A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Ὁ καλούμενος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες «πέμπτος Εὐαγγελιστής», ὁ μεγάλος Προφήτης Ἡσαΐας, ἑφτὰ αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «φωνὴ ἐκείνου ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο· ἐτοιμάστε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε στὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλᾶ σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Ὁ λόγος γιὰ τὸν Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας, Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν γόνο τῶν δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

            Ἅγιος Ἰωάννης, ἀποδεχόμενος τὴν μεγάλη ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία τὸν προόρισε ὁ Θεός, ἀπὸ μικρὸς ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ἀγγελομίμητη. Ἄσκησε τὸν ἑαυτό του στὴν ἐγκράτεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ὑψοποιὸ ταπεινοφροσύνη. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν τρίχινο καὶ φοροῦσε δερμάτινη ζώνη, ἐνῶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Μέσα ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ὁ Ἰωάννης κατέστησε τὸν ἑαυτό του ἔτοιμο νὰ ἀναλάβει τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του, τὴν πνευματικὴ προετοιμασία τῆς ὁδοῦ γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἔργου τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. 

            Βγῆκε, λοιπόν, στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη καὶ κήρυσσε λέγοντας «Μετανοεῖτε· ἔφθασε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Τὸ κήρυγμα τοῦ ἐπιβλητικοῦ καὶ φωτεινοῦ ἀσκητῆ προσέλκυε πολλοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βάπτιζε στὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Παράλληλα μὲ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας, προέτρεπε τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ λόγος του ἦταν μαστίγιο γιὰ τοὺς ψευτο-εὐσεβεῖς. Σπουδαγμένος δὲν ἦταν, οὔτε ἔλεγε πολλὰ καὶ περισπούδαστα λόγια. Ὡστόσο, ὅσα ἔλεγε, βγαλμένα ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἐμπειρία του, ἄγγιζαν τὶς διψασμένες καρδιές. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν λόγων του εἶναι τὸ πολὺ γνωστό: «αὐτὸς ποὺ ἔχει δύο χιτῶνες νὰ δώσει τὸν ἕνα σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν στερεῖται».

        Μέσῳ τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης του, ὁ Πρόδρομος κατάφερε νὰ προετοιμάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸ δημόσιο κήρυγμα τοῦ Μεσσία, τὸν Ὁποῖο ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσει, γενόμενος ὁ σεβασμιώτερος τῶν προφητῶν. 

            νδεχομένως νὰ ἔχετε δεῖ τὸν ἱερὸ Πρόδρομο ἁγιογραφημένο μὲ ἀγγελικὰ φτερά. Αὐτὸ συμβαίνει διότι, ἀφενός, ἔζησε ὡς ἄγγελος ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, καί, ἀφετέρου, διότι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ νέου δέκατου ἀγγελικοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖο συμπληρώνουν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ποὺ ἁγίασαν, ἀντικαθιστῶντας τὸ ἐκπεσὸν  τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου. 

            Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω στὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ λέγεται «μοναχικὴ πολιτεία».

            μοναχισμός, ὁ παρεξηγημένος μοναχισμὸς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν θεωροῦν ὡς δουλεία, ὡς ἀνώφελη σπατάλη μίας ζωῆς ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι στὴν πραγματικότητα ὅ,τι πολυτιμότερο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσουν χωρὶς φῶς; Ἄλλο τόσο δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὴν μοναχικὴ πολιτεία, διότι μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ὅτι φῶς τῶν Ἀγγέλων εἶναι ὁ Θεός, φῶς τὼν Μοναχῶν οἱ Ἄγγελοι καὶ φῶς τῶν ἀνθρώπων οἱ Μοναχοί.

            Στὰ μοναστήρια, ἂν ὄχι τελείως, σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπουσιάζουν οἱ κίνδυνοι καὶ οἱ μέριμνες τοῦ ἔξω κόσμου. Ὁ Μοναχὸς ζεῖ σὲ ἕνα περιβάλλον ἅγιο, ὅπου δεσπόζουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια. Ζεῖ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς φύσης καὶ στὴν εὐωδία τοῦ θυμιάματος. Δὲν συναναστρέφεται μὲ ἐργοδότες ἀσεβεῖς καὶ καταπιεστικούς, οὔτε τρέχει μὲ τοὺς θανατηφόρα γρήγορους ρυθμοὺς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στεροῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ χαρεῖ τὴν ζωή. Ἀπόλυτο καθῆκον του καὶ ἔνδειξη τῆς ἐπιτυχίας του εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ τήρηση τοῦ προγράμματος, ἡ προσευχή, ἡ ἐργασία, ἡ νηστεία, ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα ἢ μητέρα, τὸν Γέροντα ἢ τὴν Γερόντισσα. Ὅλα αὐτὰ καθιστοῦν τὸν μοναχισμὸ εὐκολώτερη ὁδὸ γιὰ τὴν Κάθαρση, τὸν Φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση τῆς ψυχῆς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν στόχο ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν χριστιανῶν. Ἀναμφίβολα, καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο μποροῦν νὰ πετύχουν αὐτοὺς τοὺς στόχους. Ὡστόσο, μὲ μεγαλύτερο ἀγώνα καὶ κόπο. Γιὰ αὐτὸ ἔχει προκύψει τὸ ρητό: «βαριὰ ἡ καλογερική, ἀλλὰ ἀσήκωτος ὁ γάμος». 

            Αὐτὰ κάποιοι τὰ ἀκοῦνε καὶ μάλλον φοβοῦνται, διότι ὑπάρχει ἡ τάση ὁρισμένοι χριστιανοὶ νὰ μὴν θέλουν τὰ παιδιά τους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ τὰ ἐμποδίζουν. Ἐμποδίζουν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἔρθει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν οἰκογένειά τους. Ἐμποδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ τὸν πόθο τοῦ παιδιοῦ τους. Ἐμποδίζουν, τελικά, τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς νέου Προδρόμου. Φανταστεῖτε οἱ δίκαιοι Ζαχαρίας καὶ Ἐλισάβετ νὰ στέκονταν ἐμπόδιο στὸ παιδί τους. Ἐγώ, πάντως, δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ τὸν ἥλιο νὰ λείπει ἀπὸ τὸν οὐρανό. 

             κοινωνία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ὅμοιους στὸν ἀγώνα μὲ τὸν Πρόδρομο. Μέσα στὴ σκοτεινιά, μέσα στὴν κατάπτωση τῶν ἠθῶν, τὴν ἀποστασία, τὶς ἄσχημες ἐξελίξεις, ὁ μοναχισμὸς στέκεται ὡς φάρος τῆς ἐλπίδας ποὺ δείχνει τὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας. Χάρη σὲ αὐτόν, ἡ γῆ γίνεται οὐρανός. Οἱ πιστοὶ ἀναπνέουν ὅταν περνοῦν τὴν πύλη ἑνὸς μοναστηριοῦ, ἀφήνοντας γιὰ λίγη ὥρα πίσω τους τὸ χάος. Ἀνακουφίζονται βλέποντας τὴν ἀγάπη τῶν Μοναχῶν, ἀκούοντας τὶς συμβουλές τους, προσκυνῶντας τὰ ἱερὰ κειμήλια. Παίρνουν ἐμπειρίες. Παίρνουν καὶ δύναμη, τὴν δύναμη νὰ μεταφέρουν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες στὴν καθημερινότητά τους, βελτιώνοντάς την. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι τῆς προσφορᾶς τοῦ μοναχισμοῦ, γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ παρέχει. 

            Πιστεύω ὅτι κάποιοι θὰ ἀναρωτηθοῦν «γιατὶ ὁ Ἐπίσκοπος μᾶς λέει γιὰ τὸν μοναχισμό;». Πρῶτον, διότι ὁ κόσμος κάποτε ἔτρεχε στὰ μοναστήρια γιὰ ἕνα προσκύνημα, μία ἐπίσκεψη, ἕνα διακόνημα. Τρέχανε νὰ βοηθήσουν νὰ πάρουν εὐλογία. Καὶ ἦταν τὰ μοναστήρια πολὺ ψηλὰ στὰ μάτια ὅλων καὶ στήριξαν γενιὲς καὶ γενιὲς Ἑλλήνων. Αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνήθεια τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων ἔχουμε ἱερὸ καθῆκον  νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε! Δεύτερον, μιλάω γιατὶ ἂν δὲν μιλήσουμε σήμερα γιὰ τὸν μοναχισμὸ νὰ συγκινηθοῦν ψυχὲς οἱ ὁποῖες κρύβουν μέσα τους τὸν πόθο τῆς ἀφιέρωσης, αὔριο δὲν θὰ μιλάει κανένας. Ἂν σήμερα δὲν ἐπανδρωθοῦν τὰ μοναστήρια, αὔριο ὄχι μόνο δὲν θὰ μιλάει κανένας γιὰ τὸν μοναχισμό, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχει παπὰς νὰ μᾶς κηδέψει, καθὼς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς προέρχονται οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ χειροτονοῦν τοὺς Ἱερεῖς καὶ λειτουργεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Οἱ ἐργάτες τοῦ κακοῦ πληθαίνουν, ὅπως βλέπουμε. Οἱ ἐργάτες τοῦ καλοῦ; «Νίκα τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ». Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ νέους Προδρόμους γιὰ νὰ κηρύξουν μετάνοια στὸν προδομένο μας λαό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξω καὶ περιμένει τὸ φῶς. Ἂν ὑπάρξουν νέοι Πρόδρομοι, ὁ Ἐπιφανὴς Θεὸς θὰ κάνει πάλι τὰ πάντα καινούργια. 

Μὲ τὸ καλὸ τὰ ἅγια Θεοφάνια!

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΟΥΣ (Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός)


Η ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα σύνολο διδασκαλιών ή εθίμων είναι ζωή εν Χριστώ και αυτή η ζωή στηρίζεται σε μια βασική πράξη, την υπακοή, όμως η υπακοή αυτή δεν είναι αφηρημένη ούτε αυτονομημένη από την αλήθεια, είναι η υπακοή στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Κύριο και Θεό. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να δημιουργεί υποτελείς, αλλά ελεύθερους πιστούς και η ελευθερία αυτή έγκειται στην ένωση με το πρόσωπο του Χριστού, στην υπακοή στο Ευαγγέλιο, στην πίστη που δεν συμβιβάζεται, ακόμα και αν όλα γύρω καταρρέουν.

Η ορθοδοξία δεν προσαρμόζεται για να γίνει μοντέρνα ή συμφέρουσα, δεν ακολουθεί τις στάσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου, ακολουθεί τον εσταυρωμένο. Οι ομολογητές δεν ήταν καλοί διπλωμάτες. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στύλος της ορθοδοξίας, στην κρίσιμη περίοδο της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, έμεινε στην ιστορία γιατί δεν υπέγραψε. Όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι, ακόμη και ευλαβείς και ενάρετοι, υπέκυψαν στις πιέσεις, στους φόβους, στις διπλωματικές ισορροπίες, εκείνος όμως προτίμησε να μείνει μόνος, παρά να αρνηθεί την αλήθεια. Το μόνο ο Μάρκος, ουκ υπέγραψεν, δεν είναι μια ηρωική φράση για τις σχολικές γιορτές, είναι το πιο δυνατό μήνυμα ελευθερίας μέσα στην Εκκλησία. Η υπακοή του Αγίου Μάρκου δεν ήταν προς τους επισκόπους ή τις αποφάσεις της εξουσίας, ήταν υπακοή στο Χριστό και στους Αγίους Πατέρες, που μίλησαν πριν από Αυτόν και αυτή η υπακοή, αν και οδήγησε σε μοναξιά και διωγμούς, έγινε φάρος για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η υποταγή σε πρόσωπα ή σε θεσμούς που έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη δεν είναι αρετή, αλλά προδοσία. Όπως ο Χριστός έλεγε ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα έτσι και η Ορθοδοξία πολλές φορές διχάζει, όχι γιατί είναι εχθρική, αλλά γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ψέμα. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής διώχθηκε, κατηγορήθηκε, του έκοψαν την γλώσσα και το χέρι και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στον εκκοσμικευμένο κλήρο που είχε υποκύψει στον μονοθελητισμό. Αν σήμερα κάποιος έπρατε το ίδιο, ίσως να τον αποκαλούσαν αντιδραστικό ή ακραίο και όμως χωρίς τέτοιους ανθρώπους δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία από τον πνευματικό εφησυχασμό. Από την υποτιθέμενη ειρήνη που σκεπάζει το ψέμα για να μην ταραχθούμε. Ο Χριστός δεν έκανε ποτέ συμβιβασμό με το κακό, δεν χάιδεψε συνειδήσεις, δεν αποσιώπησε την αλήθεια για να μην στενοχωρήσει. Η αγάπη του ήταν σταυρωμένη αλήθεια όχι ψευδοειρήνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν πολεμήθηκε από τους διανοούμενους της εποχής του, δεν σώπασε για να κρατήσει την ενότητα, αντίθετα, ομολόγησε την αλήθεια για το άκτιστο φως και τη θεία χάρη, παρόλο που κατηγορήθηκε από υψηλά ιστάμενους μέχρι και κληρικούς. Επέλεξε υπακοή στην αλήθεια και όχι στην ισορροπία.

Η εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όχι πολιτικός οργανισμός. Δεν χρειαζόμαστε εκπροσώπους ούτε συμβούλους που θα διαπραγματεύονται την πίστη μας. Η υπακοή στην εκκλησία δεν σημαίνει υπακοή σε όποιον φέρει τίτλο ή αξίωμα, σημαίνει υπακοή στην παράδοση, στους αγίους, στους ιερούς κανόνες. Όταν ένας ιεράρχης ή κληρικός συμβιβάζεται με την αίρεση, με την αμαρτία, με την πολιτική σκοπιμότητα, δεν οφείλουμε υπακοή σε αυτόν. Όπως έλεγε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η εκκλησία υπάρχει εκεί όπου διατηρείται η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι υπακοή να σιωπάς όταν αλλοιώνεται η αλήθεια, είναι συνεργία.

Η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η διάκριση είναι η μεγαλύτερη αρετή. Δεν μας ζητά η εκκλησία να γινόμαστε άλογα πρόβατα, μας καλεί να διακρίνουμε, να υπακούμε στον πνευματικό όταν βλέπουμε χάρη, ειρήνη και ταπείνωση, να υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικό θέλημα αλλά να αντιστεκόμαστε όταν διακυβεύεται η πίστη. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, αν και μοναχός υπακοής δεν υπάκουσε σε πνευματικούς που είχαν κοσμικό φρόνημα. Στάθηκε μόνος και για χρόνια διώχθηκε αλλά τελικά δικαιώθηκε από την ίδια την εκκλησία.

Η ορθοδοξία καλεί τον πιστό να γίνει ομολογητής όχι μόνο στα μαρτύρια, αλλά και στην καθημερινότητα. Όταν όλοι σιωπούν, όταν όλοι λένε «δεν πειράζει», ο ορθόδοξος καλείται να πει «όχι, δεν είναι έτσι». Να μην συμβιβαστεί με το ψέμα, όσο κι αν αυτό βαφτίζεται ειρήνη ή πρόοδος. Ο ομολογητής δεν είναι ακραίος, δεν πολεμά πρόσωπα, αλλά νοοτροπίες και κυρίως δεν φοβάται να μείνει μόνος, γιατί ξέρει πως όποιος έχει τον Χριστό δεν είναι ποτέ μόνος.

Στην εποχή μας, πολλοί αναζητούν ασφαλή εκκλησιαστική πορεία, χωρίς ρήξεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς θυσία. Θέλουν να υπηρετήσουν την εκκλησία, αρκεί να μην χάσουν την ησυχία τους, τη θέση τους, την κοινωνική αποδοχή, αυτό όμως δεν είναι πίστη είναι επένδυση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν έψαχνε βήμα, έψαχνε τον Χριστό. Δεν προστάτευε την καριέρα του, προστάτευε το σώμα της εκκλησίας. Και ό,τι κι αν του κόστισε, παρέμεινε στην ιστορία, όχι γιατί νίκησε με αριθμούς, αλλά γιατί στάθηκε με αλήθεια.

Η Ορθοδοξία δεν σώζεται με διπλωματία, αλλά με μαρτυρία. Δεν τιμά τους συμβιβασμένους, αλλά τους ομολογητές και δεν ζητά από τους πιστούς να είναι υπάκουοι θεατές, αλλά ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Υπακοή στον Χριστό σημαίνει να σταθούμε όρθιοι, ακόμη κι αν όλα πέσουν, να αγαπήσουμε την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία μας, να μην ακολουθήσουμε εκείνους που προσκυνούν τις εξουσίες του κόσμου, αλλά εκείνους που σταυρώθηκαν για την εκκλησία Του. Η Ορθοδοξία ζει όταν ο λαός της δεν υπακούει στους συμβιβασμένους, αλλά στον Χριστό, τον μόνο αληθινό ποιμένα.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

             Οἱ τρεῖς Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν θέσεων καὶ τῶν κινήσεων τῶν ἀστεριῶν, εἶδαν κάποτε ἕνα νέο ἀστέρι, λαμπρότερο τῶν ὑπολοίπων, καὶ μὲ βεβαιότητα τὸ θεώρησαν ὡς ἔνδειξη τῆς γέννησης τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων. Θυσίασαν, τότε, χρόνο καὶ πολὺ κόπο, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ σημεῖο ποὺ ὑπεδείκνυε ὁ ἁστέρας. «Φθάσαντες εἰς Ἱερουσαλήμ, μὲ πόθον ἐρωτῶσι, ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, νὰ πὰν νὰ Τὸν εὑρῶσι», ὅπως ψάλλουμε στὰ κάλαντα. Τὴν περίοδο ἐκείνη βασίλευε στὸν Ἰσραὴλ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταράχθηκε. Φθόνησε τὸν Νεογέννητο. Φοβήθηκε μὴν τοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Κάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, γιὰ νὰ μάθει τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ ἀπάντησαν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς γραφές, ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ στὴν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀμέσως μετά, κρυφὰ κάλεσε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν χρόνο ἐμφάνισης τοῦ ἀστέρα. Ἦταν περίπου δύο χρόνια ποὺ εἶχε ἐμφανισθεῖ.

            Φεύγοντας ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, οἱ σοφοὶ ἄνδρες εἶδαν τὸν ἀστέρα νὰ τοὺς καθοδηγεῖ μέχρι ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ὁ Λυτρωτής. Μπῆκαν, τότε, στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Παναγία μας, καὶ Τὸν προσκύνησαν προσφέροντάς Του ὡς δῶρα χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψη, εἶδαν σὲ ὄνειρο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν, ὅπως εἶχαν συνεννοηθεῖ, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους παίρνοντας διαφορετικὴ διαδρομή.

           Ὁ Ἡρώδης, βλέποντας ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ξεγέλασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ μελλοντικὸς Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, διέταξε νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων ἕως δύο ἐτῶν. Ἤλπιζε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ξεφορτωνόταν τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε.

            ταν πολὺ κακὸς ἄνθρωπος ὁ Ἡρώδης. Κὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ κακὸς ἄνθρωπος σκότωσε πολὺ λιγότερα νήπια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θανατώνονται κάθε χρόνο στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν δῆθεν προοδευτικῶν. Ἀναφέρομαι στὶς ἐκτρώσεις, ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὴν κοινωνία μας τὸν σύγχρονο -καὶ μανιωδέστερο τοῦ πρώτου- Ἡρώδη. Θέλει νὰ γλιτώσει τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὸ δῆθεν μεγάλο ἀνακύψαν «πρόβλημα τῆς σύλληψης», καὶ ἀποφασίζει πὼς ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νὰ θανατώσουν τὸ παιδὶ τους τὼρα ποὺ ἀκόμη δὲν φαίνεται στὰ μάτια μας ἄνθρωπος. Ὁ Ἡρώδης ἦταν πιὸ ἐπιεικής. Θανάτωσε νήπια ποὺ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις τους μποροῦσαν κάπως νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ σύγχρονος Ἡρώδης θανατώνει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν καμία δυνατότητα ἀντίδρασης. Καὶ αὐτὸ θεωρεῖται «πρόοδος».

            Δίχως, νὰ ἀναφερθῶ περισσότερο στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρώδης προσπαθῶντας νὰ θανατώσει τὸν Κύριό μας, εἶναι ἡ ὅποια ἁμαρτία διαπράττουμε εἰδικὰ ἐμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἡρώδης δὲν κατάφερε ὄχι νὰ θανατώσει, οὔτε νὰ ἀγγίξει σωματικὰ τὸν Χριστό, ἡ ἁμαρτία, ὅμως, Τὸν πληγώνει καὶ Τὸν θλίβει, διότι μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ εἴμαστε Φῶς καὶ ἑνωμένοι μαζί Του, καθαροὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

            Γιὰ αὐτή Του τὴν ἀγάπη, ὁ Κύριος, ἤδη ἀπὸ τὴν βρεφική Του ἡλικία βρέθηκε σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ ἔγινε ἐξόριστος, ἔφυγε στὴν Αἴγυπτο. Ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο προοικονομεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία. Δείχνει, ἐπίσης, τὴν ἀντίθεση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ψηλὰ τοὺς σπουδαγμένους, τοὺς πλουσίους, τοὺς διάσημους, ὁ Θεός, ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο λαμβάνοντας ἀνθρώπινη σάρκα, ἐξέλεξε τὰ μὴ ὄντα, δηλαδὴ τοὺς ἄσημους στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ταπεινούς, γιὰ νὰ καταργήσει τὰ ὄντα, τοὺς σπουδαίους τῆς κοινωνίας. Ἀντὶ νὰ γεννηθεῖ σὲ παλάτι, ἐπέλεξε τὴν ταπεινὴ φάτνη. Ἀντὶ νὰ καλέσει σπουδαίους μουσικοὺς γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν Γέννησή Του, ἐπέλεξε τοὺς ταπεινοὺς ποιμένες. Καὶ τώρα, ἀντὶ νὰ ἀποκρύψει τὴν Γέννησή του στὸν Ἡρώδη, ζῶντας μὲ ἀσφάλεια στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἐπιλέγει νὰ κινδυνεύσει καὶ νὰ βρεθεῖ ἐξόριστος στὴν Αἴγυπτο, τὴν γῆ ὅπου δέσποζε ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων.

            Μεγάλη, λοιπόν, πραγματικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε. Ἂν σκεφτόμαστε διαρκῶς ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπάει ὡς παιδιά Του, θὰ πάψουμε νὰ Τὸν θλίβουμε. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁποιοδήποτε τάλαντο ἔχουμε εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης Ἐκείνου πρὸς ἐμᾶς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργοῦμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό, τότε θὰ ἀναλώσουμε τὶς δυνάμεις μας μὲ πολλὴ χαρά, ἐπιστρέφοντας τοὺς καρποὺς τῶν ταλάντων μας στὸν Θεό. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπάει ἀμερόληπτα, θὰ βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας ὡς πραγματικὰ ἀδέρφια.

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)


Υπάρχει ένας φόβος σιωπηλός, σχεδόν αόρατος, που δεν εκδηλώνεται με κραυγές ή φυγή, αλλά με υποχώρηση. Είναι ο φόβος της σύγκρουσης. Ο άνθρωπος που τον κουβαλά δεν λέει πως φοβάται, λέει πως θέλει ειρήνη, ηρεμία, αρμονία. Όμως βαθιά μέσα του τρέμει μήπως χαλάσει κάτι, μήπως  δυσαρεστήσει, μήπως φανεί δύσκολος και έτσι σιγά σιγά αρχίζει να χάνει τον εαυτό του, χωρίς να το καταλάβει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γνώριζε καλά αυτή την εσωτερική μάχη όχι θεωρητικά, αλλά βιωματικά. Η δική του ζωή ήταν ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα στην ταπείνωση και την αλήθεια, ανάμεσα στη σιωπή που θεραπεύει και στη σιωπή που σκοτώνει την ψυχή.

Ο άνθρωπος λέει πως δεν αξίζει να μαλώνει, πως δεν θέλει εντάσεις, πως προτιμά να κάνει πίσω, όμως όταν αυτό γίνεται μόνιμη στάση, η ψυχή αρχίζει να συρρικνώνεται. Δεν εκφράζεται, δεν τοποθετείται, δεν αναπνέει. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που δεν ζει στην αλήθεια δεν μπορεί να βρει ειρήνη ακόμη κι αν εξωτερικά όλα φαίνονται ήσυχα. Η ειρήνη που βασίζεται στην άρνηση του εαυτού δεν είναι η ειρήνη του Θεού αλλά εύθραυστη ισορροπία.

Για πολλούς ανθρώπους, η σύγκρουση ταυτίζεται με την απόρριψη. Νομίζουν ότι αν πουν αυτό που νιώθουν, αν σταθούν με ειλικρίνεια, θα χάσουν την αγάπη των άλλων. Έτσι προτιμούν να χάσουν την επαφή με τον εαυτό τους, παρά να ρισκάρουν μια ρήξη. Ο Άγιος Σιλουανός όμως δίδασκε κάτι βαθύτερο. Έλεγε πως η αληθινή αγάπη δεν φοβάται την αλήθεια. Όπου υπάρχει φόβος να μιλήσεις, εκεί κάτι δεν έχει ριζώσει σωστά. Η αγάπη του Θεού δεν ζητά να εξαφανιστείς για να υπάρξει. Η απώλεια του εαυτού δεν γίνεται απότομα γίνεται λίγο λίγο. Ένα ανείπωτο, μια κατάποση συναισθήματος, μια σιωπή εκεί που έπρεπε να υπάρξει λόγος. Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει έτσι και κάποια στιγμή δεν ξέρει πια τι θέλει, τι πιστεύει, τι τον πονά. 

Ο Άγιος Σιλουανός μιλούσε για τη διάκριση ανάμεσα στην ταπείνωση και την αυτοακύρωση. Η ταπείνωση γεννά ζωή η αυτοακύρωση γεννά σκοτάδι. Δεν είναι το ίδιο να χαμηλώνεις από αγάπη και να εξαφανίζεσαι από φόβο. Πολλοί πιστεύουν ότι η πνευματική ζωή σημαίνει να μην συγκρούεσαι ποτέ, να είσαι πάντα ήρεμος, πάντα υποχωρητικός, πάντα σιωπηλός. Όμως ο Χριστός μιλά για αλήθεια που χωρίζει όχι γιατί αγαπά τη σύγκρουση, αλλά γιατί η αλήθεια αποκαλύπτει. Ο Άγιος Σιλουανός έζησε αυτή την αλήθεια βαθιά. Η ειρήνη που έφερε μέσα του δεν ήταν αποτέλεσμα αποφυγής, αλλά καρπός βαθύτατης συμφιλίωσης με την αλήθεια του Θεού και αυτή η ειρήνη άντεχε ακόμη και μέσα σε δυσκολίες και εντάσεις.

Στην καρδιά του φόβου της σύγκρουσης βρίσκεται συχνά ένας παλιός πόνος. Ο φόβος ότι αν δείξεις ποιος είσαι, δεν θα σε αγαπήσουν. Ότι η αξία σου εξαρτάται από το πόσο εύκολος είσαι για τους άλλους. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που στηρίζεται στην αποδοχή των ανθρώπων δεν μπορεί να σταθεί ελεύθερη. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριζώσει την αξία του στην αγάπη του Θεού, παύει να φοβάται τόσο πολύ την αντίδραση των άλλων.

Η αλήθεια δεν είναι πάντα γλυκιά, μερικές φορές πονά αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι καταστροφικός, είναι θεραπευτικός. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε ότι χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει θεραπεία της ψυχής. Ο Χριστός μιλά για την αλήθεια που ελευθερώνει, όχι για την αλήθεια που βολεύει. Η ελευθερία αυτή περνά συχνά μέσα από δυσκολίες, μέσα από λόγια που φοβόμαστε να πούμε, μέσα  από συγκρούσεις  που αποφεύγαμε  χρόνια. Ο  Άγιος Σιλουανός αγαπούσε  τη σιωπή όχι όμως κάθε σιωπή. Ξεχώριζε τη σιωπή που γεννιέται από ταπείνωση και προσευχή, από τη σιωπή που γεννιέται από φόβο. Η πρώτη φέρνει φως, η δεύτερη συσσωρεύει σκοτάδι. Όταν σωπαίνεις για να μην χαλάσεις τη σχέση, αλλά μέσα σου καταρρέεις, τότε η σιωπή δεν είναι αρετή. Ο άνθρωπος έχει ευθύνη όχι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά και απέναντι στη ψυχή του. Να μην την προδίδει, να μην την ακυρώνει, να μην τη θυσιάζει συνεχώς στο όνομα μιας ψεύτικης ειρήνης.

Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως ο Θεός δεν χαίρεται όταν ο άνθρωπος χάνεται για να μην δυσαρεστήσει. Ο Θεός χαίρεται όταν ο άνθρωπος στέκεται με ταπείνωση και αλήθεια, ακόμη και αν αυτό φέρει δυσκολία. Το να μην φοβάσαι τη σύγκρουση δεν σημαίνει να γίνεσαι επιθετικός, σημαίνει να μπορείς να μιλήσεις χωρίς μίσος, να σταθείς χωρίς να πληγώσεις, να πεις την αλήθεια χωρίς να καταστρέφεις. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε την πραότητα ως δύναμη, όχι ως αδυναμία. Η πραότητα δεν είναι σιωπή από φόβο, αλλά λόγος που βγαίνει από καρδιά φωτισμένη.

Η απώλεια του εαυτού δεν είναι σταυρός. Πολλοί μπερδεύουν την απώλεια του εαυτού με τον σταυρό. Νομίζουν ότι το να υπομένεις στα πάντα, να καταπιέζεσαι, να μην μιλάς, είναι θυσία ευάρεστη στο Θεό, όμως ο Άγιος Σιλουανός ξεκαθάριζε ότι ο σταυρός του Χριστού δεν καταστρέφει τον άνθρωπο, τον ανασταίνει. Η απώλεια του εαυτού από φόβο δεν οδηγεί στην ανάσταση, αλλά στην εσωτερική νέκρωση. Ο σταυρός του Χριστού περνά μέσα από την αλήθεια, όχι από την αυτοακύρωση.

Η θεραπεία του φόβου της σύγκρουσης δεν έρχεται με τεχνικές, αλλά με εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι ο Θεός τον κρατά, τότε παύει να φοβάται τόσο πολύ να σταθεί. Ο Άγιος έλεγε πως όταν η ψυχή μάθει να στέκεται ενώπιον του Θεού με ειλικρίνεια, τότε μαθαίνει σιγά σιγά να στέκεται και ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να χάνεται.

Η ειρήνη του Θεού δεν είναι φυγή από τη σύγκρουση, αλλά παρουσία μέσα στην αλήθεια. Είναι η δύναμη να μείνεις εκεί, χωρίς να διαλύεσαι, χωρίς να μισείς, χωρίς να εξαφανίζεσαι. Ο Άγιος έζησε αυτή την ειρήνη μέσα σε βαθιές εσωτερικές μάχες και γι' αυτό τα λόγια του δεν είναι θεωρία, αλλά μαρτυρία.

Αν φοβάσαι τη σύγκρουση περισσότερο απ' την απώλεια του εαυτού σου, δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμος, σημαίνει ότι η ψυχή σου διψά για ασφάλεια και αγάπη. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης θα σου έλεγε να μη φοβηθείς την αλήθεια, να την πεις με ταπείνωση, με προσευχή, με αγάπη γιατί μόνο εκεί που ο άνθρωπος παύει να χάνεται, αρχίζει πραγματικά να ζει ενώπιον του Θεού.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Γρηγορίου)


 Ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Χριστῷ,

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε».

Ἡ Μητρόπολις τῶν ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα, φέρνει στὶς καρδιές μας δύο μεγάλα δῶρα: τὴ Χαρὰ καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ νὰ δοξάσουμε, νὰ προϋπαντήσουμε, νὰ ὑψωθοῦμε. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ψάλλει: «Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν, τῆς μεγάλης βουλῆς σου τὸν Ἄγγελον, εἰρήνην παρεχόμενον, ἀπέστειλας ἡμῖν». Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης μᾶς ἔστειλε τὸν Υἱό Του, τὸν Ἄγγελο τῆς μεγάλης Του βουλῆς, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη.

Ἀλλὰ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ καὶ ποιά αὐτὴ ἡ εἰρήνη;

Ἡ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων δὲν εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἡ πρόσκαιρη εὐθυμία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὶς διασκεδάσεις ἤ τὴν ἱκανοποίηση ἐπιθυμιῶν. Ἡ ἀληθινὴ χαρὰ γεννιέται μέσα ἀπὸ τὴ συνάντηση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι, ὅτι ἡ ζωή μας ἔχει νόημα αἰώνιο.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν εἰρήνη. Δὲν πρόκειται γιὰ συνθῆκες ποὺ ὑπογράφονται σὲ διπλωματικὰ τραπέζια καὶ τηροῦνται μόνο γιὰ λίγα χρόνια, μόνο ὅσο ἐξυπηρετοῦν συμφέροντα. Ἡ πνευματικὴ εἰρήνη εἶναι κατάσταση τῆς καρδιᾶς. Εἶναι ἡ γαλήνη ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος ὅταν συμφιλιώνεται μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό του. Εἶναι ἡ ἡσυχία τῆς συνειδήσεως ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴ συγχώρεση.

Δυστυχῶς, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δυσκολεύεται νὰ κατανοήσει αὐτὴ τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Προσανατολίζεται σὲ ὑποκατάστατα: τεχνητὲς χαρὲς ποὺ ὁδηγοῦν στὴ φθορὰ τῶν ἠθῶν καὶ τεχνητὴ εἰρήνη ποὺ γρήγορα μετατρέπεται σὲ νέο πολέμο.

Κοιτάζοντας γύρω μας αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα, βλέπουμε τὸν κόσμο νὰ αἱμορραγεῖ. Στὴν Οὐκρανία συνεχίζεται ἕνας πόλεμος ποὺ ἔχει στοιχίσει ἀμέτρητες ζωὲς καὶ ἔχει διαλύσει ἑκατομμύρια οἰκογένειες. Στὴ Γάζα καὶ στὴ Μέση Ἀνατολή, ἡ βία καὶ ὁ πόνος δὲν ἔχουν τέλος. Στὴ Συρία, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἐμφυλίου, οἱ πληγὲς παραμένουν ἀνοιχτές. Στὸ Σουδάν, στὴν Ὑεμένη, στὴν Αἰθιοπία, στὴ Λαϊκὴ Δημοκρατία τοῦ Κονγκό, στὴ Σομαλία, στὴ Μιανμάρ, στὴ Λιβύη, σὲ τόσες χῶρες τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, ἄνθρωποι ὑποφέρουν ἀπὸ πολέμους, διώξεις, πεῖνα καὶ ἀδικία. Σὲ πολλὰ μέρη τοῦ πλανήτη δὲν τηρεῖται οὔτε στοιχειωδῶς ἡ ἔννομη τάξη, οὔτε ὁ σεβασμὸς στὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τυχαῖα. Εἶναι ὁ καρπὸς μιᾶς ἀνθρωπότητας ποὺ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει βασίσει τὴν ὕπαρξή της στὴν ὑπερηφάνεια, στὸ συμφέρον, στὴ δύναμη.

Γι’ αὐτό, ἡ προτροπή μου αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα εἶναι μία: μετάνοια. Μετάνοια δὲν σημαίνει ἁπλῶς λύπη γιὰ τὰ σφάλματά μας. Σημαίνει ἀλλαγὴ νοῦ, ἀλλαγὴ κατευθύνσεως. Σημαίνει νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας ἀκόμη καλύτερα, μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπείνωση. Ὅταν ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καθαρὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε θὰ ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καὶ τὴν ἀληθινὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἤδη βιώνουν κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει τέλος, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει τέλος.

Ἀγαπητοί μου,

Θέλω νὰ σᾶς μεταφέρω τὴν ἀγάπη μου γιὰ τὸν καθένα καὶ τὴν καθεμία ἀπὸ ἐσᾶς. Χαίρομαι κάθε φορὰ ποὺ συναντῶ ἕναν χριστιανὸ ποὺ ἔχει ἀλλάξει ἐν Χριστῷ. Πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ αἰσθάνομαι τὴν Παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ χριστιανοῦ ποὺ χτίζει βῆμα βῆμα κάθε φορὰ τὴν πνευματική του προκοπὴ βλέπω ἐνσαρκωμένη τὴν Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὡς μία πνευματικὴ γέννηση ποὺ συμβαίνει τώρα, σήμερα, ἐδῶ. Μὲ περιβάλλει αὐτὴ ἡ παρουσία μέσα ἀπὸ ἐσᾶς, τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζεστε καθημερινά. Σᾶς ἐπαινῶ πρὸς δόξαν Κυρίου καὶ σᾶς προτρέπω νὰ συνεχίσετε τὸ ἔργο τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν δική σας ζωή, τὸ δικό σας παράδειγμα ποὺ ἔχει ἀνάγκη σήμερα ἡ νέα γενεά.

Αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν Χριστουγέννων: ὁ Χριστός γεννιέται ξανὰ καὶ ξανὰ μέσα στὶς καρδιὲς ποὺ Τὸν ὑποδέχονται.

Εὔχομαι ὁλόψυχα σὲ ὅλους σας τὰ φετινὰ Χριστούγεννα νὰ γίνουν ἀφετηρία μιᾶς βαθύτερης συναντήσεως μὲ τὸν Χριστό. Νὰ γεμίσουν οἱ καρδιές σας μὲ τὴ χαρά Του καὶ τὴν εἰρήνη Του καὶ νὰ αὐξήσετε ἐν Κυρίῳ ὅ,τι καλὸ ἔχετε θεμελιώσει. Καὶ νὰ γίνετε ἐσεῖς οἱ ἴδιοι φορεῖς αὐτῆς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο ποὺ τόσο τὰ χρειάζεται.

Καλὰ καὶ εὐλογημένα Χριστούγεννα!

Μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εὐχές,

† Ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φθάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος -δίχως δεύτερη σκέψη- ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε τελικὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ᾽ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ (20 Δεκεμβρίου)

 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης
ὁ προορατικὸς & ἰαματικὸς ἱερέας
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης


Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης ήταν ένας εξέχων Ρώσος Ορθόδοξος ιερέας, ποιμένας και πνευματικός συγγραφέας, γνωστός για το φιλανθρωπικό του έργο, τις μαζικές εξομολογήσεις και τη χαρισματική του προσωπικότητα.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Α. Γέννηση - ἀνατροφή

Ὁ π. Ἰωάννης (Ἰβὰν) Ἴλιτς Σέργιεφ γεννήθηκε τὴν 18 Ὀκτωβρίου 1829, μέρα γιορτῆς τοῦ μεγάλου Σλαύου Ὁσίου Ἰωάννη τῆς Ρίλας (Βουλγαρίας), τοῦ ὁποίου πῆρε τὸ ὄνομα. Τὸ χωριό του λέγεται Σούρα στὸ νομὸ Ἀρχάγγελσκ στὴ βορεινὴ Λευκὴ θάλασσα τῆς Ρωσίας.

Ὁ πατέρας του, Ἠλίας Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ, ἦταν ὀλιγογράμματος ἱεροψάλτης τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ. Ἡ μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα ἦταν λίγο μορφωμένη. Ὁ παππούς του ἦταν ἱερέας ἀπὸ γένος ἱερατικό.

Ἡ θεία λατρεία καὶ ἡ αὐστηρὴ νηστεία ἦταν οἱ βάσεις τῆς παιδικῆς του κατήχησης, παρότι γεννήθηκε καχεκτικὸς καὶ βαφτίστηκε τὴ νύχτα τῆς γέννησής του.

Β. Σπουδές

Ὅταν ἔγινε ἕξι ἐτῶν ἄρχισε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ παραδίδει μαθήματα. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν στάλθηκε στὴν ἐνοριακὴ σχολὴ τοῦ Ἀρχάγγελκ. Τέλειωσε 22 ἐτῶν, σὰν πρῶτος μαθητής, τὸ θεολογικὸ Σεμινάριο καὶ μὲ κρατικὴ ὑποτροφία στάλθηκε στὴ θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Πετρούπολης. Τότε πεθαίνει ὁ πατέρας του σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν.

Μὲ ὅπλο τὸν καλλιγραφικὸ γραπτό του χαρακτήρα, γίνεται γραμματέας τῆς Ἀκαδημίας καὶ μὲ πενιχρὸ μισθὸ ἐννέα ρούβλια τὸ μήνα ζεῖ αὐτὸς καὶ ἡ μητέρα του. Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνει ἱεραπόστολος στὴ μακρινὴ Κίνα, στὸ τέταρτο ἔτος τῶν σπουδῶν περνάει βαθειὰ κατάθλιψη, ποὺ ὅμως τὴν ξεπερνάει σιγὰ-σιγά. Μελέτησε τὰ γραπτὰ πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στάθηκε ὅμως ἰδιαίτερα στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν Φιλάρετο Μόσχας. Στὴν Ἀκαδημία ἐπιπλέον διδάχθηκε ὅλες τὶς τότε γνωστὲς ἐπιστῆμες.

Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ σημειώσουμε ὅτι π. Ἰωάννης εἶναι καρπὸς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀναγέννησης ποὺ σημειώθηκε στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα, παρότι αὐτὴ δὲν σημάδεψε καίρια καὶ πλήρως τὴν Ρωσικὴ θεσμικὴ Ἐκκλησία. Νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ ἀρχὴ ἔγινε μὲ τὸν στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) ποὺ ἀναγνωρίστηκε ὡς ἅγιος τὸ 1988 ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία.

Πνευματικοὶ ἀπόγονοι καὶ καρποὶ ἦσαν πολλοὶ ἀκόμα. Ἀνάμεσά τους ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (1759 -1833, μνήμη 2 Ἰανουαρίου, ἀναγνώριση τὸ 1903), ἡ ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸ σαλή, (1732 – 1806/1814, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα (1812-1891, ἀναγν. τὸ 1988) ὁ μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, μητροπολίτης Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ὁ ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ (1807-1867, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος (1815-1894, ἀναγν. τὸ 1988, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης (†1937), ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ , κλπ.

Γ. Ἱερατικὴ πορεία

Στὸ τέλος τῶν σπουδῶν του ἐγκαταλείπει ὁριστικὰ τὴ σκέψη τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, διότι ἔνοιωσε τὴν ἀνάγκη τοῦ ὀρθόδοξου φωτισμοῦ τοῦ δικοῦ του λαοῦ. Ἔτσι τοῦ προτείνεται ἡ θέση ἱερέα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου στὴν Κρονστάνδη ἡ ὁποία, στὸ νησὶ Κότλινε τοῦ Φιννικοῦ κόλπου, ἦταν τόπος ἐξορίας κάθε «παραστρατημένου» μικροαστοῦ. Ὁ γέροντας ἱερέας Κωνσταντῖνος Νετβίτσκυ τοῦ ζήτησε ἐπιπλέον, καὶ αὐτὸς δέχτηκε, νὰ νυμφευτεῖ καὶ τὴν κόρη του Ἐλισσάβετ Κωνσταντίνοβνα.

Στὶς 11 Νοεμβρίου 1855 (26 ἐτῶν) ἔγινε διάκονος καὶ τὴν ἑπόμενη πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Χριστόφορο Βιννίτσκυ, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου. Ὁ ἱερέας πιὰ Ἰωάννης, γιὰ νὰ βρίσκεται σὲ ἱερατικὴ ἐγρήγορση, βάζει αὐστηροὺς κανόνες στὸν ἑαυτό του. Τοὺς τηρεῖ ὅλους μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἤθελε νὰ ἡσυχάζει πολὺ στὸ σπίτι, γιατὶ οἱ ἀνάγκες τῶν πονεμένων ἀδελφῶν του ἦταν περισσότερες ἀπὸ ὅ,τι ὑπολόγιζε. Ἡ σύζυγός του γίνεται μὲ αὐταπάρνηση βοηθὸς στὸ ἔργο του καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα συναποφασίζουν τελικὰ νὰ ζήσουν χωρὶς παιδιά, σὰν ἀδέλφια.

Δ. Ὁ λαός του

Στὸν τόπο ἐξορίας, στὴν Κρονστάνδη, ἀκόμη καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ 7 ἐτῶν ἦταν παραστρατημένα καὶ ἐπικίνδυνα. Γρήγορα ὁ π. Ἰωάννης κατάλαβε πὼς ὅλοι ἀνήκουν στὸ ποίμνιό του. Ἡ προσέγγιση ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδιά, γιατὶ ὅπως ἔλεγε κρατοῦν ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ μεγαλεῖο της εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἀκολούθησαν σιγὰ-σιγὰ καὶ οἱ μεγάλοι. Ἡ μέριμνά του ἁπλώθηκε καὶ ἀγκάλιασε καὶ ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὴν ἐνορία του.

Ἐνθάρρυνε κάθε ἄνδρα καὶ γυναίκα, ἀρκεῖ νὰ ἔβλεπε καὶ τὸν παραμικρὸ σπινθῆρα στὶς ψυχές τους. Μοίραζε τόσα ἀπὸ τὰ πενιχρά του ἔσοδα, ποὺ γιὰ τὸ σπίτι του δὲν εἶχε οὔτε τὰ ἀπαραίτητα. Ἔφτανε σ᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς χωρὶς τὰ παπούτσια του. Οἱ φτωχοὶ καὶ παραμελημένοι ἦταν στὴν καρδιά του. Τοὺς ἀγόραζε πολλὲς φορὲς τρόφιμα ὁ ἴδιος, τοὺς ἔφερνε γιατρό, τοὺς πήγαινε στὸ φαρμακεῖο. Πάντα πίσω του ἀκολουθοῦσε πλῆθος ζητιάνων.

Ἔτσι ἄρχισε νὰ προκαλεῖ δυσφορία στὴν «ὑψηλὴ κοινωνία» τῆς Κρονστάνδης. Ὅμως αὐτὸς ἐπιτίθετο καὶ ἐνοχλοῦσε πλούσιους καὶ πολιτικοὺς παράγοντες πρὸς τὴν κατεύθυνση λύσης τῶν προβλημάτων τῶν φτωχῶν καὶ ἐξόριστων, παρ᾿ ὅλη τὴν χλεύη ποὺ δεχόταν.

Ε. Τὸ μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο του

Ἡ βάση τῆς φιλανθρωπικῆς του δράσης στηριζόταν στὸ νὰ ὀργανώσει αὐτοὺς ποὺ μποροῦσαν νὰ βοηθοῦν. Μὲ συχνὰ κηρύγματα ἀνέλυε τὶς πολύπλευρες αἰτίες τῆς Κρονστανδικῆς πενίας καὶ ἐπαιτείας. Κατάφερε σύντομα λοιπὸν νὰ ἱδρυθοῦν πτωχοκομεῖα, ἐργατικὲς πολυκατοικίες, ἐπαγγελματικὲς σχολὲς καὶ ἔτσι νὰ δοθεῖ ἀνάλογα στὸν καθένα κατοικία καὶ ἐργασία. Ἔμβλημά του ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.

Ἂς ἀναφέρουμε μέρος τοῦ ἔργου του:

  • Τὸ 1874 συγκροτεῖ ἐνοριακὴ πρόνοια γιὰ τοὺς φτωχούς.
  • Στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1882, ἐγκαινιάζει ἐργατικὴ ἑστία. Ἡ ἑστία κάηκε, ἀλλὰ πάλι τὴν ἔκτισε, ἀφοῦ εἶχε ἤδη δημιουργήσει ἀσφαλιστικὸ ταμεῖο. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ μεγάλωσε καὶ ἔγινε πολυδύναμο, ὅπου ἔβρισκαν γνώσεις καὶ ἐργασία παιδιὰ καὶ ἀπόκληροι. Τὸ 1902 δούλευαν σὲ αὐτὸ 7281 ἐργαζόμενοι.
  • Τὸ 1903 ἡ στοιχειώδης σχολὴ τοῦ ἱδρύματος εἶχε 259 παιδιά, τὸ τμῆμα ζωγραφικῆς 30 ἄτομα, τὸ ἐργαστήρι ξυλουργικῶν εἰδικοτήτων 61 ἄτομα, τὸ γυναικεῖο τμῆμα 50 ἄτομα. Διέθετε ἐπιπλέον ἐργαστήρι ὑποδηματοποιίας, ζωολογικὴ συλλογὴ καὶ τμῆμα γυμναστικής.
  • Ἡ παιδικὴ βιβλιοθήκη τὸ 1896, διέθετε 2687 τόμους, ἐνῷ παράλληλα μὲ αὐτὴν λειτουργοῦσαν δυὸ βιβλιοπωλεῖα.
  • Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἱδρύματα λειτουργοῦσαν ἀκόμη τὸ σχολεῖο τῆς Κυριακῆς, τὸ κέντρο λαϊκῶν διαλέξεων, τὸ λαϊκὸ ἀναγνωστήριο καὶ ἡ δανειστικὴ βιβλιοθήκη.
  • Ἡ ἐνοριακὴ πρόνοια συντηροῦσε ὀρφανοτροφεῖο - νηπιαγωγεῖο καὶ ἐξοχικὸ οἴκημα γιὰ παιδιά, πτωχοκομεῖο, ξενώνα γιὰ ἀστέγους καὶ κέντρο ἰατρικῆς βοήθειας. Τὸ 1596 πέρασαν δωρεὰν ἀπὸ τὸ ἰατρεῖο αὐτὸ 2721 ἀσθενεῖς, ἐνῷ ἡ λαϊκὴ τραπεζαρία ἑτοίμαζε σὲ καθημερινὴ βάση 400 ἕως 800 μερίδες φαγητοῦ.
  • Πρέπει βεβαίως νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ ποικίλη βοήθεια δινόταν σὲ ὅλους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγὴ ἢ θρησκευτικὴ ὁμολογία. Ἔτσι ἡ δημοτικότητα τοῦ π. Ἰωάννη πῆρε πανρωσικὲς διαστάσεις, σὲ μία ἐποχὴ μάλιστα ποὺ οἱ ἅγιοι ἦταν ἐλάχιστοι (καὶ κυρίως στὰ μοναστήρια, ἐνῷ λιγότεροι ἦταν στὶς ἐνορίες).
  • Ἐπιστέγασμα αὐτῆς του τῆς πορείας εἶναι ἡ ἵδρυση στὴν Πετρούπολη γυναικείας μονῆς ἀφιερωμένης στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Ρίλας, ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς Βοροντσόφσκυ στὸ Ριμπίνσκυ τῆς ἐπαρχίας Πσκὸφ καὶ τῆς μονῆς Πιουχτίτσκυ στὴ Ρωσικὴ Πολωνία.

Στ. Ἔργα καὶ στὸ χωριὸ του Σούρα

Ἰδιαίτερη μέριμνα δείχνει γιὰ τὸ χωριό του. Χτίζει ἐκεῖ τρισυπόστατο πέτρινο ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγ. Νικόλαο, τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας καὶ τὴν Ἁγ. Παρασκευή. Ἱδρύει ἀκόμη ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἀδελφότητα, σχολεῖο, παιδικὴ στέγη, πριονιστήριο καὶ συνεταιρισμό. Κατόπιν δημιουργεῖ ἱερὰ γυναικεία μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας.

Τὸ 1912 ἡ μονὴ εἶχε 120 μοναχές, ἐνῷ διέθετε ξεχωριστὴ σκήτη κοντὰ στὸ χωριὸ καὶ μετόχι στὸ Ἀρχάγγελκ.

Ζ. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν παιδαγωγός

Ἐπὶ 32 χρόνια ὁ π. Ἰωάννης ἐργάστηκε σὰν παιδαγωγὸς (1857-1862 στὴν περιφερειακὴ σχολὴ Κρονστάνδης καὶ 1862-1889 στὸ Γυμνάσιό της). Βασική του ἀρχὴ ἦταν ἡ ἁπλότητα στὴ διδασκαλία. Θεωροῦσε πῶς ἡ γνώση εἶναι ἀπέραντη, γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλεγεῖ γιὰ τὰ παιδιὰ μόνο τὸ πιὸ ἀπαραίτητο τμῆμα της. Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἁρμονικὸ σύστημα, θεωροῦσε πὼς ἡ μόρφωση εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία καὶ προηγεῖται.

Σὰν δάσκαλος ἀπέφευγε νὰ τιμωρεῖ, δίδασκε μὲ συζήτηση, ἐπαναλάμβανε τὶς ἐκλεκτὲς περικοπὲς ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, προκαλοῦσε ἐρωτήματα, ἐνθάρρυνε τὴν παιδικὴ ἐλευθερία καὶ πρωτοβουλία. Τὰ παιδιὰ ἐνθουσιασμένα μαζί του ἐλεύθερα τὸν ἔκαναν συχνὰ ἐξομολόγο τους.

Προσωπικές του παιδαγωγικὲς ἀρχές:

  • Ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλότητας τῆς διδασκαλίας.
  • Ἡ μόρφωση ὀφείλει νὰ εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς.
  • Νὰ μὴ τιμωρεῖ.
  • Νὰ διδάσκει μὲ διαλογικὴ συζήτηση.
  • Νὰ ἐπαναλαμβάνει μὲ τρόπο ζωντανὸ ἀναλύσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς συνοδεύοντας τὴν ἐπανάληψη μὲ ἀναγνώσεις ἐκλεκτῶν περικοπῶν.
  • Νὰ ἐπιτρέπει τὶς ἐρωτήσεις τῶν μαθητῶν καὶ νὰ προκαλεῖ συζητήσεις, στὶς ὁποῖες ἔπαιρναν μέρος πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς.
  • Ἡ ἐνθάρρυνση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πρωτοβουλίας τῶν μαθητῶν.
  • Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ καλύτερο μέσον ἀγωγῆς γιὰ τὴν μόρφωση τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς.

Η. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν πνευματικὸς

Ἦλθε σύντομα ἀντίθετος μὲ τὴ Ρωσικὴ συνήθεια τῆς «μιᾶς φορᾶς τὸ χρόνο» Θείας Κοινωνίας. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο πρότεινε συχνὴ συμμετοχὴ στὶς ἀκολουθίες, ἀγωνιστικὴ διάθεση φιλανθρωπίας καὶ ἐξομολόγηση μετὰ ἀπὸ μετάνοια. Ἡ προσωπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ ἔκανε, ἦταν συχνὰ πολύωρη, ἔτσι τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν πιστῶν τὸν ὁδήγησε σὲ ἀναβίωση τῆς κοινῆς ἐξομολόγησης.

Καταδίκαζε μὲ αὐστηρότητα τὴν χλιαρότητα καὶ τὸν τυπικὸ εὐσεβισμὸ τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε ὑποβαθμίσει τὴ μετοχὴ στὴ θεία Κοινωνία σὲ μία «ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑποχρέωση» καὶ τὴν Θεανδρικὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῶν «ἐθίμων».

Δὲν εἶναι ἑπομένως τυχαῖο ὅτι τὸ 1890 καθημερινὰ τὸν ζητοῦσαν γιὰ ἐξομολόγηση 150-300 πιστοί. Στὴ Θεία Λειτουργία ἡ Θεία Κοινωνία διαρκοῦσε πάνω ἀπὸ δύο ὦρες. Ἔγινε λοιπὸν ἕνας «στάρετς» ποὺ ἔκαναν σ᾿ αὐτὸν ἐλεύθερη ὑπακοὴ χιλιάδες πιστοί, γιατὶ ἄνοιξε καινούργιους δρόμους μένοντας πιστὸς στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἐμπόδιζε ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία μόνο τοὺς φανατικοὺς ὀπαδούς του (Ἰωαννίτες), μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς ἀπὸ τὸ 1880.

Οἱ θρησκόληπτοι αὐτοί, ὅπου ὑπερίσχυαν οἱ γυναῖκες, τὸν θεωροῦσαν ὡς νέα ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἀκόμη λόγος νὰ πηγαίνει στὰ μέρη ποὺ ... δροῦσαν γιὰ νὰ τοὺς πολεμήσει. Ἔτσι τὸ πρῶτο ταξίδι γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ τὸ ἔκανε τὸ 1892 στὴ περιοχὴ Γντόφσκυ, κοντὰ στὴ Πετρούπολη.

Θ. Οἱ περιοδεῖες του

Ὅσο παράδοξο καὶ ἂν φαίνεται ὁ π. Ἰωάννης ἔκανε μεγάλες, πολλὲς καὶ ποικίλες περιοδεῖες. Τὶς ἐπαναλάμβανε σὲ τακτὰ διαστήματα. Αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἀνάγκη ποὺ δημιούργησε ἡ ἀπήχηση τῆς ζωῆς του πέρα ἀπὸ τὴν Κρονστάνδη καὶ ἡ τεράστια ἀλληλογραφία ποὺ εἶχε.

Τὰ ταξίδια αὐτὰ ἄρχισαν τὸ 1988 πηγαίνοντας κάθε χρόνο στὸ χωριό του Σούρα. Τὰ ὑπόλοιπα ταξίδια - περιοδεῖες ἔγιναν στὸ Βορονέζ, Χάρκοβο, Κίεβο, Κούρκ, Ὀδησσό, Βαρσοβία καὶ ... Βερολίνο. Στὸ ἐνδιάμεσο ἐννοεῖται ὅτι σταματοῦσε συχνά. Σὲ μιὰ ἐνδιάμεση στάση στὸ Ρίζοβο πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ 100.000 ὀνόματα. Ὑπῆρχαν μέρες ποὺ περνοῦσαν 7.000 ἕως 8.000.

Συχνὰ ταξίδευε μὲ τραῖνο. Ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ συνδέσουν 10-12 βαγόνια συμπληρωματικὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συναντήσουν! Ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε πὼς δὲν ἦταν μόνο ὁ λόγος τῆς ἐξομολόγησης ἢ τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴ μεγάλη κοσμοσυρροή. Ἦταν συχνὰ καὶ τὸ ξετύλιγμα τῆς ἰαματικῆς χάρης ποὺ τοῦ δινόταν καὶ καρποφοροῦσε στοὺς ἀληθινὰ πιστοὺς καὶ ὄχι στοὺς θρησκόληπτους.

Ι. Σημεῖα Ἁγιότητας

Ὁ π. Ἰωάννης μὲ τὴν προσευχὴ ἦταν αἴτιος πολλῶν θαυμάτων, ἐνῷ ἀπαντοῦσε ἀκόμη σὲ γραπτὲς παρακλήσεις ἢ καὶ σὲ τηλεγραφήματα πιστῶν καὶ μή. Πολλὲς θεραπεῖες ἀναφέρονται στὶς βιογραφίες του ἐν ζωῇ, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον.

* Ἀναφέρει ὁ ἴδιος γιὰ σημεῖο θεραπείας ποὺ σχετιζόταν μὲ τὴ θεία μετάληψη: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπὸ θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε ἐπὶ ἐννέα ἡμέρες χωρὶς παραμικρὴ ἀνακούφιση ἀπὸ τοὺς γιατρούς... Κοινώνησε μὲ σταθερὴ πίστη. Προηγουμένως προσευχήθηκα θερμὰ γι᾿ αὐτόν... Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας θεραπεύτηκε καὶ τὸ βράδυ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι!»

* Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς ἦταν πάρα πολλοί, ἔκανε καὶ σύντομη ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ δέηση συγχωρητικὴ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀρρώστου. Μιὰ τέτοια περίπτωση θεραπείας ἦταν τῆς πριγκίπισσας Εἰρήνης Βλαδιμήροβνα Μπαριατίνσκαγια, ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1892 στὴν ἐφημερίδα «Γραζντανίν», ὅπου ἀναφέρεται: « ... Ἡ καταδικασμένη ἀπὸ διετίας νὰ κάθεται διαρκῶς στὴ καρέκλα λόγω παραλύσεως τῶν κάτω ἄκρων 13ετὴς κόρη, μετὰ προσευχὴ τοῦ π. Ἰωάννου, πρὸς ἀνέκφραστη χαρὰ ὅλων, σηκώθηκε καὶ περπάτησε». Τὴν ἄρρωστη πριγκίπισσα νοσήλευαν χωρὶς ἀποτέλεσμα μέχρι τότε οἱ καλύτεροι γιατροὶ Ράουχφοους, Ριμπάλκιν καὶ Μερζεέφσκυ.

* Ὁ συγγραφέας Σούρσκυ ἀναφέρει τὴν κάπως κωμικὴ περίπτωση τοῦ ἱερορράπτη Π. Γ. Θεοδώροβιτς, ποὺ πίστευε ὅτι θὰ θεραπευόταν ὁ τραυλισμός του. Πράγματι: «Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1893 ὁ βραδύγλωσσος περίμενε στὴ Μόσχα ἀνάμεσα στὸ πλῆθος γιὰ τὸ ...θαῦμα. Ἄρχισε νὰ φωνάζει τραυλίζοντας φοβερά: Μπάτιουσκα, προσευχηθεῖτε γιὰ μένα. Ὁ π. Ἰωάννης τὸν χτύπησε μὲ τὸ δεξὶ χέρι στὸ ἀριστερὸ μάγουλο καὶ τὸν διέταξε: Μίλα καθαρά, μίλα καθαρά. Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ τόσο ἐνοχλητικὴ πάθηση ἔπαυσε νὰ τὸν ταλαιπωρεῖ...»

* Οἱ περιπτώσεις θεραπείας τυφλῶν ξεχωρίζουν ἀπὸ τὶς ἄλλες, ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦσε σχεδὸν πάντα ἁγιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μπογουτσάρσκυ Σεραφεὶμ διηγεῖται ὅτι «ἕνας τυφλὸς ὁδηγήθηκε στὸ σταθμὸ Γολοὺτ τὴν ὥρα ποὺ στάθμευε τὸ τραῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευε ὁ π. Ἰωάννης. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βγάλει ὁ ἄρρωστος τὸ μαντήλι ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἔψαλε τὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔβρεξε τὸ μαντήλι στὸ ἁγιασμένο νερὸ καὶ ἔνιψε τρεῖς φορὲς τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ξαφνικὰ ὁ τυφλὸς φώναξε: Βλέπω! Βλέπω! ... Ἔπεσε αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς στὰ πόδια τοῦ π. Ἰωάννη... Ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν ἀπομακρύνουν μὲ τὴν βοήθεια τῆς χωροφυλακῆς».

* Ὁ ἐπίσκοπος Πετσὲρκ Ἰωάννης ἀφηγήθηκε στὸ Βελιγράδι γιὰ τὸν καθηγητὴ Ἀ. Ι. Ἀλεξάντρωφ πῶς «ἄργησε νὰ ἔλθει στὴν παράκληση σὲ ἕνα σπίτι τῆς πόλης Καζάν. Θέλοντας νὰ μείνει ἀπαρατήρητος στάθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ὅλοι ἀσπάζονταν τὸ Σταυρὸ τοῦ π. Ἰωάννη καὶ αὐτὸς στράφηκε στὸ πίσω μέρος τῆς πόρτας, ποὺ κρυβόταν ὁ Ἀλεξάντρωφ, καὶ φώναξε: Γιατί ὁ καθηγητὴς δὲν ἔρχεται;

Ὅταν αὐτὸς παρουσιάστηκε τὸν ρώτησε: Φοβάστε τὸ Σταυρό; Γιατί αὐτό; Ἀφοῦ μάλιστα πολὺ γρήγορα θὰ τὸν δίνετε καὶ σὲ ἄλλους νὰ τὸν ἀσπαστοῦν... Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὸν ἄφησε ἡ γυναίκα του, πῆρε διαζύγιο καὶ κάρηκε μοναχός. Ἀργότερα ἔγινε πρύτανης τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας καὶ Ἀρχιερέας...»

ΙΑ. Ἡ κοίμησή του

Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1907 ἤδη ἦταν ἐπίλεκτο μέλος πολλῶν κοινωφελῶν ὀργανώσεων, διορίστηκε καὶ μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου. Ὅμως ποτὲ δὲν ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος νὰ συμμετάσχει. Τὰ παράσημα ποὺ τοῦ ἔδωσαν, ὅπως καὶ τὰ βαρύτιμα ράσα ἢ οἱ δωρεὲς τῶν πλουσίων, ἔδιναν ἀφορμὲς γιὰ ἐπικρίσεις. Ἦταν ἕνα συμπλήρωμα τῶν δοκιμασιῶν του.

Διότι δὲν ξεχώρισε τὴν καλὴ ἀγγελία καὶ ὡς ἀνάγκη καὶ τῶν πλουσίων καὶ τῶν ἐπιφανῶν. Σὲ μιὰ ταραγμένη ἐποχὴ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ξεχωρίσουν, αὐτὸν ποὺ ἔδωσε τὰ πάντα καὶ χάρισε ὅλη τη ζωή του γιὰ τοὺς βασανισμένους, ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐκμεταλλεύονταν τὰ ἀξιώματα γιὰ ἴδιο ὄφελος...

Βαριὰ ἄρρωστος τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1908, χωρὶς νὰ καταλύει τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων, τέλεσε γιὰ τελευταία φορὰ τὴ θεία Λειτουργία στὶς 10-12-1908. Εἶχε μία ἐντελῶς ἀδύνατη φωνὴ μὲ βασανιστικοὺς πόνους καὶ στὸ τέλος ἐν μέσῳ λυγμῶν τῶν πιστῶν δίδαξε πάνω σὲ κάθισμα γιὰ τελευταῖα φορά.

Στὶς 18 τοῦ μηνὸς εἶπε «δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἔχουμε δυὸ μέρες ἀκόμα γιὰ νὰ τὰ κάνουμε ὅλα». Στὶς 19 ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του, τὸ βράδυ συνῆλθε ἀλλὰ μὲ πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα γιὰ νὰ προλάβουν νὰ τὸν κοινωνήσουν μὲ πολὺ κόπο. Στὶς 6.00 τοῦ διάβασαν τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα».

Ἀπεβίωσε, στὴν Κρονστάνδη, στὶς 07:40 τῆς 20 Δεκεμβρίου 1908, σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του ἦταν ἐπιβλητική. Τὴν ἀκολούθησαν πάνω ἀπὸ 20.000 πιστοί. Συμμετεῖχε ὁ πρωθιεράρχης τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας μὲ πολλοὺς ἐπισκόπους, 60 ἱερεῖς καὶ 20 διακόνους.

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέταξε ὁ βίος του νὰ διδάσκεται στὰ ἱερατικὰ σεμινάρια. Ὁ τάφος του βρίσκεται στὸν ὑπόγειο ναὸ τῆς γυναικείας μονῆς Ἰωάννοφσκυ τῆς Πετρούπολης, ὡς μεγάλο προσκύνημα. Ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται προφητικὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τοῦ 20οῦ καὶ 21ου αἰῶνα.

Στὶς 8 Ἰουνίου 1990, ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, στὴν πράξη ἀναγνώρισης τῆς ἁγιότητάς του ἀναφέρει ὅτι ἔγινε «... γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του μὲ τὴν ὁποία ἦταν τύπος τῶν πιστῶν καὶ γιὰ τὴν πλήρη ζήλου καὶ θυσιῶν ὑπηρεσία του στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν πλησίον μὲ τὴν ὁποία σὰν τὸν καλὸ Σαμαρείτη δίδασκε στὸ ποίμνιό του τὴν εὐσπλαχνία πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, τόσο στὴ ζωή, ὅσο καὶ μετὰ θάνατον, μέχρι σήμερα...»

ΙΒ. Τὸ συγγραφικό του ἔργο

Παρότι ὁ στάρετς Ἰωάννης ἦταν πνευματικὸ τέκνο τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ, στὰ συγγράμματα καὶ τοὺς λόγους του ἡ δραστηριότητά του ἐξωτερικὰ εἶχε λατρευτικὸ (Θ. Λειτουργία – ἀκολουθίες – μυστηριακὴ ζωή) καὶ κοινωνικὸ χαρακτήρα (κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἰάσεις). Ἔτσι τὰ ἔργα του ποὺ τυπώθηκαν ἦταν:

α) Συζητήσεις καὶ κηρύγματα

β) Ἀντιρρητικὴ συγγραφή, ἀναμνήσεις καὶ ἐπιστολές. Τὰ γράμματα καὶ τὰ τηλεγραφήματα ποὺ δέχονταν, ἔφθαναν - καὶ ἑπομένως ἀπαντοῦσε σχεδὸν σὲ ὅλα – καθημερινὰ γύρω στὰ 6.000 ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπίθανα σημεῖα τῆς Ρωσίας.

γ) Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό του μὲ τὸ τὸν τίτλο «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου».

Τὸ βιβλίο αὐτὸ γνώρισε πολλὲς «ἐπαυξημένες» ἐκδόσεις, ἐκδόσεις σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἐκδόσεις σὲ ἄλλες ὁμολογίες. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση τοῦ Γουλιάεφ, 1987, προκάλεσε μάλιστα μεγάλη αἴσθηση στοὺς διανοούμενους. Κρίσεις γράφηκαν στὸν ἀγγλικό, ἀμερικανικὸ καὶ αὐστραλέζικο τύπο.

Ὁ δομινικανὸς Στὰρκ ἐξέδωσε μικρὸ τόμο ἀπὸ ἀποσπάσματα στὴ γαλλικὴ γλώσσα. Ἀργότερα μεταφράστηκαν ἔργα του καὶ μελέτες στὶς διάφορες σλαβικὲς γλῶσσες. Ξεχωρίζει τὸ ἔργο τοῦ Βούλγαρου ἱερομονάχου Μεθοδίου.

Ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου» ἔγινε ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Μιχαήλ. Τὸ 1974 ὁ Β. Μουστάκης κυκλοφόρησε τόμο μὲ ἀποσπάσματα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (ἐκδ. «Ἀστήρ»).

ΙΓ. Ἀποσπάσματα λόγων του

1. Γιὰ τὴν καρδιά: «Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ πρῶτος παράγοντας στὴ ζωή μας. Ἡ καρδιακὴ γνώση προηγεῖται τῆς νοησιαρχικῆς. Ἡ καρδιὰ βλέπει ἄμεσα, ἀστραπιαία, ἑνιαία. Αὐτὴ ἡ γνώση τῆς καρδιᾶς μεταδίδεται στὸ νοῦ, καὶ μέσα στὸ νοῦ χωρίζεται σὲ μέρη, ἀναλύεται σὲ συστατικά. Ἡ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ νοῦ. Στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἐξωτερικό...

Στὴ κατάσταση τῆς ἀπιστίας γιὰ κάτι ἀληθινὸ καὶ ἅγιο, ἡ καρδιὰ συνήθως γεμίζει ἀπὸ στενοχώρια καὶ φόβο. Ἀντίθετα στὴν εἰλικρινὴ πίστη νοιώθει χαρά, ἠρεμία, ἄνεση καὶ ἐλευθερία. Ἡ ἀλήθεια φανερώνεται καὶ θριαμβεύει στὶς καταστάσεις τῆς καρδιᾶς...

Ἐμεῖς ἔχουμε ἕνα βαρόμετρο ἀκριβείας, τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἄνοδο ἢ τὴν πτώση τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιά. Μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε καὶ πυξίδα».

2. Γιὰ τὴ θεία λατρεία: «Κατὰ τὴ θεία λατρεία, κατὰ τὴν τέλεση ὅλων τῶν Μυστηρίων καὶ τῶν Ἀκολουθιῶν, ἔχε ἐμπιστοσύνη στὴ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ἔχει ἐμπιστοσύνη στοὺς γονεῖς του. Θυμήσου, ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σὰν θεόπνευστοι φωστῆρες, κινούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σὲ ὁδηγοῦν στὶς τρίβους τῆς σωτηρίας.

Νὰ μετέχεις λοιπὸν στὴ θεία λατρεία μὲ ἁπλὴ καρδιά, μὲ ἐμπιστοσύνη μικροῦ παιδιοῦ. Νὰ ἐναποθέτεις ὅλη σου τὴ φροντίδα στὸν Κύριο καὶ νὰ εἶσαι ἐντελῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀγωνία. «Μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε. Δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε» (Ματθ. Ι´ 19). Πῶς συμβαίνει τώρα αὐτό; «Οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστὲ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (στίχ. 20).»

3. Γιὰ τὴν παιδαγωγική: «Προσπαθῆστε νὰ προοδεύετε στὴν ἐσωτερικὴ καρδιακὴ ἐπιστήμη, στὴν ἐπιστήμη δηλαδὴ τῆς ἀγάπης, τῆς πίστης, τῆς προσευχῆς, τῆς πραότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς εὐγένειας, τῆς ὑπακοῆς, τῆς σωφροσύνης, τῆς συγκαταβατικότητας, τῆς συμπάθειας, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς κάθαρσης ἀπὸ πονηροὺς καὶ κακοὺς λογισμούς...

«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33).»

Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα νὰ μαθαίνετε τὴν γλώσσα τῆς ἀγάπης, τὴν πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐκφραστικὴ γλώσσα. Χωρὶς αὐτή, ἡ γνώση τῶν ξένων γλωσσῶν δὲν φέρνει καμμιὰ οὐσιαστικὴ ὠφέλεια.»

4. Γιὰ τὴν προσευχή:

Ι. «Ἡ σωτηρία καὶ ἡ προσευχὴ δὲν βρίσκονται στὰ πολλὰ λόγια, ἀλλὰ στὴν κατανόηση καὶ στὴν θέρμη τῆς καρδιᾶς. Τὸ σπουδαιότερο πράγμα, ποὺ πρέπει νὰ θυμᾶσαι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἔχεις συνεχῆ μνήμη Θεοῦ, νὰ κάνεις δηλαδὴ μυστικὴ νοερὰ προσευχή.

Κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἔχω καιρὸ νὰ παρευρίσκομαι σὲ μακρὲς μοναστηριακὲς ἀκολουθίες, ἀλλὰ ὅπου κι ἂν πάω, εἴτε μὲ τὰ πόδια εἴτε μὲ τὸ πλοῖο, εἴτε μὲ τὴν ἅμαξα καθιστὸς ἢ ξαπλωμένος, δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτὲ ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ. «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός... ἵνα μὴ σαλευθῶ.» (Ψαλμ. 15:8). Ἡ σκέψη ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι κοντά μου δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτέ. Πρέπει καὶ σὺ νὰ προσπαθήσεις νὰ κάνης τὸ ἴδιο.»

ΙΙ. «... Ὅταν, προσευχόμενοι μὲ ζέση ἱστάμενοι, καθήμενοι, ἐξηπλωμένοι ἢ περιπατοῦντες, αἴφνης μᾶς ἐπισκέπτεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκούοντες τὴν Φωνήν Του αἰσθανόμεθα ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ψυχήν μας ὄχι διὰ τοῦ στόματος, οὔτε διὰ τῆς ρινός μας, οὔτε διὰ τῶν ὤτων - μολονότι ὁ Σωτὴρ μετέδωκε τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πνοῆς καὶ μολονότι «ἡ πίστις ἔρχεται δι᾿ ἀκοῆς» (Ῥωμ. 10, 17) – ἀλλ᾿ ἀπ᾿ εὐθείας διὰ τοῦ σώματος εἰς τὴν καρδίαν, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος ἐπέρασε διὰ τῶν τοίχων τῆς οἰκίας ὅταν ἐπεσκέφθη τοὺς Ἀποστόλους μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ἐνεργεῖ ταχέως ὅπως ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ μάλιστα ταχύτερον ἀπὸ κάθε ἠλεκτρικὸν ρεῦμα.

Τότε αἰσθανόμεθα τὴν ὕπαρξίν μας ἐλαφράν, διότι αἰφνιδίως ἐλευθερωνόμεθα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ αἴσθημα τῆς συντριβῆς διὰ τῆς ἁμαρτίας, τὸ πνεῦμα τῆς εὐλαβείας, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς μᾶς ἐπισκέπτεται ...»

ΙΙΙ. «...Μάθε νὰ προσεύχεσαι. Βίαζε τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὴν προσευχήν. Κατ᾿ ἀρχὰς θὰ εὕρῃς δυσκολίαν, ὕστερον ὅμως ὅσον περισσότερον βιάζῃς τὸν ἑαυτόν σου, τόσον εὐκολώτερον θὰ προσεύχεσαι. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὅμως εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖον νὰ βιάζῃ κανεὶς τὸν ἑαυτό του...»

5. Γιὰ τὴν συμμετοχή μας στὶς ἀκολουθίες: «Νὰ ἔρχεσαι ὅσο μπορεῖς συχνότερα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ συμμετέχεις στὶς ἀκολουθίες γιὰ νὰ δοξάζεις τὸν Κύριο ἢ νὰ ζητᾶς τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν πνευματική σου ἀδυναμία, γιὰ τὴν ψυχική σου φτώχεια καὶ ἁμαρτωλότητα. Κανεὶς τόσο δυνατὰ καὶ τόσο εἰλικρινὰ δὲν θὰ πονέσει μαζί σου γιὰ τὴν ἀδυναμία σου ὅσο ἡ Ἐκκλησία. Ὅλα ὅσα δοκιμάζεις ἐσὺ τὰ δοκίμασαν ἀκόμη καὶ τὰ ἐκλεκτότερα τέκνα Της, ἔπασχαν πνευματικὰ ὅπως κι ἐσύ, ἁμάρταναν καὶ ἔπεφταν ὅπως ἀκριβῶς κι ἐσύ...

Πουθενὰ τόσο βαθειὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ δὲν ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ αὐτογνωσία ὅσο μέσα στὸν ναό, γιατὶ ἐδῶ εἶναι ἰδιαίτερα αἰσθητὴ ἡ παρουσία τοῦ σῴζοντος Θεοῦ καὶ ἐνεργεῖ μὲ ἀνερμήνευτο τρόπο ἡ χάρη Του. «Ὁ Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Μὲ τὴ βοήθεια τῶν εὐχῶν, τῶν ὕμνων καὶ τῶν ἀναγνωσμάτων, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του σ᾿ ὅλη του τὴ γυμνότητα, διαπιστώνει τὴν ἀδυναμία του, τὴ πνευματική του φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα καὶ ἄκρα ἁμαρτωλότητά του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, συναντᾶται μὲ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκρα ἀγαθότητά Του, τὴν πανσοφία καὶ τὴ παντοδυναμία Του.»

6. Γιὰ τὴν ἐντολὴ τῶν «καλῶν ἔργων»: «Ἐγὼ τὴν ἐννοῶ ὡς ἑξῆς: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Ματθ. 5:16). Ἀφῆστε λοιπόν, τὸν κόσμο νὰ ἰδῇ τὰ καλὰ σὰς ἔργα, γιὰ νὰ δοξάσει γι᾿ αὐτὰ τὸν Κύριο. Θὰ πάρουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα καὶ θὰ πεισθοῦν γι᾿ αὐτὰ τὰ ἔργα.

Ἀπ᾿ αὐτὴν ὅμως πρέπει νὰ τὰ κρύβετε (κι ἔδειξε μὲ τὸ δάχτυλό του τὴν καρδιά). Ἀπ᾿ αὐτήν, ὅλα πρέπει νὰ μένουν κρυφὰ «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6:3). Μὲ τὸ «ἀριστερὰ» ἐννοεῖ στὴν πραγματικότητα τὴν γνώμη, ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν ματαιοδοξία.»

7. Γιὰ τὸ φόβο τοῦ μέλλοντος: «Γιατί νὰ κοιτάζουμε τὸ μέλλον; «Ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» (Ματθ. 6:34). Ἂς παραδοθοῦμε σὰν παιδιὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μας. «Ὁ Θεὸς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε» (Α´ Κορ. 10:13). Μὲ τὶς ὑποψίες βασανίζεις μόνο τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖς τὸν σκοπό, ποὺ ἔταξες. Βλάπτεις ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ φαντάζεσαι ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὑπάρχει κακὸ ἐκεῖ, ὅπου πιθανὸν δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ἐφόσον ἐμεῖς δὲν κάνομε κακὸ σὲ κανένα, ἂς μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἂν τὸ ἐπιτρέπει αὐτὸ ὁ Θεός.»

8. Γιὰ τὸν πειρασμὸ τῆς ἀπελπισίας στὴν ἡγουμένη Ταϊσία: «Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει σ᾿ αὐτὸν τὸν πειρασμὸ νὰ προσβάλλει τὶς δυνατότερες φύσεις, αὐτοὺς δηλαδή, ποὺ εἶναι πιὸ πεπειραμένοι στὸν πνευματικὸ πόλεμο. Ὁ ἐχθρός σου τὸν παρουσιάζει, ἐπειδὴ βλέπει ὅτι οἱ ἀγῶνες σου φθάνουν σ᾿ ἕνα τέλος, ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ σένα στὸν οὐρανὸ μία ἀνταμοιβὴ καὶ θέλει νὰ σὲ χτυπήσει καὶ νὰ σὲ ρίξει κάτω μ᾿ ἕνα δυνατὸ τίναγμα καὶ νὰ σοῦ στερήσει ἔτσι τὸν στέφανο.

Ἔχει καταστρέψει πολλοὺς με τὴν ἀπόγνωση. Νὰ εἶσαι δυνατὴ καὶ ἀνδρεία, νὰ πολεμᾶς τὶς μηχανορραφίες τοῦ ἐχθροῦ. Μὴν παραδίδεσαι. Νὰ σηκώνεις αὐτὸν τὸν σταυρὸ μὲ ταπείνωση καὶ ἀντοχή. Νὰ θεωρεῖς ὅτι αὐτὸς ὁ πειρασμὸς σοῦ παρουσιάζεται, γιὰ νὰ μεγαλώσει τὴν ταπεινοφροσύνη σου καὶ ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσει. Αὐτὸς ποὺ ἔχει θεμελιωμένη τὴν ψυχή του πάνω σὲ βράχο, δὲν θὰ κλονισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους τῶν πειρασμῶν τοῦ ἐχθροῦ, καμιὰ καταιγίδα δὲν εἶναι ἀρκετὰ δυνατὴ νὰ συγκλονίσει τὰ θεμέλια. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ τὸ σπίτι τῆς ψυχῆς του εἶναι χτισμένο στὴν ἄμμο, ἡ ψυχή, ποὺ δὲν ἔχει σὰν θεμέλιό της τὴν Πέτρα Χριστό, εὔκολα καταστρέφεται ἀκόμη καὶ μὲ μία μικρὴ μπόρα.

Τὴν πνευματικὴ κλίμακα νὰ τὴν ἀνεβαίνεις, ὄχι νὰ τὴν κατεβαίνεις. Νὰ ἀνυψώνεσαι στὸ πνεῦμα καὶ στὸν νοῦ. Κλήθηκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσεις τὸ μικρό σου ποίμνιο τῶν παρθένων, ποὺ τὶς ἔχει διαλέξει ὁ Θεός, γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν μοναχικὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ ἔργο νὰ μὴν τὸ θεωρεῖς κατώτερο ἢ μικρότερο ἀπὸ τὶς ἀρετὲς ἐκεῖνες καὶ τὰ ἀσκητικὰ ἐπιτεύγματα, ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ ἐπιτύχεις μὲ τὴν ἡσυχία προσπαθώντας νὰ σώσεις μόνο τὴν ψυχή σου.

Τώρα δὲν ἔχεις εἰρήνη, ἐπειδὴ ὑπηρετεῖς τὸν πλησίον σου. Οἱ ἀγῶνες σου τώρα εἶναι οἱ φροντίδες καὶ οἱ θλίψεις. Εἶναι φροντίδες καὶ θλίψεις μαρτύρων, γιατὶ ἐσὺ σταυρώνεσαι γιὰ ὅλους, γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον σου. Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὑψηλότερο;»

9. Τί θὰ πεῖ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας; «Νὰ τί θὰ πεῖ, μὲ ἁπλὰ λόγια: Βλέπεις ἕνα φτωχὸ ποῦ ζητᾶ ἐλεημοσύνη; Ἀναγνώρισε σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀδελφό σου, καὶ ἐλέησέ τον μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι στὸ πρόσωπό του βλέπεις τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Σὲ ἐπισκέπτεται ἕνας ἄνθρωπος, γνωστὸς ἢ καὶ ἄγνωστος; Δέξου τον πάλι ὅπως θὰ δεχόσουν τὸν Κύριο, ἂν σοῦ χτυποῦσε τὴν πόρτα. Ἀγκάλιασέ τον μὲ τὴν ἀγάπη σου, φιλοξένησέ τον μὲ χαρὰ καὶ συζήτησε μαζί του πνευματικὰ θέματα.»

10. Γιὰ τὴν σχέση μὲ τοὺς ἀγνώστους: «Τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ σὲ πλησιάζει, νὰ τὸν δέχεσαι μὲ καλοσύνη καὶ μὲ χαρούμενη διάθεση, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἕνας ἐπαίτης ἢ μία πτωχὴ γυναίκα. Ἐσωτερικὰ νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ σὲ ὅλους, θεωρώντας τὸν ἑαυτό σου κατώτερο ἀπὸ ὅλους, διότι ἐσὺ τοποθετήθηκες ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ εἶσαι ὑπηρέτης ὅλων. Οἱ ἀδελφοί σου εἶναι μέλη Του, ἀκόμη κι ἄν, ὅπως ἐσύ, φέρουν ἐπάνω τους τὰ τραύματα τῶν παραπτωμάτων».

11. Οἱ δυὸ ὄψεις τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς: «Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζεῖς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνεις, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζεῖς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μιὰ φαντασία.

Τὸ νὰ ζεῖς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυτος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυτη ζωὴ τοῦ πνεύματος.»

12. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες - πάθη τῶν παιδιῶν: «Μὴν παραμελεῖτε νὰ ξεριζώνετε ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν τὰ ζιζάνια τῆς ἁμαρτίας, τοὺς ἀκαθάρτους, κακοὺς καὶ βλάσφημους λογισμούς, τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες, κλίσεις καὶ πάθη. Ὁ ἐχθρὸς καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ σάρκα δὲ λείπουν οὔτε ἀπὸ τὰ παιδιά. Τὰ σπέρματα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν ὑπάρχουν καὶ σὲ αὐτά.

Δεῖξτε τους ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς ἁμαρτίας στὸ δρόμο τῆς ζωῆς. Μὴν κρύβετε τὶς ἁμαρτίες ἀπ᾿ αὐτά, μήπως ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἔλλειψη εὐφυΐας ἀποκτήσουν κακὲς συνήθειες καὶ ἐμπαθεῖς ροπές, οἱ ὁποῖες γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἰσχυρὲς καὶ δίνουν τοὺς καρπούς τους ὅταν τὰ παιδιὰ φθάσουν σὲ ὥριμη ἡλικία.»

13. Ὑλικὸς κόσμος: «Στὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχουν πολλὰ ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸ πνευματικὸ κόσμο. Διότι ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Πνεύματος καὶ ὁ Δημιουργὸς δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ σφραγίσει μὲ τὴν εἰκόνα Του τὸ δημιούργημα...

Ὁ κόσμος σὰν δημιούργημα τοῦ ζῶντος καὶ πανσόφου Θεοῦ εἶναι γεμάτος ζωή. Παντοῦ καὶ σὲ κάθε τι ὑπάρχει ζωὴ καὶ σοφία. Σὲ ὅλα τὰ ὁρατὰ διακρίνουμε τὴν ἔκφραση τῆς σκέψεως. Ὄχι μόνο στὸ σύνολο, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε μέρος. Ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ βιβλίο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὄχι ὅμως τόσο καθαρὰ ὅπως ἀπ᾿ αὐτή.»

ΙΔ. Ἀπὸ τὶς διδαχὲς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου

* «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος» λέγει ὁ Κύριος «ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰωάν. 15, 5), δηλαδὴ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος εἶναι Ἅγιος, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία· ὅπως ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ μὲ τὸν Κύριον «ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφ. 5, 30) ἢ τὰ κλήματα Αὐτοῦ, ῥιζωμένη εἰς Αὐτόν - ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ζῶσα ἄμπελος καὶ τρεφομένη ἀπ᾿ Αὐτὸν καὶ αὐξάνουσα μὲ Αὐτόν. Ποτὲ μὴ φαντάζεσαι τὴν Ἐκκλησίαν χωριστὴν ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

...Κάθε ἱερεὺς εἶναι ἀπόστολος στὸ χωριὸ ἢ τὴν ἐνορία του καὶ ὀφείλει νὰ περιέρχεται τὰς οἰκίας τῶν πιστῶν κηρύττων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, διδάσκων τοὺς ἀμαθεῖς, ἐξυπνῶν τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς ζῶντας εἰς τὰ πάθη των καὶ τὰς σαρκικὰς ἀπολαύσεις, εἰς ζωὴν χριστιανικήν· ἐνθαρρύνων καὶ τονώνων, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μελλούσης ἀμοιβῆς, τοὺς εὐσεβεῖς καὶ νηφαλίους· ἐνισχύων καὶ παρηγορῶν τοὺς δυσαρεστημένους. Αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν λιτανειῶν μὲ τὸν σταυρὸν κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτάς... Πρέπει νὰ κηρύσσωμεν μὲ τὸν σταυρὸν εἰς τὰς χεῖράς μας ὅτι «ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ εἰς τοὺς οὐρανούς»· ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσκολλώμεθα εἰς τὰ γήϊνα· καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμοῦμε τὸν χρόνον, διὰ νὰ κερδίσωμεν τὴν αἰωνιότητα, νὰ καθαρίσωμεν τὰς καρδίας μας ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσίαν καὶ νὰ κάμωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἔργα ἀγαθά:

«Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν, 4, 34).

* Ἡ προσευχὴ τοῦ ἱερέως ἔχει μεγάλην δύναμιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνον ὁ ἱερεὺς νὰ ἐπικαλῆται τὸν Κύριον μὲ ὅλην τὴν καρδίαν του, μὲ πίστιν καὶ ἀγάπην. Θεέ, δὸς ὥστε νὰ ὑπάρξουν περισσότεροι ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ προσεύχωνται εἰς σὲ μὲ πνεῦμα ζέον· διότι ποῖος πρέπει νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Κύριον διὰ τὰ πρόβατά Του μὲ τόσην δύναμιν, παρὰ ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χάριν καὶ ἐξουσίαν παρ᾿ Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ νὰ κάμνῃ αὐτό;

* Ὅπως τὸ φῶς καὶ ἡ θερμότης εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸν ἥλιον, ἔτσι καὶ ἡ ἁγιότης, ἡ διδαχή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία πρὸς ὅλους πρέπει νὰ εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ ἱερέως· διότι τίνος τὸ ὑπούργημα φέρει; τοῦ Χριστοῦ. Τίνος κοινωνεῖ τόσον συχνά; τοῦ Χριστοῦ - Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος Αὐτοῦ. Διὰ αὐτὸ ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸν πνευματικὸν κόσμον, εἰς τὸ μέσον τοῦ ποιμνίου του, ὅ,τι εἶναι ὁ ἥλιος εἰς τὴν φύσιν! Φῶς δι᾿ ὅλους, ζωοποιὸς θερμότης, ἡ ψυχὴ ὅλων.

Ὁ ἱερεύς, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν, ὀφείλει νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ πνευματικὲς ἀδυναμίες (δηλαδὴ ἀπὸ πάθη) διὰ νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ θεραπεύῃ καὶ τοὺς ἄλλους· ὡς ποιμήν, ὀφείλει νὰ τρέφεται εἰς τὰς χλοώδεις νομὰς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ποῦ νὰ βοσκήσῃ τὰ πνευματικά του πρόβατα· ὀφείλει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ παλαίῃ ἐναντίον τῶν νοητῶν λύκων, διὰ νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ἠμπορῇ νὰ τοὺς ἐκβάλῃ καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ· ὀφείλει νὰ εἶναι ἔμπειρος καὶ ἰσχυρὸς εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἐγκράτειαν· νὰ μὴ δεσμεύεται ἀπὸ κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ θέλγητρα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν, τὴν φιλαυτίαν, τὸν ἐγωϊσμόν, τὴν φιλοδοξίαν. Γενικὰ δὲ ὀφείλει νὰ εἶναι φῶς, διὰ νὰ φωτίζῃ ἄλλους· πνευματικὸν ἅλας, διὰ νὰ προφυλάσσῃ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴν φθορὰν καὶ νὰ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν φθοροποιὸν ἐπίδρασιν τῶν παθῶν. Ἂν ὅμως τὸ ἀντίθετον συμβαίνῃ, κάθε πρόσωπον ἀσθενὲς πνευματικῶς θὰ μπορῇ νὰ πῇ: «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτὸν» (Λουκ. 4, 23) πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ σοὶ ἐπιτρέψω καὶ ἐμὲ νὰ θεραπεύσῃς. «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματ. 7, 5).

Ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τὰ γήϊνα, διὰ νὰ μὴ παγιδεύεται ἀπὸ τὸν ἐχθρόν, ὅταν τελῇ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὰ ἁγιώτατα μυστήρια, ἀλλὰ νὰ φλέγεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπην ἁγνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς πλησίον...

* Τί σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ; Ἡ σὰρξ καὶ ὁ κόσμος! δηλαδή, ἡ εὐχάριστος τροφὴ καὶ τὸ ποτόν, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὴν καρδίαν ὀκνηρὰν καὶ παχυλήν - καὶ ἡ ἐπιθυμία κομψοῦ ἐνδύματος καὶ καλλωπισμῶν ἢ διακρίσεων καὶ ἀμοιβῶν· ἂν τὸ ἔνδυμα καὶ ὁ ἄλλος στολισμὸς εἶναι καμωμένα ἀπὸ πολὺ ὡραῖα, χρωματιστὰ καὶ μεταξοΰφαντα ὑφάσματα, φροντίζομεν καὶ μεριμνῶμεν ὅπως μὴ τὰ λερώσωμεν καὶ τὰ σπιλώσωμεν ἢ τὰ σκονίσωμεν καὶ τὰ βρέξωμεν, ἐνῷ ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντὶς πῶς νὰ εὐαρεστήσωμεν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰς σκέψεις, τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα ἐξαφανίζονται; ἡ δὲ καρδία τότε ζῇ διὰ τὰ ἐνδύματα καὶ τοὺς καλλωπισμοὺς καὶ καθ᾿ ὁλοκληρίαν καταπιέζεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ παύει νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑνώσεώς της μετ᾿ Αὐτοῦ... Ἀγωνίζου ἐναντίον κάθε κοσμικοῦ δελεάσματος... καὶ φρόντιζε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου καὶ τῶν ψυχῶν τῶν ἄλλων...

* Κατὰ τὴν ὑπούργησιν τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας αἰσθάνεται κανεὶς τὴν οἰκτροτάτην ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλην τὴν ἀθλιότητα, τὴν ἀμάθειαν καὶ τὸ ἐφάμαρτον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι σταυρός, ἀληθῶς σταυρός! Τόσον ὁ πνευματικὸς βλέπει καὶ αἰσθάνεται τῶν ἀνθρώπων τὴν βαθεῖαν ἀμάθειαν, τὴν ἄγνοιάν των διὰ τὰς ἀληθείας τῆς θρησκείας καὶ τὰς ἁμαρτίας των, τὴν λιθίνην των ἀναισθησίαν, ὥστε ὀφείλει νὰ προσεύχεται δι᾿ αὐτοὺς μὲ θέρμην μεγίστην καὶ νὰ τοὺς διδάσκῃ ἡμέραν καὶ νύκτα, εὐκαίρως καὶ ἀκαίρως. Ὤ, ὁποία ἄγνοια! Μερικοὶ δὲν γνωρίζουν καὶ Αὐτὴν ἀκόμη τὴν Παναγίαν Τριάδα· δὲν γνωρίζουν ποῖος εἶναι ὁ Χριστός· δὲν γνωρίζουν διατί ζοῦν ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ὁποῖον πλῆθος ἁμαρτιῶν! Καὶ ὅμως ζητοῦμεν πλουτισμόν, ἀνάπαυσιν· δὲν ἀγαπῶμεν τὴν ἐργασίαν, ἐξερεθιζόμεθα ὅταν ὑπάρχῃ ἐργασία περισσοτέρα τοῦ συνήθους! Ζητοῦμεν εὐρυχώρους κατοικίας, πλουσίαν ἐνδυμασίαν! Ἂς μὴ ἀγαπῶμεν τὴν ἀνάπαυσιν τῆς γῆς, ἂς μὴ γινώμεθα ῥάθυμοι, ἂς μὴ γινώμεθα ἀμελεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων καὶ ἂς μὴ στεροῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας τῶν ἐπουρανίων εὐλογιῶν καὶ τῆς ἐκεῖσε ἀναπαύσεως, διότι ἀφοῦ ἐδοκιμάσαμεν ὑπερβαλλόντως τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ κόσμου ἐδῶ, ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν ἐκεῖ;

Τότε μόνον θὰ ἐκτελέσῃς ἀξίως τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας ὅταν ἀγαπᾷς τὴν ψυχὴν καὶ ὄχι τὸ κέρδος, ὅταν εἶσαι ὑπομονητικὸς καὶ ὄχι εὐερέθιστος. Ὤ, πόσον μεγάλη ἀγάπη χρειάζεται διὰ τὰς ψυχὰς τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ κανεὶς αὐτοὺς ἀξίως, ὑπομονητικῶς, ὄχι ἐσπευσμένως καὶ χωρὶς ἀγανάκτησιν! Ὁ πνευματικὸς ἱερεὺς ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται ὅτι «χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15, 7 καὶ 10). Μὲ πόσον ζῆλον, λοιπόν, ὀφείλει νὰ προσπαθῇ νὰ ἀφυπνίσῃ τὸ συναίσθημα τῆς μετανοίας εἰς τοὺς ἐξομολογουμένους εἰς αὐτόν, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε δὲν γνωρίζουν διὰ ποῖον πρᾶγμα νὰ μετανοήσουν! Ὁ ἱερεύς, ἐπίσης, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται πῶς ὁ Ἀπόστολος νύκτα καὶ ἡμέραν, μετὰ δακρύων ἐνουθέτει ἕκαστον ἐκ τῶν νεοφωτίστων χριστιανῶν...

Ὁ ἱερεὺς εἶναι μέγας ὅταν τελεῖ τίς καθημερινὲς ἀκολουθίες καὶ ἰδιαίτερα τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἔχει ἀναλάβει τὴν ὕψιστη ἐξουσιοδότηση ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι παντοδύναμος καὶ μπορεῖ νὰ ἱκετεύσει τὸν Θεὸ γιὰ τὸν κόσμο Του. Πόσο ἀξιοσέβαστο εἶναι τὸ ἀξίωμα τῆς ἰεροσύνης! Πόσο μεγάλη, σωτήρια καὶ θαυμαστὴ εἶναι ἡ χάρις τῆς ἰεροσύνης! Μὲ τὴν ἰεροσύνη ὁ Κύριος ἐπιτελεῖ ἔργα μεγάλα καὶ σωτηριώδη. Καθαρίζει καὶ ἁγιάζει τὰ λογικὰ πλάσματά του, τὴν φύση, τὰ ζῶα, ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἀπαλλάσσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς δαίμονες, τοὺς ἀναγεννᾷ, τοὺς ἐνισχύει. Μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ ἄχραντο σῶμα καὶ τίμιο αἷμα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεανθρώπου. Τελεῖ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου, τὸν κάνει τίμιο καὶ τὴν κοίτη ἀμίαντη. Λύνει τίς ἁμαρτίες, θεραπεύει τίς ἀσθένειες. Μεταβάλλει την γῆ σὲ οὐρανό. Ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μέ τη γῆ, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό. Ἑνώνει σὲ μία σύναξη ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους. Τί ὑψηλὸ πρόσωπο εἶναι ὁ ἱερεύς! Διαρκῶς ὁμιλεῖ στὸν Κύριο καὶ διαρκῶς ἀπάντα στὰ λόγια του ὁ Κύριος. Κάθε ἱεροτελεστία εἶναι προσευχὴ-δέηση πρὸς τὸν Κύριο. Κάθε ἱεροτελεστία εἶναι προσευχή-ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Κύριο. Ὁ ἱερεὺς εἶναι ἄγγελος, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς φίλος του. Εἶναι σὰν θεὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ ἔχει νὰ λύνει καὶ νὰ δένει τὰ ἁμαρτήματα, νὰ ἱερουργεῖ γι᾿ αὐτοὺς τὰ ζωοποιὰ καὶ φρικτὰ μυστήρια νὰ θεώνεται καὶ νὰ θεοποιεῖ τοὺς ἄλλους μὲ τὰ μυστήρια αὐτά.

Πηγή

Ἀπολυτίκιον Ήχος πλ. α’.

Φερωνύμως δοχείον της θείας χάριτος, από νεότητας ώφθης τη καθαρά σου ζωή, Ιωάννη θαυμαστέ, Κρονστάνδης καύχημα. Συ γαρ αγάπης θησαυρός και θαυμάτων αυτουργός, εδείχθης Πνεύματι Θείω. Ευαγγελίου τον Λόγον, ως φως εκλάμπων πάσιν Άγιε.