A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1827-1831(Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Kapodostrias Shmaia copy

DSC 2693


Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου στὴν μνήμη τοῦ μακαρίου Ἰωάννου Καποδίστρια Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος (1827-1831) Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 1831 - Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 2021


Ἀ
γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

   Οἱ βασικὲς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο δοχεῖο τὴς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ δικαιοσύνη. Τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ἔφερε πάνω του ἐκεῖνος ποὺ πρὶν ἀπὸ 190 ἀκριβῶς χρόνια ἔπεσε θῦμα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπάθειας. Πρόκειται γιὰ ἑναν ἀπὸ τοὺς Μεγαλύτερους Ἕλληνες, τὸν Κυβερνήτη μας, τὸν Άγιο τῆς πολιτικῆς, Ἰωάννη Καποδίστρια. 

   Μὲ βαθειὰ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης καὶ καθήκοντος, ἀποφασίσαμε νὰ τελεσθεῖ Τρισάγιο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του καῖ νὰ ἐκφωνηθεῖ ἡ παρούσα ὁμιλία σὲ ὅλες τῆς ἐνορίες τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μας. Ἰδίως στὴν ἐπέτειο τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία, αὐτὴ ἡ πράξη εἶναι τὸ λιγότερο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε γιὰ ἐκεῖνον. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμετεῖχε στο πεδίο τῆς μάχης τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ ἡ Ἐπανάσταση, ποὺ φέτος τιμοῦμε ἰδιαιτέρως, κατέστη δυνατὴ χάρη στὶς διπλωματικὲς μάχες ποὺ ἔδωσε στὴν Εὐρώπη, ὅπου ἀγωνίσθηκε μὲ ἀξιοθαύμαστη αὐτοθυσία. Ἀν δὲν ἦταν ἐκεῖνος, ἴσως ἀκόμη νὰ κινδυνεύαμε νὰ κάνουμε τὸν Σταυρό μας.

  Ἐπειδὴ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον κάποιος νὰ σκιαγραφήσει ἐπαρκῶς τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ἔργου του, θὰ ἀρκεσθῶ μόνο σὲ ὁρισμένα σημεῖα.

   Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας τῶν ἀριστοκρατῶν Ἀντωνίου καὶ Ἀδαμαντίας γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1776 καὶ ἦταν τὸ ἕκτο ἀπὸ τὰ δέκα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι, φρόντισαν νὰ διδάξουν στὸν Ἰωάννη καὶ στὰ ὑπόλοιπα τέκνα τους τὴν εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἡ ὀρθόδοξη αὐτὴ ἀνατροφή του, σὲ συνδυασμὸ μὲ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔζησε στὰ 16 του, ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία του. 

   Στὴν Ἰταλία σπούδασε Ἰατρικὴ καὶ Νομικὴ, ἐνῶ ἀμέσως μετὰ ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ ἔκανε βίωμα τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Ὄχι μόνο ἄσκησε δωρεὰν τὸ ἐπάγγελμα του, ἀλλά ἐπίσης ἔβαζε χρήματα κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι τῶν ἀσθενῶν γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φάρμακα τους, ἀνταποκρινόμενος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει φανερὰ ἐλεημοσύνη, διότι ὅπως ὁ ἵδιος εἶπε κάποτε στὸν πατέρα του: «ὁ Θεὸς δὲν ἀναπαύεται στὴν ματαιοδοξία».

   Ἡ πολιτικὴ σταδιοδρομία του ἄρχισε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1801, ὄταν ὡς ἐπίτροπος τοῦ κράτους τῶν Ἑπτανήσων κλήθηκε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν τάξη στὴν Κεφαλλονιά. Ἡ πρώτη του ἀποστολὴ στέφθηκε μὲ ἐπιτυχία καὶ ἔδειξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ἕνας πολλὰ ὑποσχόμενος νέος. Λίγα χρόνια ἀργότερα, τέλη του 1806, ὅταν ὁ Ἀλὴ Πασάς θὰ εἰσέβαλλε στὴν Λευκάδα, ὁ Ἰωάννης στάλθηκε γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα τοῦ νησιοῦ. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὺτὸ κάλεσε πολλοὺς ὀπλαρχηγοὺς ἀπὸ τὴν τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα, ὀργάνωσε τὸν στρατό, καὶ παράλληλα ἐφάρμοσε τὴν κατασκευὴ ὀχυρωματικῶν ἔργων. Στὰ ἔργα αὐτὰ δούλεψε σκληρὰ καὶ ὁ ἴδιος, σκάβοντας στὰ χαρακώματα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δράσης τοῦ τριαντάχρονου πολιτικοῦ ἦταν διπλό∙ ἀφενός ὁ Ἀλὴ Πασὰς δὲν τόλμησε νὰ εἰσβάλει στὸ νησί, ἀφετέρου, οἱ ὀπλαρχηγοὶ ἀντάμωσαν καὶ ἑνώθηκαν ὑπὸ τὸ σύνθημα «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος». Μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Ἀλὴ Πασὰ, ὁ Ἰωάννης εἶπε μὲ ταπείνωση στοὺς συνέλληνες του: «ἡ πατρίς θὰ μᾶς χρειαστεῖ ὅλους γιὰ ἕναν πολὺ σοβαρώτερο σκοπό». Οὐσιαστικὰ, ὁ Καποδίστριας εἶχε θέσει τὶς βάσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχημένη ἐπανάσταση ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε 14 χρόνια ἀργότερα, το 1821.

   Ἡ πολιτικὴ δράση τοῦ Ἰωάννη δὲν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου τοῦ Α΄, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε νὰ ἐργαστεῖ ὡς διπλωμάτης στὸ τμήμα τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Ρωσίας. Ἡ διορατικότητα καὶ ἡ συνέπεια του ὤθησαν τὸν Τσάρο νὰ ἀναθέσει στὸν Καποδίστρια τὴν ὀργάνωση τοῦ διαμελισμένου κράτους τῆς Ἐλβετίας, τὸ ὁποῖο ἔπραξε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία. Ὡς ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἐλβετία μέχρι σήμερα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλουσιώτερα καὶ πιὸ καλὰ ὀργανωμένα  κράτη στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ τιμᾶ τὸν ἄνδρα ποὺ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ἀνεξαρτησία της καὶ στὴ διαμόρφωση τοῦ συντάγματος τοῦ νέου τότε κράτους. 

   Μετὰ τὴν ἤττα τοῦ Ναπολέοντα, πραγματοποιήθηκε τὸ συνέδριο τῆς Βιέννης τὰ ἔτη 1814-1815. Ἐκεὶ ὁ Καποδίστριας, ὡς σύμβουλος τοῦ ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας ἐπέδειξε τόση σύνεση, εὐφυία καὶ τόλμη, ὥστε νὰ διορισθεῖ ἀπὸ τὸν Τσάρο ἀντιπρόσωπος τῆς Ρωσίας στὴν ἐπιτροπὴ τῶν πέντε, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ ἀποφάσιζε τὶς τύχες τῆς Εὐρώπης. Ὁ Ἕλληνας Καποδίστριας κράτησε στὰ χέρια του τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης! 

   Ὡστόσο, παρὰ τὸ μεγάλο ἀξίωμα, παρέμεινε ταπεινός καὶ δίκαιος. Ἀπό τὴν νέα θέση του ἔσωσε τὰ γερμανικὰ κρατίδια ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό τους στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, συμβάλλοντας στὴν δημιουργία τῆς Γερμανικῆς Συμπολιτείας. Ἐπίσης, ἴδρυσε τὴν Φιλόμουσο Ἐταιρεία, ἕνα φιλελληνικό κίνημα μὲ σκοπὸ νὰ φωτίσει τὴν κοινὴ γνώμη γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέφεραν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Ὁθωμανὸ Τύραννο καὶ νὰ προσφέρει τὰ μέγιστα στὴν παιδεία τῶν Ἑλληνοπαίδων μέσα ἀπό ὑποτροφίες γιὰ σπουδές στὰ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης. Νὰ σημειωθεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σπούδασε μὲ χρήματα του Καποδίστρια στὸ Παρίσι, ἴδρυσε λίγα χρόνια ἀργότερα ἐφημερίδα μὲ σκοπὸ τὴν ἀνατροπὴ του.

   Στὸ Συνέδριο τοῦ Παρισιοῦ ὁ Ἕλληνας διπλωμάτης ἔσωσε τὸ κράτος τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, ἐνῶ στὴν ἐπιθυμία τοῦ Γάλλου Βασιλιᾶ νὰ δίνει πάγιο μισθὸ στὸν Ἰωάννη μέχρι τὸν θάνατο του, ὁ ἀφιλάργυρος Ἰωάννης ἀρνήθηκε καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ στέλνει κάθε χρόνο δύο ἀντίτυπα ἀπό τὰ ἐκδιδόμενα βιβλία τῆς Γαλλίας στὴν βιβλιοθήκη τῆς Κέρκυρας γιὰ νὰ μορφώνονται οἱ νέοι. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Συνεδρίου ὁ Τσάρος διόρισε τὸν Ἰωάννη ὑπουργό ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας. Ἡ πρώτη ἐπιτυχία ποὺ σημείωσε ἀπὸ τὴν νέα του θέση ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων ὑπό τὴν προστασία τῆς Ἀγγλίας.

   Τὸ 1821 ἐξαιτίας τεσσάρων ἐξεγέρσεων ποὺ εἴχαν ἐκδηλωθεῖ σὲ διάφορες χῶρες τῆς Εὐρώπης, οἱ Μεγάλες Δυνάμεις συνεδρίασαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ φλέγον ζήτημα ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν ἀκεραιότητα τους. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης κήρυξε τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὴν Μολδοβλαχία. Τὸ γεγονός συντάραξε τὶς Μεγάλες Δυνάμεις μὲ τὸν Καγκελάριο τῆς Αὐστρίας καὶ ὁρκισμένο μισέλληνα Μέττερνιχ νὰ ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ καταπνιγεῖ ἐπειγόντως ἡ ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων, ἔλκοντας με τὸ μέρος του τὸν Τσάρο Ἀλέξανδρο. Μετὰ τὴ σφαγὴ Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ Καποδίστριας κατορθώνει, τελικὰ, νὰ σώσει τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.

   Ἕνα χρόνο ἀργότερα, παραιτεῖται ἀπὸ τὴν θέση τοῦ ὑπουργοῦ καὶ καταφεύγει στὴ Λωζάννη, ὅπου διαμένει σὲ μία εὐτελέστατη κατοικία δύο δωματίων ζώντας ὡς κοσμοκαλόγερος. Ἀπὸ τὴ Λωζάννη ξεκίνησε δυναμικὸ ἀγώνα νὰ συγκινήσει τοὺς Εὐρωπαίους διανοούμενους γιὰ τὸ Ἑλληνικό ζήτημα. Ἔγινε ζητιάνος σὲ αὐτούς γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὸν ἀγώνα. Εἶχε ὅμως κάθε δικαίωμα νὰ τὸ κάνει, διότι πρῶτος αὐτὸς διέθεσε ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος.

   Ἡ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας τὸν Μάρτιο τοῦ 1827 κλήθηκε νὰ ἐκλέξει Κυβερνήτη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἔλαβε τὸν λόγο καὶ εἴπε: «θὰ καλέσουμε τὸν σπουδαιότερο Ἕλληνα ποὺ ὑπάρχει, τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια». Ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ἀκόμη καὶ ὅσοι ζήλευαν τὸν Ἰωάννη, παραδέχθηκαν ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ καλύτερη ἐπιλογή.

   Ὁ Ἰωάννης ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν δυσκολώτερη ἀποστολὴ τῆς ζωῆς του, τὴν ὀργάνωση τοῦ ἀνύπαρκτου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Στὴν ἐπίσημη δοξολογία γιὰ τὴν ἀνάληψη τῆς νέας θέσης του, ἀρνεῖται νὰ καθίσει στὸν στολισμένο θρόνο, προτιμώντας νὰ παρακολουθήσει σεμνὰ καὶ προσευχητικὰ τὴν τελετή.

 Σχετικὰ μὲ τὸν μισθὸ του, τὰ λόγια του εἶναι ἀπόλυτα: 

«ἐφ´ ὅσον τὰ ἰδιαίτερα εἰσοδήματά μου ἀρκοῦν διὰ νὰ ζήσω, ὰρνοῦμαι νὰ ἐγγίσω μέχρι καὶ τοῦ ὀβολού τὰ δημόσια χρήματα, ἐνῶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μέσον ἐρειπίων καὶ ἀνθρώπων βυθισμένων εἰς ἐσχάτην πενίαν». 

   Δὲν λάμβανε μισθό ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος. Ἔδωσε τὰ πάντα γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἤθελε τὸ ἴδιο νὰ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοί, γεγονός ὅμως ποὺ τοῦ ἐπιφύλασσε τὴν μεγαλύτερη ἀπογοήτευση. Οἱ ἐκλεκτοὶ συνεργάτες του ἤταν ὅλοι ἄμισθοι. Ὄταν ἀντιλαμβανόταν ὅτι κάποιος εἶχε ἰδιοτέλεια, τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ θέσεις εὐθύνης, διότι θεωροῦσε ἀνήθικο νὰ παίζει κανεὶς μὲ τὸν πόνο τοῦ λαοῦ. Εἶχε γράψει ἄλλωστε ὅτι «ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ μου ἔσκιζε τὴν καρδιά μου».

   Εἶναι ἀσύλληπτο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθοεργιῶν ποὺ μέσα σὲ τρισήμισυ χρόνια ἐπέδειξε ὁ Κυβερνήτης στὴν Μητέρα Ἑλλάδα. Σὰν νὰ γνώριζε ὅτι θὰ φύγει καὶ ἔπρεπε νὰ δράσει βιαστικά γιὰ νὰ θεμελιώσει τὸ νέο κράτος...

   Ὁ Καποδίστριας ἔχτισε δημοτικὰ σχολεῖα καὶ σχολεῖα γιὰ δασκάλους, ἴδρυσε τὴν στρατιωτικὴ σχολὴ Εὐελπίδων γιὰ νὰ διασφαλίσει τὴν ἀσφάλεια τῆς πατρίδας, ἴδρυσε γεωργικὴ σχολὴ στὴν Τίρυνθα, ἴδρυσε ὀρφανοτροφεῖο, ἐργάσθηκε γιὰ τὴν  αὔξηση τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδας, ἔκοψε δικό του νόμισμα καὶ ἔκανε πολλὰ ἀκόμη ποὺ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλυθοῦν. 

   Ἡ ἀνιδιοτέλεια του καὶ ἡ συγκέντρωση τῶν ἐξουσιῶν στὰ χέρια του γιὰ λίγα χρόνια, μὰ πάνω ἀπ' ὅλα ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀναστήσει ἕνα κράτος δικαίου κίνησαν θύελλα ἀντιδράσεων ἀπὸ ἄνδρες ἐμπαθεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατούσαν νὰ κοιτάξουν πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια τους. Ἐκείνοι ἤθελαν τὴν ἐξουσία γιὰ νὰ ἰκανοποιήσουν τὴν ματαιοδοξία τους. Ὁ Καποδίστριας ὅμως, δὲν ἦταν τέτοιος. Βρισκόμενος στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ὡς ὑπουργός τοῦ Τσάρου, τοῦ προσφέρθηκαν πλούτη, χλιδή καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ ἐπιθυμοῦσε ἡ πλειοψηφία τῶν ἀριστοκρατῶν τῆς ἐποχῆς του, γιὰ νὰ τὸν ἐλκύσουν στὸ σαθρό τρόπο ζωῆς τους. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νᾶ παραμείνει ἔντιμος καὶ νὰ ἐργάζεται ἀπὸ τὴν περίοπτη θέση του γιὰ τὰ δίκαια τοῦ ὑπόδουλου Γένους μας. Ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δροῦσε στὶς αὐλὲς τῆς Εὐρώπης δίχως νᾶ ντρέπεται γιὰ τὴν ταυτότητα του, γιὰ τὸν τόπο του, γιὰ τὴν πίστη του. Ἀντίθετα, ἀπὸ αὺτὰ ἀντλοῦσε τὴν δύναμη νὰ παραμένει ἀγνός καὶ ἀκέραιος. Ὁποιαδήποτε ὁμιλία γιὰ τὸν Μεγάλο Ἕλληνα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν περιλαμβάνει τὴν ὁμολογία τοῦ θανάσιμου ἐχθροῦ του, τοῦ Μέττερνιχ ὅτι: «Ὁ μόνος ἀντίπαλος ποὺ δύσκολα ἠττᾶται εἶναι ὁ ἀπόλυτα ἔντιμος ἄνθρωπος, καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος είναι ο Καποδίστριας»! 

   Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλες τὶς ἰδεολογίες ποὺ δέσποζαν στὴν Εὐρώπη. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νὰ ζεῖ ὡς κοσμοκαλόγερος, σύμφωνα με τὸν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς, διότι μόνο αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα. Στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ἐκεῖνος σκεφτόταν τὸν θάνατο. Ἦταν συμφιλιωμένος μὲ αὐτόν.

   Κυριακὴ 20 Σεπτεμβρίου 1831. Ὁ Αὐγουστίνος Καποδίστριας ἐμποδίζει τὸν ἀδερφό του νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία, διότι οἱ πάντες γνώριζαν ὅτι τὸν Κυβερνήτη θὰ τὸν σκοτώσουν. Ἐκεῖνος πείθεται. Τὴν ἐπόμενη Κυριακὴ, ὡστόσο, 27 Σεπτεμβρίου 1831, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπουσιάσει ξανά. Φεύγει γιὰ τὴν Ἐκκλησία πρὶν χαράξει, «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν». Δὲν ἔκανε προεκλογικὸ ἀγώνα. Πῆγε στὴν Ἐκκλησία μὲ σκοπὸ να διαβάσει -ὅπως συνήθιζε- τὸν Ἐξάψαλμο καὶ νὰ κοινωνήσει. Δὲν πρόλαβε ὅμως. Στὸν δρόμο συναντᾶ τοὺς μέλλοντες φονεῖς του. Τοὺς χαιρετᾶ. Ἐκείνοι γρήγορα κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα διαπράττουν τὸ μοιραῖο. Ὁ Κυβερνήτης ποὺ ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν λαὸ ὅσο κανείς ἄλλος, «τὸ εὐγενέστερο πλάσμα τῆς Γῆς, δὲν ὑπάρχει πιά» (Ρωξάνδρα). «Ὁ κακοῦργος ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν Καποδίστρια, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του» (Ἐϋνάρδος).
   «Φθόνος γὰρ οὐ προτιμᾶ τὸ συμφέρον»... πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ πατρίδα μας καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη ἄν ὁ φθόνος δὲν ὀδηγοῦσε στὸν φόνο.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

   Κάθε κοινωνία, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ κοινωνία χρειάζεται στὸ τιμόνι της ἕναν ἀληθινό Κυβερνήτη μὲ πίστη στὸν Θεό. Δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας. Μὲ φιλοπατρία. Μὲ παρρησία. Μὲ ἐντιμότητα ἡ ὁποῖα τὸν καθιστὰ ἰσχυρό. Μὲ δικαιοσύνη. Μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ ἀνιδιοτέλεια. Μὲ σωφροσύνη. Μὲ διορατικότητα. Μὲ μνήμη θανάτου. Μὲ θυσιαστικὸ πνεῦμα. Μὲ ἐπιμονή στὸ στόχο. Μὲ εὐθύνη ἀπέναντι στὸ καθήκον. Μὲ ταπείνωση. Κάθε κοινωνία χρειάζεται ἕναν Καποδίστρια. Κὶ ἄν τὸν ἀποκτήσει, πρέπει νὰ τὸν φυλάξει καλά, καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ ἐργαστεῖ ὅπως ἐκεῖνος ξέρει γιὰ τὸ κοινὸ καλό. Ἡ Ἐλβετία, τουλάχιστον, αὐτὸ ἔκανε.

   Μέσα στὴν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἕναν ἄξιο Κυβερνήτη, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι «κατὰ τὸν λαὸ καὶ οἱ ἄρχοντες». Δὲν πρέπει νὰ τὰ περιμένουμε ὅλα ἀπὸ ἕναν Καποδίστρια. Πρώτοι ἑμεῖς ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε τὴν ἁγία βιοτή του καὶ ἄν τὸ καταφέρουμε, ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει γιὰ τὴν πατρίδα μας πολλοὺς Καποδίστριες.

   Εἴθε ἡ μνήμη του νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀπὸ ἐκεὶ ποὺ ἀναπαύεται, πλάι στοὺς Ἁγίους, νὰ πρεσβεύει γιὰ τὸ ἔθνος ποὺ ἀγάπησε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχυσε τὸ αἶμα του.

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β' Ο ΜΑΚΕΔΩΝ, Ο ΒΟΥΡΓΑΡΟΚΤΟΝΟΣ - Ἡ ἐξουσία ὡς σταυρός, ἡ ἰσχύς ὡς διακονία, ἡ ἱστορία ἐνώπιον Θεου (Τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου)

 

Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β´ ὁ Μακεδών, ὁ Βουλγαροκτόνος - Ἡ ἐξουσία ὡς σταυρός, ἡ ἰσχύς ὡς διακονία, ἡ ἱστορία ἐνώπιον Θεοῦ

Τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου


vasileios 01

 

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, Σεβαστοὶ Πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,

Ἡ Ἐκκλησία, ὅταν μνημονεύει πρόσωπα τῆς ἱστορίας, δὲν τὰ ἐξιδανικεύει, οὔτε τὰ ἀπορρίπτει. Τὰ διακρίνει. Διότι γνωρίζει ὅτι «οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου, οὐδὲ εἷς» (Ἰὼβ 14,4), ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα στὴν ἱστορία ἀκόμη καὶ διὰ ἀτελῶν ἀνθρώπων. Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β´ ὁ Μακεδὼν ὑπῆρξε μία τέτοια μορφὴ: ὄχι ἅγιος, ἀλλὰ ἄνθρωπος ἐξουσίας μὲ φόβον Θεοῦ. Ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰγνάτιον τὸν Θεοφόρον, προΐσταται «εἰς τόπον Θεοῦ», ὁ δὲ βασιλεὺς τῆς Ῥωμανίας ἐλογίζετο εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεόθεν τεταγμένος φύλαξ τῆς τάξεως, τότε ἡ κρίσις τῶν βασιλέων δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὔτε μὲ ῥομαντισμὸν οὔτε μὲ ἠθικισμὸν ἐκτὸς χρόνου, ἀλλὰ μὲ φόβον Θεοῦ καὶ ἀκρίβειαν ἱστορικήν. Ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦτο ἐπιχειροῦμε νὰ ἀτενίσωμεν τὴν μορφὴν τοῦ Βασιλείου Β´.

Βιογραφικὴ συγκρότησις καὶ χαρακτήρ.

Ὁ Βασίλειος Β΄ (958–1025) ἀνήκει εἰς ἐκείνην τὴν σπανίαν κατηγορίαν ἀρχόντων οἱ ὁποῖοι ἐβασίλευσαν ἐπὶ μακρόν καὶ ἀπέθανον ἐν ἐξουσίᾳ, δίχως νὰ ἡττηθοῦν πολιτικῶς. Ἀπὸ νεαρὰς ἡλικίας ἐγνώρισε τὴν ἀνασφάλειαν τῆς βασιλείας. Ἔζησεν ὑπὸ κηδεμονίας, ἐπεσκιάσθη ἀπὸ στρατηγούς, ἐταπεινώθη κατὰ τὴν στάσιν τοῦ Βάρδα Σκληροῦ καὶ τοῦ Βάρδα Φωκᾶ.

Ἐὰν θελήσωμεν νὰ κατανοήσωμεν ὀρθῶς τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργον τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´, ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα καὶ εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς του, εἰς τὴν καταγωγήν, τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν νεανικὴν αὐτοῦ διαμόρφωσιν, διότι ἐκεῖ ἐρριζώθησαν οἱ βάσεις τοῦ ἤθους καὶ τοῦ φρονήματός του. Ὁ Βασίλειος ἐγεννήθη τὸ ἔτος 958, πορφυρογέννητος υἱὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ Β΄ καὶ τῆς Θεοφανοῦς. Ὁ πατὴρ του, μολονότι νόμιμος διάδοχος τῆς Μακεδονικῆς δυναστείας, ἀπεβίωσεν προώρως, ἀφήνων τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν νηπιακῇ ἡλικίᾳ ἐπάνω εἰς θρόνον κλυδωνιζόμενον. Ἡ μήτηρ αὐτοῦ Θεοφανώ, γυνὴ ἐξαιρετικῆς ἐνεργητικότητος καὶ πολιτικῆς δεινότητος, ἠγωνίσθη νὰ διαφυλάξῃ τὰ δικαιώματα τῶν τέκνων αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ τίμημα ὑπήρξεν βαρύ: ὁ νεαρὸς Βασίλειος ἀνετράφη ἐν μέσῳ παλατιανῶν μηχανορραφιών, σφετερισμῶν καὶ βίαιων μεταβολῶν τῆς ἐξουσίας.

Ἀνακηρυχθεὶς αὐτοκράτωρ ἐκ παιδὸς (πέντε ἐτῶν), οὐκ ἐβασίλευσεν κατ’ ἀλήθειαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Ἄλλοι ἐκυβέρνων δι’ αὐτόν: στρατηγοὶ κραταιοί, αὐλικοὶ ὑπερόπται, ἡ ἐξουσία τῶν ὁποίων ἐσκίαζε τὸ πορφυρογέννητον δικαίωμά του. Κατὰ τὰ πρῶτα σχεδὸν τριάκοντα ἔτη τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἡ αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία ἠσκεῖτο ἀπὸ ἄλλους: πρῶτα ἀπὸ τὸν Νικηφόρον Φωκᾶ, ἔπειτα ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Τσιμισκήν καὶ ἀργότερον ἀπὸ ἰσχυροὺς αὐλικούς, ὅπως ὁ Βασίλειος ὁ Παραδυναστεύων.

Αὐτὴ ἡ μακρὰ περίοδος πολιτικῆς περιθωριοποίησης τοῦ νεαροῦ Αὐτοκράτορος ὑπῆρξε καθοριστική. Ὁ Βασίλειος ἐμεγάλωσεν εἰς περιβάλλον ἴντριγκας, δολοφονιῶν, σφετερισμῶν καὶ στρατιωτικῶν στάσεων, γεγονὸς τὸ ὁποῖον κατέστησε αὐτόν βαθύτατα καχύποπτον, ἐσωστρεφῆν καὶ ἀποφασισμένον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ποτὲ ξανὰ τὴν ὑποκατάστασιν τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἰσχυροὺς παράγοντας.

Ταῦτα πάντα ἐχάραξαν βαθέως τὴν ψυχὴν τοῦ νέου Αὐτοκράτορος· ἔμαθε ἐνωρὶς ὅτι ἡ βασιλεία δὲν χαρίζεται, ἀλλὰ διαφυλάσσεται δι᾽ ἀγῶνος, ὅτι ἡ ἀμέλεια γεννᾷ τὴν ἀναρχίαν καὶ ὅτι ἡ ἐξουσία, ἐὰν δὲν ἀσκῆται προσωπικῶς, σφετερίζεται.

Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παιδείαν αὐτοῦ, αἱ πηγαὶ μαρτυροῦν ὅτι ὁ Βασίλειος Β΄ δὲν ἐφιλοδόξησεν νὰ ἀναδειχθῇ λόγιος ἢ ῥήτωρ. Ἡ μόρφωσίς αὐτοῦ ὑπήρξεν πρακτικὴ καὶ βιωματική· ἐξεπαιδεύθη εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν καρτερίαν. Προετίμησε τὴν σκληραγωγίαν τοῦ στρατοπέδου ἀντὶ τῆς τρυφῆς τοῦ παλατίου, τὴν σιωπὴν ἀντὶ τῆς κενοδοξίας, τὴν πράξιν ἀντὶ τοῦ λόγου. Ἔτσι ἐμορφώθη ὁ χαρακτήρ του: αὐστηρός, ἀσκητικός, ἀκλόνητος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ βασιλεύσῃ, ὄχι ὡς κοσμικὸς δυνάστης, ἀλλ’ ὡς φύλαξ τῆς τάξεως, τῆς πίστεως καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς Οἰκουμένης.

Ἐκ τούτου ἐγεννήθη εἷς χαρακτὴρ ἀσκητικὸς, ἀδιάλλακτος, ἀγρυπνῶν. Δὲν ἔζησε βασιλικῶς· ἔζησε στρατοπεδευόμενος.

Ἐλθὼν εἰς τὴν ἡλικίαν τῆς ἀνδρικῆς ὠριμότητος, ὁ Βασίλειος Β΄ ἠναγκάσθη νὰ ἀναλάβῃ ὄχι μόνον τὸ στέμμα, ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρὸν τῆς πραγματικῆς βασιλείας. Τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐνεργοῦ ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας του ἐσημαδεύθησαν ἀπὸ σφοδροὺς ἀγῶνας ἐναντίον τῶν ἐσωτερικῶν σφετεριστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν νὰ καταλύσουν τὴν νόμιμον βασιλείαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προστασίας τοῦ κράτους. Ἡ ἀνταρσία τοῦ Βάρδα Σκληροῦ καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον ἀκόμη φοβερωτέρα στάσις τοῦ Βάρδα Φωκᾶ, ἀπεκάλυψαν τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου: στρατηγοὶ κραταιοὶ, ἐμπειρότατοι ἐν πολέμοις, ἐπεχείρησαν νὰ ὑποκαταστήσουν τὴν Αὐτοκρατορικὴν ἐξουσίαν. Ὁ Βασίλειος, ἀντὶ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐπέδειξεν ὑπομονὴν, πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ἀκατάβλητον θέλησιν· ἐζήτησε συμμαχίας, ἐχρησιμοποίησε τὴν διπλωματίαν ὡς ὅπλον, καὶ ἐκάλεσε εἰς βοήθειαν τὰς ρωσικὰς δυνάμεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγεννήθη καὶ ὁ πυρὴν τῆς περιβοήτου Βαραγγικῆς Φρουρᾶς. Μετὰ τὴν συντριβὴν τῶν στασιαστῶν, ὁ αὐτοκράτωρ ἐστερέωσε τὴν ἐξουσίαν του ἐπὶ σταθερᾶς βάσεως, ἀπαλλάσσοντας τὸ κράτος ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῶν ἰσχυρῶν καὶ καθιστῶν σαφὲς ὅτι ἡ βασιλεία τῶν Ῥωμαίων δὲν ἦτο λάφυρον στρατηγῶν, ἀλλὰ θεόθεν διακονία.

Ἡ καθιέρωσις τῆς Φρουρᾶς τῶν Βαράγγων.

Ἐνταῦθα πρέπει νὰ μνημονεύσωμε καὶ ἕν γεγονὸς ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν κατανόησιν τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς φρονήσεως τοῦ Βασιλείου Β´· τὴν καθιέρωσιν τῆς περιφήμου Φρουρᾶς τῶν Βαράγγων. Κατὰ τὸ ἔτος 988 μ.Χ., ὅτε ὁ αὐτοκράτωρ ἀντεμετώπιζε τὴν ἐπικίνδυνον στάσιν τοῦ Βάρδα Φωκᾶ, ἐζήτησε βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος τῶν Ῥῶς Βλαδιμήρου. Ὁ τελευταῖος ἀπέστειλε σῶμα περὶ τοὺς ἑξακισχιλίους Βαράγγους πολεμιστάς, ἄνδρας σκληρούς, πειθαρχημένους καὶ ἀνεξαρτήτους ἀπὸ τὰς βυζαντινὰς φατρίας. Μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς στάσεως, ὁ Βασίλειος, ἀντὶ νὰ τοὺς διαλύσῃ, τοὺς ἐνέταξεν ὡς μόνιμον καὶ ἐπίλεκτον σῶμα προσωπικῆς φρουρᾶς, θέτων τὰ θεμέλια τῆς Βαραγγικῆς Φρουρᾶς. Ἡ ἐπιλογὴ αὕτη δὲν ὑπαγορεύθη μόνον ὑπὸ στρατιωτικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ βαθείας πολιτικῆς συνειδήσεως· ὁ αὐτοκράτωρ, πληγωθεὶς ἐκ νεότητος ἀπὸ τὰς προδοσίας ἐντοπίων στρατηγῶν, ἐζήτησε φύλακας ἀφοσιωμένους, οὐχὶ εἰς πρόσωπα ἢ γένη, ἀλλὰ εἰς τὸν θεσμόν τῆς βασιλείας. Οὕτως ἡ Βαραγγικὴ Φρουρὰ ἐγένετο ὄχι μόνον σῶμα ὁπλιτῶν, ἀλλὰ σύμβολον τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς ἀπηλλαγμένης ἀπὸ φατριασμοὺς καὶ ἰδιοτέλειαν.

Στρατιωτικὴ δράσις ἐν Δύσει – ὁ βουλγαρικὸς πόλεμος.

Ἀπαλλαγείς πλέον ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῶν ἐσωτερικῶν στάσεων καὶ ἐμπεδωθεὶς ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὁ Βασίλειος Β´ ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀπειλάς, ἀναλαμβάνων προσωπικῶς τὴν ἀρχηγίαν τῶν στρατευμάτων, κατὰ τὸ παλαιὸν Ῥωμαϊκὸν ἔθος. Πρῶτον μέλημα αὐτοῦ ὑπήρξεν ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ὀχυρῶν καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως. Ἐν συνεχείᾳ, ἐστράφη κατὰ τῶν Βουλγάρων, οἵτινες ὑπὸ τὸν Σαμουὴλ εἶχον ἐπεκτείνει τὴν κυριαρχίαν των εἰς τὰ δυτικὰ Βαλκάνια, φθάσαντες μέχρι τὸν Ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου καὶ ἀπειλοῦντες τὸν κορμὸν τῆς αὐτοκρατορίας. Αἱ πρῶται τοιαῦται ἐκστρατεῖαι ὑπήρξαν κοπιώδεις καὶ οὐχὶ ἀμέσως νικηφόροι· ὅμως ἐν αὐταῖς ἐσφυρηλατήθη ἡ στρατηγικὴ μέθοδος τοῦ Βασιλείου: ἐπιμονή, ὑπομονή, σταδιακὴ φθορά τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἄρνησις κάθε ἐντυπωσιασιακῆς κινήσεως ἄνευ βάθους.

Ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ὁ Βασίλειος πολεμεῖ τὸ βουλγαρικὸ κράτος. Κυριότεροι σταθμοῖ αὐτοῦ πολέμου ἦσαν:

• Ἡ Μάχη τοῦ Σπερχειοῦ (996): ἐκεῖ ἡττᾶται, μαθαίνει, ἀλλὰ δὲν ἀπογοητεύεται.
• Συστηματικὲς ἐκστρατεῖες (1000–1014): Ἀπελευθέρωσις Σκοπίων, Βεροίας, Πελαγονίας.
• Ἡ Μάχη τοῦ Κλειδίου (1014): στρατηγικὸς ἀποκλεισμός, διάλυσις τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ.

Ἡ μεγαλειώδης νίκη τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ τοῦ ἐπονομασθέντος Βουλγαροκτόνου κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Κλειδίου τὸ ἔτος (1014) ἀποτελεῖ κορυφαῖον σταθμὸν τῆς μακρᾶς καὶ ἐπιμόνου συγκρούσεως μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων. Ἐκμεταλλευόμενος τὸ δυσπρόσιτον τοῦ ἐδάφους καὶ τὴν ἄριστον πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, ὁ Βασίλειος κατέφερε συντριπτικὸν πλῆγμα κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ Σαμουὴλ, αἱ ὁποῖαι ἐπεχείρησαν ματαίως νὰ ἀνακόψουν τὴν προέλασιν τῶν Ῥωμαίων.

Σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσα ἱστοριογραφικὴν παράδοσιν, περὶ τοὺς 14.000 Βουλγάρους αἰχμαλώτους ἐτύφλωσεν ὁ Βασίλειος Β´ μετὰ τὴν μάχην τοῦ Κλειδίου (1014). Ἐξ αὐτῶν, εἷς ἀνὰ ἑκατόν ἀφέθη μονόφθαλμος, ἵνα ὁδηγῇ τοὺς λοιπούς πρὸς τὸν ἡγεμόνα Σαμουήλ. Ἡ τύφλωσις τῶν αἰχμαλώτων, ὡς πράξις ἀποτρεπτικὴ καὶ συμβολικὴ, ἐπέφερε βαθὺν ψυχολογικὸν κλονισμὸν εἰς τὸ βουλγαρικὸν κράτος, ὁδηγοῦσα ταχέως εἰς τὸν θάνατον τοῦ Σαμουὴλ καὶ τὴν κατάρρευσιν τῆς ἀντιστάσεως. Ἡ νίκη αὕτη ἐσφράγισε τὴν ὑποταγὴν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βυζαντινὴν αὐτοκρατορίαν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς εἰς τὰ βόρεια Βαλκάνια, ἐγκαινιάζουσα περίοδον σταθερότητος καὶ ἀκμῆς.

Ἡ μεταγενεστέρα πολιτικὴ τοῦ Βασιλείου (σεβασμὸς τῆς Ἐκκλησίας, Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος) δεικνύει ὅτι δὲν ἦτο ἄνθρωπος ἐκδικητικός.

Ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ ἀπετέλεσεν πράξιν ὑψηλῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς σκοπιμότητος, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐνσωμάτωσιν τῶν προσφάτως ὑποταγεισῶν βουλγαρικῶν χωρῶν εἰς τὸ βυζαντινὸν κράτος. Διὰ τῆς διατηρήσεως ἐκκλησιαστικῆς αὐτοτελείας, ἀλλ’ ὑπὸ σαφῆ ἐξάρτησιν ἐκ τοῦ οἰκουμενικοῦ κέντρου, ὁ Βασίλειος ἐπεδίωξε νὰ κατευνάσῃ τὰ τοπικὰ φρονήματα καὶ νὰ προλάβῃ ἐξεγερτικὰς τάσεις. Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ ὑπῆρξεν ἡ ρύθμισις καθ᾽ ἣν ὁ ἐκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος ἔδει νὰ ἀναδεικνύηται ἐκ τοῦ κλήρου τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ἐξασφαλίζουσα οὕτως τὴν δογματικὴν ὀρθοδοξίαν καὶ τὴν πιστότητα πρὸς τὴν αὐτοκρατορικὴν καὶ πατριαρχικὴν ἀρχήν. Ἡ συμπερίληψις δὲ εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἐπαρχιῶν μετὰ ἰσχυρῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἐνίσχυεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν κύρος αὐτῆς καὶ συνετέλει εἰς τὴν βαθμιαίαν ἐπανελλήνισιν καὶ σταθεροποίησιν τῆς περιοχῆς.

Ὁ θρίαμβος καὶ ἡ Ἀθήνα

Τοιουτοτρόπως τὸ 1018 μ.Χ., θριαμβευτὴς ὁ Βασίλειος καὶ κυρίαρχος τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, τὸ πρῶτον πράγμα τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην νὰ κάνῃ ἦτο νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀθήναν διὰ νὰ προσκυνήσῃ τὴν Παναγίαν τὴν Ἀθηνιώτισσαν καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσῃ διὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ πολυετοῦς ἀγώνα αὐτοῦ, ἐνάντιων τῶν Βουλγάρων. Συμφώνως πρὸς τὸν ἱστορικὸν Ἰωάννην Σκυλίτζην, ὁ σκοπὸς τῆς ἐπισκέψεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀθήναν, ἦτο ἀποκλειστικῶς θρησκευτικός: «ἐν Ἀθήναις δὲ γενόμενος, καὶ τῇ Θεοτόκῳ τὰ τῆς νίκης εὐχαριστήρια δοὺς καὶ ἀναθήμασι λαμπροῖς καὶ πολυτελέσι κοσμήσας τὸν ναόν, ὑπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν» (=ἀφοῦ ἔφτασε εἰς τὴν Ἀθήναν καὶ ἀπέδωσε εὐχαριστήρια διὰ τὴν νίκην εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ ἐκόσμησε τὸν ναὸν μὲ λαμπρὰ καὶ πολυτελῆ ἀφιερώματα, ἐπέστρεψε πίσω εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν), ἀκολουθῶν χερσαίαν διαδρομήν. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν οὔτε τὰ ἀφιερώματα τοῦ Βασιλείου εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Θεοτόκου, οὔτε τὴν διάρκειαν τῆς ἐκεῖ παραμονῆς αὐτοῦ, δυνάμεθα μόνον νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ἡ συνοδεία τοῦ Αὐτοκράτορος ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὴν ἐπίλεκτον φρουρὰν αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ Βασίλειος ἀναγνωρίζει τὸν ἑλληνικὸν καὶ χριστιανικὸν χαρακτῆρα τῆς πόλεως.

Τὸ ἔτος 1019 μ.Χ., ὁ Αὐτοκράτορας, ἐπιστρέφων ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις προσκύνημα αὐτοῦ, εἰσῆλθε τροπαιοῦχος εἰς τὴν Βασιλεύουσαν μετὰ τῆς θριαμβευτικῆς πομπῆς αὐτοῦ νὰ καταλήγῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, ὅπου ὁ ἑξηκοντούτης, πλέον, δαφνοστεφὴς Αὐτοκράτωρ, ἔψαλλε ὕμνους εἰς τὸν Θεόν.

Στρατιωτικὴ δράσις ἐν τῇ Ἀνατολῇ

Παραλλήλως, ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐνίσχυσε τὴν ἄμυναν τῶν θεμάτων καὶ περιόρισε τὰς κινήσεις τῶν Ἀράβων, ἐξασφαλίζων ὅτι τὸ κράτος θὰ πολεμᾷ πλέον ὄχι ἐν διχασμῷ, ἀλλ᾽ ἐν ἑνὶ σώματι. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ταῦτα βήματα κατέστη φανερὸν ὅτι ὁ Βασίλειος Β´ ἐπρόκειτο νὰ ἀσκῇ τὸν πόλεμον ὡς διαρκῆ διακονίαν καὶ ὄχι ὡς πρόσκαιρον θρίαμβον.

Ἀρμενία – Καύκασος

Ἡ δραστηριότης τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ εἰς τὴν Ἀρμενίαν καὶ τὰς χώρας τοῦ Καυκάσου ἀπετέλεσεν ἀναπόσπαστον μέρος τῆς μακρόπνοου στρατηγικῆς αὐτοῦ πρὸς ἐδραίωσιν τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας ἐν τῇ ἀνατολικῇ μεθορίῳ. Ἐκμεταλλευόμενος τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιπαλότητας τῶν ἀρμενικῶν δυναστειῶν καὶ τὴν εὐμενῆ στάσιν ὀρισμένων τοπικῶν ἡγεμόνων, ὁ Βασίλειος προέβη εἰς σταδιακὴν προσάρτησιν ἀρμενικῶν ἐδαφῶν, ὡς τῆς Ταρόν, τῆς Βασπρακανίας καὶ τῆς Ἀνίου, ἄνευ γενικευμένων συγκρούσεων. Ταυτοχρόνως, διὰ συνθηκῶν καὶ δυναστικῶν διακανονισμῶν, ἐξησφάλισε τὴν ὑποτέλειαν καὶ τὴν πιστότητα τῶν γεωργιανῶν καὶ καυκασιανῶν πριγκιπάτων, μεταβάλλων αὐτὰ εἰς προκεχωρημένον φραγμὸν κατὰ τῶν μουσουλμανικῶν δυνάμεων. Ἡ πολιτικὴ αὕτη, συνδυάζουσα διπλωματίαν καὶ στρατιωτικὴν ἀποτροπήν, ἐνίσχυσε τὴν ἀσφάλειαν τῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπεξέτεινε τὴν διοικητικὴν παρουσίαν τῶν Ῥωμαίων εἰς τὸν Καύκασον καὶ προετοίμασε τὸ ἔδαφος διὰ τὴν μετέπειτα ἀκμὴν τῆς βυζαντινῆς Ἀνατολῆς.

Ἀναχαίτισις Ἀράβων

Ἡ δράσις τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ τοῦ Μακεδόνος κατὰ τῶν Ἀράβων ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ σταθερᾶς ἐπιμονῆς καὶ μακροπρόθεσμου στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ, ἀποβλέποντος εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς βυζαντινῆς ἰσχύος εἰς τὴν ἀνατολικὴν Μεσόγειον καὶ τὰς παραμεθορίους χώρας τῆς Συρίας καὶ τῆς Μεσοποταμίας. Ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ ἰδίως κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας, ὁ Βασίλειος προέβη εἰς συνεχῆς ἐκστρατείας ἐναντίον τῶν Ἀραβικῶν ἐμιράτων, ἐνισχύων τὸ ἀμυντικὸν σύστημα τῶν θεμάτων καὶ ἐπαναφέρον τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ στράτευμα. Ἡ κατάληψις καὶ στερέωσις στρατηγικῶν πόλεων, ὡς ἡ Ἔδεσσα καὶ τὰ φρούρια τῆς ἄνω Μεσοποταμίας, περιόρισεν τὰς ἐπιδρομὰς καὶ ἐξησφάλισε τὸν ἔλεγχον τῶν ὁδῶν. Παραλλήλως, διὰ τῆς προβολῆς τῆς Αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐνσωματώσεως χριστιανικῶν πληθυσμῶν, ὁ Βασίλειος κατόρθωσε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀνατολικὴν μεθόριον ἀπὸ ζώνην ἀσταθείας εἰς πεδίον σχετικῆς εἰρήνης καὶ ἀσφαλείας, ἐδραιώσας τὴν Ῥωμαϊκὴν παρουσίαν ἐπὶ γενεάς. Ἀποτέλεσμα: Σταθεροποίησις συνόρων καὶ ἀσφάλεια Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ Αὐτοκρατορία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου ἔφθασε εἰς τὸ μέγιστον ἔδαφος, μετὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου!

Κάτω Ἰταλία

Ἐν τῇ Δύσει, ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλείου Β´ τοῦ Μακεδόνος ἀπεβλέψεν εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς Ῥωμαϊκῆς κυριαρχίας εἰς τὴν Κάτω Ἰταλίαν καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀραβικῆς καὶ λατινικῆς πιέσεως ἐπὶ τῶν δυτικῶν κτήσεων. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κατεπανικίου Ἰταλίας, μετ᾽ ἐπικέντρου πλέον τὸ Βάριον, καὶ ἡ ἀποστολὴ ἱκανῶν στρατιωτικῶν καὶ διοικητικῶν στελεχῶν ἐξησφάλισαν τὴν σταθερότητα τῶν βυζαντινῶν ἐδαφῶν καὶ ἀνέκοψαν τὴν προέλασιν τῶν Λογγοβάρδων καὶ τῶν Γερμανῶν. Ταυτοχρόνως, διὰ ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ συμμαχιῶν, ὁ Βασίλειος ἐπεχείρησε νὰ περιορίσῃ τὴν δράσιν τῶν Σαρακηνῶν εἰς τὴν Σικελίαν, ἐπιτυγχάνων προσκαίρους ἐπιτυχίας καὶ ἐπαναφέρον τὴν βυζαντινὴν παρουσίαν εἰς ὁρισμένα παράλια καὶ νήσους τοῦ Τυρρηνικοῦ πελάγους. Ἂν καὶ ἡ πλήρης ἀνάκτησις τῆς Σικελίας δὲν ἐπετεύχθη, αἱ ἐνέργειαι αὗται ἐσφράγισαν τὸ δυτικὸν μέτωπον καὶ ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν νὰ στραφῇ ἀπερισπάστως πρὸς τὰ μείζονα ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῶν Βαλκανίων.
Ἐπιπλέον ἡ Κάτω Ἰταλία παρέμεινε ῥωμαϊκὴ χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Βασιλείου Β´ και, τὸ κυριότερον, ἐπὶ τὼν ἡμερῶν αὐτοῦ, διετήρησε τὸν ὀρθόδοξον χαρακτῆρα αὐτῆς.

Οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ πολιτική – Τὸ Ἀλληλέγγυον

Κατὰ τῶν «δυνατῶν»

Ἰδιαιτέρως ἀποκαλυπτικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ τῆς ὀρθοδόξου κοινωνικῆς συνειδήσεως τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ ὑπήρξεν ἡ ἀμείλικτος πολιτικὴ αὐτοῦ κατὰ τῶν «δυνατῶν», οἱ ὁποῖοι ὡς νέοι πλούσιοι ἄρχοντες ἐπεχείρουν νὰ συσσωρεύσουν γῆν καὶ ἐξουσίαν, καταπατοῦντες τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας–γεωργούς. Μὲ νεαρὰν (νόμον) τοῦ 996 ἀκύρωσε κάθε ἀγορὰ γῆς ἁπλοῦ γεωργοῦ ἀπὸ μεγαλογαιοκτήμονα, μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν τεσσαράκοντα ἐτῶν! Ὁ Βασίλειος, ἐνεργῶν ὄχι μόνον ὡς κοσμικὸς ἄρχων, ἀλλὰ καὶ ὡς φύλαξ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἐφήρμοσε νομοθεσίαν ἐμπεποτισμένην ἀπὸ τὸ πατερικὸν πνεῦμα, ὅπως αὐτὸ ἐκφράζεται ἐναργῶς ἀπὸ τὸν Μέγαν Βασίλειον: «οὐ τὰ σὰ σὺ κατέχεις, ἀλλὰ τὰ τῶν πενήτων» καὶ «ὁ πλεονάζων πλούσιος κλέπτης ἐστίν». Ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐλέγχει τοὺς καταδυναστεύοντας τοὺς πτωχοὺς λέγων ὅτι: «οὐδὲν ψυχρότερον πλουσίου μὴ μεταδιδόντος». Καὶ πάλιν ὁ Μέγας Βασίλειος: «Οὐχ ὁ πλοῦτος ἄδικος, ἀλλ’ ἡ ἀδικία πλουτίζει».

Ἐπολέμησε λοιπὸν συστηματικῶς τὴν συγκέντρωσιν γῆς εἰς τὰς χεῖρας τῶν «δυνατῶν», μὲ ἀποτέλεσμα:
α) νὰ προστατεύσῃ τοὺς μικροὺς καλλιεργητάς,
β) νὰ διατηρήσῃ τὴν φορολογικὴν ἰσορροπίαν,
γ) νὰ διασφαλίσῃ στρατιώτας-γεωργούς.

Β. Ὁ νόμος τοῦ Ἀλληλεγγύου

Ὁ Βασίλειος Β΄ εἶναι ὁ αὐτοκράτορας ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε καὶ ἐφήρμοσε τὸν νόμον τοῦ Ἀλληλεγγύου (ἀλληλέγγυον), μὲ σκοπὸν τὴν προστασία τῶν πτωχῶν γεωργῶν καὶ τὴν συγκράτησιν τῆς δυνάμεως τῶν «δυνατῶν». Ὁ νόμος θεσπίστηκε περὶ τὸ 1002 μ.Χ. καὶ ὑπεχρέωνε τοὺς πλουσίους γαιοκτήμονας νὰ καταβάλλουν τοὺς φόρους τῶν πτωχῶν γειτόνων τους, ὅταν αὐτοὶ ἀδυνατοῦσαν!

Ὁ νόμος αὐτὸς ἀπετέλεσεν ἔμπρακτον ἐφαρμογὴν τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, μεταφέρων τὴν εὐαγγελικὴν ἀρχὴν τῆς «ἀλληλοβαστασίας» («ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε») εἰς τὸ πεδίον τῆς κρατικῆς διοικήσεως. Τοιουτοτρόπως, ὁ Βασίλειος Β´ ἀναδεικνύεται, ὄχι μόνον ἀμείλικτος στρατηλάτης, ἀλλὰ καὶ βασιλεὺς «κατὰ Χριστόν», ὑποτάσσων τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης.

Ἦταν βαθιὰ «ἀντικαπιταλιστικὸν» (μὲ σημερινοὺς ὅρους) νομοθέτημα καὶ ἀπολύτως ἀντικρουόμενον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἀριστοκρατίας. Ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος ἠγαπήθη ἀπὸ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ καὶ ἐμισήθη ὑπὸ τῶν ὀλίγων πλουσίων «δυνατῶν».

Πρόκειται διὰ ἕν ἀπὸ τὰ πλέον κοινωνικὰ νομοθετήματα ὁλοκλήρου τῆς μεσαιωνικῆς Εὐρώπης τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὴν βαθείαν κοινωνικὴν συνείδησιν τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου. Ὁ νόμος κατηργήθη ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει πόσο προσωπικῶς συνδεδεμένος ἦταν μὲ τὴ βούληση αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ηὐξημένην ἐπιρροὴν τῶν δυνατῶν εἰς τοὺς διαδόχους τοῦ Βασιλείου, πράγμα τὸ ὁποῖον ἴσως δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν μετέπειτα παρακμειακὴν πορείαν.

Ὅταν ὁ Βασίλειος ἀπεβίωσε (1025), τὰ αὐτοκρατορικὰ ταμεῖα ἦταν πλήρη, δίχως νὰ ἐφαρμώσῃ ἀκραίαν φορολογίαν, ἀλλὰ τουναντίον ἔχονταςἀνακουφίσῃ τὰ πτωχότερα κοινωνικὰ στρώματα. Αὐτὸ ἀποτελεῖ σπάνιον φαινόμενο εἰς τὴν ἱστορία μέχρι καὶ σήμερα.

Πίστις καὶ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ πολιτική

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄ Μακεδόνος χαρακτηρίζεται ὄχι ἀπὸ θεολογικὲς παρεμβάσεις ἢ δογματικὲς φιλοδοξίες, ἀλλὰ ἀπὸ σεβασμὸν εἰς τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ συνείδησιν τοῦ ὁρίου μεταξὺ βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ὁ Βασίλειος δὲν ἐπεχείρησε νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύσῃ, θεωρῶν ἑαυτὸν φύλακα καὶ ὄχι κύριον αὐτῆς. Ἡ προσωπικὴ του εὐσέβεια ἐξεφράζετο μὲ τρόπον λιτὸν καὶ ἀθόρυβον· ἔζησε ἀσκητικῶς, ἄγαμος, μακρὰν αὐλικῆς τρυφῆς, καὶ ἐστήριξε ἐμπράκτως μονὰς καὶ ἱερὰ προσκυνήματα, ἰδίως τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν βασιλείαν του ἐγνώρισε σταθερότητα καὶ ἀνάπτυξιν.

Ἡ πίστις του δὲν ἦτο ῥητορικὴ οὔτε ἐπιδεικτική· ἦτο πίστις βεβιωμένη, συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀίσθησιν εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄρχοντος ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε ὅτι θὰ κριθῇ ὄχι μόνον διὰ τὰς νίκας του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποῖου ἐβάστασε τὴν ἐξουσίαν.

Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥῶς (Ρώσων)

Ἀχώριστα συνδεδεμένος μὲ τὴν βασιλείαν τοῦ Βασιλείου Β´ εἶναι καὶ ὁ μέγας καὶ κοσμοϊστορικὸς ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥώς. Κατὰ τὸ ἔτος 988 μ.Χ., ὁ ἡγεμὼν τῶν Ῥῶς Βλαδίμηρος τοῦ Κιέβου ἐδέχθη τὸ Ἅγιον Βάπτισμα κατὰ τὸ ὀρθόδοξον δόγμα, γεγονὸς ποὺ ἀπετέλεσε σταθμὸν ὄχι μόνον θρησκευτικὸν, ἀλλὰ καὶ πολιτισμικὸν καὶ ἐκκλησιαστικὸν διὰ ὁλόκληρον τὴν ἀνατολικὴν Εὐρώπην. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς αὐτὸς δὲν ὑπήρξεν τυχαῖος· ἐπραγματοποιήθη ἐν στενῇ σχέσει μὲ τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμαϊκὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ ἐπὶ βασιλείας Βασιλείου Β΄, ὁ ὁποῖος, ἀντιμετωπίζων τὴν ἐσωτερικὴν στάσιν τῶν μεγάλων στρατηγῶν, ἔλαβε στρατιωτικὴν βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ Βλαδιμήρου. Ἡ πολιτικὴ συμμαχία ἐσφραγίσθη διὰ πνευματικῆς συγγενείας: ὁ Βλαδίμηρος ἐβαπτίσθη, ἔλαβε εἰς γάμον τὴν πορφυρογέννητον Ἄνναν, ἀδελφὴν τοῦ Βασιλείου, καὶ ἐβάπτισε μαζικῶς τὸν λαὸν του εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Δνείπερου. Οὕτως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφύτευσε ῥίζας βαθείας εἰς τὸν κόσμον τῶν Σλάβων, καὶ ἡ Ῥωμανία, ἄνευ κατακτήσεως καὶ ἀναγκασμοῦ, ἐπέκτεινε τὴν πνευματικὴν αὐτῆς ἀκτινοβολίαν. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥώς ἀποτέλεσε, οὕτως, μίαν ἐκ τῶν μεγίστων νικῶν τῆς βασιλείας τοῦ Βασιλείου Β΄, νίκην οὐ στρατιωτικήν, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικήν καὶ ἐσχατολογικὴν ἐν ταῖς συνεπείαις αὐτῆς.

Ἐπίλογος – Τὸ ταφικὸν ἐπίγραμμα

ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων
αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων
οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν·
οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα·
ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,
ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία·
καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ·
καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

Οι άλλοι παλιοί βασιλιάδες
άλλον τόπο επέλεξαν για ταφή τους.
Εγώ, όμως, ο Βασίλειος ο πορφυρογέννητος,
έστησα τύμβο στη γη του Εβδόμου,
και αναπαύομαι από τους αμέτρητους μόχθους,
που άντεξα στις μάχες και τις κακουχίες·
γιατί κανείς δεν είδε το δόρυ μου ασάλευτο,
απ’ τη στιγμή που ο Βασιλιάς των Ουρανών
με αξίωσε αυτοκράτορα γης και μέγα βασιλέα·
αλλά, αγρυπνώντας σε όλη μου τη ζωή,
προστάτευσα τα τέκνα της Νέας Ρώμης,
όταν με ανδρεία πολεμούσα στη Δύση
και εκστρατείες οδηγούσα στα σύνορα της Ανατολής,
στήνοντας παντού χιλιάδες τρόπαια.
Και μάρτυρές μου γι’ αυτό οι Πέρσες και οι Σκύθες,
και ο Αβασγός, ο Ισμαήλ, ο Άραβας, ο Ίβηρας.
Και τώρα αντικρίζοντας, διαβάτη, αυτόν τον τάφο,
ας είναι οι προσευχές σου ανταμοιβή της στρατηγίας μου.


Δηλαδὴ μέσω τοῦ ταφικοῦ του ἐπιγράμματος ὁ πιστὸς ἐν Χριστῷ Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βασίλειος ὁ Β´ ζητᾶ ταπεινῶς ὡς μόνη ανταμοιβὴ γιὰ τοὺς κόπους του τὴν προσευχή μας. Καὶ ἡ σημερινὴ προσευχητική μας σύναξη, ἀνταποκρίνεται στὸ αἰτημά του αὐτὸ νὰ προσευχόμαστε δι᾽ αὐτόν.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε Βασιλεῦ τοῦ Γένους ἡμῶν!

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΒΑΣΕΙΛΙΟΥ Β' ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας» (Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα)

 

Ὁμιλία Κυριακῆς ΙΑ΄ Λουκᾶ (Παραβολῆς τοῦ Δείπνου)

Ἀπὸ τὸν Σεβ/το Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Μεζοῦρλο (Λατίνια) Λαρίσης, τὴν Κυριακή, 15/28-12-2025, τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, ἡμέρα Ἐπετείου χιλίων ἀκριβῶς ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ ἀοιδίμου Αὐτοκράτορος ἡμῶν Βασιλείου Β΄ τοῦ Μακεδόνος, μὲ τίτλο: «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας».


Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΚΡΑΚΑ (1860-1938), η Καπετάνισσα Περιστέρα, η Ανυπότακτη τουρκοφάγος Αμαζόνα, o Θρύλος της πατρίδας μας!

 

Περιστέρα Κράκα

(1860-1938)

Σε όλη τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878) στη Δυτική Μακεδονία υπήρχε προετοιμασία για επανάσταση κι αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Μεταφέρονταν όπλα και εφόδια από την ελεύθερη Ελλάδα και πολλοί θερμόαιμοι βγήκαν στα βουνά και συγκρότησαν ένοπλα ανταρτικά σώματα, που προστάτευαν τους χριστιανούς κατοίκους από τους ληστές, τους ατάκτους Τουρκαλβανούς και την τουρκική αυθαιρεσία.

Ανάμεσά τους και η 17χρονη Περιστέρα Κράκα.

Η Περιστέρα ζούσε στη συνοικία της Σιάτιστας Γεράνεια με τα αδέλφια της. Μικρή ήταν ατίθαση και, όταν μεγάλωσε και τα αδέλφια της είχαν ήδη σχηματίσει αξιόλογο ανταρτικό σώμα, υφίστατο, ως αδελφή αντάρτη, τον εκφοβισμό και τις απειλές του δυνάστη. Τότε ήταν που αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο των αδελφών της. Βγήκε με μυθιστορηματικό τρόπο στα βουνά και ύστερα από τον φόνο του αδελφού της έγινε η ίδια αρχηγός του σώματος Κράκα.

Σύμφωνα με τον Ι. Αποστόλου: «Επί έξ μήνας κατόπιν κανείς Τούρκος στρατιωτικός δεν ημπορούσε να κοιμάται ήσυχος. Απιστεύτως γενναία, … η κόρη αυτή, προς την οποίαν, επί τέλους, ηναγκάσθη να συνθηκολογήσει μια ολόκληρος Αυτοκρατορία. Της έδοσαν αμνηστία…».

Σύμφωνα με νεότερους ερευνητές αυτή είναι ο θρυλικός καπετάνιος Σπανοβαγγέλης, ο οποίος το 1879 μαζί με τον καπετάν Κράκα και τον καπετάν Νταβέλη πολιόρκησαν και κατέλαβαν τη Φλώρινα!

Η Αθηνά Τζινίκου-Κακούλη επικαλούμενη άρθρο του Γ. Χατζηδάκη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» της 8ης/12/1984 δίνει πιο ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες: Διαφεύγοντας στη Θεσσαλία η Περιστέρα εγκαταστάθηκε στο Καζακλάρ, σημερινό Αμπελώνα. Εκεί ο άνδρας της κι άλλοι καπεταναίοι συνελήφθησαν από την ελληνική Κυβέρνηση με την κατηγορία της ληστείας και φυλακίστηκαν στην Αίγινα.

Τότε ήρθε ή ίδια η Περιστέρα στην Αθήνα, συνάντησε τον βασιλιά Γεώργιο, για να του εξηγήσει πως όλοι τους δεν ήταν ληστές, αλλά πολέμησαν τον Τούρκο και προστάτεψαν τον ραγιά.

Κατάφερε να τους ελευθερώσει και να γυρίσει στη Θεσσαλία.

Πέθανε το 1938 σε ηλικία 78 χρονών.

Το άγαλμά της, που βρίσκεται στο πάρκο δίπλα στο Κουκουλίδειο Πνευματικό Κέντρο, φιλοτέχνησε η γλύπτρια Αλίκη Χατζή. Την κατασκευή του χρηματοδότησε ο Νικόλαος Τύρνας, ευεργέτης της Σιάτιστας. Τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 12/8/1990. 


ΠΗΓΕΣ

Αποστόλου Ιωάννης, Ιστορία της Σιατίστης.

Δάρδας Αναστάσιος, Η Σιατιστινή Καπετάνισσα Περιστέρα, περιοδικό ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, τεύχος 96 (Ιούνιος 1991).

Ζυγούρης Φίλιππος, Ιστορικά σημειώματα περί Σιατίστης και λαογραφικά αυτής, σελ. 341.

Τζινίκου-Κακούλη Αθηνά, Η Μακεδόνισσα στο θρύλο και στην Ιστορία (1453-1940 μ.Χ.).

Αρχείο Γεωργίου Μ. Μπόντα.

Αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Σιάτιστας με αριθμό 263/90 και 67/2006.

Φωτογραφία: από το οικογενειακό αρχείο του Χαρισίου Ράμμου.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ, ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!

 

Ειδοποιήθηκε πως σχεδίασαν να τον σκοτώσουν όταν θα πάει στην εκκλησία, οπότε έλειψε μια Κυριακή. Πριν την επόμενη Κυριακή ξαναπληροφορείται πάλι πως όταν θα πηγαίνει στην εκκλησία για τον όρθρο, θα του την έχουν στημένη, και θα τον σκοτώσουν.
 Η απάντηση του Καποδίστρια:
«Αδυνατώ να λείψω δύο συνεχόμενες Κυριακές από την εκκλησία, ας με σκοτώσουν…».
Λίγο πριν φτάσει στην εκκλησία, μια κωφάλαλη ζητιάνα είδε τον Κυβερνήτη, στράφηκε προς το μέρος του και κινήθηκε προς αυτόν. Ο Κυβερνήτης θεώρησε ότι ενδεχομένως ζητάει ελεημοσύνη και πήγε να της δώσει.
Εκείνη δεν τα δέχτηκε και με άναρθρες κραυγές προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να πάει προς το ναό. Αυτός την προσπέρασε.
Φτάνοντας, ο Κυβερνήτης είδε τον Κωνσταντίνο και το Γεώργιο Μαυρομιχάλη.
Κοντοστάθηκε, αποφάσισε όμως να συνεχίσει τις τελευταίες στιγμές του βίου του σ’ αυτό τον κόσμο, έτσι όπως είχε συμπεριφερθεί και πολιτευθεί σ’ όλη του τη ζωή.
«Μ’ αυτές τις ιδέες και τις αρχές έμαθα να πολιτεύομαι. Δεν θ’ αλλάξω τώρα. Μ’ αυτές θα συνεχίσω κι ό,τι θέλει ας γίνει».
Έβγαλε το καπέλο του με το αριστερό του χέρι, ανέβηκε το πλατύσκαλο του Αγίου Σπυρίδωνα [στο Ναύπλιο], έκανε το σταυρό του με το δεξί και πέρασε στην αιωνιότητα.
Αιωνία η μνήμη!

(Ιστολόγιο «Τρελο-γιάννης», 27-09-2025)

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821

  

Εν όψει της εθνικής επετείου αξίζει να φέρουμε στο προσκήνιο μαρτυρίες πίστεως αγωνιστών και ηρώων του 1821.

Επικεφαλής των ηρωικών κληρικών μαρτύρων του 1821 στέκεται  ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄

Τραγική ήταν η θέση του όταν επαναστάτησε η Ελλάδα. Έβλεπε ότι
τον περίμενε το μαρτύριο. Πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη για να σωθεί. Αλλά ο «καλός ποιμήν» αρνήθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη των γενναίων προκατόχων του. Είπε: «Με προτρέπετε εις φυγήν μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών  πόλεων των χριστιανικών Επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικεία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ακούω δε εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύοντα Λαόν. Ουχί! Εγώ διά τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το Έθνος μου, ουχί δε όπως απολεσθή τούτο διά της χειρός των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρη μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου. Σήμερον (Κυριακή των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύς, αλλά μετά τινας ημέρας και ίσως και ταύτην την εβδομάδα  οι ιχθύες θα μας φάγωσιν… Ναί, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς  της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω των να με  δακτυλοδεικτώσι λέγοντες: «ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης».  Αν το Έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα θα μου αποδώση  θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου…  Υπάγω όπου με καλεί ο μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ  ο Ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».

Ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, που είναι γνωστός με το όνομα Παπαφλέσσας είναι αυτός που άναψε την φλόγα της Επαναστάσεως στο Μωρηά

=Φλογερός στην πίστη, έκανε να ωριμάση ο άγουρος καρπός-η μεγάλη
απόφασις του αγώνος και έλεγε: «Έλληνες, ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από τη σημαία του Χριστού!»

Άλλος, ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης έγραφε στον Γεώργιον Κουντουριώτην τις παρακάτω υπέροχες γραμμές:

«Ας μη λείψη, παρακαλώ, και η Υμετέρα Εκλαμπρότης από του να
συνεργήση εις το να γίνωσιν αι ανήκουσαι προς Κύριον προς εξιλέωσιν της θείας αυτού δικαιοσύνης ικεσίαι διά τας αμαρτίας και εμού του αναξίου και όλου του χριστεπωνύμου λαού… όπως συνοδευούσης της θείας αυτού Αγαθότητος, ενισχυθώσιν από την παντοδύναμον χάριν Του οι βραχίονες των Ελλήνων και ούτω κατατροπώσαντες διά του επί της ελληνικής σημαίας τιμίου Σταυρού και τους αισθητούς εχθρούς τούτους, αυτούς μεν υποχρεώσωμεν και άπαντας να ομολογώσι και να κηρύττωσι «Μέγας ο Θεός και η πίστις των Χριστιανών», ημείς δε δοξολογούντες να ψάλλωμεν το του προφητάνακτος «η δεξιά σου Κύριε δεδόξασται».

Ο δε Κωνσταντίνος Κανάρης με προσευχή ξεκίνησε για το κατόρθωμα στο λιμάνι της Χίου

  Όσο έλειπαν από το νησί, όλος ο κόσμος γονατιστός προσευχόταν
για τη σωτηρία τους.  Καί η επιστροφή τους στα Ψαρά με προσευχή ευχαριστήριο κατέληξε. Οι ιερείς με τα εξαπτέρυγα,  οι προύχοντες και όλος ο λαός τον συνόδευσαν στον ναό του Θεού. Εκείνη η πομπή πάνω στο μικρό αλλά τρισένδοξο νησάκι, μας θυμίζει τα χρόνια, που οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι χιλιοτραγουδισμένοι νικηταί ηρωικών αγώνων ανέβαιναν ταπεινοί προσκυνηταί στην Αγιά Σοφιά, για να ψάλουν «τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Τότε παρομοίως, ο θρυλικός  μπουρλοτιέρης κατέθεσε στα πόδια της εικόνος της Θεοτόκου το στεφάνι του και έπεσε με το μέτωπο κατά γης προσκυνώντας προσευχόμενος και ευχαριστώντας από βάθους καρδιάς το Θεό.  Κατόπιν εξομολογήθηκε, μετέλαβε των αχράντων Μυστηρίων  και με ταπείνωσι και σεμνότητα απεσύρθη στο ήσυχο σπιτάκι του.

Αλλά και ο Γέρος του Μωρηά, ο Κολοκοτρώνης ευλαβείτο πολύ την Παναγία. Στα 1821 ξεκίνησε από την Καλαμάτα για την Τρίπολη

Στα χωριά που περνούσε, χτυπούσαν οι καμπάνες, οι ιερείς έβγαιναν με τα εξαπτέρυγα, άνδρες, γυναίκες, παιδιά γονάτιζαν και έκαναν δεήσεις. Γρήγορα όμως ο πρώτος ενθουσιασμός έσβησε. Ο Αναγνωσταράς, ο Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας τράβηξαν γι’ αλλού. Ο Κολοκοτρώνης απέμεινε κατάμονος με το άλογό του στην Καρύταινα. Τι θα έκαμνε; Τι θα μπορούσε να κάνη ένας μονάχος, ολομόναχος; Το παν! Όταν φλογίζη την καρδιά του η φλόγα της πίστεως.

Αλλ’ ας αφήσουμε τον ίδιο το Γέρο να μας διηγηθή τι έκανε: «Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαιράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου˙ ήτον μια εκκλησιά εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς».  Σίμωσε, έδεσε το άλογό του σ’ ένα δέντρο, μπήκε μέσα, γονάτισε: -Παναγιά μου, είπε, από τα βάθη της καρδιάς του, και τα μάτια του δάκρυσαν. Παναγιά μου, βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανε το σταυρό του. Ασπάσθηκε την εικόνα της, βγήκε από το εκκλησάκι, πήδησε στ’ άλογό του κι έφυγε.

Λίγο πριν αρχίσει τον αγώνα στα Δερβενάκια είπε: -Έλληνες, απόψε ήλθε η Παναγία και μου είπεν: «Η Παναγία, σκέπη, βοηθός και προστασία!»  Μακάρι και σήμερα στην Παναγία να προσβλέπουμε και τούτη τη δέηση να λέμε:  «Παναγιά μου ψύχωσε τους Έλληνες!».

Ακόμη, η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα είπε στους Προκρίτους και στους Δημογέροντες:

«Έχασα τον σύζυγόν μου. Ευλογητός ο Θεός! Ο πρεσβύτερος υιός
μου έπεσε με τα όπλα ανά χείρας. Ευλογητός ο Θεός! Ο δεύτερος και μόνος υιός μου, 14ετής την ηλικίαν, μάχεται μετά των Ελλήνων και πιθανώς να εύρη ένδοξον θάνατον. Ευλογητός ο Θεός! Υπό το σημείον του Σταυρού θα ρεύση επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός! Αλλά θα νικήσωμεν ή θα παύσωμεν μεν ζώντες, αλλά θα έχωμεν την παρήγορον ιδέαν, ότι εν τω κόσμω δεν αφήσαμεν όπισθεν ημών δούλους τους Έλληνας».

Ιδού και τα επιβεβαιωτικά λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη:

«Οι αγωνισταί βάστηξαν την θρησκείαν του τόσους αιώνες με τους Τούρκους, και τους κάναν τόσα μαρτύρια και την βάσταξαν˙ και λευτέρωσαν και την Πατρίδα  τους, αυτείνοι με την θρησκεία τους, οπού ήταν πεντακόσιοι Τούρκοι εις τον αριθμόν  κι αυτείνοι ένας και χωρίς τ’αναγκαία του πολέμου και την μάθησιν οι περισσότεροι˙  και τ’άρματά τους δεμένα με σκοινιά. Καί η πίστι εις τον Θεόν,  λευτέρωσαν την Πατρίδα τους».

metamorfosikilkis.gr