A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΘΕΙ (Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)

 

Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν ὄγκον τῆς ὑπερηφανείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ταπεινοφροσύνη;

Ἐὰν ἀσκούμεθα εἰς αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ δὲν παραμελοῦμεν τίποτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν θὰ βλαβοῦμεν.

Διότι ἡ ψυχὴ ὁμοιώνεται πρὸς αὐτὰ ποὺ σπουδάζει καὶ λαμβάνει τὸν τύπον αὐτῶν ποὺ πράττει καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτά.

Ἂς εἶναι εἰς σὲ καὶ ἡ ἐμφάνισις καὶ τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ περπάτημα καὶ τὸ κάθισμα καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ ἑτοιμασία τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη ὅλα ἐξησκημένα πρὸς τὴν ταπείνωσιν.

Ἀκόμη καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ ἄσμα καὶ ἡ συναστροφὴ μὲ τὸν πλησίον καὶ αὐτὰ νὰ ἀποβλέπουν πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνην μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν.

Νὰ μή, παρακαλῶ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε νὰ ψάλλης μὲ ὑπερβολικὰ γλυκείαν φωνήν, μήτε νὰ διαλέγεσαι ὑπερήφανα καὶ ἀλαζονικά, ἀλλὰ εἰς ὅλα νὰ περικόπτης ἀπὸ τὸ μέγεθος.

Νὰ εἶσαι καλὸς πρὸς τὸν φίλον, μαλακὸς εἰς τὸν ὑπηρέτην, ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς θρασεῖς, φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς πτωχούς.

Νὰ παρηγορῆς τοὺς πάσχοντας, νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς θλίψιν· νὰ μὴ περιφρονῆς κανένα ποτέ.

Νὰ εἶσαι γλυκὺς εἰς τᾶς συνομιλίας, φαιδρὸς εἰς τᾶς ἀπαντήσεις, πρόθυμος, εὐκοπλησίαστος εἰς ὅλους.

Νὰ μὴν κάμνης ἐγκώμια τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε νὰ παρακινῆς ἄλλους νὰ λέγουν· νὰ μὴ δέχεσαι ἀπρεπὴ λόγια καὶ νὰ σκεπάζης ὅσα εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ προτερήματά σου.

Νὰ κατηγορῆς τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴ περιμένεις τοὺς ἐλέγχους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ γίνης ὅμοιος πρὸς τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, διὰ νὰ ὁμοιάσης τὸν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέφυγε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ ἁμάρτημά του.

Νὰ μὴν εἶσαι αὐστηρὸς εἰς τᾶς ἐπιτιμήσεις καὶ νὰ ἐλέγχης γρήγορα καὶ μὲ ἐμπάθειαν (διότι αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια)· μήτε νὰ καταδικάζης τὸν ἄλλο διὰ μικρὰ σφάλματα, ὡσὰν ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἀκριβοδίκαιος.

Νὰ περιμαζεύης αὐτοὺς ποὺ πέφτουν εἰς παραπτώματα καὶ νὰ τοὺς διορθώνης πνευματικά, ὅπως συμβουλεύη καὶ ὁ ἀπόστολος, λέγων· «νὰ προσέχης τὸν ἑαυτόν σου μήπως καὶ σὺ πέσης εἰς πειρασμόν».

Καὶ ὅταν φροντίζης τόσον διὰ νὰ μὴν δοξάζεσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσον ἄλλοι φροντίζουν διὰ νὰ δοξάζωνται, νὰ ἐνθυμῆσαι βέβαια τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀκούσιος δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ διάπραξις τοῦ καλοῦ διὰ νὰ φανῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ζημιώνουν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι αὐτοί, λέγει, «ἔχουν πάρει τὸν μισθό τους».

Νὰ μὴ ζημιώνης λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ θέλης νὰ φαίνεσαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μέγας θεατής, νὰ φιλοδοξήσης νὰ φαίνεσαι εἰς τὸν Θεόν. Διότι αὐτὸς ἀποδίδει λαμπρὸν μισθόν.

Ἔχεις καταξιωθῆ μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς προεδρίας καὶ σὲ περιβάλλουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σὲ δοξάζουν; Νὰ ἐξισωθῆς μὲ τοὺς ὑπηκόους· «νὰ μὴ κυριαρχῆτε, λέγει, ἐπάνω εἰς αὐτοὺς πού σᾶς ἔλαχε νὰ ποιμαίνετε» οὔτε νὰ ἐξουσιάζετε, ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες.

Διότι ὁ Κύριος διέταξε· «αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος ὅλων».

Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν γενικά, ἔτσι νὰ ἐπιδιώκης τὴν ταπεινοφροσύνην, ὡσὰν νὰ τὴν ἔχης ἐρωτευθῆ. «Νὰ τὴν ἀγαπήσης καὶ αὐτὴ θὰ σὲ δοξάση».

Ἔτσι θὰ βαδίσης σωστὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴν δόξαν, τὴν ἀγγελικήν, τὴν θείαν.

Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ὁμολογήση ὡς πραγματικὸν μαθητὴν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ θὰ σὲ δοξάση, ἐὰν μιμηθῆς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνη αὐτόν, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ θὰ εὔρητε ἀνάπαυσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς σας».

Εἰς αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

   Ο Μέγας Βασίλειος, ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξε μια μορφή που ταλαιπωρήθηκε σφοδρά από τον σωματικό πόνο σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Τα κείμενά του δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη σωματική του κατάσταση: «Επειδή μοι κατά φύσιν ην το νοσείν» (επειδή μου ήταν φυσικό να είμαι άρρωστος), ομολογούσε. Οι ασθένειες διαδέχονταν η μία την άλλη, και ο ίδιος περιέγραφε την αδυναμία του με συγκινητική ειλικρίνεια: «Ασθένειαι εξ ασθενειών διαδέχονται ημάς».

Πυρετοί που τον λιώνουν, πόνοι που του στερούν τον ύπνο, διαρκής αδυναμία που τον κάνει πιο «λεπτότερον από ένα ιστόν αράχνης». Αναγκάζεται να μένει κλεισμένος στο δωμάτιό του, ενώ επιθυμεί να ταξιδέψει και να εργαστεί για την Εκκλησία. Η ψυχή του θέλει να πετάξει, αλλά το σώμα του «έχει καταφαγωθή από χρονίαν νόσον, μέχρι σημείου ώστε να μη μπορώ να σηκωθώ από την κλίνην».

Η κατάστασή του φτάνει στο σημείο που οι γιατροί δεν μπορούν να τον βοηθήσουν, και ο ίδιος νιώθει ότι βρίσκεται «εις τα μεθόρια ζωής και θανάτου». Σε ένα συγκλονιστικό απόσπασμα προς τον φίλο του Ευσέβιο, αναφέρει ότι, αφού ανάρρωσε από μια σοβαρή κρίση, ένιωσε «πολύ στενοχωρημένος δια την επάνοδον, σκεπτόμενος εις ποία κακά ξαναέρχομαι».

Παρ’ όλες αυτές τις αφόρητες δυσκολίες, ο Μέγας Βασίλειος δεν εκφράζει ποτέ παράπονο. Δεν θέτει το ερώτημα «Γιατί;» στον Θεό. Η στάση του είναι βαθιά αποδοχή και υπομονή όπου αντί να θεωρεί την αρρώστια σαν τιμωρία, την βλέπει ως ευλογία και μέσο παιδαγωγίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι πληγές στο σώμα του επιφέρονται «από τον ευεργετούντα ημάς Κύριον». Η ασθένεια γίνεται για εκείνον ένα μονοπάτι προς την πνευματική κάθαρση.

Το ερώτημα «Γιατί;» προς τον Θεό, όταν αναβλύζει από τον πόνο μας, είναι η σπαρακτική κραυγή μιας ψυχής που νιώθει απελπισμένη. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη λογική καταρρέει μπροστά στο ανεξήγητο. Σε αυτή τη φράση δεν κρύβεται μόνο η πνευματική αδυναμία μας, αλλά και ένας σπόρος αμφισβήτησης, μια υπόγεια απιστία και η αμφιβολία ότι ο Θεός, αυτός ο πανάγαθος και παντοδύναμος Πατέρας, επιτρέπει τον πόνο για το δικό μας καλό. Κάποιοι ίσως νιώθουν το ίδιο συναίσθημα που έκανε τον Άγιο Σωφρόνιο, μετά από μήνες ασταμάτητου θρήνου, να φωνάξει «Θεέ, Είσαι αδυσώπητος…». Είναι η στιγμή που αναρωτιόμαστε, «Πού είναι λοιπόν η πρόνοια που απλώνεται μέχρι και τα πιο ταπεινά πράγματα;» και η ψυχή μας, με δίψα, ζητά να συναντήσει τον Θεό για να του πει: «Γιατί κρύβεσαι από μένα;».

Το Γιατί; είναι ένα τείχος που υψώνουμε μεταξύ μας και του Θεού, μια άρνηση να Τον εμπιστευτούμε ακόμα και σε αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής μας. Αντί να πούμε «Θεέ μου, εμπιστεύομαι το σχέδιό Σου, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνω», ρωτάμε με πικρία «Γιατί εγώ; Γιατί τώρα;». Ο Άγιος Βασίλειος, με την πλήρη αποδοχή του, μας δείχνει ότι η αληθινή πίστη δεν έχει ανάγκη από ερωτήσεις και απαντήσεις. Απλώς εμπιστεύεται. Και αυτή η εμπιστοσύνη είναι που μεταμορφώνει τον πόνο σε πνευματική νίκη, σε σωτηρία.

Ο Μέγας Βασίλειος αποδέχεται την ασθένεια ως φυσική κατάσταση του αμαρτωλού σώματος, ως μια «μάστιγα του Κυρίου» που επιτείνει τον πόνο «κατά την αξίαν μας». Η βιοτή του Αγίου αποδεικνύει ότι, ακόμα και όταν το σώμα φτάνει στα όριά του, η ψυχή μπορεί να παραμείνει ισχυρή. Μέσα στον πόνο και την αδυναμία, ο Μέγας Βασίλειος δεν έπαψε να γράφει, να διδάσκει και να ποιμαίνει την Εκκλησία. Η υγεία του ήταν «η μοναδική δικαιολογία» για την απουσία του, αλλά ακόμα και τότε, με τα τελευταία υπολείμματα της δύναμής του, έστελνε επιστολές, καθοδηγώντας και στηρίζοντας τους πιστούς. Το παράδειγμά του μας διδάσκει ότι η πίστη μας πρέπει να είναι «αλώβητη» και να μην κλονίζεται από τις δυσκολίες. Η ασθένεια μπορεί να μας στερήσει τη σωματική ευεξία, αλλά δεν μπορεί να μας πάρει την ελπίδα.

Η απάντηση στο ερώτημα του πόνου δεν βρίσκεται στο «Γιατί;», αλλά στο «Γιατί όχι;», γιατί η δοκιμασία είναι μια ευκαιρία για πνευματική πρόοδο. Ο Μέγας Βασίλειος, αν και με «συνηθισμένην εις την αρρώστειαν» κατάσταση, δεν έχασε ποτέ την ελπίδα του, παραμένοντας ένα λαμπερό παράδειγμα πίστης και εγκαρτέρησης μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 2024 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν Θεία Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Περιτομῆς Αὐτοῦ, ὁπόταν καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖο Ἄγγελος Κυρίου διεμήνυσε στὸν Δίκαιο Ἰωσήφ· «Ἰησοῦς». Ποιό ἄλλο ὄνομα θὰ ταίριαζε καλύτερα σὲ Ἐκεῖνον ποὺ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ νὰ «σώσει τὸν λαὸν Αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ», γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὰ δόλια τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ, γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὸν ἕως τότε παμφάγο Ἅδη; Κανένα ἄλλο. Καὶ αὐτό, διότι «Ἰησοῦς» σημαίνει «Σωτήρας». 

               Ἡ περιτομὴ τῆς ἀκροβυστίας ἀποτελοῦσε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δοσμένη στὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ. Μέσῳ αὐτῆς, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ θὰ μετεῖχαν στὴν Θεία Διαθήκη καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ξεχώριζε ὁ ἰουδαϊκὸς λαὸς ἀπὸ ἀλλοφύλους. Ἔτσι, ὁ Κύριός μας, ὡς ἀπόγονος -ἀνθρωπίνως- τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, καταδέχθηκε «σαρκὸς τὴν περιτομήν», ἀφενὸς γιὰ εἶναι ἀποδεκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὅταν μετὰ τὴν Βάπτισή Του θὰ κήρυττε στὶς συναγωγές τους, ἀφετέρου γιὰ  ἀποδείξει ὅτι δὲν ἦλθε νὰ καταλύσει τὸν Νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει. Καὶ ἀφοῦ τὸν ὁλοκλήρωσε, τὸν μεταμόρφωσε.Ἔχοντας τὴν ἐξουσία ὡς Θεός, ἔδωσε ἕνα τέλος σὲ ὅσα στοιχεῖα τοῦ Νόμου δὲν ἦταν παρὰ σκιὲς καὶ τύποι ποὺ συμβόλιζαν κάτι ἀνώτερο, δίνοντας βαρύτητα ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σὲ αὐτὸ τὸ ἀνώτερο. Στὴν περίπτωση τῆς περιτομῆς ποιό εἶναι αὐτό; Λέμε στὸ ἀπολυτίκιο: «καὶ νόμον ἐκπληρών, περιτομὴν θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Δηλαδή: «ἐκπληρώνοντας τὸν νόμο, καταδέχεσαι μὲ τὴν θέλησή Σου τὴν περιτομὴ τῆς σάρκας, γιὰ νὰ δώσεις τέλος στὶς σκιὲς καὶ νὰ ἀφαιρέσεις τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν μας». Γιὰ νὰ σωθοῦμε, αὐτὸ μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ κάνουμε: ὄχι νὰ ἀφαιρέσουμε κάποιο σημεῖο τοῦ σώματός μας, ἀλλὰ νὰ βγάλουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὶς κακὲς ἐπιθυμίες, τὰ ἐλαττώματα καὶ ὅσα μᾶς κρατοῦν σὲ ἀπόσταση ἀπὸ Ἐκεῖνον. 

               Πρῶτος τρόπος γιὰ νὰ καθαρισθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες του καὶ νὰ ἀναλάβει τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἀσφαλῶς αὐτὸ ποὺ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔλαβε τὴν θέση τῆς περιτομῆς καὶ ἐπικράτησε ἐπ΄ αὐτῆς: τὸ Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

               Πολὺ σύντομα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας θὰ δοῦμε τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη νὰ διδάσκει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ στὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν τὸν Μεσσία, λέγοντας: «Δὲν εἶμαι ἐγώ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ Ἰσχυρότερός μου. Ἐγὼ σᾶς βαπτίζω μὲ νερό μόνο. Ἐκεῖνος, ὅμως, θὰ σᾶς βαπτίσει με Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φωτιά».

               Τὸ νερὸ μέσα στὸ ὁποῖο βαπτίζεται ὁ κάθε νεοφώτιστος Χριστιανὸς εἶναι πλημμυρισμένο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ Βάπτισμα ἀξίως καὶ δικαίως ἐπικράτησε ἔναντι τῆς περιτομῆς. Μὲ τὴν τριπλὴ κατάδυση ἐντὸς τοῦ ἁγιασμένου ὕδατος, πεθαίνει ὁ παλαιός μας ἑαυτός, «συνθαπτόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ εἰς τὸν θάνατον, ὥστε ὅπως ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του». Τὸ Ἅγιο Βάπτισμα δὲν ἀποτελεῖ ἕναν σκιώδη τύπο, ὅπως ἡ περιτομή, ἀλλὰ τὸ λουτρὸ τῆς πνευματικῆς μας παλιγγενεσίας, δίχως τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται». 

               Ὅταν βγαίνουμε ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς Κολυμβήθρας, εἴμαστε πιὰ Ἅγιοι, καθὼς «ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστό». Ἔχουμε ἀποβάλει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ πορευόμαστε πρὸς τὴν αἰώνια ζωή, σύμφωνα μὲ τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄν, ὅμως, στὴν πορεία, ἁμαρτίες καὶ πάθη συγκεντρωθοῦν ξανὰ μέσα μας, τότε ὁ Θεὸς ὡς Πολυεύσπλαχνος μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ καθαριζόμαστε καὶ νὰ ἀφαιροῦμε τὰ ὅποια σφάλματά μας μὲ τὴν μετάνοια, μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Μέσα ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς μετανοίας, ἐπιτυγχάνουμε τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνη ἀρεστὴ στὸν Θεὸ περιτομή, τὴν περιτομὴ τῆς σκληροκαρδίας μας. Δὲν προσδοκοῦμε ἀπὸ μία τυπικὴ πράξη νὰ φέρει τὴν ἀλλαγή, ἀλλὰ προκαλοῦμε τὴν ἀλλαγὴ μὲ τὴν προσπάθειά μας καὶ μὲ τὴν συνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

               Ὅλος ὁ κόσμος τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἀνταλλάσσει εὐχὲς γιὰ καλὴ χρονιά. Αὐτὸ βέβαια εἶναι εὔλογο καὶ ἐπιθυμητὸ καὶ ὁπωσδήποτε μᾶς βρίσκει σύμφωνους, ὥστε καὶ ἐμεῖς μὲ χαρὰ νὰ εὐχόμαστε «καλὴ χρόνια». Μὴν πιστέψουμε ὅμως ὅτι τὸ νὰ προβοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν τυπικὴ πράξη τοῦ νὰ εὐχηθοῦμε, ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἀλλάξει τὰ πράγματα στὸ καλύτερο. Ὅλα τὰ πράγματα καὶ ἰδιαίτερα ἡ νέα χρονιά, θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἂν καταβάλουμε προσωπικὸ κόπο νὰ ἀλλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας πρὸς τὸ καλύτερο. 

               Δὲν μπορῶ νὰ κλείσω αὐτὸ τὸ μήνυμα δίχως νὰ ἀναφερθῶ καὶ στὸν σήμερα τιμώμενο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπό Καισαρείας. Ὁ σπουδαῖος αὐτὸς Ἱεράρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος πολὺ σωστὰ ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «τὸ λιοντάρι τοῦ Χριστοῦ», εἶναι ὁ ἐκ τῶν πλέον λαοφιλέστερων Ἁγίων, δεδομένου ὅτι εἶναι συνυφασμένος μὲ τὰ παραδοσιακὰ κάλαντα τῆς Πρωτοχρονιὰς ποὺ μάθαμε ἀπὸ παιδιά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγαπητὴ σὲ ὅλους μας παράδοση τῆς «Βασιλόπιτας». Κὶ ὅμως, ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἔχει «παρεξηγηθεῖ» ἀπὸ πολλούς, διότι χάριν της ἐμπορικότητος καὶ τῆς κατανάλωσης, παρουσιάζεται ἀπὸ τὰ μέσα ὡς ἕνας εὐτραφὴς καὶ ἀσπρογένης παπποὺς μὲ κόκκινα ροῦχα, ὁ ὁποῖος δίνει δῶρα τὰ Χριστούγεννα, ταξιδεύοντας μὲ ἕνα ἕλκυθρο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει δημιουργήσει στὰ παιδιά μας μία διαστρεβλωμένη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ τὸν Συναξαριστή, ἦταν λεπτότατος ἐξαιτίας τῆς σκληρῆς ἀσκήσεως, μαυρογένης καθόσον κοιμήθηκε στὴν ἡλικία τῶν 49 ἐτῶν ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστια, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπιγραμματικά, θὰ ἀναφέρω ὅτι ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ μορφωμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε κάθε ἐπαγγελματικὴ προοπτικὴ γιὰ νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Μοναχικὴ Πολιτεία. Διέπρεψε ὡς Μοναχὸς καὶ ἀξιώθηκε τῆς Ἀρχιερωσύνης, τὴν ὁποία διακόνησε μὲ καθαρὴ συνείδηση. Ὑπερμάχησε στὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ὑπέστη θλίψεις πολλές. Τὰ πολλὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀσκήσει τὴν φιλανθρωπία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαθέσει ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Βασιλειάδας, ἑνὸς κέντρου μὲ σημαντικὰ εὐαγῆ ἱδρύματα. Ὑπῆρξε πολυγραφότατος καὶ ἕνα ἐκ τῶν ἔργων του εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία τελέσαμε σήμερα ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἐννέα ἡμέρες τὸν χρόνο. 

               Ἕνας ἐπαρκὴς λόγος γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ χρειαζόταν πολλὲς ὥρες. Κάτι, ὅμως, ποὺ πιστεύω ὅτι ἀξίζει νὰ προστεθεῖ εἶναι μία ἀναφορὰ στὴν οἰκογένειά του, μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιτυχημένες οἰκογένειας στὴν παγκόσμια ἱστορία. Γονεῖς τοῦ ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι Βασίλειος καὶ Ἐμμέλεια. Ἀδέρφια του, μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι: Μακρίνα, Γρηγόριος, Πέτρος, Ναυκράτιος καὶ  Θεοσέβεια. Οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου μας εἶχαν πιάσει τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ ἀναθρέψουν Ἅγίους, πολίτες τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, καὶ ὄχι ἀνθρώπους προσκολλημένους στὴν ματαιότητα τῆς ἐπίγειας ζωῆς. 

               Εἴθε ὁ σαρκὶ περιτμηθεὶς Χριστός, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, νὰ ἐνισχύει τὸν καθένα μας στὸν ἀγώνα του, νὰ φωτίζει τὰ νέα ζευγάρια ποὺ δημιουργοῦν οἰκογένεια καὶ νὰ προστατέψει τὸν εὐλογημένο θεσμὸ τῆς οἰκογένειας ποὺ τόσο ἔντονα βάλλεται στὶς ἡμέρες μας. Νὰ προσεύχεστε! 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

Ὁ συγκλονιστικὸς διάλογος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μὲ τὸν Ἄρχοντα Μόδεστο

  


Ἡ ὀρθοδοξία τῆς Καππαδοκίας ἔμοιαζε λίγο πολὺ μὲ νησίδα στὴν Ἀνατολή. Ὁ Οὐάλης ἀπέλυσε τοὺς ἀσκοὺς τῆς αἱρέσεως παντοῦ. Συνδυασμένες ἡ βία καὶ ἡ πονηρία τοῦ ἔδωσαν ἀποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔσφιγγε τώρα σὰν τανάλια τὴν Καισάρεια. Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ Καππαδόκες δὲν εἶχαν γνωρίσει καλὰ τὴ βάναυση σκληρότητα τοῦ Οὐάλη. Ἄκουγαν ὅ,τι συνέβαινε ἀλλοῦ. Τοὺς κοβόταν τὸ αἷμα.

Τὰ διάφορα κέντρα τῆς αὐτοκρατορίας ὑποτάχθηκαν πράγματι στὴν πολιτικὴ τοῦ ἀρειανόφρονα. Μὰ τοῦτο ἔγινε γιατί διώχθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι, δημεύθηκαν οἱ περιουσίες τους, ἐξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν μὲ βίαια μέσα. Καὶ ὅσοι ἀντιστέκονταν ἀντικαταστάθηκαν.

Ἡ θηριωδία καὶ τὸ μίσος δὲν εἶχαν ὅρια. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ κάψουν… στὴν Νικομήδεια ὀρθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σὲ πλοῖο. Ὅσο πλησίαζαν μάλιστα στὴν Καισάρεια τόσο πιὸ ἄγρια γινόταν ἡ θηριωδία τους. Ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα βεβήλωναν ναούς. Σὲ κάποια πόλη μπῆκαν στὸν ναό, ἀνέβηκαν στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ χόρευαν πάνω σ’ αὐτήν. Σὲ ἄλλο ναό, ποὺ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας προσπάθησε νὰ ἐμποδίσει τοὺς βέβηλους, σκότωσαν καὶ ἔχυσαν ἀνθρώπινο αἷμα ἐπάνω στὴν ἴδια τὴν ἁγία Τράπεζα. Θῦμα ὁ ἱερέας. Τὰ φοβερὰ τοῦτα σφυροκοποῦσαν κάθε μέρα τ’ αὐτιὰ τῆς ὀρθόδοξης Καισάρειας…

Πρέπει νὰ ἦταν Νοέμβριος- Δεκέμβριος. Οἱ πιέσεις στὸ Βασίλειο διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη. Σήμερα τὸν προσέβαλαν. Αὔριο τοῦ ὑπόσχονταν πολλά.

Πρὶν ἀποφασίσει ὁ Οὐάλης τὴν ὥρα τῆς τελικῆς ἑφόδου δοκίμασε πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ φέρει στὰ νερὰ του τὸ Βασίλειο. Ἔνοιωθε μάλιστα ὅτι καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος παραμένει ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς του, γελοιοποίηση τοῦ Βασιλικοῦ του κύρους… Σημαντικὸ ρόλο στὶς πιέσεις ἔπαιζαν οἱ δικαστικοί, ποὺ εἶχαν κιόλας γίνει πέρα γιὰ πέρα ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα. Δὲν ὑστέρησαν ὅμως καὶ οἱ στρατιωτικοί…

Τὰ τεχνάσματα δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα καὶ ὁ Οὐάλης βιαζόταν. Ἤθελε νὰ τελειώνει ὅσο γινόταν γρηγορώτερα μὲ τὴν τελευταία ἑστία ἀντιστάσεως, μὲ τὸ Βασίλειο. Ἔτσι θὰ ὑποτάσσονταν ἀμέσως Καππαδοκία, Πόντος καὶ Ἀρμενία. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ὁ Βασιλιὰς νὰ παίξει τὸ τελευταῖο του χαρτί. Ἔστειλε προπομπὸ στὴν Καισάρεια τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, τὸν ὕπαρχο τῶν πραιτωριανῶν. Ἤξερε τί ἔκανε.

Ὁ Μόδεστος ἦταν ἀπὸ τὴν ἄθλια ἐκείνη πάστα τῶν ἀνθρώπων ποὺ γίνονται βασιλικώτεροι τοῦ βασιλέως γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν θέση τους. Ἀδίστακτος καὶ ἀπάνθρωπος, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ καὶ νὰ ἀρέσει στὸν ἀφέντη του. Ἡ Ἐκκλησία στὴν Ἀνατολὴ γνώρισε τὴ θηριωδία του ἀπὸ τὴν καλή…

Στὴν Καισάρεια ὁ Μόδεστος ἐγκαταστάθηκε στὸ Διοικητήριο. Ἡ ἀναμέτρηση ὅμως ἔγινε μᾶλλον στὸ δικαστήριο… Διέταξε νὰ τοῦ φέρουν τὸ Βασίλειο, ποὺ ἦταν κιόλας ἕτοιμος.

Ὅλη τὴ νύχτα ὁ ἐπίσκοπος προσευχόταν. Γιὰ κάποια στιγμὴ ἔνοιωσε τὰ γόνατά του νὰ λύνονται ἀπὸ φόβο. Θὰ τὰ κατάφερνε; Θὰ στεκόταν ὅσο χρειαζόταν ἄξιος μπροστὰ στὸ θηρίο; Τὸ πικρὸ ποτήρι μένει πικρὸ καὶ γιὰ τοὺς μεγάλους. Πέρασε ὅμως ὁ φόβος του. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἔσφιξε τοὺς ἁρμούς του καὶ ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται ἀλλοιώτικα…

Καὶ ὁ Μόδεστος; Μόλις τὸν εἰδοποίησαν πῆγε στὴν ἐπίσημη αἴθουσα καὶ ἔκατσε στὸ θρόνο προκλητικά, περισσότερο ἀπειλητικά. Ἔπρεπε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ νὰ ξαφνιάσει τὸ Βασίλειο. Εἶχε ἀκούσει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν ἰσχνὸ τοῦτο ἄνδρα ποὺ τὸν ἔκαναν λιγώτερο σίγουρο. Ἀμηχανία κι ἕνας ἀδιόρατος φόβος καρφώθηκε κάπου στὴν καρδιὰ τοῦ Μόδεστου καὶ δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Γι’ αὐτὸ ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχή νὰ τοῦ πάρει ἀμέσως τὸν ἀέρα μὲ τρόπο ἀπότομο, ἐτσιθελικό, σκληρό. Νὰ τελειώσει μιὰ ὥρα γρηγορώτερα. Λίγο πίσω ἀπὸ τὸν ἔπαρχο στάθηκαν μερικὰ ἐπίσημα πρόσωπα: διοικητής, εὐνοῦχοι, δικαστὲς ξοφλημένοι…

Ἔφεραν στὴν αἴθουσα τὸ Βασίλειο. Προχώρησε στὸ θρόνο ἀγέρωχα, χωρὶς νὰ προκαλεῖ. Εὔχαρης, χωρὶς νὰ γελάει. Ὁ Μόδεστος τεντώθηκε, ἔβαλε πάγο καὶ σίδερο στὴ φωνή του, μίλησε:

Μόδεστος: Βασίλειε, πῶς τόλμησες -μόνο ἐσὺ- νὰ πᾶς κόντρα στὸ θέλημα τοῦ βασιλιᾶ μας; Ποιὸς εἶσαι σὺ ποὺ τόλμησες νὰ τὸν περιφρονήσεις;

Ὁ Βασίλειος κατάλαβε τὴν τακτική: ἐπίθεση κι αἰφνιδιασμός. Δὲν θὰ παρασυρόταν ὅμως. Θὰ ἐπέβαλλε τὸ δικό του ρυθμὸ στὴ φοβερὴ ἀναμέτρηση. Θὰ γινόταν βράχος ποὺ ἐπάνω του θὰ τσακιζόταν ἡ ὀργὴ καὶ τὸ μίσος τῶν αἱρετικῶν. Θὰ ὑψωνόταν σύμβολο γιὰ τὸ ὄρθωμα τῆς Ἐκκλησίας μπροστὰ στὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπὸν συγκεκριμένα στοιχεῖα, κατηγορία καθαρή:

Βασίλειος: Γιὰ ποιὸ πράγμα μὲ κατηγορεῖς, ποιὸ εἶναι τὸ σφάλμα μου καὶ δὲν τὸ ξέρω;
Μόδεστος: Δὲν ἔχεις τὴν πίστη τοῦ βασιλιᾶ, τώρα ποὺ ὅλοι ὑποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω ἔτσι γιατί ὁ δικός μου βασιλιὰς δὲ στέργει τὴν πίστη τοῦ Οὐάλη, ποὺ προσκυνᾶ τὸ κτίσμα (οἱ ἀρειανοὶ δέχονταν τὸν Υἱὸ σὰν κτίσμα). Πῶς νὰ τὸ κάνω τοῦτο, ἀφοῦ ἐγὼ ποὺ εἶμαι κτίσμα κλήθηκα νὰ γίνω Θεός. Προσκυνῶ τὸν Υἱὸ σὰν Θεὸ καὶ ὄχι σὰν κτίσμα.
Μόδεστος: Καὶ τότε τί εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ πιστεύουμε ὅπως ὁ αὐτοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, ὅσο προστάζετε τέτοια πράγματα!

Ἱδρώτας, ἀγωνία καὶ μαζὺ ὀργὴ χωρὶς ὅρια πάλευαν στὸ ἄρρυθμο πνεῦμα τοῦ ἐπάρχου. Ἄρχισε κιόλας νὰ τὰ χάνει. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀφελής του ἐρώτηση.

Μόδεστος: Γιατί δὲ τὸ ’χεις γιὰ σπουδαῖο νὰ εἶσαι μὲ τὸ μέρος μας, νὰ μᾶς ἔχεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως εἴσαστε κιόλας ἔπαρχοι καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς μὰ δὲ σᾶς ἔχω πιὸ σεβαστοὺς ἀπὸ τὸ Θεό! Καὶ σὰν τέκνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἴσαστε εἶναι σπουδαῖο νὰ σᾶς ἔχω φίλους. Τόσο σπουδαῖο ὅσο νὰ ἔχω φίλους καὶ τοὺς ὑφισταμένους σας. Ὁ χριστιανισμὸς δὲ φαίνεται ἀπὸ τὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστη τῶν προσώπων. Μὲ τὰ λόγια τοῦτα ὁ Βασίλειος φώτισε μὲ δυνατὸ φῶς τὸν ἰσχυρὸ ἄρχοντα. Τοῦ ἔδειξε πόσο μικρὸς εἶναι καὶ πόσο κωμικὴ γίνεται ἡ αὐθάδειά του.

Ὁ Μόδεστος τὸ κατάλαβε. Ἔνοιωσε νὰ τὸν ξεγυμνώνουν. Νὰ τοῦ παίρνουν τὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία τρόμαζε τοὺς μικρούς. Ἄναψε λοιπὸν καὶ κόρωσε. Οἱ φλέβες του τινάχθηκαν… Μὲ μιᾶς ὀρθώθηκε στὸ θρόνο καὶ σχεδὸν ἄναρθρα φοβέριζε:

Μόδεστος: Δὲ φοβᾶσαι, λοιπόν, τὴν ἐξουσία μου;
Βασίλειος: Μὰ τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάνεις, τί πρόκειται νὰ πάθω; …
Μόδεστος: Τί μπορῶ; Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχω δικαιοδοσία…
Βασίλειος: Ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ θὰ πάθω, πέστα μου νὰ τ’ ἀκούσω!
Μόδεστος: Δήμευση τῆς περιουσίας σου, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο.
Βασίλειος: Μὲ ἄλλο τίποτε φοβέρισέ με, αὐτὰ δὲ μὲ νοιάζουν.

Ὁ ἐξαγριωμένος ἔπαρχος ἔνοιωσε τὰ λόγια τοῦτα μαχαίρι στὰ νεφρά του. Τὰ μάτια του ἔγιναν κόκκινα. Ἡ φωνὴ του τσάκισε. Τὰ νεῦρα του ἔκλαιγαν καὶ παραδίνονταν. Ὅλα γύρω του χάνονταν. Ἀπὸ δυνατὰ γίνονται ἀδύνατα. Ἀπὸ ἰσχυρὰ ἀνίσχυρα. Γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος μίκραινε. Γινόταν αὐτὸς ποὺ ἦταν: μικρός. Μάζεψε τὶς δυνάμεις του ὅμως καὶ ψέλλισε:

Μόδεστος: Πῶς γίνεται αὐτό, πῶς καὶ δὲ φοβᾶσαι;
Βασίλειος: Γιατί δὲ φοβᾶται δήμευση αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει τίποτα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ τριμμένα παλιὰ ροῦχα καὶ μερικὰ βιβλία. Αὐτὰ εἶναι ὅλο τὸ βιός μου, Μόδεστε! Ἡ ἐξορία πάλι δὲ μὲ τρομάζει γιατί δὲν ἔχω τόπο δικό μου. Καὶ ἡ Καισάρεια στὴν ὁποία τώρα κατοικῶ δὲν εἶναι δική μου. Ὅπου λοιπὸν κι ἂν μὲ πετάξετε θὰ εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ κι ἐγὼ θὰ εἶμαι πάροικος καὶ παρεπίδημος. Τὰ βασανιστήρια; Τί νὰ κάνουν κι αὐτὰ σὲ σῶμα σὰν τὸ δικό μου! Ἕνα πρῶτο κτύπημα θὰ δώσεις κι ὅλα τελείωσαν ἀμέσως. Αὐτὸ εἶσαι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνεις. Μὲ ἀπειλεῖς μὲ θάνατο; Θὰ μοῦ γίνεις εὐεργέτης. Αὐτὸ ποθῶ κι ἐγώ, νὰ πάω πιὸ γρήγορα στὸ Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο ζῶ καὶ ἀγωνίζομαι. Βιάζομαι νὰ φθάσω στὸν Θεό μου, στὸν Πατέρα μου!…
Μόδεστος: Κανεὶς μέχρι τώρα δὲ μίλησε μὲ τόσο θάρρος στὸ Μόδεστο, κανεὶς δὲν εἶχε μπροστά μου τόση παρρησία.

Ἦρθε καὶ ἡ ὥρα τοῦ κεραυνοῦ. Ὁ Βασίλειος δὲν κρατήθηκε. Οἱ ὧρες εἶναι μεγάλες, κρίσιμες, ἱστορικές. Γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσει κανεὶς ἐγωϊστή!

Βασίλειος: Γιατί δὲ συνάντησες ποτέ σου ἀληθινὸ ἐπίσκοπο. Ἀλλοιῶς θὰ σοῦ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀφοῦ θ’ ἀγωνιζόταν γιὰ τόσο ὑψηλὰ πράγματα. (Ὁ Βασίλειος εἶδε τώρα τὸ συντριμμένο ἔπαρχο, μέτρησε καὶ τὸ βαρὺ λόγο ποὺ ξεστόμησε καὶ θέλησε νὰ μαλακώσει τὴν ἀτμόσφαιρα). Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι, ἔπαρχε, εἴμαστε καλοὶ καὶ ταπεινοὶ ὅσο κανεὶς ἄλλος. Ὄχι μόνο στὸ βασιλιὰ δὲ φερόμαστε ὑπεροπτικά, μὰ οὔτε καὶ στὸν πιὸ μικρὸ ἄνθρωπο. Ἂν ὅμως τύχει νὰ κινδυνεύει ἡ πίστη στὸ Θεό, τότε περιφρονοῦμε τὰ πάντα καὶ ἀγκαλιάζουμε αὐτήν. Τότε ἡ φωτιά, τὸ ξίφος τοῦ δήμιου, τὰ θηρία καὶ τὸ ξέσκισμα τῆς σάρκας μας μὲ τὰ νύχια τῶν βασανιστῶν φέρνει σὲ μᾶς περισσότερο εὐχαρίστηση παρὰ φόβο. Γι’ αὐτὸ κάνε ὅ,τι θέλεις, ὅ,τι ἔχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, ἀπείλησέ με ὅσο θέλεις. Ἂς τὸ ἀκούσει ὅμως κι ὁ βασιλιάς, δὲν θὰ μὲ καταφέρεις νὰ δεχθῶ τὴν κακοδοξία, ἔστω κι ἂν ἀπειλήσεις χειρότερα.

Ἦταν ἡ τελευταία ψυχρολουσία ποὺ δέχθηκε ὁ τραγικὸς ἄρχοντας ἀπὸ τὸ Βασίλειο στὴ φοβερὴ καὶ ἱστορικὴ τούτη ἀναμέτρηση. Μουδιασμένος ὁ Μόδεστος, σὰν τὸ δαρμένο ζῶο ἔκανε νόημα στοὺς φρουροὺς ν’ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸ Βασίλειο…

Τί ἀπέγινε μὲ τὸ Μόδεστο; Σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ Βασιλιά, ποὺ ἔφθανε στὴν Καισάρεια. Δὲ δίστασε νὰ τοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια: « Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο αὐτῆς ἐδῶ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲ φοβᾶται ἀπειλές. Εἶναι πιὸ σταθερὸς ἀπὸ τοὺς λόγους μας, πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ τὴν πειθώ μας. Ἂς ἀπειλήσουμε κανένα δειλό, ὄχι τὸ Βασίλειο. Ἂν θέλουμε ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ καταφύγουμε στὸν ἐξαναγκασμὸ» (νὰ τὸν ἐξορίσουν δηλαδή).

Ὁ αὐτοκράτορας, ποὺ στὸ μεταξὺ ἔμαθε τὰ καθέκαστα, ὅσα χρειαζόταν γιὰ νὰ καταλάβει τὴ δύναμη τοῦ Βασιλείου, δὲ συμφώνησε. Εἶχε τὸ κουράγιο νὰ θαυμάζει τὶς ἀρετὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ χρησιμοποιήσουν βία.

Από το βιβλίο: Ἡ ζωὴ ἑνὸς Μεγάλου: Βασίλειος Καισαρείας Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου