὰ ψάλλης μὲ ὑπερβολικὰ γλυκείαν φωνήν, μήτε νὰ διαλέγεσαι ὑπερήφανα καὶ ἀλαζονικά, ἀλλὰ εἰς ὅλα νὰ περικόπτης ἀπὸ τὸ μέγεθος.

Νὰ εἶσαι καλὸς πρὸς τὸν φίλον, μαλακὸς εἰς τὸν ὑπηρέτην, ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς θρασεῖς, φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς πτωχούς.

Νὰ παρηγορῆς τοὺς πάσχοντας, νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς θλίψιν· νὰ μὴ περιφρονῆς κανένα ποτέ.

Νὰ εἶσαι γλυκὺς εἰς τᾶς συνομιλίας, φαιδρὸς εἰς τᾶς ἀπαντήσεις, πρόθυμος, εὐκοπλησίαστος εἰς ὅλους.

Νὰ μὴν κάμνης ἐγκώμια τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε νὰ παρακινῆς ἄλλους νὰ λέγουν· νὰ μὴ δέχεσαι ἀπρεπὴ λόγια καὶ νὰ σκεπάζης ὅσα εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ προτερήματά σου.

Νὰ κατηγορῆς τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴ περιμένεις τοὺς ἐλέγχους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ γίνης ὅμοιος πρὸς τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, διὰ νὰ ὁμοιάσης τὸν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέφυγε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ ἁμάρτημά του.

Νὰ μὴν εἶσαι αὐστηρὸς εἰς τᾶς ἐπιτιμήσεις καὶ νὰ ἐλέγχης γρήγορα καὶ μὲ ἐμπάθειαν (διότι αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια)· μήτε νὰ καταδικάζης τὸν ἄλλο διὰ μικρὰ σφάλματα, ὡσὰν ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἀκριβοδίκαιος.

Νὰ περιμαζεύης αὐτοὺς ποὺ πέφτουν εἰς παραπτώματα καὶ νὰ τοὺς διορθώνης πνευματικά, ὅπως συμβουλεύη καὶ ὁ ἀπόστολος, λέγων· «νὰ προσέχης τὸν ἑαυτόν σου μήπως καὶ σὺ πέσης εἰς πειρασμόν».

Καὶ ὅταν φροντίζης τόσον διὰ νὰ μὴν δοξάζεσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσον ἄλλοι φροντίζουν διὰ νὰ δοξάζωνται, νὰ ἐνθυμῆσαι βέβαια τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀκούσιος δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ διάπραξις τοῦ καλοῦ διὰ νὰ φανῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ζημιώνουν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι αὐτοί, λέγει, «ἔχουν πάρει τὸν μισθό τους».

Νὰ μὴ ζημιώνης λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ θέλης νὰ φαίνεσαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μέγας θεατής, νὰ φιλοδοξήσης νὰ φαίνεσαι εἰς τὸν Θεόν. Διότι αὐτὸς ἀποδίδει λαμπρὸν μισθόν.

Ἔχεις καταξιωθῆ μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς προεδρίας καὶ σὲ περιβάλλουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σὲ δοξάζουν; Νὰ ἐξισωθῆς μὲ τοὺς ὑπηκόους· «νὰ μὴ κυριαρχῆτε, λέγει, ἐπάνω εἰς αὐτοὺς πού σᾶς ἔλαχε νὰ ποιμαίνετε» οὔτε νὰ ἐξουσιάζετε, ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες.

Διότι ὁ Κύριος διέταξε· «αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος ὅλων».

Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν γενικά, ἔτσι νὰ ἐπιδιώκης τὴν ταπεινοφροσύνην, ὡσὰν νὰ τὴν ἔχης ἐρωτευθῆ. «Νὰ τὴν ἀγαπήσης καὶ αὐτὴ θὰ σὲ δοξάση».

Ἔτσι θὰ βαδίσης σωστὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴν δόξαν, τὴν ἀγγελικήν, τὴν θείαν.

Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ὁμολογήση ὡς πραγματικὸν μαθητὴν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ θὰ σὲ δοξάση, ἐὰν μιμηθῆς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνη αὐτόν, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ θὰ εὔρητε ἀνάπαυσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς σας».

Εἰς αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.