
A
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014
ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ...

Κοινοποιήστε-προωθήστε σε άπαντας τους Ορθοδόξους Έλληνες Χριστιανούς να υπερασπιστούν με οποιονδήποτε τρόπο τα Άγια των Αγίων της Ιεράς Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Παραδόσεώς μας, την Γνήσια Ιερά Μονή Εσφιγμένου με Καθηγούμενο τον Πανοσολογιότατο +Αρχιμανδρίτη κ.κ. Μεθόδιο και τους συν αυτώ εν Χριστώ πατέρας της Ιεράς Μονής.Αλίμονο στους Κατσουλιέρηδες με τοποτηρητή τον “ηγούμενο” κ. Βαρθολομαίο Γαζέτα.Αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι να γίνει πάλι θέατρο στα μάτια του κόσμου ο Αγιορειτικός Μοναχισμός.Τα χαρτιά που έχουν και διεκδικούν τα πάντα υπό την κυριότητά τους, δεν είναι νομίμως κτηθέντα, τους δόθηκαν κατά παράβαση του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους, αλλά δυστυχώς, φέρουν την υπογραφή και την “ευλογία” του αλλοτριωθέντος εκ της Ορθοδοξίας λόγω των παναιρετικών του φρονημάτων, “πατριάρχου” Βαρθολομαίου Αρχοντώνη και της Ιεράς Κοινότητος. Ακόμη και νόμιμα να θεωρούνται, κάθε “νόμιμον” δεν είναι και ηθικόν.Όλοι σχεδόν οι Αγιορείτες αλλά και όσοι λαϊκοί πληροφορούνται, ομολογούν ότι το δίκαιο είναι της γνήσιας Ι.Μ. Εσφιγμένου. Οι σφετεριστές Κατσουλιέρηδες με τις ενέργειες αυτές αποδεικνύουν την πνευματική τους γυμνότητα. Και όσοι τους υπερασπίζονται ας μην λυσμονούν ότι οι αδικίες αυτές και τα σκάνδαλα, θα έχουν την ένδικον μισθαντοδοσία.Είναι πολύ λυπηρή η σκληρότητα και η αμετανοησία τους.
Καθηγούμενος της γνήσιας Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους Άθω +Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος κιν.τηλ.: +30 6973 345 170
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ (14 Νοεμβρίου)
« Τὸ πολύφωνον
στόμα τῆς θείας χάριτος, τῶν Ὀρθοδόξων
δογμάτων τὴν ἀληθῆ θησαυρόν, ἀνυμνοῦμέν
σε πιστῶς Πάτερ Γρηγόριε· τῆς Ἐκκλησίας
γὰρ φωστήρ, ἀνεδείχθης φαεινός, καὶ
κλέος Θεσσαλονίκης· ἥτις ἐν σοὶ
καυχωμένη, λαμπρῶς γεραίρει τοὺς ἀγῶνάς
σου».
Μέγας
πατήρ της Εκκλησίας και οικουμενικός
διδάσκαλος. Η διδασκαλία του για τη
θέωση του ανθρώπου και τη μετοχή του
στις άκτιστες ενέργειες του Θεού,
εκφράζει την ουσία της ορθόδοξης
πνευματικής ζωής, σε πλήρη αντίθεση με
την εκκοσμικευμένη θεολογία της εποχής
του, που διαμορφώθηκε με την επίδραση
του σχολαστικιστικού ανθρωποκεντρισμού
του ρωμαιοκαθολικισμού (παπισμού).
Σπάνια έγινε τόσος αγώνας, τόση προπαγάνδα, τόση δυσφήμησι και κατασυκοφάντησι προσώπου, όσον εναντίον του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Και μέχρι σήμερα οι Δυτικοί διατηρούν στο Παρίσι αντιπαλαμική Σχολή δυσφημούντες τον Άγιο και την διδασκαλία του.
Ο
άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αποτελεί
σπάνια περίπτωση στη ζωή της Εκκλησίας.
Πρόκειται για θεολόγο θεόπτη, που
εκφράζει την ουσία της ορθόδοξης
πνευματικής ζωής με μοναδικό συνθετικό
τρόπο. Εχει ως θεμέλιο της πνευματικής
του καταρτίσεως τη βίωση της θείας
χάριτος και, τη θέωση μέσα στο φως των
ακτίστων ενεργειών του Θεού. Προικισμένος
με οξύ νού μπόρεσε να κινηθεί άνετα στον
χωρο της θεολογίας και να εκφράσει
ακραιφνή τριαδολογία με τα σημαντικά
έργα του.
Γεννήθηκε το 1296 στην
Κωνσταντινούπολη από επιφανείς γονείς.
Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Παλαμάς
προερχόμενος από τη βαθύτερη Μικρά Ασία
ήταν συγκλητικός και μέλος της
αυτοκρατορικής αυλής του Ανδρονίκου
Β’. Ο αυτοκράτορας τον εκτιμούσε
ιδιαίτερα και γι’ αυτό του ανέθεσε την
ανατροφή του Ανδρονίκου Γ’, εγγονού
και διαδόχου του. Φαίνεται όμως ότι δεν
τον απορροφούσαν τόσο τα πολιτικά έργα
όσο τα πνευματικά, αφού κάποτε σε
συνεδρίαση της συγκλήτου, θέλοντας ο
αυτοκράτορας να του ζητήσει τη γνώμη
του τον βρήκε αφοσιωμένο στην προσευχή
και δεν τον διέκοψε, πιστεύοντας ότι
βοηθεί περισσότερο με την προσευχή του
παρά με τις σκέψεις του. Ο πατέρας του,
αφού πρόλαβε να φορέσει το ράσο του
μοναχού και να λάβει το όνομα Κωνστάντιος,
εκοιμήθη σχετικά νέος, όταν ο Γρηγόριος
ήταν επτά ετών. Την προστασία του ανέλαβε
ο αυτοκράτορας.
Η μητέρα του Καλή και οι αδελφές του Επίχαρις και Θεοδότη κατέληξαν μοναχές, όπως και οι αδελφοί του Μακάριος και Θεοδόσιος, που τον ακολούθησαν στον μοναχικό βίο. Ο Γρηγόριος έλαβε καλή μόρφωση στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως με διευθυντή τον διάσημο θεολόγο και φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Σπούδασε ιδιαίτερα φιλοσοφία. Μόλις 17 ετών, ενώπιον του αυτοκράτορος Ανδρόνικου Β’ και πολλών σοφών στα ανάκτορα, σε ομιλία του για τον Αριστοτέλη κατέπληξε όλους τους ακροατές του. Ο παριστάμενος Θεόδωρος Μετοχίτης είπε θαυμάζοντας στον αυτοκράτορα για τον νεαρό ομιλητή: Αν ήταν παρών και ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα τον επαινούσε.
Εκτός της αριστοτελικής φιλοσοφίας τελείωσε μαθήματα γραμματικής και ρητορικής. Νωρίς όμως αφιερώθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας και του Συναξαριστή. Την πνευματική ζωή διδάχθηκε πρώτα από τον πατέρα του και τους μοναχούς που συναναστρεφόταν. Μεταξύ αυτών ήταν ο πρώην Αγιορείτης Θεόληπτος Φιλαδελφείας, που τον μύησε στην καθαρή προσευχή. Ο αυτοκράτορας, που ήλπιζε ότι θα τον έχει σύμβουλο, στη θέση του πατέρα του, έβλεπε να τον χάνει. Εικοσάχρονος ο Γρηγόριος αναχώρησε για το Παπίκιο όρος, σπουδαίο μοναστικό κέντρο, όπου αντέκρουσε εκεί νεώτερους Μασσαλιανούς, και στη συνέχεια για το Άγιον Όρος.
Στο Άγιον Όρος ήλθε με τους δύο αδελφούς του. Ο ίδιος υποτάχθηκε στον όσιο Νικόδημο τον Ησυχαστή, που ησκείτο σε Κελλί της μονής Βατοπαιδίου, και ήταν γνωστός σε όλους τους Αγιορείτες για τη σοφία του. Ο άγιος Γρηγόριος έκανε υπακοή «τω γενναίω ανδρί, θαυμαστώ κατά την πράξιν και θεωρίαν» κατά τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο. Από τον Νικόδημο ο Γρηγόριος έλαβε το μοναχικό σχήμα. Τα πρώτα μοναχικά του έτη τα έζησε ο άγιος στο Άγιον Όρος και κοντά στη μονή Βατοπαιδίου με αυστηρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή. Προσευχόμενος επανελάμβανε συνεχώς το «φώτισόν μου το σκότος». Κάποτε είδε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και του είπε πως τον έστειλε η Παναγία και του είπε, ότι η Θεοτόκος και ο ίδιος θα του είναι πάντα βοηθοί! Τρία έτη παρέμεινε ο άγιος Γρηγόριος στην υπακοή του οσίου Γέροντός του Νικοδήμου και πολλά διδάχθηκε κοντά του.
Περι το 1320, μετά την οσιακή κοίμηση του γηραιού Γέροντός του αναχώρησε για την ιερά μονή της Μεγίστης Λαύρας, όπου παρέμεινε για μια τριετία. Η φήμη του τον είχε προφθάσει και οι πατέρες τον υποδέχθηκαν θερμά. Υπακούοντας διακόνησε στην τράπεζα και στο ναό. Όλοι εξεπλάγησαν από την εγκράτεια, την άσκηση και την αγρυπνία, την οποία εξασκούσε υπέρμετρα. Ο πόθος του για την ιερά ησυχία τον έκανε να αναχωρήσει και από εκεί.
Οι Λαυριώτες πατέρες λυπήθηκαν για την αναχώρησή του ενώ οι μοναχοί της σκήτης της Γλωσσίας, σημερινή Προβάτα, στην οποία κατευθύνθηκε ο άγιος, χαιρόμενοι τον υποδέχθηκαν, κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο άγιος Γρηγόριος συναντήθηκε εκεί με τον όσιο Γρηγόριο τον Βυζάντιο, ο οποίος ήταν έξαρχος και κορυφαίος, «μέγας και περιβόητος εις την ησυχίαν, και εις την νηφίν και θεωρίαν κατ’ εκείνους τους χρόνους».
Από αυτόν διδάχθηκε ο άγιος πολλά περί των μυστηρίων της νοεράς ενεργείας και της ακροτάτης θεωρίας του Θεού και αξιώθηκε πολλών χαρισμάτων, όπως της συνεχούς κατανύξεως και των καρδιακών δακρύων. Λόγω επιδρομής Τούρκων πειρατών, μετά διετή παραμονή, αναγκάσθηκε να αναχωρήσει και από εκεί και να μεταβεί με δώδεκα μαθητές του στη Θεσσαλονίκη. Κατά μία παράδοση ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα στο Κελλίον Παναγίας Κρανιάς από τον Γέροντά του όσιο Νικηφόρο τον Ησυχαστή τον Ιταλό, ο οποίος βρισκόταν σε ύψος νηπτικής θεωρίας.
Στη Θεσσαλονίκη δεν έπαυσε την άσκησή του μετά της συνοδείας του. Οι κινήσεις του πραγματοποιούνταν κατόπιν προσευχής και θείας πληροφορίας. Έτσι δέχθηκε να λάβει και το αξίωμα της ιερωσύνης. Κατόπιν μετέβη στη σκήτη της Βεροίας, όπου παρέμεινε επί πενταετία (1326-1331), συνεχίζοντας τη μεγάλη του άσκηση. Εκεί κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδος έμενε έγκλειστος και σιωπών και μόνο το Σάββατο και την Κυριακή εξήρχετο του κελλιού του, για να λειτουργεί και να διδάσκει τους αδελφούς του.
Η συνεχής νήψη και προσευχή του είχε δώσει την καλή αλλοίωση και είχε γίνει όλος φως και για όλους φωτεινό παράδειγμα. Ο θάνατος της μοναχής μητέρας του Καλλίστης τον πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέλαβε τις αδελφές του, τις τοποθέτησε σε γυναικείο ησυχαστήριο και τους δίδαξε την ακρίβεια της μοναχικής πολιτείας. Σε λίγο καιρό η ενάρετη αδελφή του Επίχαρις, η κοσμημένη με πλούσιο προορατικό χάρισμα, αναπαύθηκε εν Κυρίω. Πειρατικές επιδρομές στην περιοχή ανάγκασαν τον θείο Γρηγόριο να αναχωρήσει ξανά και να επιστρέψει στο αγαπητό του Άγιον Όρος.
Προσήλθε στη Μεγίστη Λαύρα και παρά την προθυμία των πατέρων της δεν έμεινε εντός των τειχών της, αλλά αποσύρθηκε στο ησυχαστικό Κελλι του Αγίου Σάββα. Συνέχιζε και εδώ το ασκητικό του πρόγραμμα. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδος παρέμενε έγκλειστος, σιωπών και αδιαλείπτως προσευχόμενος και μόνο το Σάββατο και την Κυριακή μετέβαινε στην πλησιόχωρη Λαύρα για να λειτουργήσει. Η ένθεη ζωή του ήταν γεμάτη από θείες οπτασίες και οράματα, πότε κατά τις λειτουργίες στη Λαύρα και πότε στις αγρυπνίες στο κελλί του, όπου του παρουσιάσθηκε η ίδια η Θεοτόκος. Η θέα του ακτίστου φωτός του ήταν συνήθης, όπου κατά τον βιογράφο του «τω θείω φωτί πλουσίως ολως περιλαμπόμενος».Η θεολογία του δόθηκε θαυμαστά άνωθεν, κατόπιν εξαισίου οράματος, και τότε άρχισε να γράφει αγιοπνευματικά τους θαυμάσιους δογματικούς λόγους του.
Το 1335 ψηφίσθηκε ηγούμενος της ιεράς μονής Εσφιγμένου, όπου παρέμεινε επί τριετία. Λόγω σκανδάλων παρητήθη και επέστρεψε στην εράσμια ησυχία του. Επί των ημερών του στη μονή Εσφιγμένου ήταν διακόσιοι πατέρες, οι οποίοι υπήρξαν μάρτυρες των θαυμάτων του.
Συνεχίζοντας τη μυστική ασκητική βιοτή του ο άγιος Γρηγόριος στο Λαυριώτικο ησυχαστήριο του Αγίου Σάββα, την Πεντηκοστή του 1337 ανέγνωσε τις πραγματείες του Καλαβρού μοναχού Βαρλαάμ, οι οποίες είχαν λανθασμένες θεολογικές θέσεις περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ο Βαρλαάμ στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη κατηγορούσε και διέβαλλε τους ησυχαστές ως πλανεμένους και ομφαλοσκόπους. Ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ισίδωρος Βουχειράς από τη Θεσσαλονίκη στέλνει στο ερημητήριο του αγίου Γρηγορίου τα λάθη τους και τις αιρετικές αποκλίσεις τους, παρακαλούμενος θερμά και προσκαλούμενος έμπιστα, προβλέποντας ότι νέα αίρεση θα συγκλονίσει την Εκκλησία.
Εξήλθε του φίλτατου Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε τη μελέτη των βαρλααμικών συγγραμάτων και με επιστολή του προσπάθησε να συνετίσει τον αταπείνωτο συγγραφέα τους, ο οποίος υποκρινόμενος απέφευγε τον δίκαιο και ορθό έλεγχο. Ο φίλος της ειρήνης Γρηγόριος συνέχισε τους αγώνες του με το σπουδαίο έργο του « Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», στο οποίο ο Βαρλαάμ απάντησε με το αντιησυχαστικό του έργο «Κατά Μασσαλιανών». Οι άγιοι Γρηγόριος και Ισίδωρος συνήργησαν για την έκδοση του περίφημου Αγιορειτικού Τόμου (1340), του οποίου συντάκτης ήταν ο θείος Γρηγόριος και τον οποίο υπέγραψαν οι πρόκριτοι των Αγιορειτών καταδικάζοντας τον βαρλααμισμό. Στη Θεσσαλονίκη αναπαύθηκε η οσία αδελφή του Θεοδότη κι ο άγιος προσκαλούμενος από τη Σύνοδο μετέβη στην Κωνσταντινούπολη προς αντιμετώπιση του τολμηρού Βαρλαάμ.
Οι θέσεις του αγίου επιδοκιμάσθηκαν και επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του Ιουνίου του 1341. Ο Βαρλαάμ αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη Δύση. Ο εμφύλιος που ακολούθησε δημιούργησε ταραχές και στην Εκκλησία. Το έργο του Βαρλαάμ συνέχισε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος, ο οποίος προστατευόταν από τον πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Ο άγιος Γρηγόριος στην προσπάθειά του να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους έπεσε σε περιπέτειες και μάλιστα διώχθηκε και φυλακίσθηκε από την Εκκλησία το 1344. Η άνοδος στον θρόνο του αυτοκράτορος Ιωάννου Κατακουζηνού και του πατριάρχου Ισιδώρου Βουχειρά και η Σύνοδος του 1347 δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο και μάλιστα εκλέχθηκε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Λόγω των εκεί όμως ακόμη πολιτικών ταραχών στο θρόνο του επίσημα ανήλθε το 1350.
Στην χρυσή αλυσίδα των μεγάλων διδασκάλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας συναριθμήθηκε και ο μέγας Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος και αναδείχθηκε ισάξιος των Αγίων Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου, Χρυσοστόμου, Κυρίλλων, Μαξίμου, Δαμασκηνού, Φωτίου και Θεοδώρου Στουδίτου.
Ο αυτοκράτωρ, ο πατριάρχης και οι συνοδικοί χαρακτήρισαν στο τέλος της Συνόδου τον Άγιον Γρηγόριον «Διδάσκαλον ευσεβείας, και κανόνα δογμάτων ιερών και στύλον της ορθής δόξης και πρόμαχον Εκκλησίας και βασιλείας ευσεβούς καύχημα».
Οι απόψεις του, αποτελούν σύνοψι και έκφρασι της εμπειρίας και της παραδόσεως της Εκκλησίας. Το κλειδί της θεολογίας το κατείχε στ' αλήθεια ο θείος Γρηγόριος, επειδή είχαν διανοιγεί τα μάτια του από το Άγιο Πνεύμα.
Εδίδασκε ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αμέθεκτος αλλά και μεθεκτός. Την ουσία του Θεού ουδείς και ουδέποτε ούτε στον παρόντα ούτε στον μέλλοντα αιώνα θα ιδούμε, τις άκτιστες όμως ενέργειες του Θεού μπορούμε να κοινωνήσουμε, ημών θεουμένων, κάτω από κατάλληλες πνευματικές προϋποθέσεις. Αυτές δηλαδή αποτελούν το μέσον και την γέφυρα που συνδέει τον άκτιστο Θεό με τα κτίσματα. Άλλο είναι η ουσία του Θεού και άλλο οι θείες ενέργειές του.
Πριν την ενθρόνισή του στη Θεσσαλονίκη μετέβη ξανά στο Άγιον Όρος και κατόπιν στη Λήμνο, που ήταν αποίμαντη εκείνο τον καιρό και ανέλαβε έκτακτες ποιμαντικές μέριμνες. Η είσοδος του Κατακουζηνού στη Θεσσαλονίκη επέτρεψε και την του Παλαμά στερέωση, τον οποίο ύποδέχθηκε ο πιστός λαός με μεγάλες τιμές ως πνευματοφόρο και ειρηνοδότη. Οι ομιλίες του έφεραν σε μετάνοια τους αντιπάλους του. Εμψύχωσε κι ενδυνάμωσε με συνάξεις τον ιερό κλήρο της πόλεως. Λειτουργούσε συχνά και κήρυτε πάντα άψογα. Οι σωζόμενες ομιλίες του ήταν παιδαγωγικές και ψυχωφελείς, αφορμές μετανοίας, αναιρετικές αμαρτιών, διδαχές εναρέτου βίου. Σώζονται αναφορές θαυματουργιών του της περιόδου αυτής. Η αρχιερατική του διακονία ήταν πολυκύμαντη, γιατί νέες περιπέτειες από ετεροδιδασκαλίες δεν τον άφηναν ν’ αφοσιωθεί πλήρως στο πλούσιο ποιμαντικό του έργο απέναντι στο ποίμνιο του.
Μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη για ειρηνευτικούς σκοπούς, προς συμφιλίωση των αυτοκρατόρων Ματθαίου Κατακουζηνού και Ιωάννου Ε’ Παλαιολόγου, τον Μάρτιο του 1354, αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους στην Καλλίπολη. Μεταφέρθηκε στην Προύσα και τη Νίκαια και εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία ο πολύσοφος να έχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θεολογικές συνομιλίες με τους Τούρκους. Την άνοιξη του 1355, με την καταβολή λύτρων, απελευθερώθηκε και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να συνεχίσει τους αντιαιρετικούς αγώνες, αυτή τη φορά κατά του Νικηφόρου Γρήγορά.
Οι λόγοι του «Κατά Γρηγορά» είναι τα τελευταία του γραπτά έργα. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη συνέχισε το ποιμαντικό του έργο, το οποίο εστέφθη με πολλές θαυματουργίες. Τα τελευταία του λόγια «πυκνώς και πολλάκις» ήταν «τα επουράνια εις τα επουράνια». Εκοιμήθη το φθινόπωρο του 1359.
Η μνήμη του ετιμάτο στις 14 Νοεμβρίου μετά του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται και ως νέος Χρυσόστομος. Έτσι αναφέρεται στο παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων της ιεράς μονής Βατοπαιδίου και στον ιερό ναό των Αγίων Τριών της Καστοριάς. Το 1368 επί του φίλου και εξαίρετου εγκωμιαστού και βιογράφου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου καθιερώθηκε η μνήμη του τη Β’ Κυριακή των Νηστειών. Αυτή καθιερώθηκε ως προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας, γιατί ο άγιος θεωρήθηκε προστάτης της Ορθοδοξίας και ακραιφνής πρόμαχος της. Η μνήμη του τιμάται και στις 14 Νοεμβρίου.
Πλήθος τοιχογραφιών και φορητών εικόνων του αγίου σώζονται, αφού σύντομα μετά την κοίμησή του τιμήθηκε στη Θεσσαλονίκη, την Καστοριά, τη Βέροια και το Άγιον Όρος.
Πρώτος βιογράφος του, όπως αναφέραμε, στον οποίο βασίζονται και όλοι οι πολλοί κατοπινοί του είναι ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο οποίος είναι και ο πρώτος υμνογράφος του. Έγκώμιο έγραψε ο πατριάρχης Νείλος, ενώ κανόνες συνέθεσαν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, οι οποίοι θεωρούνται απωλεσθέντες, και ο Γεννάδιος Σχολάριος.
Νέα πλήρη ακολουθία συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννίτης. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για τον πολυτιμημένο άγιο με βάση τα πολύτιμα έργα του.
Τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανά του φυλάγονται στον προς τιμή του μητροπολιτικό ιερό ναό της Θεσσαλονίκης, της οποίας είναι συμπολιούχος με τον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη.
Η μητέρα του Καλή και οι αδελφές του Επίχαρις και Θεοδότη κατέληξαν μοναχές, όπως και οι αδελφοί του Μακάριος και Θεοδόσιος, που τον ακολούθησαν στον μοναχικό βίο. Ο Γρηγόριος έλαβε καλή μόρφωση στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως με διευθυντή τον διάσημο θεολόγο και φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Σπούδασε ιδιαίτερα φιλοσοφία. Μόλις 17 ετών, ενώπιον του αυτοκράτορος Ανδρόνικου Β’ και πολλών σοφών στα ανάκτορα, σε ομιλία του για τον Αριστοτέλη κατέπληξε όλους τους ακροατές του. Ο παριστάμενος Θεόδωρος Μετοχίτης είπε θαυμάζοντας στον αυτοκράτορα για τον νεαρό ομιλητή: Αν ήταν παρών και ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα τον επαινούσε.
Εκτός της αριστοτελικής φιλοσοφίας τελείωσε μαθήματα γραμματικής και ρητορικής. Νωρίς όμως αφιερώθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας και του Συναξαριστή. Την πνευματική ζωή διδάχθηκε πρώτα από τον πατέρα του και τους μοναχούς που συναναστρεφόταν. Μεταξύ αυτών ήταν ο πρώην Αγιορείτης Θεόληπτος Φιλαδελφείας, που τον μύησε στην καθαρή προσευχή. Ο αυτοκράτορας, που ήλπιζε ότι θα τον έχει σύμβουλο, στη θέση του πατέρα του, έβλεπε να τον χάνει. Εικοσάχρονος ο Γρηγόριος αναχώρησε για το Παπίκιο όρος, σπουδαίο μοναστικό κέντρο, όπου αντέκρουσε εκεί νεώτερους Μασσαλιανούς, και στη συνέχεια για το Άγιον Όρος.
Στο Άγιον Όρος ήλθε με τους δύο αδελφούς του. Ο ίδιος υποτάχθηκε στον όσιο Νικόδημο τον Ησυχαστή, που ησκείτο σε Κελλί της μονής Βατοπαιδίου, και ήταν γνωστός σε όλους τους Αγιορείτες για τη σοφία του. Ο άγιος Γρηγόριος έκανε υπακοή «τω γενναίω ανδρί, θαυμαστώ κατά την πράξιν και θεωρίαν» κατά τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο. Από τον Νικόδημο ο Γρηγόριος έλαβε το μοναχικό σχήμα. Τα πρώτα μοναχικά του έτη τα έζησε ο άγιος στο Άγιον Όρος και κοντά στη μονή Βατοπαιδίου με αυστηρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή. Προσευχόμενος επανελάμβανε συνεχώς το «φώτισόν μου το σκότος». Κάποτε είδε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και του είπε πως τον έστειλε η Παναγία και του είπε, ότι η Θεοτόκος και ο ίδιος θα του είναι πάντα βοηθοί! Τρία έτη παρέμεινε ο άγιος Γρηγόριος στην υπακοή του οσίου Γέροντός του Νικοδήμου και πολλά διδάχθηκε κοντά του.
Περι το 1320, μετά την οσιακή κοίμηση του γηραιού Γέροντός του αναχώρησε για την ιερά μονή της Μεγίστης Λαύρας, όπου παρέμεινε για μια τριετία. Η φήμη του τον είχε προφθάσει και οι πατέρες τον υποδέχθηκαν θερμά. Υπακούοντας διακόνησε στην τράπεζα και στο ναό. Όλοι εξεπλάγησαν από την εγκράτεια, την άσκηση και την αγρυπνία, την οποία εξασκούσε υπέρμετρα. Ο πόθος του για την ιερά ησυχία τον έκανε να αναχωρήσει και από εκεί.
Οι Λαυριώτες πατέρες λυπήθηκαν για την αναχώρησή του ενώ οι μοναχοί της σκήτης της Γλωσσίας, σημερινή Προβάτα, στην οποία κατευθύνθηκε ο άγιος, χαιρόμενοι τον υποδέχθηκαν, κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο άγιος Γρηγόριος συναντήθηκε εκεί με τον όσιο Γρηγόριο τον Βυζάντιο, ο οποίος ήταν έξαρχος και κορυφαίος, «μέγας και περιβόητος εις την ησυχίαν, και εις την νηφίν και θεωρίαν κατ’ εκείνους τους χρόνους».
Από αυτόν διδάχθηκε ο άγιος πολλά περί των μυστηρίων της νοεράς ενεργείας και της ακροτάτης θεωρίας του Θεού και αξιώθηκε πολλών χαρισμάτων, όπως της συνεχούς κατανύξεως και των καρδιακών δακρύων. Λόγω επιδρομής Τούρκων πειρατών, μετά διετή παραμονή, αναγκάσθηκε να αναχωρήσει και από εκεί και να μεταβεί με δώδεκα μαθητές του στη Θεσσαλονίκη. Κατά μία παράδοση ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα στο Κελλίον Παναγίας Κρανιάς από τον Γέροντά του όσιο Νικηφόρο τον Ησυχαστή τον Ιταλό, ο οποίος βρισκόταν σε ύψος νηπτικής θεωρίας.
Στη Θεσσαλονίκη δεν έπαυσε την άσκησή του μετά της συνοδείας του. Οι κινήσεις του πραγματοποιούνταν κατόπιν προσευχής και θείας πληροφορίας. Έτσι δέχθηκε να λάβει και το αξίωμα της ιερωσύνης. Κατόπιν μετέβη στη σκήτη της Βεροίας, όπου παρέμεινε επί πενταετία (1326-1331), συνεχίζοντας τη μεγάλη του άσκηση. Εκεί κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδος έμενε έγκλειστος και σιωπών και μόνο το Σάββατο και την Κυριακή εξήρχετο του κελλιού του, για να λειτουργεί και να διδάσκει τους αδελφούς του.
Η συνεχής νήψη και προσευχή του είχε δώσει την καλή αλλοίωση και είχε γίνει όλος φως και για όλους φωτεινό παράδειγμα. Ο θάνατος της μοναχής μητέρας του Καλλίστης τον πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέλαβε τις αδελφές του, τις τοποθέτησε σε γυναικείο ησυχαστήριο και τους δίδαξε την ακρίβεια της μοναχικής πολιτείας. Σε λίγο καιρό η ενάρετη αδελφή του Επίχαρις, η κοσμημένη με πλούσιο προορατικό χάρισμα, αναπαύθηκε εν Κυρίω. Πειρατικές επιδρομές στην περιοχή ανάγκασαν τον θείο Γρηγόριο να αναχωρήσει ξανά και να επιστρέψει στο αγαπητό του Άγιον Όρος.
Προσήλθε στη Μεγίστη Λαύρα και παρά την προθυμία των πατέρων της δεν έμεινε εντός των τειχών της, αλλά αποσύρθηκε στο ησυχαστικό Κελλι του Αγίου Σάββα. Συνέχιζε και εδώ το ασκητικό του πρόγραμμα. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδος παρέμενε έγκλειστος, σιωπών και αδιαλείπτως προσευχόμενος και μόνο το Σάββατο και την Κυριακή μετέβαινε στην πλησιόχωρη Λαύρα για να λειτουργήσει. Η ένθεη ζωή του ήταν γεμάτη από θείες οπτασίες και οράματα, πότε κατά τις λειτουργίες στη Λαύρα και πότε στις αγρυπνίες στο κελλί του, όπου του παρουσιάσθηκε η ίδια η Θεοτόκος. Η θέα του ακτίστου φωτός του ήταν συνήθης, όπου κατά τον βιογράφο του «τω θείω φωτί πλουσίως ολως περιλαμπόμενος».Η θεολογία του δόθηκε θαυμαστά άνωθεν, κατόπιν εξαισίου οράματος, και τότε άρχισε να γράφει αγιοπνευματικά τους θαυμάσιους δογματικούς λόγους του.
Το 1335 ψηφίσθηκε ηγούμενος της ιεράς μονής Εσφιγμένου, όπου παρέμεινε επί τριετία. Λόγω σκανδάλων παρητήθη και επέστρεψε στην εράσμια ησυχία του. Επί των ημερών του στη μονή Εσφιγμένου ήταν διακόσιοι πατέρες, οι οποίοι υπήρξαν μάρτυρες των θαυμάτων του.
Συνεχίζοντας τη μυστική ασκητική βιοτή του ο άγιος Γρηγόριος στο Λαυριώτικο ησυχαστήριο του Αγίου Σάββα, την Πεντηκοστή του 1337 ανέγνωσε τις πραγματείες του Καλαβρού μοναχού Βαρλαάμ, οι οποίες είχαν λανθασμένες θεολογικές θέσεις περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ο Βαρλαάμ στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη κατηγορούσε και διέβαλλε τους ησυχαστές ως πλανεμένους και ομφαλοσκόπους. Ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ισίδωρος Βουχειράς από τη Θεσσαλονίκη στέλνει στο ερημητήριο του αγίου Γρηγορίου τα λάθη τους και τις αιρετικές αποκλίσεις τους, παρακαλούμενος θερμά και προσκαλούμενος έμπιστα, προβλέποντας ότι νέα αίρεση θα συγκλονίσει την Εκκλησία.
Εξήλθε του φίλτατου Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε τη μελέτη των βαρλααμικών συγγραμάτων και με επιστολή του προσπάθησε να συνετίσει τον αταπείνωτο συγγραφέα τους, ο οποίος υποκρινόμενος απέφευγε τον δίκαιο και ορθό έλεγχο. Ο φίλος της ειρήνης Γρηγόριος συνέχισε τους αγώνες του με το σπουδαίο έργο του « Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», στο οποίο ο Βαρλαάμ απάντησε με το αντιησυχαστικό του έργο «Κατά Μασσαλιανών». Οι άγιοι Γρηγόριος και Ισίδωρος συνήργησαν για την έκδοση του περίφημου Αγιορειτικού Τόμου (1340), του οποίου συντάκτης ήταν ο θείος Γρηγόριος και τον οποίο υπέγραψαν οι πρόκριτοι των Αγιορειτών καταδικάζοντας τον βαρλααμισμό. Στη Θεσσαλονίκη αναπαύθηκε η οσία αδελφή του Θεοδότη κι ο άγιος προσκαλούμενος από τη Σύνοδο μετέβη στην Κωνσταντινούπολη προς αντιμετώπιση του τολμηρού Βαρλαάμ.
Οι θέσεις του αγίου επιδοκιμάσθηκαν και επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του Ιουνίου του 1341. Ο Βαρλαάμ αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη Δύση. Ο εμφύλιος που ακολούθησε δημιούργησε ταραχές και στην Εκκλησία. Το έργο του Βαρλαάμ συνέχισε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος, ο οποίος προστατευόταν από τον πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Ο άγιος Γρηγόριος στην προσπάθειά του να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους έπεσε σε περιπέτειες και μάλιστα διώχθηκε και φυλακίσθηκε από την Εκκλησία το 1344. Η άνοδος στον θρόνο του αυτοκράτορος Ιωάννου Κατακουζηνού και του πατριάρχου Ισιδώρου Βουχειρά και η Σύνοδος του 1347 δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο και μάλιστα εκλέχθηκε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Λόγω των εκεί όμως ακόμη πολιτικών ταραχών στο θρόνο του επίσημα ανήλθε το 1350.
Στην χρυσή αλυσίδα των μεγάλων διδασκάλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας συναριθμήθηκε και ο μέγας Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος και αναδείχθηκε ισάξιος των Αγίων Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου, Χρυσοστόμου, Κυρίλλων, Μαξίμου, Δαμασκηνού, Φωτίου και Θεοδώρου Στουδίτου.
Ο αυτοκράτωρ, ο πατριάρχης και οι συνοδικοί χαρακτήρισαν στο τέλος της Συνόδου τον Άγιον Γρηγόριον «Διδάσκαλον ευσεβείας, και κανόνα δογμάτων ιερών και στύλον της ορθής δόξης και πρόμαχον Εκκλησίας και βασιλείας ευσεβούς καύχημα».
Οι απόψεις του, αποτελούν σύνοψι και έκφρασι της εμπειρίας και της παραδόσεως της Εκκλησίας. Το κλειδί της θεολογίας το κατείχε στ' αλήθεια ο θείος Γρηγόριος, επειδή είχαν διανοιγεί τα μάτια του από το Άγιο Πνεύμα.
Εδίδασκε ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αμέθεκτος αλλά και μεθεκτός. Την ουσία του Θεού ουδείς και ουδέποτε ούτε στον παρόντα ούτε στον μέλλοντα αιώνα θα ιδούμε, τις άκτιστες όμως ενέργειες του Θεού μπορούμε να κοινωνήσουμε, ημών θεουμένων, κάτω από κατάλληλες πνευματικές προϋποθέσεις. Αυτές δηλαδή αποτελούν το μέσον και την γέφυρα που συνδέει τον άκτιστο Θεό με τα κτίσματα. Άλλο είναι η ουσία του Θεού και άλλο οι θείες ενέργειές του.
Πριν την ενθρόνισή του στη Θεσσαλονίκη μετέβη ξανά στο Άγιον Όρος και κατόπιν στη Λήμνο, που ήταν αποίμαντη εκείνο τον καιρό και ανέλαβε έκτακτες ποιμαντικές μέριμνες. Η είσοδος του Κατακουζηνού στη Θεσσαλονίκη επέτρεψε και την του Παλαμά στερέωση, τον οποίο ύποδέχθηκε ο πιστός λαός με μεγάλες τιμές ως πνευματοφόρο και ειρηνοδότη. Οι ομιλίες του έφεραν σε μετάνοια τους αντιπάλους του. Εμψύχωσε κι ενδυνάμωσε με συνάξεις τον ιερό κλήρο της πόλεως. Λειτουργούσε συχνά και κήρυτε πάντα άψογα. Οι σωζόμενες ομιλίες του ήταν παιδαγωγικές και ψυχωφελείς, αφορμές μετανοίας, αναιρετικές αμαρτιών, διδαχές εναρέτου βίου. Σώζονται αναφορές θαυματουργιών του της περιόδου αυτής. Η αρχιερατική του διακονία ήταν πολυκύμαντη, γιατί νέες περιπέτειες από ετεροδιδασκαλίες δεν τον άφηναν ν’ αφοσιωθεί πλήρως στο πλούσιο ποιμαντικό του έργο απέναντι στο ποίμνιο του.
Μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη για ειρηνευτικούς σκοπούς, προς συμφιλίωση των αυτοκρατόρων Ματθαίου Κατακουζηνού και Ιωάννου Ε’ Παλαιολόγου, τον Μάρτιο του 1354, αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους στην Καλλίπολη. Μεταφέρθηκε στην Προύσα και τη Νίκαια και εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία ο πολύσοφος να έχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θεολογικές συνομιλίες με τους Τούρκους. Την άνοιξη του 1355, με την καταβολή λύτρων, απελευθερώθηκε και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να συνεχίσει τους αντιαιρετικούς αγώνες, αυτή τη φορά κατά του Νικηφόρου Γρήγορά.
Οι λόγοι του «Κατά Γρηγορά» είναι τα τελευταία του γραπτά έργα. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη συνέχισε το ποιμαντικό του έργο, το οποίο εστέφθη με πολλές θαυματουργίες. Τα τελευταία του λόγια «πυκνώς και πολλάκις» ήταν «τα επουράνια εις τα επουράνια». Εκοιμήθη το φθινόπωρο του 1359.
Η μνήμη του ετιμάτο στις 14 Νοεμβρίου μετά του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται και ως νέος Χρυσόστομος. Έτσι αναφέρεται στο παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων της ιεράς μονής Βατοπαιδίου και στον ιερό ναό των Αγίων Τριών της Καστοριάς. Το 1368 επί του φίλου και εξαίρετου εγκωμιαστού και βιογράφου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου καθιερώθηκε η μνήμη του τη Β’ Κυριακή των Νηστειών. Αυτή καθιερώθηκε ως προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας, γιατί ο άγιος θεωρήθηκε προστάτης της Ορθοδοξίας και ακραιφνής πρόμαχος της. Η μνήμη του τιμάται και στις 14 Νοεμβρίου.
Πλήθος τοιχογραφιών και φορητών εικόνων του αγίου σώζονται, αφού σύντομα μετά την κοίμησή του τιμήθηκε στη Θεσσαλονίκη, την Καστοριά, τη Βέροια και το Άγιον Όρος.
Πρώτος βιογράφος του, όπως αναφέραμε, στον οποίο βασίζονται και όλοι οι πολλοί κατοπινοί του είναι ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο οποίος είναι και ο πρώτος υμνογράφος του. Έγκώμιο έγραψε ο πατριάρχης Νείλος, ενώ κανόνες συνέθεσαν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, οι οποίοι θεωρούνται απωλεσθέντες, και ο Γεννάδιος Σχολάριος.
Νέα πλήρη ακολουθία συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννίτης. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για τον πολυτιμημένο άγιο με βάση τα πολύτιμα έργα του.
Τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανά του φυλάγονται στον προς τιμή του μητροπολιτικό ιερό ναό της Θεσσαλονίκης, της οποίας είναι συμπολιούχος με τον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη.
Πηγή: Μοναχού
Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι,
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος 2007.
Πηγή:
www.impantokratoros.gr
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸ
πολύφωνον στόμα τῆς θείας χάριτος, τῶν
Ὀρθοδόξων δογμάτων τὴν ἀληθῆ θησαυρόν,
ἀνυμνοῦμέν σε πιστῶς Πάτερ Γρηγόριε·
τῆς Ἐκκλησίας γὰρ φωστήρ, ἀνεδείχθης
φαεινός, καὶ κλέος Θεσσαλονίκης· ἥτις
ἐν σοὶ καυχωμένη, λαμπρῶς γεραίρει
τοὺς ἀγῶνάς σου.
Ἕτερον
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας
ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ
διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν
θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος,
Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ
καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε
διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς
ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Θεσσαλονίκη
ἡ περίβλεπτος πόλις, τὴν σὴν ἁγίαν
ἑορτάζουσα μνήμην, πρὸς εὐφροσύνην
συγκαλεῖται ἅπαντας· ταύτης ποιμενάρχης
γάρ, θεοφόρος ἐδείχθης, καὶ σοφὸς
διδάσκαλος, Ἐκκλησίας ἁπάσης·
χαριστηρίους ὅθεν σοι ᾠδάς, ᾄδομεν
πάντες, Γρηγόριε μέγιστε.
Ἕτερον
Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸ
τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον
Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα
Ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεορρῆμον.
Ἀλλ’ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος,
Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ
ὁδήγησον, Ἵνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ
τῆς χάριτος.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις
Ἐκκλησίας λαμπρὸς φωστήρ, καὶ
Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδής·
χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς ὄργανον
θεῖον, καὶ θεολόγων στόμα, Πάτερ
Γρηγόριε.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΔΙΚΗ «ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ» ΤΟΥ
.jpg)
Θεόφιλος ὁ
Ἀλεξανδρείας μεταβὰς εἷς Κωνσταντινούπολιν
καὶ λαβῶν«προδήλους» «ἐχθροὺς» (Παλλαδίου
Ἐλενουπόλεως, PG. 47, 29) τοῦ ἁγίου
Ἰωάννου τοῦ χρυσοστόμου, συνεκρότησεν «ἐπὶ
Δρῦν» (Τοῦ αὐτοῦ , PG. 47, 28) Σύνοδον.
Διὰ τῆς ἐχθρικῆς ταύτης Συνόδου,
καθήρεσε τὸν Χρυσόστομον ἀδίκως (Τοῦ
αὐτοῦ, PG. 47, 30).

Οἱ ἓν
Κωνσταντινούπολει Ὀρθόδοξοι δὲν
ἐδέχθησαν τὴν ἐχθρικὴν καὶ ἄδικον
ταύτην καθαίρεσιν τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ
ἔκριναν αὐτὴν ἐκκλησιαστικῶς ἄκυρον
καὶ ἀνυπόστατον. Διὸ ἔλεγον πρὸς τὸν
βασιλέα, ὅτι Ἰωάννης οὗ «καθήρηται (δὲν
ἔχει καθαιρεθῆ) ἀληθῶς». Ὁμοίως
ἔπραξε καὶ ὁ Ἰννοκέντιος Ρώμης καὶ
ἐκοινώνει πρὸς τὸν Χρυσόστομον, ὅπως
καὶ πρὸς τὸν Θεόφιλον, λέγων πρὸς τὸν
τελευταῖον «ἠμεῖς καὶ σὲ
ἴσμεν (γνωρίζομεν) κοινωνικὸν
καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννην» (Ἰννοκεντίου
Ρώμης, PG. 47, 12). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τὴν
ἄδικον καθαίρεσίν του καὶ ἐθεώρει
ἐαυτὸν πάντοτε ὡς τὸν κανονικὸν
Ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι
τοῦ θανάτου του. Διὰ τοῦτο ἔγραφεν ἐκ
τῆς ἀδίκου ἐξορίας, περὶ «ἐκείνου
τοῦ Ἀρσακακίου, ὃν ἐκάθισεν ἡ βασίλισσα
ἓν τῷ θρόνω», ὅτι «σχῆμα μὲν ἔχων
ἐπισκόπου» «οὗτος μοιχὸς ἔστιν, οὗ
σαρκός, ἀλλὰ πνεύματος, ζῶντος γὰρ
ἐμοῦ, ἤρπασέ μου τὸν θρόνον τῆς
Ἐκκλησίας» (Χρυσοστόμου, PG. 52, 685).
O Χρυσόστομος κατὰ τὴν ἐξορίαν ἔφερε
μεθ' ἐαυτοῦ τὰ λειτουργικὰ ἄμφια.
Ὀλίγον δὲ πρὸ
τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου του, «Ἰωάννης,
λαβῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ τα τῆς ἁγίας
Λειτουργίας ἐνεδύσατο» «καί, ἀνακλίνας
ἐαυτόν, ἀπέδωκεν τὸ πνεῦμα Χριστῷ τῷ
Θεῶ ἠμῶν» (Παλλαδίου Ἐλενουπόλ.
PG. 47, LXXIX).

Ἡ δὲ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία, ἂν καὶ αἳ κατ' αὐτοῦ μάταιαι
κατηγορίαι ἀνῆλθον εἷς τεσσαράκοντα
ἕξ, οὐδέποτε ἐθεώρησε τὸν Χρυσόστομον
καθηρημένον. 'Ἕνεκα τούτου, δὲν ὑπῆρξεν
ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ ὑπὸ
ἄλλης Συνόδου. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
τιμᾶται ἐν τῇ Ὀρθοδοξία ὡς ἅγιος
Ἱεράρχης. Ἡ θεία αὐτοῦ Λειτουργία
τελεῖται πλέον τῶν ἄλλων κατ' ἔτος
καὶ ὁ ἴδιος εἰκονίζεται ἐντός του
ἱεροῦ Βήματος μετὰ ἄλλων μεγάλων
Ἱεραρχῶν. Προσέτι, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος,
Μ. Βασίλειος καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
ἀποτελούσι «τοὺς τρεῖς μεγίστους
φωστήρας τῆς τρισηλίου Θεότητος» (Ἀπολυτικίου
ἑορτῆς Τριῶν Ἱεραρχῶν), ἐπὶ τῶν
ὁποίων βασίζονται καὶ Οἰκουμενικαὶ
Συνόδοι.

Εἷς τὰς
Οἰκουμενικᾶς Συνόδους ὁ λόγος τοῦ
Ἱεράρχου Χρυσοστόμου ὁμολογεῖται
ἀναντιρρῆτος. Ἓν τὴ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ
Συνόδω ἐλέχθη, κατόπιν ἀναγνώσεως
περικοπῆς λόγου τοῦ Ἁγίου «Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος τοιαῦτα λέγει περὶ τῶν
εἰκόνων, τὶς ἔτι τολμᾶ εἰπεῖν κατ'
αὐτῶν τί» (Πρακτικῶν Ζ΄ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, Μ. 13, 8).

Ὁ καθαιρεθεῖς
παρ' ἐχθρῶν καὶ ἀδίκως ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος, διὰ τῆς καταφώρου ταύτης
ἀδικίας, ἐλαμπρύνθη περισσότερον. Διὸ
τιμᾶται ἀνὰ τοὺς αἰώνας καὶ μακαρίζεται,
συμφώνως πρὸς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου,
εἰπόντος «Μακάριοι ἔστε, ὅταν
ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ
εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ' ὑμῶν,
ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ» (Ματθ. ἐ΄
11).
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΔΕΝ ΑΝΕΧΤΗΚΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΜΠΕΙ ΣΤΟ ΝΑΟ [ΒΙΝΤΕΟ]
Δείτε
όλη την ταινία μικρού μήκους είναι
μια όμορφη παρουσίαση του βίου του Αγίου
Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014
Ὁ Ἃγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (11 Νοεμβρίου)

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,
γεννήθηκε το 759 στη Κωνσταντινούπολι.
Ο πατέρας του λεγόταν Φωτεινός και ήταν
ταμίας του κράτους. Η μητέρα του λεγόταν
Θεοκτίστη και ήταν σπάνια γυναίκα. Στον
τάφο της ο άγιος Θεόδωρος έκλαψε και
εξεφώνησε λόγο, όπου την χαρακτηρίζει
με το όνομα «διμήτηρ», δηλαδή δύο φορές
μητέρα. Σα' να της έλεγε• Μία φορά με
γέννησες με το φυσικό τρόπο και μία με
τρόπο πνευματικό αφού μαζί με το γάλα
που με πότισες μου έδωσες και τη διδασκαλία
του Χριστού.
Από τέτοια μάνα βγήκε. Από
μικρός ακολούθησε την ενάρετη ζωή και
δέχθηκε την ελληνική παιδεία. Μελέτησε
τους κλασικούς συγγραφείς και προ παντός
τους πατέρες της Εκκλησίας. Έγινε
σπουδαίος Θεολόγος. Αγάπησε το Χριστό
και αφιερώθηκε σ΄ αυτόν.
Το 781, με προτροπή της μητέρας του Θεοκτίστης, όλη η οικογένεια ασπάζεται τη μοναχική ζωή. Σε ένα μικρό πατρικό τους κτήμα κοντά στο χωριό Σακλουδίωνος της Προύσης ιδρύεται μοναστήρι. Εκεί ο άγιος Θεόδωρος γίνεται μοναχός με ηγούμενο και διδάσκαλο το θείο του Πλάτωνα. Το 789 χειροτονείται ιερεύς από τον πατριάρχη Ταράσιο. Και όταν το 794 ο θείος του παραιτήθηκε από ηγούμενος, τον διαδέχεται αυτός στην ηγουμενία. Δεν κράτησε όμως πολύ ο καιρός της ησυχίας. Μετά από δύο χρόνια το 796, συνέβη ένα θλιβερό γεγονός. Ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ' (780-797) είχε μία εκλεκτή γυναίκα, τη Μαρία που οι ιστορικοί μαρτυρούν ότι ήταν υπόδειγμα συζύγου. Εν τούτοις ξαφνικά ο αυτοκράτορας τη διώχνει από τα ανάκτορα την στέλνει συνοδεία στρατιωτών σε μοναστήρι, κι εκεί χωρίς τη θέλησί της την κάνει καλόγρια πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Και μόνο αυτό; Αφού έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του, παίρνει ως σύζυγος μία νέα, τη Θεοδότη. Ο γάμος έγινε νύχτα. Ένας παπάς από εκείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού -πάντοτε θα υπάρχουν προδότες-, ο Ιωσήφ που ήταν πρωτόπαπας στην Αγία Σοφία, ανέβηκε στα ανάκτορα και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος πήγε με τη Θεοδότη στην Αγία Σοφία, κ' εκεί η παλλακίδα στέφθηκε επισήμως βασίλισσα. Κακό παράδειγμα για μεγάλους και μικρούς.
Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δε μιλούσε. Τότε μέσα στη σιωπή ακούστηκε βροντή. Κάποιος φώναξε. Δεν ήταν πατριάρχης ούτε δεσπότης. Ένας απλό ιερομόναχος, ο ηγούμενος Θεόδωρος - να χουμε την ευχή του-. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος και τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806) αφού κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα. Προσπάθησε με κολακείες και δώρα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και το ότι η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του. Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά που η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Κι όταν μία μέρα τόλμησαν να πάνε στο μοναστήρι, ο Θεόδωρος τους έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Αυτό όμως το πλήρωσε τον συνέλαβαν, τον μαστίγωσαν, και τον έστειλαν εξορία στη Θεσσαλονίκη.
Έπειτα, όταν ο Κωνσταντίνος τυφλώθηκε κι έχασε το θρόνο, ο άγιος Θεόδωρος υπέστρεψε από την εξορία το 798 επί της ευσεβούς βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) και παρέλαβε την ερημωμένη μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Η μονή Στουδίου έγινε λαμπρό μοναστικό κέντρο, και είχε γαλήνη και πρόοδο για μία περίπου δεκαετία. Έφθασε τότε να έχει χίλιους μοναχούς, που ζούσαν κοινοβιακώς. Κανείς δεν είχε ιδιοκτησία. Και εύρισκες να υπάρχουν εκεί όλα τα επαγγέλματα και γεωργοί και βοσκοί και κτίστες και ξυλουργοί και σιδηρουργοί και αγωγιάτες, και μάγειροι και υποδηματοποιοί ακόμη και τυπογράφοι. Εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τυπογραφείο της Ανατολής οι καλόγεροι ξενυχτούσαν αντιγράφοντας κείμενα. Τα άγια χεράκια τους έγραφαν Αποστόλους, Ευαγγέλια, πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αθανάσιο...), έγραφαν και κλασσικούς (Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη). Αν υπάρχη σήμερα ο Πλάτων ο Αριστοτέλης και άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αυτό το οφείλουμε στα άγια χέρια των καλογήρων εκείνων.
Το 808 όμως ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επόμενου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α' (806-815). Πρώτον μεν διότι ανέβηκε στο αξίωμα του πατριάρχου αμέσως από λαϊκός και δεύτερον διότι αυτός υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορας Νικηφόρου (802-811) αποκατέστησε με Σύνοδο τον αυλοκόλακα Ιωσήφ στο Ιερατικό αξίωμα. Από το οποίο είχε καθαιρεθεί επί της βασιλίσσης Ειρήνης. Η νέα διακοπή αυτή του μνημόσυνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο μια ακόμη εξορία στη νήσο Χάλκη. Μαζί του σκόρπισαν και όλοι οι Στουδίται. Το 811 επέστρεψαν από τη εξορία, αλλά πολύ σύντομα επί Λέοντος Ε' νέος αγώνας τους περίμενε, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να διαλυθή η μονή Στουδίου. Φυσικό είνε να ρωτήση κανείς• Μα πως διαλύθηκε μία τέτοια αδελφότης; Αυτή τη φορά ο αγώνας ήταν για τις Ιερές εικόνες, τις οποίες οι εικονομάχοι έκαψαν και κατέστρεφαν. Έκανε μάλιστα στις 25 Μαρτίου του 815, που το έτος εκείνο συνέπιπτε με την Κυριακή των Βαΐων μία μεγάλη λιτανεία μετά τη θεία λειτουργία με τους μοναχούς του μέσα στη πόλι, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και μία τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας, συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς. Ο άγιος Θεόδωρος εξωραΐστηκε στη Σμύρνη. Τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου και τον μαστίγωναν αλύπητα.
Το 820, επί Μιχαήλ Β' του Τραυλού (820-829),επέστρεψε από τη εξορία, και το 824, μένοντας πάντα ασυμβίβαστος διαμαρτυρήθηκε και για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορος.
Το 826 τέλος, μακριά από το μοναστήρι για το οποίο τόσο κοπίασε, αρρώστησε βαρειά και κάλεσε γύρω του όσους είχαν απομείνει από την αδελφότητα του Στουδίου. Ήταν 11 Νοεμβρίου ημέρα Κυριακή και ενώ οι μοναχοί έψαλλαν τον 118ο ψαλμό, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο μαχητής και ομολογητής, ο συγγραφέας και ποιητής έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, σε ηλικία 67 ετών.
Τι μας διδάσκει ο άγιος Θεόδωρος; Με τις τρεις εξορίες και τις κακουχίες που υπέστη μας διδάσκει να είμεθα έτοιμοι για αγώνες και θυσίες υπέρ της πίστεως. Μας διδάσκει ακόμα με το συγγραφικό και ποιητικό του έργο ν' αγαπούμε την προσευχή και τη λατρεία της Εκκλησίας μας• δικά του έργα είναι οι αναβαθμοί της Οκτωήχου, μεγάλο μέρος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, τα εγκώμια του Επιταφίου θρήνου, που ψάλλονται τη Μεγάλη Παρασκευή, και πολλοί άλλοι ύμνοι, πολλές επιστολές και πολλές κατηχήσεις.
Μας διδάσκει τέλος να περιφρουρήσουμε το ιερό θεσμό της ελληνορθόδοξου οικογένειας. Είνε εθνική συμφορά η διάλυσις της οικογενείας. Οι Ορθόδοξες Ελληνίδες να μένους πιστές στους άνδρες τους, οι ορθόδοξοι Έλληνες πιστοί στις γυναίκες τους, οι γονείς στοργικοί στα παιδιά τους, και τα παιδιά υπάκουα στους γονείς τους.
Αγαπητοί μου! Μεγάλη συμφορά στο έθνος μας είνε η διάλυσι της οικογενείας με τα τόσα διαζύγια που εκδίδονται. Η μασονία μας έχει περικυκλώσει από δυσμάς και ανατολάς, κ' είνε έτοιμο το έθνος να τιναχτεί στον αέρα. Αλλά δεν θα τιναχτή στον αέρα! Υπάρχουν οι μάρτυρες, υπάρχουν οι άγιοι υπάρχουν οι νεκροί, υπάρχει Θεός. Δεν θα τιναχτή στον αέρα, υπό έναν όρον. Ποιον όρο;
«Έως του θανάτου αγωνισταί περί της αληθείας, και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου» (Σ. Σειρ. 4,28) Βάλτε το στην καρδιά σας, για να γίνη το ρητό αυτό σύμβολο του αγώνος μας αμήν.
Το 781, με προτροπή της μητέρας του Θεοκτίστης, όλη η οικογένεια ασπάζεται τη μοναχική ζωή. Σε ένα μικρό πατρικό τους κτήμα κοντά στο χωριό Σακλουδίωνος της Προύσης ιδρύεται μοναστήρι. Εκεί ο άγιος Θεόδωρος γίνεται μοναχός με ηγούμενο και διδάσκαλο το θείο του Πλάτωνα. Το 789 χειροτονείται ιερεύς από τον πατριάρχη Ταράσιο. Και όταν το 794 ο θείος του παραιτήθηκε από ηγούμενος, τον διαδέχεται αυτός στην ηγουμενία. Δεν κράτησε όμως πολύ ο καιρός της ησυχίας. Μετά από δύο χρόνια το 796, συνέβη ένα θλιβερό γεγονός. Ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ' (780-797) είχε μία εκλεκτή γυναίκα, τη Μαρία που οι ιστορικοί μαρτυρούν ότι ήταν υπόδειγμα συζύγου. Εν τούτοις ξαφνικά ο αυτοκράτορας τη διώχνει από τα ανάκτορα την στέλνει συνοδεία στρατιωτών σε μοναστήρι, κι εκεί χωρίς τη θέλησί της την κάνει καλόγρια πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Και μόνο αυτό; Αφού έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του, παίρνει ως σύζυγος μία νέα, τη Θεοδότη. Ο γάμος έγινε νύχτα. Ένας παπάς από εκείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού -πάντοτε θα υπάρχουν προδότες-, ο Ιωσήφ που ήταν πρωτόπαπας στην Αγία Σοφία, ανέβηκε στα ανάκτορα και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος πήγε με τη Θεοδότη στην Αγία Σοφία, κ' εκεί η παλλακίδα στέφθηκε επισήμως βασίλισσα. Κακό παράδειγμα για μεγάλους και μικρούς.
Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δε μιλούσε. Τότε μέσα στη σιωπή ακούστηκε βροντή. Κάποιος φώναξε. Δεν ήταν πατριάρχης ούτε δεσπότης. Ένας απλό ιερομόναχος, ο ηγούμενος Θεόδωρος - να χουμε την ευχή του-. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος και τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806) αφού κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα. Προσπάθησε με κολακείες και δώρα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και το ότι η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του. Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά που η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Κι όταν μία μέρα τόλμησαν να πάνε στο μοναστήρι, ο Θεόδωρος τους έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Αυτό όμως το πλήρωσε τον συνέλαβαν, τον μαστίγωσαν, και τον έστειλαν εξορία στη Θεσσαλονίκη.
Έπειτα, όταν ο Κωνσταντίνος τυφλώθηκε κι έχασε το θρόνο, ο άγιος Θεόδωρος υπέστρεψε από την εξορία το 798 επί της ευσεβούς βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) και παρέλαβε την ερημωμένη μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Η μονή Στουδίου έγινε λαμπρό μοναστικό κέντρο, και είχε γαλήνη και πρόοδο για μία περίπου δεκαετία. Έφθασε τότε να έχει χίλιους μοναχούς, που ζούσαν κοινοβιακώς. Κανείς δεν είχε ιδιοκτησία. Και εύρισκες να υπάρχουν εκεί όλα τα επαγγέλματα και γεωργοί και βοσκοί και κτίστες και ξυλουργοί και σιδηρουργοί και αγωγιάτες, και μάγειροι και υποδηματοποιοί ακόμη και τυπογράφοι. Εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τυπογραφείο της Ανατολής οι καλόγεροι ξενυχτούσαν αντιγράφοντας κείμενα. Τα άγια χεράκια τους έγραφαν Αποστόλους, Ευαγγέλια, πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αθανάσιο...), έγραφαν και κλασσικούς (Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη). Αν υπάρχη σήμερα ο Πλάτων ο Αριστοτέλης και άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αυτό το οφείλουμε στα άγια χέρια των καλογήρων εκείνων.
Το 808 όμως ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επόμενου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α' (806-815). Πρώτον μεν διότι ανέβηκε στο αξίωμα του πατριάρχου αμέσως από λαϊκός και δεύτερον διότι αυτός υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορας Νικηφόρου (802-811) αποκατέστησε με Σύνοδο τον αυλοκόλακα Ιωσήφ στο Ιερατικό αξίωμα. Από το οποίο είχε καθαιρεθεί επί της βασιλίσσης Ειρήνης. Η νέα διακοπή αυτή του μνημόσυνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο μια ακόμη εξορία στη νήσο Χάλκη. Μαζί του σκόρπισαν και όλοι οι Στουδίται. Το 811 επέστρεψαν από τη εξορία, αλλά πολύ σύντομα επί Λέοντος Ε' νέος αγώνας τους περίμενε, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να διαλυθή η μονή Στουδίου. Φυσικό είνε να ρωτήση κανείς• Μα πως διαλύθηκε μία τέτοια αδελφότης; Αυτή τη φορά ο αγώνας ήταν για τις Ιερές εικόνες, τις οποίες οι εικονομάχοι έκαψαν και κατέστρεφαν. Έκανε μάλιστα στις 25 Μαρτίου του 815, που το έτος εκείνο συνέπιπτε με την Κυριακή των Βαΐων μία μεγάλη λιτανεία μετά τη θεία λειτουργία με τους μοναχούς του μέσα στη πόλι, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και μία τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας, συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς. Ο άγιος Θεόδωρος εξωραΐστηκε στη Σμύρνη. Τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου και τον μαστίγωναν αλύπητα.
Το 820, επί Μιχαήλ Β' του Τραυλού (820-829),επέστρεψε από τη εξορία, και το 824, μένοντας πάντα ασυμβίβαστος διαμαρτυρήθηκε και για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορος.
Το 826 τέλος, μακριά από το μοναστήρι για το οποίο τόσο κοπίασε, αρρώστησε βαρειά και κάλεσε γύρω του όσους είχαν απομείνει από την αδελφότητα του Στουδίου. Ήταν 11 Νοεμβρίου ημέρα Κυριακή και ενώ οι μοναχοί έψαλλαν τον 118ο ψαλμό, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο μαχητής και ομολογητής, ο συγγραφέας και ποιητής έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, σε ηλικία 67 ετών.
Τι μας διδάσκει ο άγιος Θεόδωρος; Με τις τρεις εξορίες και τις κακουχίες που υπέστη μας διδάσκει να είμεθα έτοιμοι για αγώνες και θυσίες υπέρ της πίστεως. Μας διδάσκει ακόμα με το συγγραφικό και ποιητικό του έργο ν' αγαπούμε την προσευχή και τη λατρεία της Εκκλησίας μας• δικά του έργα είναι οι αναβαθμοί της Οκτωήχου, μεγάλο μέρος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, τα εγκώμια του Επιταφίου θρήνου, που ψάλλονται τη Μεγάλη Παρασκευή, και πολλοί άλλοι ύμνοι, πολλές επιστολές και πολλές κατηχήσεις.
Μας διδάσκει τέλος να περιφρουρήσουμε το ιερό θεσμό της ελληνορθόδοξου οικογένειας. Είνε εθνική συμφορά η διάλυσις της οικογενείας. Οι Ορθόδοξες Ελληνίδες να μένους πιστές στους άνδρες τους, οι ορθόδοξοι Έλληνες πιστοί στις γυναίκες τους, οι γονείς στοργικοί στα παιδιά τους, και τα παιδιά υπάκουα στους γονείς τους.
Αγαπητοί μου! Μεγάλη συμφορά στο έθνος μας είνε η διάλυσι της οικογενείας με τα τόσα διαζύγια που εκδίδονται. Η μασονία μας έχει περικυκλώσει από δυσμάς και ανατολάς, κ' είνε έτοιμο το έθνος να τιναχτεί στον αέρα. Αλλά δεν θα τιναχτή στον αέρα! Υπάρχουν οι μάρτυρες, υπάρχουν οι άγιοι υπάρχουν οι νεκροί, υπάρχει Θεός. Δεν θα τιναχτή στον αέρα, υπό έναν όρον. Ποιον όρο;
«Έως του θανάτου αγωνισταί περί της αληθείας, και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου» (Σ. Σειρ. 4,28) Βάλτε το στην καρδιά σας, για να γίνη το ρητό αυτό σύμβολο του αγώνος μας αμήν.
Πηγή: www.ambelosalithini.gr
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος
γ’. Θείας πίστεως.
Δώρων
μέτοχος, τῆς ἀφθαρσίας, δῶρον ἄσυλον,
τῆς Ἐκκλησίας, φερωνύμως ἀνεδείχθης
Θεόδωρε, τοὶς ἱεροὶς γὰρ ἑπόμενος
δόγμασιν, ὁμολογίας φωστὴρ ἐχρημάτισας.
Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν Ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας
ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ
σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ,
τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα,
Θεόδωρε σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας
ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε
Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς
ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος
β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸν
ἀσκητικόν, ἰσάγγελόν τε βίον σου, τοῖς
ἀθλητικοῖς, ἐφαίδρυνας παλαίσμασι,
καὶ Ἀγγέλοις σύσκηνος, θεομάκαρ ὤφθης
Θεόδωρε, σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ,
πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
ᾈσματικὴ
Ἀκολουθίατοῦ ἐν ῾Οσίοις Πατρὸς ἡμῶν
Θεοδώρου Στουδίτουτοῦ
Ὁμολογητοῦ (759-826)
Ο ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

«Οἱ τά Χερουβίμ
μυστικῶς εἰκονίζοντες καί τῇ ζωοποιῷ
Τριάδι τόν τρισάγιον ὕμνον προσάδοντες,
πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν.
Ὡς τόν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι,
ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον
τάξεσιν. Ἀλληλούϊα».
«Εμείς που εικονίζουμε μυστικά
τα χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό
Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε
εδώ και τώρα κάθε βιοτική φροντίδα για
να υποδεχθούμε τον Βασιλέα των όλων,
που αόρατα συνοδεύεται από τις αγγελικές
τάξεις. Αλληλούϊα».
Ἡ ἁγία μας
Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά προετοιμασθοῦμε
γιά νά μπορέσουμε νά συμπορευθοῦμε μέ
τόν Χριστό στήν ὁδό τοῦ Μαρτυρίου καί
νά σταθοῦμε κοντά Του στόν Σταυρό, μαζί
μέ τήν Παναγία Μητέρα Του καί τόν μαθητή
τῆς ἀγάπης Ἰωάννη.
Ἄς ἀποθέσουμε τήν στιγμή αὐτή, λέει ὁ ὕμνος, κάθε μέριμνα βιοτική, γιατί πρόκειται νά ὑποδεχθοῦμε τόν Βασιλέα τῶν ὅλων. Γιά νά μπορέσουμε νά εἰσοδεύσουμε μαζί μέ τόν Χριστό στήν ἁγία Πόλη, πρέπει νά ἐξέλθουμε ἀπό τόν κόσμο τῶν βιοτικῶν πραγμάτων. Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Βγῆκαν ἀπό τήν Περσία οἱ Μάγοι γιά νά πᾶνε νά προσκυνήσουν τόν Χριστό. Βγές καί σύ ἀπό τά βιοτικά πράγματα καί βάδισε πρός τόν Ἰησοῦν».
Ἄς ἀποθέσουμε τήν στιγμή αὐτή, λέει ὁ ὕμνος, κάθε μέριμνα βιοτική, γιατί πρόκειται νά ὑποδεχθοῦμε τόν Βασιλέα τῶν ὅλων. Γιά νά μπορέσουμε νά εἰσοδεύσουμε μαζί μέ τόν Χριστό στήν ἁγία Πόλη, πρέπει νά ἐξέλθουμε ἀπό τόν κόσμο τῶν βιοτικῶν πραγμάτων. Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Βγῆκαν ἀπό τήν Περσία οἱ Μάγοι γιά νά πᾶνε νά προσκυνήσουν τόν Χριστό. Βγές καί σύ ἀπό τά βιοτικά πράγματα καί βάδισε πρός τόν Ἰησοῦν».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης
μᾶς ὑποδεικνύει καί τήν δύναμη πού
πρέπει νά χρησιμοποιήσουμε γιά νά βγοῦμε
ἀπό τά πρόσκαιρα καί ὁρατά. Εἶναι ὁ
πόθος τοῦ Θεοῦ: «Ἐάν
κάποιος φλέγεται μέσα του ἀπό τήν ἀγάπη
πρός τόν Θεό, δέν ἀνέχεται νά βλέπει
πλέον αὐτά πού ὑποπίπτουν στήν ἀντίληψη
τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν. Ἀλλά ἀφοῦ
ἀπέκτησε ἄλλους ὀφθαλμούς, ἐννοῶ
τούς ὀφθαλμούς τῆς πίστεως, πάντοτε
τά οὐράνια φαντάζεται καί πρός αὐτά
ἔχει στραμμένη τήν σκέψη του. Καί ἐνῶ
βαδίζει στήν γῆ εἶναι ὡσάν νά ζῆ στόν
οὐρανό... Καί ἐπειδή ἐπιθυμεῖ νά ἀνέλθει
ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, δέν σταματᾶ
νωρίτερα, οὔτε ξεγελιέται ἀπό κάποιο
ὁρατό πρᾶγμα, μέχρι ὅτου μπορέσει νά
ἀνεβεῖ στήν ἴδια τήν κορυφή».
Ὁ ἱερός
Χρυσόστομος λέει ὅτι «ἡ ψυχή πού δέν
ἔμαθε νά καταφρονεῖ τά μικρά καί τά
βιοτικά, δέν θά μπορέσει νά θαυμάσει τά
οὐράνια». Καί ἐκεῖνοι πού γεύθηκαν
τήν χάρη τῶν οὐρανίων μᾶς προτρέπουν:
Ἀδελφοί, «κανένας νά μήν μπεῖ στόν
ἱερό Ναό ἔχοντας βιοτικές φροντίδες
ἤ περισπασμούς ἤ φόβους. Ἀλλά ἀφοῦ
ὅλα αὐτά τά ἀφήσουμε ἔξω, μπροστά στίς
πύλες τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, τότε ἄς μποῦμε
ὅλοι μέσα. Διότι μπαίνουμε στά ἀνάκτορα
τῶν οὐρανῶν, πατοῦμε τόπους πού
ἀστράφτουν».
Τώρα οι άνθρωποι μαζί με τους Αγγέλους τελούμε τη θεία Λειτουργία, εκείνη που γίνεται και στον ουρανό.Γιατί, καθώς γράφει ο άγιος Συμεών ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Ιησούς Χριστός ένωσε την ουράνια και την επίγεια Εκκλησία. Αυτό το λέμε πάντα, κι ίσως πολλοί να το ακούνε παράξενα, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός δεν ίδρυσε καμία θρησκεία ούτε καν την Εκκλησία.
Η Εκκλησία υπάρχει πριν από τον κόσμο, κι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, και το έργο του είναι ότι φανέρωσε στον κόσμο το μυστήριο της Εκκλησίας, κι όπως γράφει ο άγιος Συμεών, ένωσε τον ουρανό και τη γη σε μία Εκκλησία, «δια γαρ του Χριστού μία γέγονεν Εκκλησία».
Ο Χερουβικός Ύμνος δεν είναι από τους ύμνους της αρχέγονης Εκκλησίας. Άρχισε να ψάλλεται πεντακόσια χρόνια αργότερα σ’ αυτή τη θέση της θείας Λειτουργίας, σαν ένας εισαγωγικός ύμνος, τώρα που πλησιάζουμε και φτάνουμε όλο και πιο κοντά στις μεγάλες στιγμές του θείου μυστηρίου. Όλα όσα προηγήθηκαν στην ιερή ακολουθία, ήταν η αρχή και μία κλιμακωτή προετοιμασία, αλλά τώρα φτάσαμε στην τελευταία ώρα.
Ο Χερουβικός Ύμνος μας φέρνει στο νου τι είμαστε τώρα, τι κάνουμε αυτή τη στιγμή και πως και με ποιούς λογισμούς πρέπει να στεκόμαστε μέσα στο ναό και στη λειτουργική σύναξη. Εικονίζουμε μυστικά τους Αγγέλους, και όπως εκείνοι έτσι κι εμείς ψάλλουμε στην αγία Τριάδα τον Τρισάγιο Ύμνο, γι’ αυτό και πρέπει να αφήσουμε κάθε σκέψη μας και έγνοια, για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα Χριστό, που τον συνοδεύουν οι αόρατες αγγελικές στρατιές.
Όταν αρχίσει να ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, αρχίζει κι ο λειτουργός ιερέας, μπροστά στην αγία Τράπεζα, να διαβάζει «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτού» την ευχή, όπως λέγεται, του Χερουβικού Ύμνου. Είναι μία προσωπική και εξομολογητική ευχή του ιερέα, από τις πιο δυνατές και θεόπνευστες της θείας Λειτουργίας.
Στις δύο ευχές των πιστών προηγουμένως πάλι ο λειτουργός ιερέας παρακάλεσε για τον εαυτό του, αλλά τώρα πιο πολύ έχει την ανάγκη να εξομολογηθεί και να μιλήσει «ενώπιος ενωπίω» προς τον Ιησού Χριστό. Είναι από τις λίγες ευχές της θείας Λειτουργίας, που λέγονται προς τον Ιησού Χριστό, και είναι η μόνη απ’ όλες τις ευχές που πρέπει να λέγεται μυστικά, όσο που να ακούνε μόνο οι συλλειτουργοί ιερείς.
Ο λειτουργός αρχίζει με μια συντριπτική ομολογία, με την οποία κάθε ιερέας τοποθετείται ενώπιον του Θεού. Το να υπηρετεί κανείς το Θεό και να τελεί τη θεία Λειτουργία είναι μεγάλο και φοβερό όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και γι’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. Κανένας ιερέας ποτέ δεν πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, για να κάνει θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην αγιότητά του. Αν γελαστεί και πιστέψει πως είναι άγιος, δεν πρέπει να λειτουργεί.
Με την ευχή του Χερουβικού ο λειτουργός ιερέας αναγνωρίζει και ομολογεί την αναξιότητά του και το θεϊκό μεγαλείο του μυστηρίου στο οποίο καλείται να διακονήσει. Προχωρεί όμως προς το θυσιαστήριο, ακριβώς επειδή δε στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις αλλά στο έλεος του Θεού. Στηρίζεται στο πέλαγος της θείας φιλανθρωπίας. Διότι από φιλανθρωπία ο Θεός έγινε άνθρωπος και η φιλανθρωπία Του μας δώρισε το μυστήριο της αναίμακτης ιερουργίας. Κι όχι μόνο ήρθε άπαξ και προσφέρθηκε ο Χριστός, αλλά στο διηνεκές έρχεται σε κάθε θεία Λειτουργία και είναι Αυτός που προσφέρει και προσφέρεται, που δέχεται τη θυσία και διαμοιράζεται στους πιστούς.
Ο Χειρουβικός Ύμνος, αγαπητοί αδελφοί, τελειώνει με την ψαλμώδηση της φράσης «ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι» και γίνεται η Μεγάλη Είσοδος. Για τους περισσότερους ερμηνευτές της θείας Λειτουργίας, η φράση αυτή έχει άμεση αναφορά στην υποδοχή της θείας κοινωνίας και έτσι τη μεταφράζουν: «προετοιμαζόμαστε για να μεταλάβουμε το βασιλέα της δόξης». Αμήν.
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ (12 Νοεμβρίου)
ΤΟ
ΙΕΡΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ
ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΒΕΝΕΤΙΑ
ΣΤΟΝ ΝΑΟ
San Giovanni Bragora
Εὐλόγησον πάτερ.
«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται», λέγει ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ Ὅρους» ὁμιλία. Καὶ τὰ λόγια του αὐτὰ βρίσκουν πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους στὸ ὑπεράξιο τέκνο τῆς Κύπρου μας, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας.
Φυσικὰ ἡ φιλανθρωπία εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ὅλων των ἁγίων. Γιατὶ ἡ ἀρετὴ αὐτή, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους εἶναι κι ἡ πιὸ τρανὴ πιστοποίηση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν μεγάλο μας Πατέρα, τὸν Θεό, ὅπως ξεκάθαρα τονίζει κι ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστής. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅμως τὴ φιλανθρωπία τὴν ἔκαμε κύριο μέλημα τῆς ζωῆς του, ὥστε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ τοῦ δώσει καὶ τὸ τιμητικὸ προσωνύμιο τοῦ Ἐλεήμονος.
Τὴ ζωὴ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ φιλανθρώπου, μιὰ ζωὴ ἀληθινὰ χαριτωμένη καὶ ρωμαλέα, θὰ ἐκθέσουμε στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν. Εἶναι τόσο διδακτική, μὰ καὶ τόσο ἐνδιαφέρουσα εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐποχή μας, ποὺ εἶναι μιὰ ἐποχὴ ἄκρατου ἀτομισμοῦ.
Πρῶτα
χρόνια
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης γεννήθηκε
στὴν Ἄμαθοῦντα τῆς Κύπρου μας τὸν 6ο
αἰώνα μ.Χ., τότε ποὺ τὸ ὄμορφο νησί μας
ἀποτελοῦσε μιὰ ἐπαρχία τῆς μεγάλης
μας ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας τῆς
γνωστῆς μὲ τὸ ὄνομα Βυζαντινὴ
αὐτοκρατορία. Ἡ Ἀμαθοῦς, ἦταν ἡ
σημερινὴ Παλαιὰ Λεμεσός. Ἡ τωρινὴ
πόλη τῆς Λεμεσοῦ λεγόταν τότε Νεάπολις.
Μὲ τὸν καιρὸ ἡ Νεάπολις ἔγινε ἡ κύρια
πόλη τῆς περιοχῆς, ἡ γνωστὴ Λεμεσός,
ἐνῶ ἡ ἀρχαία Ἀμαθοῦς ἔμεινε στὶς
ἡμέρες μας ἕνας ἄμορφος ἀρχαιολογικὸς
χῶρος.Οἱ γονεῖς του Ἐπιφάνιος καὶ Εὐκοσμία εἶχαν μεγάλη κοινωνικὴ θέση κι ἦταν ἄνθρωποι ἐνάρετοι. Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ φημισμένος κυβερνήτης τῆς νήσου κι εἶχε μεγάλα διοικητικὰ χαρίσματα. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ λαός του πολὺ τὸν ἐκτιμοῦσε καὶ τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν σεβόταν. Ἡ μητέρα του πάλι διακρινόταν ὄχι μόνο γιὰ τὰ σωματικά της χαρίσματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ψυχικά. Κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς καὶ σ᾿ ἕνα περιβάλλον πλούσια χριστιανικὸ εἶδε τὸ φῶς τῆς ζωῆς καὶ μεγάλωσε τὸ εὐτυχισμένο παιδί.
Ἀμφότεροι οἱ γονεῖς ποτισμένοι μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, φρόντισαν μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια ἀπ᾿ τὴν πρώτη στιγμὴ νὰ ἀναθρέψουν τὸν Ἰωάννη τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Καὶ τὸ πέτυχαν. Οἱ τόσες φροντίδες τους γι᾿ αὐτὸν εἶχαν καὶ τοὺς ἀνάλογους καρπούς. Ἄλλωστε τὸ «ὃ ἐὰν σπείρει ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» εἶναι τοῦ Κυρίου μας διαβεβαίωση. Καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς ἔσπειραν στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ τὰ σπέρματα τῆς εὐσέβειας. Δικαιολογημένα στὸν κατάλληλο καιρὸ καμαρώνουν τοὺς ὄμορφους καρποὺς τῶν κόπων τους. Εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι οἱ γονεῖς. Θαυμαστὸς καὶ τιμημένος ὁ καρπός, τὸ παιδί τους.
Ὁ Ἰωάννης κοντὰ στοὺς γονεῖς του ἀπέκτησε μιὰ μόρφωση ἀληθινὰ ἀξιόλογη. Ἀπὸ τὰ μαθήματά του πιὸ πολὺ ἀγαποῦσε καὶ μελετοῦσε τὰ ἱερὰ γράμματα. Μέσα στὶς σελίδες τῶν ἱερῶν βιβλίων ἐντρυφοῦσε γιὰ ὧρες κάθε μέρα. Μέσα σ᾿ αὐτὲς βρῆκε τὸν «πολύτιμον μαργαρίτην». Καὶ γιὰ τὸν μαργαρίτη αὐτὸν δὲν δίστασε νὰ θυσιάσει τὰ πάντα, γιὰ νὰ τὸν κάμει κτῆμα του ἀναφαίρετο. Καὶ τὸν ἔκαμε. Ἡ συνέχεια τῆς περιγραφῆς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ δείξει.
Ἔγγαμος
βίος
Ὅταν ὁ Ἰωάννης πέρασε τὸ
κατώφλι τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας καὶ
μπῆκε στὴ νεανική, οἱ γονεῖς του, μετὰ
ἀπὸ ἀρκετὲς πιέσεις, τὸν ἔπεισαν,
παρὰ τὸν βαθύ του πόθο νὰ ἀφιερωθεῖ
σὲ ἔργα ὑψηλότερα, ἔργα ὑπηρεσίας
τῆς Ἐκκλησίας, νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ
ἀναλάβει τὸν ζυγὸ τῆς οἰκογενειακῆς
ζωῆς. Ἡ ὑποχώρηση τοῦ αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε
πράξη ἀδυναμίας. Τουναντίον ὑπῆρξε
μιὰ πράξη δυνάμεως. Ἦταν μιὰ θυσία τοῦ
ἑαυτοῦ του γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνων ποὺ
τὸν ἔφεραν στὸν κόσμο. Γιὰ τὴν ἀγάπη
τῶν γονιῶν του.Ἡ οἰκογενειακὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου μας ὑπῆρξε πρότυπος. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ «ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» εἶχε θρονιαστεῖ στὸ σπίτι τους. Δύο ἀγγελούδια μὲ τὴ σειρά, δῶρα τοῦ Θεοῦ κι αὐτὰ ἦρθαν νὰ αὐξήσουν τὴ χαρὰ στὴν εὐλογημένη οἰκογένεια.
Ἡ ἀνέφελη ὅμως ζωὴ δὲν ἔχει κάτι τὸ μόνιμο στὸν κόσμο αὐτό. Ὁ γαλανὸς οὐρανὸς τῆς οἰκογενειακῆς εὐτυχίας συννέφιασε κάποια μέρα. Πρῶτα ἡ σύζυγος κι ὕστερα τὰ δύο παιδιὰ ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου κι ἔφυγαν σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Στὸ σπίτι ποὺ βασίλευε τὸ γέλιο κι ἡ χαρά, ἔχει στήσει τώρα τὸ σκιάχτρο του ὁ πόνος κι ὁ σπαραγμός. Στὸ κτύπημα αὐτὸ τὸ βαρὺ κι ἀσήκωτο γιὰ πολλούς, ὁ Ἰωάννης ἔδειξε ὅλο τὸ ψυχικό του μεγαλεῖο. Τὰ λόγια τοῦ πολυάθλου Ἰὼβ «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο... εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» στριφογυρίζουν συνέχεια στὸν νοῦ του. Καὶ παρηγορεῖται. Καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό. Καὶ παίρνει τὴν ἀπόφαση σταθερὰ κι ἡρωικὰ νὰ ἀφιερωθεῖ πιὰ ἀποκλειστικὰ στὴ διακονία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του Χριστοῦ. Κι ἡ ἀπόφαση ἔγινε ἔργο.
Ἀφιέρωση
στὸν Θεό
Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον
του στὴ σύντροφό του καὶ τὰ σαρκικά
του παιδιὰ διοχετεύονται τώρα πλούσια
στὴ μεγάλη «οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ», τὴν
Ἐκκλησία. Οἱ πονεμένοι καὶ οἱ
βασανισμένοι, οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά,
οἱ φτωχοὶ καὶ ἀπόκληροι τῆς ζωῆς
γίνονται πιὰ οἱ προστατευόμενοι τοῦ
μεγάλου φιλάνθρωπου. Ἡ φήμη του διαδίδεται
παντοῦ. Τὸ παράδειγμά του φωτίζει τὶς
καρδιές. Κι ἡ ἀγάπη του, ἡ ἀνιδιοτελὴς
καὶ πλούσια ἀγάπη του, διδάσκει καὶ
συγκινεῖ μικροὺς καὶ μεγάλους. Οἱ
χριστιανοὶ καμαρώνουν. Κι οἱ εἰδωλολάτρες
θαυμάζουν καὶ ζητοῦν νὰ τὸν γνωρίσουν
καὶ νὰ τὸν ἀκούσουν.Ὁ λύχνος ὅμως πρέπει νὰ τεθεῖ καὶ στὸν ἀνάλογο λυχνοστάτη. Εἶναι ἀνάγκη ν᾿ ἁπλώσει καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς του πλατύτερα. Κι ἡ εὐκαιρία δόθηκε.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ὁ πατριαρχικὸς θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας εἶχε χηρέψει. Πρόκριτοι καὶ λαὸς μὲ μιὰ φωνὴ καλοῦν στὴν ἱστορικὴ θέση τὸν Ἰωάννη. Ὁ πατρίκιος Νικήτας, ἔπαρχος τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐξάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου, μεταφέρει σ᾿ αὐτὸν τὴ λαϊκὴ παράκληση. Ὁ αὐτοκράτορας συγκατατίθεται, ἀλλὰ καὶ κατατοπίζεται, πὼς γιὰ νὰ πεισθεῖ ὁ Ἰωάννης νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν προσφερόμενη θέση, πρέπει νὰ ἀντιληφθεῖ, πὼς ὁ βασιλιὰς στὴν περίπτωση αὐτὴ ἑρμηνεύει τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα. Οἱ μικροὶ μόνο, βλέπετε, ἐπιδιώκουν καὶ κυνηγοῦν τὰ ἀξιώματα. Οἱ μεγάλοι, καὶ ὅταν τοὺς προσφέρονται, τὰ ἀφήνουν καὶ φεύγουν. Αὐτὸ ἴσχυσε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰωάννου. Ὁ αὐτοκράτορας ὅμως εἶναι κατατοπισμένος κι ἀποφασισμένος «καὶ ἄκοντα πρὸς τὸν θρόνον ἀναγαγεῖν τὸν Ἰωάννην». Καὶ τὸ ἔκαμε.
Κάλεσε τὸν Ἰωάννη καὶ τοῦ ἀνήγγειλε τὴν ἐπιθυμία του. Κι ἀκόμη τὸν πιέζει ν᾿ ἀποδεχθεῖ τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα κι ὑπούργημα. Ὁ Ἰωάννης ἀντιστέκεται. Τὸ ἱερὸ ἔργο μὲ τὶς τόσες εὐθύνες τὸν συνέχει. Προβάλλει διάφορες ἀντιρρήσεις γιὰ νὰ ξεφύγει. Τελικὰ ὅμως ὑποχωρεῖ. Κι ὑποχωρεῖ γιατὶ αἰσθάνεται, πὼς ἡ ἀπαίτηση τοῦ βασιλιὰ κι ἡ θέληση τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀνθρώπινο. Τὰ βλέπει σὰν ἕνα μήνυμα τοῦ οὐρανοῦ πρὸς αὐτόν. Κλίνει τὸν αὐχένα μὲ ταπείνωση καὶ παραδίδεται ἄνευ ὅρων στὴν τιμητικὴ κλήση ποὺ τοῦ γίνεται· στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ. Ὑποτάσσεται στὸ μήνυμα τοῦ Οὐρανοῦ κι ἀναδεικνύεται γιὰ τὴν πόλη τοῦ Ἀλεξάνδρου, μὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο ἕνας ἄλλος Νεῖλος· ἕνας Νεῖλος πνευματικός. Ἕνας Νεῖλος ποὺ ξεχύνει τὸ ρεῦμα τῆς ἀγάπης του πλούσια παντοῦ, γιὰ νὰ ποτίσει καὶ νὰ δροσίσει τὶς φλογισμένες ἀπὸ τὴ φτώχεια καρδιές. Κάτι περισσότερο. Ὁ ποταμὸς ὁ Νεῖλος ἀρδεύει μόνο τὴ γῆ τῆς Αἰγύπτου. Ὁ πατριάρχης Ἰωάννης ξεχύνει ἄφθονα τὰ ἐλέη τῆς φιλανθρωπίας του καὶ πέραν τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου. Γίνεται ποταμὸς ποὺ μεταδίδει τὴν ἀγάπη σὲ κάθε ὕπαρξη, ὅπου κι ἂν βρίσκεται.
Φιλανθρωπικὸ
ἔργο
Τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ
ἁγίου ἱεράρχου μπορεῖ νὰ γεμίσει
πολλὲς-πολλὲς σελίδες. Δὲν ὑπάρχει
πτυχὴ ἀνέχειας καὶ δυστυχίας ποὺ νὰ
μὴν ἀντιμετωπίστηκε μὲ ἀνιδιοτελῆ
καὶ φλογερὴ ἀγάπη. Μόλις ἀνέβηκε στὸν
θρόνο, ἡ πρώτη του πράξη ἦταν νὰ
συγκαλέσει σὲ σύσκεψη τοὺς οἰκονόμους
τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς
κι ἀφοῦ τοὺς μίλησε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο,
ποὺ ἕνας στοργικὸς πατέρας μιλᾶ στὰ
παιδιά του, τοὺς ζήτησε. Τί νομίζετε;
Νὰ γυρίσουν ὅλη τὴν πόλη καὶ νὰ
καταγράψουν μὲ τὸ ὄνομά τους «ὅλους
τους κυρίους καὶ δεσπότας του». Κύριοι
καὶ δεσπόται τοῦ Πατριάρχου ποιοὶ
νομίζετε πῶς ἦταν; Τὴν ἐξήγηση δίνει
ὁ ἴδιος.- Ἐκείνους, ποὺ σεῖς ἔχετε τὴ συνήθεια νὰ τοὺς ὀνομάζετε φτωχοὺς καὶ ζητιάνους, αὐτοὶ γιὰ μένα εἶναι «οἱ κύριοι καὶ δεσπόται» μου. Γιατὶ αὐτοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν-νὰ κληρονομήσουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἔτσι ὁ πονόψυχος ἱεράρχης ξεκινᾶ γιὰ τὸ μεγάλο ἔργο του. Μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀφοσιωμένων συνεργατῶν τοῦ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μελετῶνται προσεκτικά τα διάφορα προβλήματα. Ὕστερα προγραμματίζεται ἡ ἐργασία. Ἀνοίγουν οἱ καρδιές. Ἀνοίγουν τὰ χέρια. Ἀνοίγουν τὰ ταμεῖα. Τὰ σχέδια ὑλοποιοῦνται. Καὶ σὲ λίγο καιρὸ ἡ Ἀλεξάνδρεια γίνεται ἀγνώριστη. Νοσοκομεῖα, πτωχοκομεῖα, ξενῶνες γιὰ τοὺς περαστικούς, μαιευτήρια γιὰ τὶς ἄπορες μητέρες, ὀρφανοτροφεῖα γιὰ τὰ ὀρφανὰ κι ἀπροστάτευτα παιδιά, συσσίτια γιὰ τοὺς φτωχοὺς κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ ἔργα ἀγάπης προβάλλονται παντοῦ... Ἡ φιλανθρωπία ὀργανώνεται ὑποδειγματικά. Οἱ βοηθοὶ τοῦ Πατριάρχου δὲν εἶναι ὑπάλληλοι ποὺ πᾶνε νὰ μοιράσουν «βοηθήματα» γιὰ νὰ ξεφορτωθοῦν κάποιους ὀχληροὺς ἐπισκέπτες. Μὲ τὴ φωτισμένη καὶ ἐμπνευσμένη καθοδήγηση τοῦ εἶναι ἕνας στρατός, ἕνας εἰρηνικὸς στρατὸς - στρατὸς ἀγάπης - ποὺ αὐθόρμητα κι ἐθελοντικὰ δίνει κάθε μέρα τὴ μάχη ἐνάντια στὸν πόνο καὶ τὴ δυστυχία. Καὶ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ κινητήριος μοχλός, πρωτοστάτης καὶ καθοδηγητὴς ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ποὺ ξέρει νὰ θυσιάζει καθημερινὰ καὶ χρῆμα καὶ κόπο κι ἀνάπαυση γιὰ τὸ ποίμνιό του, τοὺς χριστιανούς του. Ὁ ποιμὴν ποὺ τίποτα ἄλλο δὲν βλέπει μπροστά του παρὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε». Γι᾿ αὐτὸ καὶ περίπατός του, ξεκούρασμά του, ψυχαγωγία τοῦ εἶναι οἱ ἐπισκέψεις του στὰ πονεμένα παιδιά του κι ἡ παρουσία του ἐκεῖ ποὺ «ἐφιλοσοφεῖτο ὁ πόνος» κι ἡ ἀγάπη του εἶχε στήσει τρανὸ τὸ βασίλειό της.
Καινούργιοι
ναοί. Ὀργάνωση τοῦ κηρύγματος
Οἱ φροντίδες τοῦ καλοῦ καὶ
φλογεροῦ ποιμένος δὲν περιορίστηκαν
μόνο στὴν ἀνακούφιση τῆς φτώχειας καὶ
τῆς δυστυχίας. Πιὸ ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς
ἀπὸ τὴν ἀνέχεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο
εἶναι «ὁ λιμὸς τοῦ ἀκοῦσαι λόγον
Κυρίου» μὲ ὅλα τα ἐπακόλουθά του. Γιὰ
τὴ θεραπεία κι αὐτῆς τῆς ἀνάγκης
μεριμνᾶ ὁ στοργικὸς πατέρας. Κτίζει
ναούς. Ὅταν ἀνέλαβε στὰ χέρια τὸ
πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων
ὑπῆρχαν μόνον ἑπτὰ ναοί. Σὲ λίγο
χρονικὸ διάστημα ὁ φλογερὸς ἱεράρχης
τοὺς δεκαπλασίασε. Ἑβδομήντα ὀρθόδοξοι
ναοὶ ἔχουν ὑψωθεῖ σὲ διάφορα μέρη
τῆς ξακουστῆς πόλεως, ἀληθινὰ στολίδια
καὶ λιμάνια παρηγοριᾶς καὶ σωτηρίας
ψυχῶν. Οἱ ναοὶ ἐπανδρώνονται ἀνάλογα.
Εὐλαβεῖς κι ἀφοσιωμένοι ἱερεῖς
ἀναλαμβάνουν τὴ διδασκαλία καὶ
καθοδήγηση τῶν πιστῶν. Ἡ διαφώτιση
προσφέρεται μὲ ζῆλο. Τὰ ζιζάνια τοῦ
κακοῦ, τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς ἁμαρτίας
ξερριζώνονται τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ἡ
ἀδικία τῶν δυνατῶν της ἡμέρας
καταπολεμεῖται. Τὰ πάντα διατίθενται
μὲ σύστημα καὶ προσοχὴ γιὰ τὴ δημιουργία
μιᾶς καινούργιας κοινωνίας. Μιᾶς
κοινωνίας στὴν ὁποία νὰ βασιλεύει τὸ
θέλημα τοῦ Χριστοῦ.Γιὰ τὴ δημιουργία αὐτῆς τῆς κοινωνίας ὁ φλογερὸς Πατριάρχης προσφέρει τὰ πάντα. «Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους». Νὰ τὸ σύνθημα τῆς ζωῆς του. Γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν ξέρει νὰ κρατήσει, παρὰ ὅ,τι τοῦ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ μιὰ ζωὴ πολὺ ἁπλὴ καὶ φτωχική. Ἀσκητικὸ τὸ κελί του. Φτωχικὸ τὸ φαγητό του. Πρόχειρο τὸ στρῶμα του. Κοινὰ τὰ σκεπάσματά του. Τριμμένο τὸ ράσο του. Ὅ,τι καλὸ καὶ φανταχτερὸ τὸ μοιράζει στοὺς ἄλλους.
Χαριτωμένη
διήγηση
Κάποτε ἕνας πλούσιος ποὺ τὸν
εἶχε ἐπισκεφθεῖ κι εἶδε τὴ φτώχεια
ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ κελὶ τοῦ
φιλανθρώπου Ἐπισκόπου, ἔσπευσε νὰ
ἀγοράσει πολύτιμο πάπλωμα καὶ τοῦ τὸ
πῆγε μὲ τὴν παράκληση νὰ τὸ κρατήσει
καὶ νὰ προσεύχεται γι᾿ αὐτὸν κάθε
φορὰ ποὺ θὰ τὸ χρησιμοποιοῦσε. Ἡ
λεπτὴ ψυχὴ τοῦ Πατριάρχου συγκινήθηκε
ἀπὸ τὴν εὐγενικὴ καὶ πλούσια προσφορά.
Νὰ τὸ στείλει πίσω, δὲν τὸ θέλει. Ἡ
καλοκάγαθη ψυχή του δὲν δέχεται νὰ
λυπήσει τὸν πονετικὸ ἐκεῖνο ἄνθρωπο.
Τὸ κρατᾶ. Τὸ βράδυ δοκιμάζει νὰ τὸ
χρησιμοποιήσει. Ξάπλωσε καὶ τό ῾ριξε
ἐπάνω του. Ἡ ζεστασιὰ ποὺ τοῦ προσφέρει
δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κλείσει μάτι. Ἡ
σκέψη του στρέφεται συνέχεια στοὺς
φτωχούς του. Μπροστά του παρελαύνουν
ὅλες οἱ πονεμένες μορφές. Ἄγρυπνος
σχεδὸν ὅλη τὴ νύχτα στριφογυρίζει στὸ
κρεβάτι του. Τὸ πρωὶ χωρὶς νὰ χάσει
καιρό, παίρνει τὸ πάπλωμα καὶ τὸ
ἀποστέλλει στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ πουληθεῖ.
Κατὰ μιὰ ἀγαθὴ σύμπτωση, ἀπὸ τὸ
κατάστημα ποὺ ἦταν ἐκτεθειμένο τὸ
πάπλωμα γιὰ πώληση, πέρασε ὁ καλὸς
δωρητής. Τὸ εἶδε καὶ τὸ ἀναγνώρισε.
Ἀντελήφθηκε τὸν σκοπὸ τοῦ πονόψυχου
πνευματικοῦ πατέρα. Ἀγοράζει καὶ πάλι
τὸ σκέπασμα καὶ τὸ ξαναστέλνει στὸν
ἅγιο. Κι αὐτὸς πρόθυμα τὸ δέχεται
τούτη τὴ φορά. Ὄχι γιὰ νὰ τὸ κρατήσει
καὶ τὸ χρησιμοποιήσει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ
τὰ πουλήσει καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ
διαθέσει γιὰ τοὺς φτωχούς του.Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πολύτιμο πάπλωμα στάλθηκε καὶ πάλι στὴν ἀγορά. Ὃ πλούσιος δωρητὴς τὸ βλέπει, τὸ ἀγοράζει καὶ τὸ ξαναστέλνει γιὰ τρίτη φορὰ στὸν Πατριάρχη μὲ τὴν βαθιὰ παράκληση νὰ τὸ κρατήσει γιὰ νὰ μὴν κρυώνει τὴ νύχτα. Κι ὁ καλοκάγαθος ἱεράρχης τότε τοῦ ἁπαντᾷ μὲ τὴ γνωστὴ χαριτωμένη διάθεσή του:
- Γιὰ νὰ δοῦμε, ἀδελφέ μου, ποιὸς ἀπ᾿ τοὺς δύο μας θὰ κουρασθεῖ καὶ θὰ παραιτηθεῖ πρῶτος. Σὺ νὰ τ᾿ ἀγοράζεις καὶ νὰ μοῦ τὸ στέλνεις ἢ ἐγὼ νὰ τὸ παίρνω καὶ νὰ τὸ πουλῶ!
Ἐπαρκὴς
σὲ περιστάσεις
Τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του ἁγίου
μας τὸ βλέπουμε σ᾿ ὅλα τα κατορθώματα
τῆς ἡρωικῆς ἀγάπης του. Μὰ ἡ περίπτωση
τῆς ἁλώσεως τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων
ἀπὸ τοὺς Πέρσες προβάλλει κατὰ ἕνα
μοναδικὸ τρόπο τὸν πλοῦτο τῆς καλωσύνης
τῆς ὑπέροχης ψυχῆς του, καὶ τὴν
ἀπίστευτη ἱκανότητά του νὰ ἀντιμετωπίζει
καὶ νὰ λύει κατὰ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο
καὶ τὰ δυσκολοτέρα φιλανθρωπικὰ
προβλήματα καὶ ἔργα.Στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα (614 μ.Χ.) ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν Χοσρόης μὲ πολὺ στρατὸ πέρασε τὸν Εὐφράτη, κατέλαβε πόλεις καὶ χωριὰ καὶ ἔφτασε μπροστὰ στὴν Ἁγία Πόλη. Ἀπὸ ὅπου περνοῦσαν τὰ στρατεύματά του σκορποῦσαν παντοῦ τὴν ἐρήμωση καὶ τὴν καταστροφή. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ μανία τοὺς ξέσπασε ἀσυγκράτητη ἦταν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ παραδόθηκε χωρὶς ἔλεος στὴ φωτιὰ καὶ τὸ μαχαίρι. Ἡ ἑβραϊκὴ κακία κι ἀναλγησία συμπλήρωσε τὸ ἔργο τοῦ ἐξολοθρευμοῦ. Χιλιάδες πιστοὶ φονεύθηκαν. Σαράντα τέσσερις μοναχοὶ τῆς ἱστορικῆς μονῆς τοῦ ἁγίου Σάββα, «οἱ ἁγιοσαββίτες» σφάχτηκαν σὰν ἀρνιά. Ὁ τάφος τοῦ Κυρίου κι ὁ περιπυστος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως λεηλατήθηκαν καὶ παραδόθηκαν στὴ φωτιά. Τὰ ἱερὰ σκεύη μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τὰ βέβηλα χέρια. Κι ὁ πατριάρχης Ζαχαρίας αἰχμάλωτος σέρνεται στὴν ἐξορία.
Τὰ ἀπομεινάρια τῆς θλιβερῆς καταστροφῆς μὲ τὸν τρόμο ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό τους παίρνουν τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς μὲ σύντροφο τὸ δάκρυ καὶ τὸ κλάμα. Ποιὸς θὰ φροντίσει γι᾿ αὐτούς; Ποιὸς θὰ ἀναλάβει τὴν περίθαλψη καὶ τὴν φιλοξενία τους;
Ὁ ἐλεήμων Πατριάρχης. Ὁ στοργικὸς πατέρας. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ πνίγει τὸν ἀσήκωτο πόνο καὶ ρίχνεται μ᾿ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο. Ὀργανώνει συνεργεῖα καὶ κατὰ ἕνα τρόπο ἐκπληκτικὸ δέχεται τοὺς πρόσφυγες, τοὺς παρηγορεῖ, τοὺς ἐνισχύει, τοὺς τακτοποιεῖ. Κοντά του οἱ ναυαγοὶ αὐτοὶ τῆς ζωῆς βρῆκαν περίθαλψη, ἀγάπη, λιμάνι στοργῆς.
Ὁ ἱστορικὸς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Κ. Ἄμαντος γιὰ τὴ δραστηριότητα αὐτὴ τοῦ Ἁγίου μᾶς τονίζει; «Περιέθαλψε τοὺς πρόσφυγας κατὰ τρόπον μοναδικόν, ἄγνωστον μέχρι τότε εἰς τὴν ἱστορίαν».
Τελευταῖα χρόνια
Θαυμαστὴ ὑπῆρξε ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀγωνιστοῦ Πατριάρχη. Ὑπάκουος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἀπαρνήθηκε τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτό, γιὰ νὰ Τὸν ὑπηρετήσει. Ὅσο καιρὸ ζοῦσε στὴ γῆ, ἡ ματιά του ἦταν προσηλωμένη στὸν οὐρανὸ καὶ γι᾿ αὐτὸν κτυποῦσε συνέχεια ἡ καρδιά του. Κίνητρό του σὲ ὅλα εἶχε τὴ βαθιὰ ἀγάπη του στὸν Θεὸ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἀγάπη ἄρχισε τὴν ἀρχιερατεία του. Μὲ τὴν ἀγάπη τὴ φλογερὴ καὶ ἁγία συμπληρώνει τὴ ζωή του καὶ παραδίδει τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ στὸν τόπο ποὺ γεννήθηκε κι εἶδε τὸ φῶς γιὰ πρώτη φορά, στὴν Ἀμαθοῦντα τῆς Κύπρου.
Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ πατρικίου Νικήτα, ἐξάδελφου τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ἅγιός μας δέχτηκε νὰ τὸν συνοδεύσει ὡς τὴν Πόλη, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς εὐλογίες του στὸν αὐτοκράτορα ποὺ πολὺ τὶς ζητοῦσε. Μὲ δάκρυα ἀποχαιρέτησε τ᾿ ἀγαπημένα παιδιά του, μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ξεκίνησε. Ὅταν ἔφτασαν στὴ Ρόδο, ἕνα ὅραμα τὸν καλεῖ στὴν Κύπρο. «Ἔλα, μὴν ἀργεῖς, τοῦ εἶπε, ἕνας μεγαλόπρεπος καὶ φωτεινὸς ἄνδρας. Ἔλα! Ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων σὲ προσκαλεῖ».
Ὁ ἅγιος ἀντιλήφθηκε. Δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πολυβασανίσει τὸ μυαλό του. Τὸν καλοῦσε ὁ Κύριος. Φώναξε τὸν ἄρχοντα καὶ τοῦ φανέρωσε τὸ ὅραμα:
- «Ἄρχοντά μου, τοῦ εἶπε. Σὺ θέλησες τὴν ἀναξιότητά μου νὰ παρουσιάσεις στὸν βασιλιὰ τῆς γῆς. Ὁ Βασιλιὰς τοῦ Οὐρανοῦ ὅμως δὲν τὸ θέλει. Μὲ προσκαλεῖ κοντά του».
Μὲ βαθιὰ συγκίνηση ὁ ἄρχοντας ἀποχαιρέτησε τὸν πνευματικό του πατέρα. Μὲ τιμὲς τὸν προπέμπει στὴν Κύπρο. Ἔξω ἀπὸ τὴ σημερινὴ Λεμεσὸ ἔγραψε τὴ διαθήκη του. Τὸ κείμενό της εἶναι σύντομο, μὰ πολὺ περιεκτικό. Σ᾿ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει:
- «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Κύριε καὶ Θεέ μου, γιατὶ μὲ ἀξίωσες, τὰ δῶρα ποὺ Σὺ μοῦ ἔδωσες, νὰ σοῦ τὰ προσφέρω πίσω. Σ᾿ εὐχαριστῶ, ἀκόμη ποὺ ἄκουσες τὴν προσευχή μου καὶ στὴν κατοχή μου τώρα ποὺ πεθαίνω δὲν ἔμεινε παρὰ «ἓν τρίτον νομίσματος», τὸ ὁποῖον προστάζω νὰ δοθεῖ στοὺς φτωχοὺς ἀδελφούς μου. Ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔγινα ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεξανδρείας, βρῆκα στὰ ταμεῖα τῆς ἐπισκοπῆς μου ὀκτὼ χιλιάδες περίπου λίτρες χρυσοῦ. Μὲ τὶς γενναιόδωρες προσφορὲς φιλοχρίστων ἀνθρώπων, κατόρθωσα νὰ συγκεντρώσω ἀμύθητα ποσά. Τὰ ποσὰ αὐτά, ἐπειδὴ ἤξερα, πὼς εἶναι δῶρα τοῦ βασιλέα τῶν ὅλων Χριστοῦ, τὰ ἐπέστρεψα μὲ ἐπιμέλεια καὶ προσοχὴ στὸν Θεό, στὸν ὁποῖο καὶ ἀνήκουν. Σ᾿ Αὐτὸν παραδίδω τώρα καὶ τὴν ψυχή μου».
Ὑπέροχα λόγια ἀληθινοῦ ἁγίου. Σὲ λίγο ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἔφυγε γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀμαθοῦντος κήδεψαν τὸ ἅγιο λείψανο μὲ δάκρυα καὶ τιμὲς στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Τύχωνος.
Νά τί πέτυχε μιὰ ἁγνὴ χριστιανικὴ καρδιά. Τὰ χρόνια θὰ ἐναλλάσσονται, μὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος θὰ μείνει πάντα ὁλοζώντανο καὶ φωτεινό, γιὰ νὰ διαλαλεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τί μπορεῖ νὰ πετύχει στὴ ζωὴ ἕνας καὶ μόνον ἄνθρωπος, ὅταν αὐτὸς εἶναι γνήσιος χριστιανὸς «θείω ζήλῳ πεπυρωμένος».
Στὴν ἐποχὴ αὐτὴ τοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἀτομισμοῦ θερμὴ ἂς ἀναβαίνει καθημερινὰ ἀπὸ κάθε χριστιανικὴ καρδιὰ ἡ προσευχή: Τὸ παράδειγμα τοῦ φλογεροῦ ἐπισκόπου νὰ βρεῖ καὶ σήμερα μιμητές. Πολλοὺς τῆς ἐλεημοσύνης ἐργάτες καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος γνήσιους μιμητές.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν
τῇ ὑπομονῇ σου ἐκτήσω τὸν μισθόν σου
Πάτερ, Ὅσιε, ταῖς προσευχαῖς ἀδιαλείπτως
ἐγκαρτερήσας, τοὺς πτωχοὺς ἀγαπήσας,
καὶ τούτοις ἐπαρκέσας· Ἀλλὰ πρέσβευε
Χριστῷ τῷ Θεῷ, Ἰωάννη Ἐλεῆμον μακάριε,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸν
πλοῦτον τὸν σόν, ἐσκόρπισας τοῖς
πένησι, καὶ τῶν οὐρανῶν, τὸν πλοῦτον
νῦν ἀπείληφας, Ἰωάννη πάνσοφε· διὰ
τοῦτο πάντες σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες
τήν μνήμην σου, τῆς ἐλεημοσύνης ὦ
ἐπώνυμε.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λογον.
Ἐλεήμονα
γνώμην ἀναλαβών, εὐσυμπάθητος ὤφθης
προσεπαρκῶν, πτωχοῖς ἐνδεέσι τε, Ἰωάννη
θεόπνευστε, διὰ τοῦτο κλῆσιν, τῇ πράξει
κατάλληλον, παρὰ πάντας μάκαρ, Ἁγίους
ἐπλούτησας· ὅθεν ὁ δοτὴρ σε, τοῦ
ἐλέους μεγάλως, θεόφρον ἠλέησε, καὶ
φαιδρῶς κατελάμπρυνεν, Ἱεράρχα πανόλβιε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων
ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι
πόθῳ, τὴν Ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ
Οἶκος
Ἴδιον
κάλλος ἐνθεὶς τῇ ψυχῇ σου, τὴν γνησίαν
ἀγάπην, καὶ τὴν ὡραίαν συμπάθειαν,
κόρην ὡραίως κεκοσμημένην, τὴν
ἐλεημοσύνην, κλάδοις ἐλαίας ἐν τῇ
νυκτὶ ἀψευδῶς, Ἰωάννη ἑώρακας, ἱλαρῶς
σοι φθεγγομένην. Ἐὰν κτήσῃ με φίλην
καὶ σύνοικον, ἄξω σε ἐνώπιον τοῦ
Βασιλέως Χριστοῦ, καὶ πεισθείς, τοῦ
σκοποῦ οὐ διήμαρτες, τῆς ἐλεημοσύνης
ὦ ἐπώνυμε.
Μεγαλυνάριον
Ἐλεημοσύνης
ὁ ποταμός, ὁ τῆς εὐσπλαγχνίας, διανέμων
ἐπιρροάς, καὶ καταπιαίνων, ἀπόρων τὰς
καρδίας, ὁ μέγας Ἰωάννης, ὑμνολογείσθω
μοι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
.png)
.png)
