Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ



Άγιος Στέφανος, ο Πρωτομάρτυρας του Χριστού, που τιμά η Εκκλησία μας στις 27 Δεκεμβρίου, είναι μια μεγάλη και ηρωική μορφή του Χριστιανικού Μαρτυρολογίου.



Όταν όμως οι άνθρωποι της ανομίας, οι υπηρέτες του αντίχριστου αποδεικνύονται ανίσχυροι στο διάλογο δεν παραιτούνται από τα σχέδιά τους, δεν σταυρώνουν τα
χέρια, αλλά εφαρμόζουν νέα τακτική στην κακοποιό δράση τους. Χρησιμοποιούν το ψευδός, τη συκοφαντία και τη βία. Χαλκεύουν κατηγορίες. Κατασκευάζουν ένοχους
και σέρνουν ως κατηγορουμένους, αθώους, ανθρώπους του Θεού.
Αυτό λοιπόν εφαρμόζουν και κατά του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου οι άνθρωποι του Ιουδαϊκού Συνεδρίου. Επιστρατεύουν εναντίον του ψευδομάρτυρες που τους
δασκαλεύουν κατάλληλα.

Γινόταν κάποτε συζήτηση μεταξύ Ιουδαίων , Σαδδουκαίων , Φαρισαίων και Ελληνιστών για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό . Άλλοι έλεγαν για τον Κύριο ότι είναι προφήτης , άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι υιός του Θεού . Τότε ο αοίδιμος Στέφανος αφού στάθηκε σε τόπο ψηλό , κήρυξε σε όλους την πίστη του στο θεάνθρωπο Ιησού , λέγοντας ” Άνδρες αδελφοί , γιατί τόσο πληθύνθηκαν οι κακίες σας και ταράσσεται η Ιερουσαλήμ ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος που δε δέχτηκε στην καρδιά του δισταγμό για τον Κύριο . Γιατί Αυτός είναι που εγκατέλειψε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη για τις αμαρτίες μας . Γεννήθηκε από την Παρθένο την αγία και καθαρή , τη διαλεγμένη πριν ο κόσμος δημιουργηθεί . Αυτός πήρε τις αδυναμίες μας και βάσταξε τις ασθένειές μας . Αυτός έκαμε να αναβλέψουν οι τυφλοί . Αυτός καθάρισε τους λεπρούς και Αυτός έδιωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους .”
Ακούγοντας αυτά οι Ιουδαίοι οργίστηκαν και έφεραν τον Άγιο Στέφανο στο συνέδριο των αρχιερέων για να δικαστεί , γιατί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη σοφία και την δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την οποία μιλούσε .

Ασκεί ο Άγιος δριμύτατο έλεγχο σ αυτούς που τάχα
εκόπτοντο για το ναό και το Μωυσή. Τους αποκαλεί προδότες και φονείς του Δικαίου Ιησού Χριστού.
Ας δούμε αυτό το θαρραλέο κατηγορώ του Στεφάνου:

“Σκληροτράχηλοι και αναίσθητοι στην καρδιά και τα αυτιά σας ! Πάντοτε αντιτάσσεσθε εσείς στο Πνεύμα το Άγιο . Όπως οι πατέρες σας έτσι και εσείς . Ποιόν από τους προφήτες δεν κατεδίωξαν οι προγονοί σας και φόνευσαν εκείνους που προανάγγειλαν τον ερχομό του Μεσσία , του οποίου τώρα εσείς έχετε γίνει προδότες και φονιάδες ; Εσείς που πήρατε τον νόμο που διέταξε ο θεός με τους αγγέλους και δεν τον φυλάξατε ! “

. Τον άρπαξαν , τον έβγαλαν έξω από την πόλη και άρχισαν να τον λιθοβολούν . Ό μακάριος Στέφανος ενώ οι λίθοι πλήγωναν θανάσιμα το Άγιο σώμα του , επικαλούνταν τον Κύριο και έλεγε : “Κύριε Ιησού δέξου το πνεύμα” . Τέλος αφού γονάτισε , μιμούμενος τον σταυρωμένο Χριστό , έκραξε με φωνή μεγάλη : ” Κύριε μην τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή . “

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.

Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· Στέφανε, σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ (“Φώτισόν μου το σκότος…!”)





Την κυρίως μνήμη του την τιμούμε την 14η Νοεμβρίου. Η Εκκλησία τον προβάλλει και του δίνει εξέχουσα θέση τη Μεγάλη Σαρακοστή, επειδή δεν δίστασε να δώσει μπροστά σε όλες τις εξουσίες ομολογία πίστεως. Ακόμη κι όταν βρισκόταν η ζωή του σε κίνδυνο, όταν συκοφαντήθηκε, όταν φυλακίστηκε, ομολόγησε πάντα την ορθή πίστη.

Ο Άγιος Γρηγόριος έτσι δεν είναι για την Εκκλησία ένας απλός άγιος, αλλά σύμβολο και όρος Ορθοδοξίας, στου οποίου τη διδασκαλία κρίνεται το ορθόδοξο από το αντορθόδοξο και αιρετικό,
το γνήσιο και αληθινό από το κίβδηλο και ψεύτικο. Από την άποψη αυτή η προσέγγιση του αγίου αυτού Πατρός αποτελεί προσέγγιση στα καθαρά νάματα της ορθόδοξης πίστης και γι’ αυτό στέρεα τροφή στον σύγχρονο πνευματικά πεινασμένο άνθρωπο της εποχής μας. Δεν θα σταθούμε στη ζωή και τη διδασκαλία του αναλυτικά. Εκείνο που θα μας απασχολήσει και μάλιστα δι’ ολίγων, είναι η γνωστή προσευχή που αδιάκοπα έκραζε ο άγιος: «Φώτισόν μου, το σκότος, φώτισόν μου το σκότος, Κύριε!»

Ο άγιος Γρηγόριος προσευχόταν ο Κύριος να φωτίσει το υπάρχον σ’ αυτόν σκότος. Το σκότος που έβλεπε να υπάρχει στην ψυχή και την καρδιά του, το σκότος δηλαδή της αμαρτίας και των παθών. Αφετηριακό με άλλα λόγια σημείο της πνευματικής του ζωής ήταν η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς του. Κι ίσως πει κανείς: άγιος αυτός και αναγνώριζε αμαρτωλότητα πάνω του; Αλλά τούτο ακριβώς συνιστά το σημάδι της αγιότητας. Ο άγιος, ως γνωστόν, δεν είναι αυτός που νιώθει αναμάρτητος – αυτό αποτελεί σύμπτωμα της πιο βαθιάς αμαρτίας και του υπάρχοντος δαιμονισμού του ανθρώπου, όπως το βλέπουμε στο πρόσωπο του κατακεκριμένου από τον ίδιο τον Κύριο Φαρισαίο της γνωστής παραβολής. Αντιθέτως: είναι εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη συναίσθηση των αμαρτιών του, η οποία μάλιστα βαίνει αυξανόμενη, καθώς θέτει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, ζώντας αδιάκοπα κάτω από τις ακτίνες του ήλιου της Δικαιοσύνης Του. Όσο δηλαδή προσεγγίζει τον Θεό, τόσο και φωτίζεται στο να βλέπει και την παραμικρότερη κηλίδα της ψυχής του. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι σ’ ένα κλειστό δωμάτιο: λόγω του σκότους δεν βλέπει κανείς το τι υπάρχει, ενώ όταν αρχίζει να μπαίνει σ’ αυτό λίγο φως και στη συνέχεια περισσότερο φως, βλέπει κανείς πια και το παραμικρότερο σκουπιδάκι, και την ελάχιστη βρωμιά.

Η Εκκλησία μας προβάλλει σήμερα τον άγιο Γρηγόριο, όπως είπαμε, ως όριο Ορθοδοξίας, αλλά και ως διαπρύσιο κήρυκα της χάρης και του φωτός του Θεού. Η προσευχή του «φώτισόν μου, το σκότος» επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή και λειτουργεί παραδειγματικά και σε εμάς. Ας ευχηθούμε να γίνει και η δική μας προσευχή, με την πεποίθηση ότι λέγοντάς την όχι μόνο καλούμε τον Θεό να γίνει η λαμπάδα μέσα μας που θα φωτίζει το νου και τη ζωή μας, ώστε να πορευόμαστε τον δρόμο που οδηγεί στην αιώνια βασιλεία Του, αλλά και θα κατακαίει κάθε εμπαθή κίνηση της ψυχής μας και κάθε εναντίον μας δαιμονική επιρροή.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. Δ'.
Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.




Δείτε σχετικά:

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ:




. Πως καμιά γυναίκα της Παλαιάς Διαθήκης δεν κατάφερε μέσα στους τόσους αιώνες που πέρασαν από την πτώση των Πρωτοπλάστων, να συγκεντρώσει στο πρόσωπό της τόσες πολλές αρετές και μάλιστα από την εφηβική της ηλικία, όπως η Θεοτόκος! Την Παναγία μας δεν Την κοσμούσε μονάχα η παρθενία, αλλά και όλη Της η ζωή ήταν κατά τον Άγιο Φώτιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως: «Ανωτέρα των ουρανίων νοών»! Ανώτερη από τον αγγελικό κόσμο. Πρόσωπο που δέσποζε ανάμεσα σε όλα τα άλλα δημιουργήματα του Θεού!


Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;


Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:

Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

-Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».


 π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος


ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΑΛΛΑ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ»


 Μέχρι τώρα νομίζαμε, ότι ο κίνδυνος για την Ορθοδοξία προέρχεται από τους ετερόδοξους. Ξεχάσαμε -ή λησμονήσαμε λόγω υπακοής σε κάποιους γεροντάδες και επισκόπους-, ότι ο μεγάλος κίνδυνος είναι εσωτερικός και όχι εξωτερικός. «Λύκοι βαρείς» εισδύουν μέσα στην Εκκλησία, όταν λείψουν οι θεόσταλτοι άγιοι ποιμένες, και ρημάζουν το ποίμνιο. 
    Οι «λύκοι» αυτοί σκέπτονται και εργάζονται τελείως διαφορετικά. Πρόβλημά τους δεν είναι να διαφυλάξουν το ποίμνιο, αλλά να το σακατέψουν. Πρόβλημά τους δεν είναι να το προστατέψουν αλλά να το καταστρέψουν. Δεν τους ενθουσιάζει το αξίωμα του ορθοδόξου επισκόπου, αλλά τους εντυπωσιάζει και τους διεγείρει το αξίωμα του καρδιναλίου. Δεν τους αναπαύει το πρωτείο διακονίας και θυσίας, αλλ’ επιζητούν το πρωτείο εξουσίας μοναρχικής και εγωιστικής. Δεν κάνουν υπακοή στο Ευαγγέλιο και τους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά θέλουν οι άλλοι να υπακούουν σ’ αυτούς. Δεν θέλουν ενότητα στην πίστη, αλλά επιδιώκουν ενότητα στη διοίκηση. Δεν πιστεύουν στη μοναδικότητα της χριστιανικής Εκκλησίας –της Ορθοδοξίας, αλλά κηρύττουν ότι είμαστε ένα παρακλάδι του χριστιανισμού και ένας από τους πολλούς δρόμους που οδηγούν στο Θεό. 
    Υπάρχουν και κάποιοι επίσκοποι που δεν πιστεύουν αυτά, που θεολογούν ορθοδόξως. Αλλά μέχρι εκεί. Πιο πέρα δεν προχωρούν. Δεν αγαπούν τον κίνδυνο και τον διωγμό. Όπως φαίνεται, .. «ούτοι ρίζαν ουκ έχουσι»· αυτοί «προς καιρόν πιστεύουσι και εν καιρώ πειρασμού αφίστανται» (Λουκ. 8,13). Δεν θέλουν να έλθουν σε σύγκρουση μ’ εκείνους που κατέχουν τις καίριες θέσεις στην διοίκηση της Εκκλησίας χωρίς όμως να διαφυλάσσουν και να προστατεύουν την άμπελό τους. Μιλούν και γράφουν συνέχεια για το σεπτό πρόσωπο του οικουμ. πατριάρχου, για το μαρτυρικό Φανάρι, για την καθημαγμένη εκκλησία του Βοσπόρου, συνιστούν να στηρίξουμε το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως για να μη πάρουν την πρωτοκαθεδρία οι Ρώσοι, και άλλα τινά βαρύγδουπα πλην όμως ανώδυνα και εκφραστικά της δειλίας τους, της απιστίας τους και της θεολογικής ασυνέπειάς τους. 
    Και δεν φθάνει που είναι δειλοί ή άπιστοι ή άθεοι – ανάλογα με την θεολογική η αρετολογική ένδειά τους και την παντελή έλλειψη σθένους και ισχυράς εν Χριστώ προσωπικότητας- επί πλέον κυνηγούν εν Χριστώ αδελφούς τους που τυγχάνει να τελούν υπό την διοίκησή τους. Απειλές, εκφοβισμοί, συκοφαντίες και θεολογικές ανακρίβειες, διωγμοί, ιδού τα μέσα που μετέρχονται. 
    Τελευταίο παράδειγμα η διοίκηση της Εκκλησίας της Ορθοδόξου μαρτυρικής και πονεμένης Κύπρου μας.Συνήλθε στις 4 και 5 Νοεμβρίου η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της μεγαλονήσου υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου. Τα μέλη της ενημερώθηκαν για τις ανακρίσεις που διεξήγαγαν οι μητροπολίτες Κιτίου και Τριμυθούντος. Μίλησαν για εωσφορικό εγωισμό των αντισταθέντων κατά την συνάντηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής του Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Πάφο (16-23 Οκτωβρίου), ορθοδόξων λαϊκών, μοναχών και κληρικών. Τους διέβαλαν, πως δεν έχουν εκκλησιαστικό φρόνημα· τους κατηγόρησαν, πως δεν υπακούουν στους εκκλησιαστικούς ηγέτες τους. Κι όταν είδαν ότι οι ομολογητές δεν κάμπτονται, αντί οι άγιοι συνοδικοί να συναισθανθούν τη δική τους εκτροπή και να μετανοήσουν για την απιστία και δειλία τους, επετέθηκαν κατά των διαμαρτυρηθέντων και τους εδίωξαν με εντελώς άδικα και ανορθόδοξα πειθαρχικά μέτρα. Στέρησαν τους ομολογητές κληρικούς της ι. μητροπόλεως Τριμυθούντος από ένα μηνιαίο μισθό μετά επιπλήξεως και συστάσεων, στους δε θαρραλέους μοναχούς του Σταυροβουνίου επέβαλαν δίμηνο αποκλεισμό από την θεία κοινωνία. Δηλαδή, οι θεωρούμενοι πατέρες και κηδεμόνες και προστάτες και καθοδηγοί προς το ορθοδόξως ζην και πιστεύειν εξετράπησαν κατά τρόπο ανάρμοστο και σκληρό. Φθάσαμε στο σημείο να τιμωρούνται οι φρουροί της πίστεως. 
    Συγχαίρουμε τους ηρωικούς ευσεβείς και ορθοδόξους κληρικούς και μοναχούς που διώκονται. Τους θαυμάζουμε και είμαστε στη διάθεσή τους ακόμη και υλικώς να τους στηρίξουμε. Να ξέρουν, ότι ο Χριστός είναι μαζί τους και όχι με τους φιλοπαπικούς επισκόπους που συμπλέουν με τους αιρετικούς. 

«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Ο Π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ

Ο μητροπολίτης Αυγουστίνος αγαπούσε την Ορθοδοξία. Τον πονούσε η διαίρεση του ελληνικού λαού σε νεοημερολογίτες και «παλαιοημερολογίτες», αλλά και η διαίρεση των «παλαιοημερολογιτών» την οποία δεν έβλεπε ως εγκατάλειψη της Θείας Χάριτος, ως ισχυρίζονται με χαιρεκακία πολλοί «φωτισμένοι», αλλά ως αποτέλεσμα ξένου προς την Ορθοδοξία δάκτυλου όπως πραγματικά ήταν. Μάλιστα ως Αρχιμανδρίτης είχε αποφασίσει να γυρίσει στο πάτριο εορτολόγιο, αλλά τον μετέπεισε ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος με την διαλεκτική του δεινότητα. Προσπάθησε επίσης να συμφιλιώσει και τον αποσχισθέντα Βρεσθένης Ματθαίο με τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο, αλλά χωρίς επιτυχία, λόγω της φανατισμένης στάσης του περιβάλλοντος του Ματθαίου.


Καυτηρίασε με την πένα του τις διώξεις των Ορθοδόξων του Πατρίου Εορτολογίου



και γι’ αυτό έχαιρε εκτίμησης από αυτούς.

Ο Αυγουστίνος Καντιώτης εκτιμούσε πάρα πολύ και τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο Καβουρίδη, του οποίου το πορτρέτο διακοσμούσε το μητροπολιτικό του γραφείο μέχρι και της παραιτήσεώς του (2000), και με τον οποίο διατηρούσε και αλληλογραφία. Παραθέτω ενδεικτικά και μία επιστολή από τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο:

Πάντοτε παρακολουθούσε τον αγώνα των Ορθοδόξων του Πατρίου εορτολογίου, των οποίων κρυφή ελπίδα ήταν η επιστροφή του μητροπολίτου Αυγουστίνου στο παλαιό ημερολόγιο. Ο γέροντας του άλλωστε π. Φιλόθεος Ζερβάκος τον είχε παροτρύνει σε επιστολή του να μεριμνήσει για την επαναφορά του στην επίσημη Εκκλησία (ολόκληρη η επιστολή θα αναρτηθεί σύντομα).

Κλείνω την αναφορά αυτή με δύο κείμενα του. Το πρώτο είναι επιστολή στον "Ορθόδοξο Παρατηρητή" του μετέπειτα επισκόπου Γ.Ο.Χ. Καλλιοπίου, όπου χαρακτηρίζει την μερίδα των παλαιοημερολογιτών ως "προμαχώνα της Ορθοδόξου πίστεως" και το δεύτερο μερικές σημαντικές παρατηρήσεις στην "Χριστιανική Σπίθα" (Ιανουάριος 1987):

Αξίζει να σημειωθεί πως όταν ο Γέροντας Χρυσόστομος Σπετσών αποτειχίστηκε από την επίσημη Εκκλησία λόγω Οικουμενισμού (δείτε και εδώ), ο μητροπολίτης Αυγουστίνος με τον οποίο γνωριζόντουσαν από τον κοινό τους Γέροντα π. Φιλόθεο Ζερβάκο, τον πήρε τηλέφωνο και τον επιβράβευσε συστήνοντάς του να παραμείνει στην Ομολογία του, γιατί, όπως χαρακτηριστικά του είπε: "εμείς οι επίσκοποι είμαστε δεμένοι"...



ΠΗΓΗ ''ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ''

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ! Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΤΟ 1967!


Η ΚΑΚΗ ΚΡΙΣΗ (ΚΑΤΑΚΡΙΣΙΣ) ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΑ ΚΡΙΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 << μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε (Ματθ. ζ' 1) περί βίου εστίν, ού περί πίστεως>> (Χρυσοστόμου, PG.63,232).


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας διδάσκει εις τους λόγους του την σωστή ερμηνεία των λέξεων ΚΑΤΑΚΡΙΣΙΣ και ΔΙΚΑΙΑ ΚΡΙΣΙΣ λέγοντας τα εξής



Η ΚΑΚΗ ΚΡΙΣΗ (ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ)


α) Δι' όσους επικρίνουν τους ιερείς και δι' όσους τους σέβονται.

Μ' αυτά, τα όποια λέγω, δεν επιδοκιμάζω εκείνους, οι οποίοι διαχειρίζονται αναξίως την ιερωσύνην των, άπ' εναντίας, τους οικτείρω πολύ και τους κλαίω. Άλλ' όμως δεν θεωρώ δίκαιον να τους κρίνουν και να τους κατακρίνουν οι αποτελούντες το ποίμνιόν των, όπως το κάμνουν δυστυχώς τόσοι, ακόμη και οι περισσότερον απαίδευτοι και αμόρφωτοι και, επομένως, και ολιγώτερον κατάλληλοι εις το να κρίνουν τους άλλους.

Δι' όλα, λοιπόν, αυτά και τον Θεόν ας φοβούμεθα και προς τους ιερείς ας δεικνύωμεν όλην την πρέπουσαν ευλάβειαν και τιμήν. Ο Θεός, τότε, θα μας ανταμείψη πλουσίως και δια τας ιδιαιτέρας αρετάς μας και δια τον σεβασμόν, με τον οποίον συμπεριεφέρθημεν προς τους πνευματικούς μας πατέρας.

β) Η καταλαλιά κατά των ιερέων μεγίστη πληγή της Εκκλησίας.

Και είθε εις την μεγάλην αυτήν αμαρτίαν να μη ήσαν ένοχοι και άνθρωποι, οι όποιοι κάμνουν τον ευσεβή! Δυστυχώς, περισσότερον ενίοτε και άπ' αυτούς τους απίστους κακολογούν και ονειδίζουν τους ιερείς χριστιανοί εξ εκείνων, οι οποίοι λέγουν ότι ενδιαφέρονται δια την Εκκλησίαν και εμφανίζονται ως πιστοί. Και όμως τίποτε δεν ημπορεί τόσον να διαφθείρη και να κατάλυση μίαν Εκκλησίαν, με περισσήν μάλιστα ευκολίαν, όσον το να λείπη εις αυτήν ο στενός σύνδεσμος των μαθητών με τους διδασκάλους, των τέκνων με τους πατέρας, των αρχομένων με τους άρχοντας, του ποιμνίου με τους ποιμένας.


γ) Ο κακολογών τους ιερείς ανάξιος να εισέλθει εις τον ναόν. 

Και αν μεν κακολογήση κανείς τον αδελφόν του, κρίνεται ανάξιος και ν' αναγινώσκη τας Αγίας Γραφάς. Ίνα τι αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου; λέγει ο Θεός (Ψαλμ. ΜΘ' 16)• έπειτα, δηλώνων δια τι η τοιαύτη απαγόρευσις, προσθέτει, καθήμενος κατά του αδελφού σου κατελάλεις (Αυτόθι 20). Πως, λοιπόν, όταν καταλαλής τον πνευματικόν πατέρα σου, πως θεωρείς τον εαυτόν σου άξιον να πατήση εις τα ιερά πρόθυρα του ναού; Πως τολμείς να νομίζης ότι σου είναι το τοιούτο συγχωρημένον;

Όσοι κακολογούν τον πατέρα των ή την μητέρα των θεωρούνται από την Γραφήν άξιοι μεγίστης τιμωρίας. Ποία, λοιπόν, ποινή δεν θα έπρεπε να επιβληθή κατ' εκείνου, ο οποίος κακολογεί τον Ιερέα; Δεν φοβείσαι μήπως άνοιξη η γη και σε καταπίη ή κεραυνός πέση άνωθεν και σε κατακαύση;


δ) Δια τους λαϊκούς τους κρίνοντας τους ιερείς και επεμβαίνοντας εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.

Δι' αυτό παρακαλώ και συμβουλεύω να λείψη η πονηρά αυτή συνήθεια. Δια να μάθης δε καλά ότι, και αν ακόμη περιπίπτουν εις αμαρτήματα οι ιερείς, συ δεν δικαιολογείσαι να γίνεσαι παρήκοος, άκουσε τι λέγει δια τους συγχρόνους του άρχοντας των Ιουδαίων ο Χριστός Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθησαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι πάντα ουν, όσα αν λέγωσιν υμίν ποιείν, ποιείτε˙ κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε (Ματθ. ΚΓ' 23).


Και όμως τι ημπορούσε να είναι χειρότερον από εκείνους, των οποίων τα πάθη διέστρεφαν τους μαθητάς των; Αλλά και πάλιν δεν ηθέλησε να εκμηδένιση το κύρος των και να συστήση εις τον λαόν να παρακούη. Και πολύ σωστά. Διότι, αν οι λαϊκοί ήθελαν λάβη τοιαύτην εξουσίαν, θα τους εβλέπατε να καταληφθούν από την μανίαν να καθαιρούν και να εκβάλλουν τους ιερείς από το άγιον βήμα.

...Όχι, δεν είναι επιτετραμμένον εις τους λαϊκούς, οφείλοντας υποταγήν, να εμφανίζωνται επικριταί των Ιερέων και να αξιούν ότι αυτοί είναι αρμόδιοι να διορθώσουν την Εκκλησίαν. Διότι, εάν ο ένας και ο άλλος, με πρόφασιν να διορθώσουν τα κακώς κείμενα, έκαμνον επέμβασιν εις τα Ιερατικά δικαιώματα, ούτε πρόφασις επεμβάσεως θα λείψη ποτέ, ούτε θα γνωρίζωμεν ποίοι είναι εις την Εκκλησίαν οι άρχοντες και ποίοι οι αρχόμενοι, αλλά θα επήρχετο γενικόν ανακάτευμα και θαλάσσωμα.

ε) Οι δήθεν ευσεβούντες κατήγοροι των ιερέων άθλιοι υποκριταί.

Είναι, δυστυχώς, βέβαιον ότι πολλοί λαϊκοί αγαπούν να παραμεγαλώνουν μικρά σφάλματα, εις τα οποία ημπορεί να περιπέση και ο ιερεύς, ως άνθρωπος και αυτός, δεν λείπουν δε και οι πρόθυμοι συκοφάνται και διαβολείς των ιερέων.


Συ όμως θέλεις να είσαι πράγματι ευσεβής; Φυλάξου από το να ύβρίζης και κακολογής τους ιερείς, έστω και αν ήθελε να είναι ελαττωματικοί εις το ποιμαντικόν και διδακτικόν των έργον. Διότι, εάν δια τον σωματικόν γονέα λέγει ένας σοφός καν απολίπη σύνεσιν, συγγνώμην έχε (Σοφίας Σειράχ Γ' 15), ήτοι, και αν καταντήση ανόητος, συ οφείλεις να τον συγχωρής, πολύ περισσότερον χρεωστούμεν να φυλάττωμεν τον νόμον αυτόν, προκειμένου δια τους πνευματικούς γονείς μας. Θα το φυλάττωμεν δε, εάν δεν κρίνωμεν τους ιερείς, αλλά κρίνωμεν τον εαυτόν μας, δια να μη ακούσωμεν κατ' εκείνην την ημέραν, υποκριτά, τι βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ ου κατανοείς δοκόν; (Ματθ. Ζ' 3).

Ενοχλείσαι, διότι σε είπα υποκριτήν;
Και όμως οφείλεις να το αναγνώρισης˙ Υποκριτής είσαι, όταν εις μεν τον ναόν φιλείς το χέρι του ιερέως και γονατίζεις εμπρός του και επιζητής τας προς τον Θεόν ευχάς του και, όταν χρειάζεσαι βάπτισιν, τρέχεις και τον αναζητείς, εις το σπίτι σου δε και εις τας διαφόρους συναναστροφάς σου τον λούεις με ύβρεις ή ανέχεσαι να κακολογούν και να καταλαλούν άλλοι τους περιβεβλημένους το ιερατικόν αξίωμα! 

(Εκ της 86ης ομιλίας του εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον)

Δυστυχώς, πολλοί δεν προσέχουν διόλου εις το Ευαγγελικόν: Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε (Ματθ. Ζ' 1). Όχι μόνον κρίνουν, αλλά και γίνονται πικροί κριταί, ακόμη, και δια πράγματα, προς τα οποία ώφειλαν να είναι παραβλεπτικοί, αφού μάλιστα, αν επρόσεχαν εις τον εαυτόν των, θα εύρισκαν ότι αυτοί περιπίπτουν εις μεγαλύτερα σφάλματα!

Η μανία της κατακρίσεως προχωρεί και μέχρι του μοναχού! Λαϊκοί, οι οποίοι ζουν άσωτα ή διαπράττουν μυρίας άρπαγας και πλεονεξίας καθ' εκάστην, κακολογούν τον μοναχόν, ο οποίος έχει κάποια βιωτικά μέσα και ενδύεται με κάποιαν ευπρέπειαν. Και σκανδαλίζονται οι σεμνότατοι άνθρωποι, εάν ένας καλόγηρος ήθελεν εξέλθει ενίοτε από την πολύ αυστηράν δίαιταν, να τον καταγγέλλουν ως επικούρειον, ενώ οι ίδιοι γαστριμαργούν και πίνουν ή και μεθύουν και κραιπαλούν συχνά! Δεν λαμβάνουν υπ' όψιν των ότι, τοιουτοτρόπως, επιβαρύνουν τρομερά τα αμαρτήματά των και στερούν τον εαυτόν των από κάθε απολογίαν!

Ύστερον από την τοιαύτην διαγωγήν σου, πως θα ζήτησης από τον Θεόν να μη σε κρίνη αυστηρά; Εάν θέλης επιεική κρίσιν δια τον εαυτόν σου, διατί, τότε, συ κρίνεις τόσον πικρά τον πλησίον σου και είσαι τόσο ανηλεής δια τον ιερέα και δεν εννοείς να παράβλεψης ουδέ τα ελάχιστα σφάλματα του; Θα κριθής, λοιπόν, με τα ίδια σου μέτρα και δεν θα δύνασαι να παραπονεθής ότι σου ζητούνται βαρείαι ευθύναι! Ο Χριστός σου το φωνάζει. Διατί δεν τον ακούεις; ω μέτρω μετρείτε, αντιμετρηθήσεται υμίν (Ματθ. Ζ' 1).

Υποκριτής ο καταλαλών. Το ιδικόν του δοκάρι.

Άκουσε και το άλλο τούτο: Υποκριτά (Ματθ. Ζ' 5). Διατί η κραυγή αυτή του Ιησού εναντίον του καταλάλου; Διατί ο χαρακτηρισμός του ως υποκριτού; Διότι, όσον και αν προσπαθούμεν να παραστήσωμεν ότι κρίνομεν και κατακρίνομεν από ενδιαφέρον μας προς τον πταίστην ή από ενδιαφέρον μας προς την κοινωνίαν, η αλήθεια είναι διαφορετική. Υπό τα προσχήματα, τα οποία προβάλλομεν, κρύπτομεν χυδαία πάθη. Και δια τούτο τους καταλάλους υποκριτάς τους ωνόμασεν ο Χριστός.

Και ο έλεγχός του εξακολουθεί. Έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου. Πολύ σωστά. Αφού δεν ανέχεσαι εις τους άλλους ουδέ τα μικρά σφάλματα, αλλά τους κρίνεις, πολλές φορές, και δια τιποτένια πράγματα, διατί επιτρέπεις εις τον εαυτόν σου τα πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα; Αφού ενδιαφέρεσαι δια τους άλλους και δια αυτό τους κρίνεις, ως βεβαιώνεις, διατί δεν κατακρίνεις πρωτίστως τον εαυτόν σου; Αφού καταγίνεσαι με τα ξένα αμαρτήματα, τα οποία δεν δύνασαι να γνωρίζης επακριβώς, διατί παρατρέχεις τα ιδικά σου, τα οποία ημπορείς να γνωρίζης καλύτερα; Θέλεις να απαλλαγή ο αδελφός σου από το μικροσκοπικό ξυλαράκι, το οποίον έχει εις τον οφθαλμόν του; Διατί δεν ελευθερώνεις τον ιδικόν σου οφθαλμόν από το εντός του δοκάρι; Εφ όσον δεν κάμνεις κατ' αυτόν τον τρόπον, αυτοκαταγγέλλεσαι ότι κρίνεις τον αδελφόν σου όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι τον εχθρεύεσαι ή διότι αισθάνεσαι ηδονήν εις το να κακολογής και να εξευτελίζης τον πλησίον σου.

(Εκ της Γ' ομιλίας του προς τον λαόν της Αντιοχείας και της ΚΓ' εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον)


α) Διατί δεν δικαιούσαι να κρίνεις τον ιερέα.

Αλλά λέγεις: Δεν έχω, λοιπόν, εγώ το δικαίωμα να κρίνω τον ιερέα; Όχι, δεν δικαιούσαι,.Εάν οι λαϊκοί είχον το δικαίωμα να ερευνούν τον βίον και την πολιτείαν των πνευματικών των ποιμένων, δια να αποφασίζουν αν πρέπη να πειθαρχούν εις αυτούς ή να ανταρτεύουν, τότε, οι αρχόμενοι θα έθεταν τον εαυτόν των επάνω από τους άρχοντας και το παν θα εγίνετο άνω κάτω, θα ήσαν άνω τα πόδια και κάτω η κεφαλή. Ή δεν ακούεις τον Χριστόν, ο οποίος λέγει: μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε; (Ματθ. Ζ' 1), και τον Παύλον, ο οποίος μας φωνάζει, Συ τι κρίνεις τον αδελφόν σου; (Ρωμ. ΙΔ' 10). Εάν τον αδελφόν σου έχεις καθήκον να μη κρίνης, πολύ περισσότερον οφείλης ν' απέχης από του να κρίνης τον ιερέα. Ο Θεός σου το απαγορεύει. Πως το τολμάς εσύ;

Ύστερον από την μοσχοποιΐαν εις την έρημον οι περί τον Κορέ και τον Δαθάν και τον Αβειρών επανεστάτησαν κατά του αρχιερέως Ααρών. Τι έγινε τότε; ο Θεός τους κατέστρεψε. Ο καθείς, λοιπόν, ας κοιτάζη τα ιδικά του.

β) Δια τας διαφόρους αιτιάσεις κατά του επισκόπου και του ιερέως.

Αλλά δεν δίδει ο επίσκοπος, δεν δίδει ο ιερεύς προς τους πτωχούς και φρονείς, ως λέγεις, ότι δεν διοικούν καλά. Σ' ερωτώ και εγώ: Είσαι απολύτως βέβαιος περί τούτου; Έχεις εξακριβώσει τα πράγματα, ώστε να μη σου μένη καμμιά αμφιβολία; Διατί, λοιπόν, μέμφεσαι; Φοβήσου τας ευθύνας. Και οφείλεις να μη λησμονής ότι πολλά οι άνθρωποι τα κρίνουν με τας υποψίας των ή παρασυρόμενοι ευκολόπιστα από τας υποψίας και τας σπερμολογίας των άλλων. Συ, λοιπόν, μιμήσου τον Θεόν. Άκουε τον, όπου λέγει: Καταβάς δέομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών συντελούνται (Γεν. ΙΗ' 21). Ηθέλησε να μας διδάξη δια τούτου ότι ακόμη και φωνή ολοκλήρου λαού ημπορεί να είναι πεπλανημένη και άδικος.

γ) Επί τέλους περίμενε τον Κριτήν.

Εξήτασες όμως επιμελέστατα και επληροφορήθης ακριβέστατα και έχεις πεισθή πλέον τελείως; Και, αν τυχόν τοιουτοτρόπως είναι το πράγμα, το καθήκον σου και πάλιν είναι να περιμένης τον Κριτήν και να μη σπεύδης και αρπάζης την θέσιν του Χριστού. Εις Εκείνον ανήκει η κρίσις, όχι εις εσέ. Συ είσαι υπήκοος, όχι Κύριος. Και δεν σου αρμόζει να σφετερίζεσαι δικαιώματα, τα οποία ανήκουν εις την ανωτέραν διοίκησιν της Εκκλησίας και εις τον Θεόν.
(Εκ της Β' ομιλίας του εις την Β' προς Τιμόθεον) 

Η ΔΙΚΑΙΑ ΚΡΙΣΗ


Οι πατέρες της Εκκλησίας κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ άφ ενός μέν αποκλίσεων σε θέματα πίστεως και δογμάτων, άφ ετέρου δέ σε θέματα ανθρωπίνης συμπεριφοράς. Ο ιερός Χρυσόστομος μας διδάσκει ότι σε θέματα που αφορούν στό δόγμα και στο περιεχόμενο της πιστεώς μας δεν υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού. Δεν επιτρέπεται να υπακούουμε σε αιρετικές διδασκαλίες έστω κι αν προέρχονται απο χείλη επισκόπων η πνευματικών ποιμένων <<Άν διαστρέφει το δόγμα της πίστεως ( ο επίσκοπος) να μην πεισθείς, να μην υπακούσεις, έστω κι αν λέγονται απο αγγελικά χείλη>>. Όμως άν ο πνευματικός ηγέτης <<διδάσκει την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, να ακούς και να προσέχεις αυτά που λέει (έστω κι αν στην προσωπική του ζωή δεν είναι συνεπής)>>.



Τό <<μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε (Ματθ. ζ' 1) περί βίου εστίν, ού περί πίστεως>>(Χρυσοστόμου, PG.63,232). <<Οράς ότι ού περί δογμάτων εστίν ο λόγος, αλλά περί βίου καί έργων;>> (τού ιδίου). Διότι περί πίστεως ισχύει ή εντολή, <<την δικαίαν κρίσιν κρίνατε>> (Ιωάν. ζ΄ 24).

<<"Πώς ουν Παύλος φησίν, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε; Ανωτέρω ειπών ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, τότε είπε πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε τι ουν; φησίν, όταν πονηρός ή και μη πειθώμεθα; Πονηρός πώς λέγεις; Ει μέν πίστεως ένεκεν φεύγε και παραίτησαι: μη μόνον αν άνθρωπος ή, αλλά καν άγγελος εξ ουρανού κατιών. Ει δε βίου ένεκεν, μη περιέργάζου >> (PG. 63, 232)

«Αλλ' ίσως θα μας ειπή κάποιος, ότι υπάρχει και τρίτο κακό [εκτός από την αναρχία και την απειθαρχία], όταν ο άρχοντας [της Εκκλησίας] είναι κακός. Το γνωρίζω και εγώ, και δεν είναι μικρό το κακό τούτο, αλλά και πολύ χειρότερο από την αναρχία: διότι είναι καλύτερο να μη καθοδηγείσαι από κανένα, παρά να καθοδηγείσαι από κάποιον κακόν. Διότι ο μεν πολλές φορές σώθηκε, και πολλές φορές εκινδύνευσε, αλλά αυτός οπωσδήποτε θα κινδυνεύσει, οδηγούμενος προς βάραθρα. Πως λοιπόν λέγει "Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε;" Αφού πιο πάνω είπε "των οποίων βλέποντες την έκβαση της ζωής, μιμείσθε την πίστη τους" τότε είπε "Πειθαρχείτε στους ηγουμένους σας και υπακούετε". Τι γίνεται λοιπόν, λέγει, όταν είναι πονηρός και δεν πειθαρχούμε; Πονηρός, πως το εννοείς; Αν εξ αιτίας της πίστεως, απόφευγε και παράτησέ τον, όχι μόνον αν είναι άνθρωπος, αλλά κι αν είναι άγγελος που κατέρχεται εξ ουρανού [Γαλ. 1, 8] Αν εξ αιτίας της ζωής του, μη ασχολείσαι [...] Αλλά μη προσέχετε στη ζωή, αλλά στα λόγια τους· διότι εξ αιτίας των ηθών δεν θα ημπορούσε κανείς ποτέ να βλαβτεί. Γιατί; Διότι είναι φανερά σε όλους, και ο ίδιος, ακόμη κι αν είναι πονηρός μύριες φορές, ποτέ δεν θα διδάξει πονηρά. Αλλά όταν είναι στην πίστη [πονηρός] ούτε είναι φανερό σε όλους, κι ο πονηρός δεν θα σταματήσει να διδάσκει. Διότι και το "Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε" είναι για τον βίο και όχι για την πίστη».


Κατά τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1724:

«Εκείνοι οπού αποσκιρτήσουσιν από την ευσέβειαν και αφήσουσι μεν τα

πάτρια και ορθά της πίστεως ημών δόγματα και τας κοινάς παραδόσεις της Εκκλησίας, περιπέσωσι δε και εξολισθήσωσιν εις νεωτερισμούς και αλλοκότους υπολήψεις και έθη ετερόδοξα και παραχαράξωσι και νοθεύσωσι την της ευσεβείας αλήθειαν, οι τοιούτοι ούτε πλέον είναι, ούτε ονομάζονται τη αληθεία Χριστιανοί, αλλ’ ως ετερόδοξοι και νεωτεριστάς εκκόπτοντας και χωρίζοντας της εκκλησιαστικής και χριστιανικής ολομελείας και της ιεράς μάνδρας εκβάλλοντας ως πρόβατα ψωριώντα και μέλη σεσηπότα

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ

Άλγος και ντροπή αισθάνονται όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί με την παρουσία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στην τελετή ενθρονίσεως του αιρετικού Πάπα Ρώμης, μια παρουσία που θα ήταν όντως αιτία χαράς αν ο Πάπας είχε επανέλθει στα πατρώα δόγματα και είχε αποβάλλει όλες τις αιρέσεις και τις καινοτομίες που διαμόρφωσαν τον παπισμό τα τελευταία χίλια περίπου χρόνια.
Η παρουσία όμως Ορθοδόξου (έστω και όχι κατ' ουσίαν) Επισκόπου σε εκδήλωση αμετανοήτου αιρετικού, ούτε ως δείγμα αγάπης μπορεί να ερμηνευτεί, γιατί τέτοιου είδους "αγάπη" δεν παραλάβαμε από τον Κύριό μας, τους Αποστόλους Του και τους Αγίους Πατέρες, αλλά ως δείγμα ότι αποτελεί έναν φορέα της αιρέσεως του Οικουμενισμού.
Το παρόν άρθρο ξεκίνησε να συγγράφεται με τον τίτλο "Ζητούνται Επίσκοποι". Σε όλη την περίοδο της δισχιλιετούς εκκλησιαστικής ιστορίας, εν καιρώ αιρέσεως, πάντοτε βρισκόντουσαν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που προσπαθούσαν να συνεφέρουν τους αιρετίζοντες και αιρετικούς συνεπισκόπους τους και αν εκείνοι επέμεναν στην αίρεσή τους, συγκαλούσαν Σύνοδο και τους καθαιρούσαν και τους αφόριζαν, τους έδιωχναν δηλαδή από την σωτήρια κιβωτό της Εκκλησίας, ως ψευδεπισκόπους και ψευτοποιμένες.
Σήμερα όμως;
Τα τελευταία εκατό χρόνια, με την εμφάνιση του Οικουμενισμού δηλαδή, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο Οικουμενισμός, η μεγάλη αυτή παναίρεση, βρήκε έδαφος και ρίζωσε και αναπτύχθηκε, εξαιτίας ενός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού, το οποίο ενήργησε ως ήλιος και νερό και χώμα και λίπασμα για το τερατώδες αυτό φυτό της αιρέσεως. Και το χαρακτηριστικό αυτό είναι η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ. Αν η υπερηφάνεια των αιρετικών γεννά την αίρεση, η αδιαφορία των Ορθοδόξων, είναι αυτή που τη συντηρεί και της επιτρέπει να αναπτυχθεί.
Τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια είναι πρωτοφανή στην εκκλησιαστική ιστορία. Σε άλλες περιόδους, ακόμη και αν δεν υπήρχαν Επίσκοποι, γνήσιοι και αγωνιστές, να αντιδράσουν, υπήρχε ο κατώτερος κλήρος, το μοναχικό τάγμα, ο πιστός λαός. Σήμερα λοιπόν δεν ζητούνται Επίσκοποι, ζητούνται Ορθόδοξοι.
Σήμερα δικαιώνεται ο αγώνας των Αποτειχισμένων Γνησίων Ορθοδόξων, των περιφρονητικώς αποκληθέντων "παλαιοημερολογιτών", διότι παρόλες τις αδυναμίες τους, τα σφάλματά τους, τις διαιρέσεις τους, τα πάθη τους, ενίοτε και τις πλάνες τους, εκείνοι οχυρώθηκαν εντός των τειχών της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, μη δεχόμενοι να κοινωνούν με Λατινόφρονες. Δικαιώνονται αυτοί οι ταπεινοί Επίσκοποι (ο Κύριος γνωρίζει ποιοι από όλους είναι όντως γνήσιοι ποιμένες και σε ποιες δήθεν "παρατάξεις" υπάρχουν, - γιατί αυτοί είναι στην παράταξη του Κυρίου στην πραγματικότητα), οι κατηγορούμενοι ως "σχισματικοί", αυτοί που δεν είναι υπάλληλοι του Καίσαρα, και αυτοί με τα λάθη τους και τα πάθη τους και τις πλάνες τους ενίοτε, που προσπάθησαν όμως να κρατήσουν τα λάβαρα της Ορθοδοξίας ψηλά. 
Οι υπόλοιποι, οι "κανονικοί" Επίσκοποι, μαζί με το "κανονικό" ποίμνιό τους, ας αναλογιστούν τις ευθύνες τους, πριν έλθει ο καιρός της κρίσης. Διότι και Σύνοδος να μην γίνει για να αποκόψει από την Εκκλησία, τους Οικουμενιστές και τους κοινωνούντες εν γνώση με αυτούς, σίγουρα όμως δεν θα γλυτώσουν την Κρίση, η οποία έρχεται με τον σωματικό θάνατος του καθενός.
Τώρα είναι ο καιρός για δράση, μια δράση αγιοπατερική, πλήρης ζήλου με επίγνωση.
Για να συμφωνήσουμε την ερχόμενη Κυριακή, ότι είναι ΕΞΩ από την Εκκλησία, οι κατακριθέντες υπό αυτής αιρετικοί. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη, έτσι νοιαζόμαστε πραγματικά για τους αιρετικούς και γινόμαστε αιτία με την ακοινωνησία μας μαζί τους να συναισθανθούν την πλάνη τους και να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Αντιθέτως η υποκριτική αγαπολογική στάση των Οικουμενιστών, έχει ως αποτέλεσμα, οι μεν αιρετικοί να μένουν στην πλάνη τους, οι δε Ορθόδοξοι, να μολύνονται από την αίρεση και να καθίστανται υποκριτές αφού δεν πρεσβεύουν όσα η Εκκλησία δια μέσου των αιώνων εκήρυξε και εδογμάτισε.

Ἀπάντηση στόν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ Ἀπάντηση στό νέο βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ: Περί τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου


τοῦ π. Νικολάου Δημαρᾶ, δρος Νομικῆς
Ἄλγος καί ἀπογοήτευση μᾶς προξένησε ἡ ἀνάγνωση τοῦνέου βιβλίου τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ «Ἡδιαχρονικὴ συμφωνία τῶν ἁγίων Πατέρων γιά τόὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί διακοπῆς μνημονεύσεως Ἐπισκόπου κηρύσσοντος ἐπ' ἐκκλησίας αἵρεσιν » Τρίκαλα 2012.

Τό βιβλίο πραγματεύεται τό ἐπιβεβλημένο ἤ μή τῆςἀποτειχίσεως τῶν πιστῶν ἀπό τοὺς αἱρετικουςἐπισκόπους, ὅταν αὐτοί κηρύττουν κακόδοξες διδασκαλίες καί δόγματα. Δέν διαφωνοῦμε μέ τὴν βασικὴἰδέα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, ἀντιθέτως τὴν ἐπικροτοῦμε, καθὼς καί ἐμεῖς εἴμαστε ἀποτειχισμένοι γιά τοὺς ἴδιους λόγους.

Πίπτει ὅμως, ὁ π. Εὐθύμιος σὲ διάφορες ὑπερβολὲς,ἀτοπήματα καί πλάνες, ὅταν ἀναφέρεται περίἈποστολικῆς Διαδοχῆς τῶν ἐκπεσόντων στὴν πίστηἐπισκόπων, ὅπως ἐπίσης καί στίς ἀναφορὲς του γιά τοὺςἀποτειχισμένους πιστοὺς τοῦ Παλαιοῦ Ἑορτολογίου.

Ἀρχικά θά θέλαμε νά τοῦ ἀπαντήσουμε στό πρῶτο θέμαὅπου λέγει:
          «Ἄν δημιουργηθῆ κάποια Σύνοδος παράλληλος πρός τὴν αἱρετικὴ ἤ τοποθετηθῆ κάποιος Ἐπίσκοπος σὲ κάποιαἘπισκοπῆ, χωρίς προηγουμένως νά καταδικασθῆ ὁὑπάρχων αἱρετικός, τότε σταματᾶ ἡ ἀποτείχισις, ἀφοῦδημιουργεῖται μιά ἄλλη νέα «Ἐκκλησία», (σ. 245). «δέν νομίζω" (λέγει) "ὅτι θά εὕρη κανείς παράδειγμα στὴνὈρθοδοξία κατά τό ὁποῖο νά ὑπάρχουν σὲ μίαἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία καί νά ἀσκοῦν τά καθήκοντά των συγχρόνως δύο Ἐπίσκοποι, ὀρθόδοξος καί αἱρετικός καί δύο ἀντίστοιχα Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες νά λειτουργοῦν συγχρόνως καί παραλλήλως, χωρίς δηλαδή νά ἔχη καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις ἀπό ὀρθόδοξο Σύνοδο» (σ. 248).

Ἡ διδασκαλία αὐτή εἶναι κακόδοξος καί ὑπηρετεῖ πλήρως τά συμφέροντα καί τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐπι-σκόπων.

Στό βιβλίο τοῦ 19ου αἰῶνος τοῦ Μανουήλ Γεδεών, τοῦ μεγάλου Χαρτο-φύλακα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου«Πατριαρχικοί Πίνακες», παρατίθενται κατάλογοι τῶν Πατριαρχῶν, (αἱρετικῶν καί Ὀρθοδόξων), πού πατριάρχευσαν μέχρι καί τὴν ἐποχή του στόν θρόνο τῆς Κων/λεως.
         
Ἀναφέρεται, λοιπόν, στὴν σελ. 122 τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ὅτι, κατά τά ἔτη 360-369 Πατριάρχης Κων/λεως ἐχρημάτισε ὁΕὐδόξιος, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἀρειανός, ἀπό τὴν ἀρχή τῆςἐμφανίσεώς του στόν ἐκκλησιαστικό βίο καί μάλιστα αἱρεσιάρχης, ἀφοῦ ἐδημιουργησε καί δικὴ του αἱρετικὴδογματικὴ δοξασία.
         
Ὁ Πατριάρχης αὐτός ἐνεθρονίσθη στόν θρόνο τῆς Κων/λεως ἀπό ἑβδομήντα δύο Ἀρειανούς ἐπισκόπους! (σ. 123).
         
Ταυτόχρονα ὅμως οἱ ἀποσχισθέντες Ἀρειανοί Ἀέτιος καί Εὐνόμιος, ἐξέλεξαν καί ἐχειροτόνησαν καί αὐτοί δικό τους Πατριάρχη, τόν Ποιμένιο, καί μετά τόν θάνατο αὐτοῦτόν Φλωρέντιο∙  τό αὐτό ἔπραξαν καί σέ ἄλλες ἐπισκοπές. Μετά τόν θάνατο τοῦ Εὐδοξίου οἱ Ἀρειανοί ἐξέλεξαν τόν Δημόφιλον (369-370). Ὅμως καί οἱ Ὀρθόδοξοι δένἔμειναν ἄπραγες ἀλλά ἐχειροτόνησαν δικό τους ἐπίσκοπο, τόν Εὐάγριο, ὅπου πατριάρχευσε κατά τά ἔτη 369-370. 
         
Ἰδού πώς ὁ Μανουήλ Γεδεών περιγράφει τήν κατάσταση:«Ἀποθανόντος τοῦ Εὐδοξίου, ἐδιχάσθη ὁ χριστιανικός τῆς Κωνσταντινουπόλεως πληθυσμός, ἤ μᾶλλον εἰς πολλά κατετμήθη. Ἀντί δ’ ἑνός δύο πατριάρχαι ἐξελέγησαν» (σ. 126). Καί συνεχίζει:

«Τόν Εὐάγριον ἐξελέξαντο οἱ Ὀρθόδοξοι μετά τόν θάνατον τοῦ Εὐδοξίου, ὁ δέ τῆς Ἀντιοχείας πατριάρχης Εὐστάθιος,ἐπανελθών μέν ἐκ τῆς ἐξορίας ἐπί Ἰοβιανοῦ τοῦαὐτοκράτορος, ἐν Κωνσταντινουπόλει δέ κρυπτόμενος,ἐχειροτόνησεν αὐτόν.

Τότε ὁ αὐτοκράτωρ Οὐάλης, τήν τοῦ Εὐαγρίου χειροτονίαν μαθών, ἀφίκετο ἐκ Μαρκιανουπόλεως, ἔνθα διέτριβεν, εἰς Κωνσταντινούπολιν, καί τόν μέν ὀρθόδοξον πατριάρχην Εὐάγριον ἔπαυσε, τάς δέ ἐκκλησίας ἁρπάσας ἀπό τῶνὈρθοδόξων ἔδωκεν εἰς τούς Ἀρειανούς, ἀναγνωρίσας τόν κακόδοξον Δημόφιλον, καί τόν ἱερόν Εὐστάθιον ἐξώρισεν εἰς Κύζικον»(σ. 127). Βλέπομε λοιπόν ὅτι δύο Πατριάρχες πατριάρχευσαν ταυτόχρονα στήν Κων/λη κατά τό ἔτος 369, ὁ ἕνας Ὀρθόδοξος, ὁ ἄλλος αἱρετικός.

Πῶς, λοιπόν, ὁ ἀγαπητός π. Εὐθύμιος μᾶς λέγει ὅτι δένὑπάρχει οὐδεμία τέτοια περίπτωση, ἀλλά ὅτι οἱὈρθόδοξοι μόνο μετά ἀπό διαδοχή ἀπό τούς αἱρετικούςἀνελάμβαναν πάλι τούς θρόνους, ἀπ' ὅπου εἶχαν κάποτεἐκθρονισθῆ διά νά μή δημιουργήσουν, ὅπως λέγει, καινούργιες Συνόδους καί κατά συνέπεια καινούργιαἘκκλησία; (!!!)

Ἐνῶ σέ ὅλο τό βιβλίο του δικαίως κόπτεται ὅτι οἱἐπίσκοποι καί μόνον πού θά δημοσιοποιήσουν κάποια κακοδοξία εὐθύς βρίσκονται ἐκτός ἐκκλησίας, ἐδῶ ὅμως, χάριν μιᾶς ἐπιπλάστου Διαδοχῆς, τούς προβάλλει, μᾶλλον χωρίς νά τό ἐννοῆ, ὡς αὐθεντίες αὐτῆς τῆς Διαδοχῆς καίἄρα ἐντός Ἐκκλησίας! 
Πρωτάκουστη διατύπωση!  Οἱ πιστοί μέ τήν ὀρθήὉμολογία τῆς πίστεως, ἡ ὁποία  βρίσκεται μόνον μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά χωρίζονται τάχα ἀπό τήν Ἀποστολική Διαδοχή!

 Δηλαδή νά ἀνήκουν σέ Ἐκκλησία δίχως Ἀποστολική Διαδοχή, ἐνῶ οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας αἱρετικοί νά τήν κατέχουν κληρονομικῷ δικαίῳ! Διατύπωση γινομένη, δυστυχῶς, κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση ἑνός ἀκράτου Νομικισμοῦ!!!

Ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι, ὅπου Ἐκκλησία καί ὀρθήὁμολογία-πίστη, ἐκεῖ ὑπάρχει καί Ἀποστολική Διαδοχή πουθενά ἀλλοῦ, σέ καμμία παρασυναγωγή ἤ αἵρεση,ἔστω καί ἄν ἕλκουν τίς χειροτονίες τους ἀπό τήνὈρθόδοξη Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἦταν κάποτεἐνταγμένοι.

Κάθε ἀποδοχή αἱρετικοῦ στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας διατηροῦντος τό ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου ἤ γενικότερα τοῦκληρικοῦ, γίνεται χάριν οἰκονομίας[1] καί μόνον καί ὄχιἕνεκα τῆς ἐνεργοῦς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς αὐτοῦ. Διό καί βλέπομε ἐκτός ἀπό "ἀκρίτους" (δηλ. μή καταδικασθέντες ἀπό Σύνοδο), πολλάκις νά δέχονται καί κεκριμένους (καταδικασθέντες ἀπό Σύνοδο) μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς διαδικασία ἐντάξεως[2].

Δέν εἶναι ὅμως ἡ περίπτωση αὐτή ὅπου ἀναφέραμε ἡμοναδική κατά τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ κατάσταση αὐτή διαιωνίσθηκε, διό καί βλέπουμε ὅλες τίς πλευρές νά χειροτονοῦν ἑκάστη τούς δικούς της ἐπισκόπους.Ἀναφέρουμε καί πάλι, γιά παράδειγμα, ἀπό τούς Πατριαρχικούς Πίνακες, τά ἑξῆς λεγόμενα:

«Ἐπί Ἀττικοῦ (τοῦ ὀρθοδόξου Πατριάρχου σ.σ.),πατριάρχης τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἀρειανῶν ἦν ὁγέρων Θεόδωρος, οὗτινος ἀποθανόντος εἰς ἡλικίαν ἐτῶν εἴκοσι καί ἑκατόν, ἐχειροτόνησαν οἱ Ἀρειανοί πατριάρχην αὐτῶν τόν Βάρβαν» (σ. 171).

Δύο ἐπισκόπους ὅμως σέ μία ἐπισκοπή δέν εἴχαμε μόνον στήν Κων/λη, ἀλλά καί σέ πολλές ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως στήν ἐπισκοπή τῆς πόλεως Συνάδων,ὅπου ὁ ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος Θεοδόσιος κατεδίωκε τόν Μακεδονιανό ἐπίσκοπο Συνάδων, τόν ὁποῖο καί κατεδίωξε ἀπό τήν πόλη, μέχρις ὅτου ἀνέλάβε τήνἐπισκοπήν ξανά, ἀλλ’ ὡς Ὀρθόδοξος πλέον! (Πατριαρχικοί Πίνακες, σ. 170).

Δέν ὑπῆρχαν ὅμως Πατριάρχες καί Ἐπίσκοποι μόνον ἐκ τῶν διαφόρων ἀρειανικῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖοι συνυπῆρχαν μετά τῶν ὀρθοδόξων σέ μία ἐπισκοπή, ἀλλά καί ἄλλων μερίδων ὅπως π.χ. τῶν Ναυατιανῶν,  οἱ ὁποῖοι ἐποίμαναν τά ποίμνιά τους ἐν μέσῳ τῶν ὑπολοίπων. Γιά παράδειγμα στόν θρόνο τῆς Κων/λεως εἶχαν ἀνέβη ἐπίσκοποι ἐξ αὐτῶν, ὅπως οἱ Ἀκέσιος, Ἀγέλιος,  Σισίνιος,  Μαρκιανός  κ. ἄ. (Πατριαρχικοί Πίνακες, σ. 140-141). 

Ἡ ἀλήθεια βεβαίως εἶναι ὅτι ἡ ὕπαρξη πολλῶν ἐπισκόπων σέ μία πόλη ἤ καί ἑνός μόνου ἑξηρτᾶτο:

α) ἀπό τό ἐάν ὑπῆρχε ποίμνιο, ὥστε νά δικαιολογῆται ἡὕπαρξη ἐπισκόπου, διότι, ποιό θά ἦταν διαφορετικά τό νόημα τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ;

β) ἀπό τήν διάθεση τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας νά ἀνεχθῆ  αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς καταστάσεις, καί ὄχι διάἐκκλησιολογικούς λόγους ὡς ὑπαινίσεται ὁ π. Εὐθύμιος. Καί αὐτός ἦταν ὁ λόγος, ὅπου βλέπομε πολλές φορές νά κατέχονται οἱ ἐπισκοπικοί θρόνοι μόνον ἀπό τούςἀρεστούς στούς ἐξουσιαστές, εἴτε Ὀρθοδόξους, εἴτε αἱρετικούς, μή ἐπιτρέποντες σέ οὐδένα ἄλλον  νά διεισδύση, ἐνίοτε  οὔτε κἄν διά ἁπλό προσηλυτισμό.

      Τήν γνώμη λοιπόν τοῦ π. Εὐθυμίου ὅτι τάχα «Δένἔχομε ὅμως εἰς τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία παράδειγμα κατά τό ὁποῖο εἰς τόν καιρό τῆς αἱρέσεως νά ὑπάρχουν εἰς ἕνα καί τόν αὐτόν τόπο καί νά λειτουργοῦν παράλληλα δύο Σύνοδοι,[3] τῶν Ὀρθοδόξων δηλαδή καί τῶν αἱρετικῶν,ὑπό τήν ἔννοια ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποτειχίστηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς καί ἐτοποθέτησαν σέ ἄλλες παράλληλες θέσειςἘπισκόπους, χωρίς φυσικά νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις καί συνοδικῶς» (σ. 314), θά μπορούσαμε νά τήν χαρακτηρίσωμε τό λιγότερο πεπλανημένη, ἄν ὄχι κάτιἄλλο... καθώς ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἀποδεικνύειἐντελῶς τά ἀντίθετα! Δέν ἐπεκταθοῦμε ἄλλο σέ αὐτό τό θέμα διότι ἤδη ὑπερέβημεν τό ἕνα ζητηθέν παράδειγμα...[4]

      Ἡ πλέον ὅμως ἄδικη κρίση διαπράττεται ἀπό τόν π. Εὐθύμιο στήν ἀναφορά του  στούς πιστούς τοῦ παλαιοῦἑορτολογίου, ὅπου δέν ἀπαξιοῖ ἁπλῶς  τήν ἀποτείχισή τους, λόγῳ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά τήν παρουσιάζει καί ὡς ἀντικανονική καί ἀδίκως γενομένη (σ. 232),  καθώς πιστεύει ὅτι δέν ἀποτελοῦσε  παράβαση ἀντικανονική, οὔτε ἀθέτηση κάποιαςἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως!!!

Ἀντιθέτως, τούς συντάσσει μέ τούς σχισματικούς, ἀλλά καί ἐμπεσόντες σέ μία ἰδιότυπη εἰδωλολατρία (σ. 230) καί πλάνη (σ. 231).


Τά λέει αὐτά, ἴσως, γιά νά μήν ἔχει ἀντιπάλους στήν διεκδίκηση τῆς δόξας ἑνός ἀποτειχισμένου ὁμολογιτοῦ... Πρός πίστωση δέ τῶν λεγομένων του παρουσιάζειἀπόσπασμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπου λέγει ὅτι δέν ἔχει οὐδεμία σημασία ὁ χρόνος, ὅπου θάἑορτάσουμε κάποιον  Ἅγιο, ἤ μιά Δεσποτική, ἤΘεομητορική ἑορτή, ἀρκεῖ νά τήν ἑορτάσουμε (σ.240). Φθάνει δέ στό σημεῖο νά πῆ ὅτι δέν ἔχει σημασία, τό πότε θά ἑορτασθῆ, ἀκόμη καί ἡ ἑορτή ... τοῦ Πάσχα.

«Τά βασικά σημεῖα ἐδῶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου (λέγειὁ π. Εὐθύμιος) εἶναι ὅτι καί δι’ αὐτήν τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα δέν ὑπάρχει πρόβλημα διά τό πότε θά τήν ἑορτάσωμε, ἀρκεῖνά ἑορτάσωμε μαζί μέ τήν Ἐκκλησία»!!! 
     
Δυστυχῶς ὅμως διά τόν π. Εὐθύμιο, τά λόγια τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, ὅπου ἐπέλεξε γιά νά χτυπήση τούς παλαιημερολογίτες, τά ἴδια ἀκριβῶς λόγια ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στό συγγραφέν ὑπ’ αὐτοῦ καίἐγκεκριμένο ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Ἱερόν Πηδάλιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (σ. 9), τά στρέφειἐναντίον τῶν καινοτομησάντων τό Ἰουλιανό Ἡμερολόγιο  καί Ἑορτολόγιο, δηλαδή κατά τοῦ π. Εὐθυμίου καί τῶν σύν αὐτῷ πεισμόνων καινοτόμων Νεο-ημερολογιτῶν, καί οὐχί κατά τῶν ἐμμενόντων μετ’ εὐλαβείας στά πάτρια!

Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος κατακρίνει ὡς παρατηρητές τοῦ χρόνου καί ἀτιμαστές καί ὑβριστές τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ Πατέρων τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπουἐνομοθέτησαν τό Πασχάλιο καί τό προσηρμοσμένο σέ αὐτό Ἑορτολόγιο, αὐτούς τούς ἀθεόφοβους τολμηματίες,ὅπου ἐποίησαν σχίσμα στήν Ἐκκλησία, ἕνεκα τῆςἀκρίβειας τοῦ χρόνου, καί ὄχι αὐτούς ὅπου ἀδιαφόρησαν διά τόν χρόνο καί προτίμησαν τήν ἑνότητα τῆςἘκκλησίας, δηλαδή τούς παλαιοημερολογίτες!

Ὁποία διαστροφή στά λόγια τῶν Ἁγίων, καί τό φοβερότερον, ἀπό στόματα ὅπου ἀνήκουν στόἀντιοικουμενιστικό λεγόμενο στρατόπεδο τῶν Νεοημεολογιτῶν!

      Ἄς δοῦμε ὅμως, τί μᾶς λέγει  ὁ ἅγιος Νικόδημος: «Χρόνων ἀκρίβειαν, καί ἡμερῶν παρατήρησιν δέν ἠξεύρει ἡτοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία... ἀλλἀ ἐπειδή εἰς τήν πρώτην σύνοδον ἐσυνάχθησαν οἱ Πατἐρες καί ἐδιώρισαν πότε νά γίνεται τό Πάσχα, τιμῶσα ἡ Ἐκκλησία πανταχοῦ τήν συμφωνίαν καί ἕνωσιν, ἐδέχθη τόν διορισμόν ὁποῦ ἐκεῖνοιἔκαμαν. Λοιπόν, ἔπρεπε κατά τόν Χρυσόστομον, νά προτιμήσουν καί οἱ Λατῖνοι τήν συμφωνίαν καί ἕνωσιν τῆςἘκκλησίας, περισσότερον ἀπό τήν παρατήρησιν τῶν χρόνων (τῆς ἰσημερίας δηλαδή ὁποῦ ἐκατέβη τώρα εἰς τάς 11, Μαρτίου, οὗσα ἐπί τῆς πρώτης συνόδου εἰς τάς κα΄ Μαρτίου) καί ὄχι νά ἀτιμάζουν τούς τριακοσίους ἐκείνους Πατέρας, ὁποῦ ἐνομοθέτησαν τοῦτο κατά θεῖον φωτισμόν, νομίζοντες τούτους ὡς ἀνοήτους, καί ὑβρίζοντες εἰς τήν κοινήν μητέρα πάντων ἡμῶν Ἐκκλησίαν, διότι λέγειἀκολούθως ὁ χρυσοῦς ῥήτωρ) ἄν καί ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλλε, βέβαια δέν ἤθελε κατορθωθῆ τόσον μεγάλον καλόν, ἀπό τήν ἀκριβῆ ταύτην φύλαξιν τοῦ καιροῦ, ὅσον μεγάλον κακόν ἤθελε προξενηθῆ ἀπό τήν διαίρεσιν αὐτήν καί τό σχίσμα τό ἀπό τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπειδή λέγει, δέν φροντίζει ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία διά τοιαύτη παρατήρησιν τῶν χρόνων καί ἡμερῶν πάρεξ διά μοναχήν τήν ὁμόνοιαν καί εἰρήνη. Καί βλέπε, ἀγαπητέ, πῶςὁ θεῖος Χρυσόστομος ὀνομάζει σχισματικούς τούς Λατίνους διά τί ἐκαινοτόμησαν τό πασχάλιόν τους καί τό Καλαντάριον, ὄχι διά τί δέν εἶναι τοῦτο, ὅσον κατά τήνἰσημερίαν, ὀρθόν».

Καί τελειώνει ὁ Ἅγιος λέγοντας τά ἑξῆς:«...εὐαρεστεῖται ὁ Θεός εἰς τήν τάξιν τοῦ πασχαλίου καίἁπλῶς εἰπεῖν, τοῦ καλανταρίου (Ἡμερολογίου σ.σ.) τοῦἐδικοῦ μας, παρά εἰς τήν ἀκρίβειαν  τοῦ πασχαλίου καί καλανταρίου τῶν Λατίνων...».

Στήν συνέχεια δέ ἀναφέρει διάφορα θαύματα, ὅπου πιστοποιοῦν τήν εὐαρέστηση αὐτή τοῦ Θεοῦ στόὈρθόδοξο Καλεντάριο-ἑορτολόγιο ὡς «βεβαιωτικά τοῦἡμετέρου καλανδαρίου, ἀναιρετικά δέ τῶν λατίνων» (Ἱ. Πηδάλιον, σ. 8-9).[5]

Βλέπουμε λοιπόν ὅτι, ἄν καί ὁ π. Εὐθύμιος δέν ἀγνοεῖτήν ὕπαρξη τῶν ἀνωτέρω λεχθέντων ὑπό τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἐν τούτοις ἀγνόησε παντελῶς καί κατεφρόνησε τήν γνώμη του αὐτή καί θέση καί κατ’ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας, μόνο καί μόνο γιά νά στηρίξη τήν δική του προσωπική, ἀλλά κατά συνέπεια καί τῶν νεωτεριστῶν τῆς ἀποστάτριας ἐκκλησίας.

Ἡ γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου πού ἀποτελεῖ καί τήνἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ Αὐτήἐπανειλλημένως ἐπί σειρά Συνόδων καί ἄλλωνἀποφάσεων, κατεδίκασε καί ἀπέρριψε κάθε ἀλλαγή τοῦἙορτολογίου καί μεταθέσεως τοῦ Πασχαλίου  νομίζω ἔχει περισσότερη βαρύτητα ἀπ’ αὐτή τοῦ πατρός Εὐθυμίου.

Τό ποιός, λοιπόν, βρίσκεται σέ σχίσμα θά πρέπη μᾶλλον νά τόν προβληματίση πιό σοβαρά, ὅταν θά ἐκφέρη πλέον τήν ἀποψή του,  εἴτε γραπτῶς, εἴτε προφορικῶς, πρόςἀποφυγή τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀστηρίκτων. Ἄλλωστε καί αὐτοί οἱ πρωτεργάτες τῆς ἑορτολογικῆς ἀλλαγῆς Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καί Μελέτιος Μεταξάκης,  δήλωσαν ἕκαστος ὅτι:    

Ὁ μέν Παπαδόπουλος  πρίν τήν ἐπάρατον ἀλλαγή, "ὅτιοὐδεμίαν ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου μπορεῖ νά γίνη χωρίς ἡἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά καταστῆ σχισματική ἔναντι τῶνἄλλων"[6].

Ὁ δέ Μεταξάκης τήν ὥρα τοῦ θανάτου του σπαράζοντας καί βασανιζόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεώς του ἔκραζε λέγοντας «βασανίζομαι διότι ἔσχισα τήνἘκκλησία»!!![7]

Γιά τόν λόγον αὐτόν καί ὁ γνωστός σέ ὅλους μας νεοημερολογίτης Ἀρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος, ἔχοντας πλήρη συναίσθηση γιά τήν σχισματικήἐκκλησιολογική κατάσταση στήν ὁποία εὑρίσκονταν αὐτός καί ἡ ἐκκλησία πού ἀνῆκε καί ἀνησυχῶντας γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἔγραφε συνεχῶς ἐπιστολές πρός τόν ἀρχισχίστη Παπαδόπουλο, παροτρύνοντάς τον ὅπως:

«Ἡ Ἱερά Σύνοδος καί οἱ  Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς ἄς φροντίσουν  νά ἐπαναφέρουν τό πατροπαράδοτον ἡμερολόγιον, διά νάἀπαλλάξουν ἑαυτούς καί τά ποίμνια αὐτῶν τῶνἀναθεμάτων»[8], καθώς ἐπικρέμονται τά ἐπιτίμια τῶν Πατέρων ἐπί τά κεφαλάς τῶν ἀποδεχομένων τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου.
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης αὐτός, εἰλικρινέστερος τοῦ πατρός Εὐθυμίου, παραδεχόταν, σέ ἀντίθεση μέ αὐτόν, ὅτι τό παλαιόν Ἡμερολόγιο-Ἑορτολόγιο εἶναι «πατροπαράδοτον», [9] «παράδοσις τῶν Πατέρων»[10],καί ὅτι «εἰσήχθη ἀντικανονικῶς»[11], διό καί «οἱπαλαιοημερολογῖται καλῶς ἐποίησαν πού δέν ἐδέχθησαν τό νέον παπικόν ἡμερολόγιον»[12] τό ὁποῖο «παρέδωκαν οἱἉγιοι Πατέρες τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου»[13]. 

Ὁποία διάσταση ἀπόψεων!!! Καί αὐτή τήν θέση εἶχε ὁΓέροντας Φιλόθεος, διότι ἐγνώριζε καλῶς ὅτι  οἱ Πατέρεςἔβλεπαν αὐτό τό καινοτομημένο Ἡμερολόγιο ὡς«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΝ ΣΚΑΝΔΑΛΟΝ»[14], «ΔΕΚΑΘΗΜΕΡΟΝ ΕΚΤΡΩΜΑ»[15] καί ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΟΠΟΥ ΕΓΕΝΝΗΣΕΝ Ο ΙΣΤ΄ ΑΙΩΝ[16].Γι' αυτό νομίζουμε ὅτι, καλό θά ἠταν νά μήν γίνονται κάποιοι βασιλικότεροι τοῦβασιλέως... ἀλλά νά ὑποτάσσονται στά ἐντάλματα καί στά παραδείγματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, μή αὐτοσχεδιάζοντες ἐπάνω σέ θέματα πού εἶναι δυνατόν νά βλάψουν ψυχικῶς τούς ἰδίου ἀλλά καί αὐτούς πού τούς ἀκούουν!
                                                              
Μοναχός Ἰωσήφ[17],  Ἅγιον Ὄρος

Συμπεράσματα

Ὅποιος ἀκολουθεῖ τήν αἵρεση δέν ἔχει τήν δυνατότητατῆς ἐν Χριστῷ τελειώσεως καί σωτηρίας ἐφ' ὅσον "τῆςἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως" (ΞΘ΄ τῆς Καρθαγένης) ἤ"ἐκ τῆς τοῦ Κυριακοῦ σώματος ἑνώσεως ἀνησυχάστῳδιχονοίᾳ" ἀποσχίζεται (ΞΣΤ΄ τῆς Καρθαγένης), γιά νάμεταβεῖ ἐκεῖ "ὅπου  ἐκκλησία οὐκ ἔστιν" (ΚανώνΚαρχηδόνος), "τῷ τῆς ἀποστασίας συνεδρίῳ". Οἱαἱρετικοί ὑπάρχουν "πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίαςἐκβεβλημένοι καί ἀνενέργητοι" (α΄τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς), τελοῦντες ὑπό τήν κυριαρχίαν τοῦδιαβόλουû "δώσει αὐτοῖς ὁ Θεός μετάνοιαν πρός τόἐπιγνῶναι τήν ἀλήθειαν, καί ἵνα ἀνασφήλωσιν οἱ ἐκ τῶντοῦ διαβόλου βρόχων αἰχμαλωτισθέντες αὐτῷ εἰς τῷαὐτοῦ θέλημα" (ΞΣΤ΄ Καρθαγένης).
Ἡ αὐστηρή αὐτή στάση τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι συνέπεια τῆς Ἐκκλησιολογίας τους. Ἐφ' ὅσον μία μόνον Ἐκκλησία ὑπάρχει, (ἕν σῶμα μόνον ἀντιστοιχεῖ εἰς μίαν κεφαλήν), εἶναι φυσικό, ὅτι οἱ ἀποκόπτοντες ἑαυτούς διά τῆς αἱρέσεως ἤ τοῦ σχίσματος ἀπό τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, παύουν νά εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουν τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ "οἶκος αὐτῶν ἀφίεται ἔρημος" καί ἐκπίπτει εἰς "ἐκκλησίαν πονηρευομένων" (Νικηφόρου Ὁμολογητοῦ ἐπιστολή γ΄).

Γιαὐτό τό λόγο καί τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν θεωροῦνται ὡς ἄκυρα, ἐπειδή ἀκριβῶς οἱ αἱρετικοί στεροῦνται τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς αἱρετικούς δέν ὑφίσταται κἄν ἀληθές βάπτισμα ἤ χρίσμα ("ἀσφαλῶς κρατοῦμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς ἐκκλησίαςû ἑνός ὄντος βαπτίσματος, καί ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντοςû ... ὅθεν οὐ δύναται χρίσμα τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι").

Ὁ λόγος εἶναι προφανήςû "παρά δέ τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου ἐκκλησία οὐκ ἔστιν, ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν" καί "οὐ γάρ δύναται ἐν μέρει ὑπερισχύεινû εἰ ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυσε καί Ἅγιον Πνεῦμα δοῦναιû εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τόν ἐρχόμενον βαπτίσαι, ἐνός ὄντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί μιᾶς ἐκκλησίας ὑπό Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένηςû καί διά τοῦτο τά ὑπ' αὐτῶν γινόμενα ψευδῆ καί κενά ὑπάρχοντα, πάντα ἐστίν ἀδόκιμα"(Κανών Καρχηδόνος).

Αὐτός ὁ Κανών δέν ἀποτελεῖ κάτι τό καινοφανές στήν Ἐκκλησία. Εἶναι ἀπήχηση τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Ἀποστόλου Παύλουû "ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιŽ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶνû εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα" (Ἐφ. δ΄4-5). Κάθε ἄλλη θεώρηση τῶν αἱρέσεων θά ἀνέτρεπε τήν ἐκκλησιο-λογική αὐτή βάση.

Ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τόν Πάπα Πίο Θ΄ (1848)

(Πηγή: Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆςὈρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Καρμίρη Ἰωάννη,  τ. Β΄ σελ. 902-925, Ἀθήνα 1953).

"... Τό φρικτό αὐτό ἀνάθεμα, ἀδελφοί καί ἀγαπητά παιδιάἐν Χριστῷ, δέν τό ἐκφωνοῦμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά τόἐκφώνησε πρῶτος ὁ Σωτήρας μας «ὅποιος μιλήσειἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν θά συγχωρεθεῖ οὔτε σέ αὐτόν τόν αἰώνα, οὔτε στόν μελλοντικό» ὁ ἅγιος Παῦλοςἐκφώνησε «ἀπορῶ πού μετακινεῖστε τόσο γρήγορα ἀπό αὐτόν πού σᾶς κάλεσε μέ τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ σέ ἄλλο εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἄλλο, παρά μόνον κάποιοι πού σᾶς ταράσσουν καί θέλουν νά διαστρεβλώσουν τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἀλλά κι ἄν ἐμεῖς ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό σᾶς κηρύσσει ἄλλο εὐαγγέλιο ἀπό αὐτό πού σᾶς κηρύξαμε, ἄς εἶναι ἀνάθεμα», αὐτό ἐκφώνησαν οἱ ἑπτά οἰκουμενικές Σύνοδοι καί ὅλη ἡ χορωδία τῶν θεοφόρων Πατέρων.

Ὅλοι λοιπόν οἱ καινοτόμοι, εἴτε μέ αἵρεση εἴτε μέ σχίσμα, ἐνδύθηκαν μέ τή θέλησή τους, σύμφωνα μέ τόν ψαλμωδό, «κατάρα ὡς ροῦχο», εἴτε Πάπες εἴτε Πατριάρχες εἴτε Κληρικοί εἴτε Λαϊκοί, «κι ἄν κάποιος,ἀκόμα καί ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό, σᾶς κηρύσσει ἄλλο εὐαγγέλιο ἀπό αὐτό πού ἔχετε παραλάβει, ἄς εἶναι ἀνάθεμα.

Ἔτσι σκεπτόμενοι οἱ Πατέρες μας καί ὑπακούοντας στούς ψυχοσωτήριους λόγους τοῦ Παύλου, στάθηκαν σταθεροί καί στέρεοι στήν πίστη πού τούς παραδόθηκε ἀπό γενιά σέ γενιά καί τήν διέσωσαν ἀμετάβλητη καί ἀμόλυντη στό μέσο τόσων αἱρέσεων, καί τήν παρέδωσαν σέ μᾶς ἀληθινή καίἀνόθευτη, ὅπως βγῆκε ἁγνή ἀπό τό στόμα τῶν πρώτωνὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, ἔτσι σκεπτόμενοι καί ἐμεῖς, ἀνόθευτηὅπως τήν παραλάβαμε θά τήν μεταδώσουμε στίςἐπερχόμενες γενιές, χωρίς νά μεταβάλλουμε τίποτα, γιά νά εἶναι κι ἐκεῖνοι, ὅπως κι ἐμεῖς, εὐπρεπεῖς καί νά μήν ντρέπονται ὅταν μιλοῦν γιά τήν πίστη τῶν προγόνων τους."
1848, μήνας Μάιος, Ἰνδικτιῶνος ς΄.

+Άνθιμος ἐλέῳ Θεοῦ ἈρχιεπίσκοποςΚωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, καί οἰκουμενικόςΠατριάρχης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῶ ἀγαπητός ἀδελφός καίἱκέτης ὑπέρ ὑμῶν.

+Ἰερόθεος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καίὅλης της Αἰγύπτου, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητός ἀδελφός καί ἱκέτης.

+Μεθόδιος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης τῆς μεγάλη πόλης τοῦΘεοῦ Ἀντιοχείας καί ὅλης της Ἀνατολῆς, ἐν Χριστῷ τῷΘεῶ ἀγαπητός ἀδελφός καί ἱκέτης.

+Κύριλλος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καίὅλης της Παλαιστίνης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῶ ἀγαπητόςἀδελφός καί ἱκέτης.

Ἡ ἱερά Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως
+ Ὁ Καισαρείας Παΐσιος
+ Ὁ Ἐφέσου Ἄνθιμος
+ Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
+ Ὁ Κιζύκου Ἰωακείμ
+ Ὁ Νικομηδείας Διονύσιος
+ Ὁ Χαλκηδόνας Ἰερόθεος
+ Ὁ Δέρκων Νεόφυτος
+ Ὁ Ἀδριανουπόλεως Γεράσιμος
+ Ὁ Νεοκαισαρείας Κύριλλος
+ Ὁ Βεροίας Θεοκλητός
+ Ὁ Πισιδίας Μελέτιος
+ Ὁ Σμύρνης Ἀθανάσιος
+ Ὁ Μελενίκου Διονύσιος
+ Ὁ Σόφιας Παΐσιος
+ Ὁ Λήμνου Δανιήλ
+ Ὁ Δρυϊνουπόλεως Παντελεήμων
+ Ὁ Ἐρσεκίου Ἰωσήφ
+ Ὁ Βοδενῶν Ἄνθιμος.

Ἡ ἱερά Σύνοδος τῆς Ἀντιόχειας
+ Ὁ Ἀρκαδίας Ζαχαρίας
+Ὁ Ἐμέσης Μεθόδιος
+ Ὁ Τριπόλεως Ἰωαννίκιος
+Ὁ Λαοδικείας Ἀρτέμιος.

Ἡ ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱερουσαλήμ
+ Ὁ Πέτρας Μελέτιος
+ Ὁ Βηθλεέμ Διονύσιος
+ Ὁ Γάζας Φιλήμων
+ Ὁ Νεαπόλεως Σαμουήλ
+ Ὁ Σεβαστείας Θαδδαῖος
+ Ὁ Φιλαδελφείας Ἰωαννίκιος
+ Ὁ Θαβωρίου Ἱερόθεος.



[1].Καί βέβαια, ὄχι πάντοτε! Ὅπως ἀναπτύσσεται ἐκτεταμένα στό παρόν τεῦχος τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων. 
Βλ. Ἱ. Πηδάλιον, σ. 582. «...οἱ εἰκονομάχοι οὗτοι καίπάντες οἱ ἄλλοι αἱρετικοί, τῶν ὁποίων τάς χειροτονίαςἐδέχθη ποτέ ἡ Ἐκκλησία, κατ’ οἰκονομίαν καί συγκατάβασιν, καί ὄχι κατά ἀκρίβειαν...». Οἱ Εἰκονομάχοι ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας, πρίν ὑπάρξει Οἰκουμενική Σύνοδος νά τούς καταδικάσει. Βλ. στό παρόν τεῦχος δημοσίευση ἐκτενῶν ἀποσπασμάτων τῶν πρακτικῶν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

[2].[Βλ. ἀποφάσεις κυρίως τῆς Β΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου οἱ Πατέρες ἐδέχθησαν καί ἀπεκατέστησαν τούς ἤδη κατεδικασμένους Ἀρειανούς, Μακεδονιανούς, κ.ἄ. Μετά ἀπό ἀποκήρυξη τῆς αἱρέσεώς τους μέ πανηγυρική δήλωση ἐνώπιον τῆς Συνόδου ἤ ἐγγράφως μέ λίβελο. Σέ ἄλλες περιπτώσεις ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Βασίλειος,(ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι Πατέρες), δέχονται τούς αἱρετικούς καί μέ Ἅγιον Μῦρον ἤ μέ βάπτισμα, καθ' ὅτι οἱ αἱρετικοί στεροῦνται τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος.

[3].Ὅποιος θέλει νά ἀναζητήση περισσότερα στοιχεῖα διά τό θέμα τῆς λειτουργίας Συνόδων ὑπό ὀρθοδόξων ἐπισκόπων σέ καιρό αἱρέσεων, ἄς ἀνατρέξη στίς ἐπιστολές τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπου θά διαπιστώση ὅτι καί Συνόδους συγκροτοῦσαν γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων ὅπου προέκυπταν, ἀλλά καί διαιρέσεις καί σχίσματα εἶχαν μεταξύ τους, ὡς ἦταν φυσικό σέ ἕναν ζωντανό ὀργανισμό ὅπου τόν ἀποτελοῦν ἄνθρωποι καί ὄχι ἄγγελοι... Τίς Συνόδους βεβαίως τίς συγκροτοῦσαν ὄχι γιά νά ἔχουν τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ‘’ἐκκλησία’’, ἀλλά διά νά ρυθμίζουν  ὡς εἴπαμε τά προβλήματά τους.

[4].Βλ. πλῆθος ἄλλων παραδειγμάτων στό βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ τῆς Πατρολογίας Στυλιανοῦ Παπα-δόπουλου,Ἡ Ζωή ἑνός Μεγάλου. Βασίλειος Καισαρείας, ἔκδ. Ε΄, Ἀθῆνα 2002. Ὁ δέ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν ἦλθε στήν Κων/λη, τήν βρῆκε ἀνεπίσκοπο, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει! Μόνο μία ἐκκλησία ἦταν Ὀρθόδοξη, ἡ Ἁγία Ἀναστασία. Παντοῦ κυριαρχοῦσαν οἱ Ἀρειανοί καί οἱ Πνευματομάχοι. Εἶχε χειροτονηθεῖ μάλιστα γιά τήν Νανζιανζό!

 Κατά τήν λογική τοῦ π. Εὐθυμίου δέν θά ἔπρεπε νά ἔλθει στήν Κωνσταντινούπολη, γιατί ἀκόμη οἱ αἱρετικοί δέν εἶχαν ἐκβληθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί κατά τήν ἀντιπατερική λογική του δέν θά ἐπιτρεπόταν ... νά ὑπάρχει δεύτερος ἐπίσκοπος στήν Πόλη! Πλήρης παραλογισμός τοῦ π. Εὐθυμίου. Βλ. σχετικά τό ὡραιότατο βιβλίο τοῦκαθηγητοῦ μας Στ. Παπαδοπούλου Γρηγόριος ὁΘεολόγος.  Ὁ πληγωμένος ἀετός, Ἀθῆνα 1994.

[5]. Βλ. τήν σχετική ἀναίρεση πού κάναμε στά κείμενα τοῦ κ. Λιβανοῦ στόν "Ὀρθόδοξο Τύπο" ἀκριβῶς μέ τήνἴδια ἐπιχειρηματολογία.

[6].«Ἐκκλησιαστικός Κήρυξ», φύλ. 142, 1918, πρβλ. καί στό σύγγραμμά του Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σ. 482.

[7].Φιλοθέου Ζερβάκου, Τό Νέον Ἡμερολόγιον καί οἱκαρποί αὐτοῦ, σ. 7.

[8].Αὐτόθι, σ. 33.
[9].Αὐτόθι, σ. 33.
[10].Αὐτόθι, σ.32.
[11].Αὐτόθι, σ. 31.
[12].Αὐτόθι, σ. 28.
[13].Αὐτόθι, σ. 28.

[14].Ἐπιστολή Πατριάρχου Ἱερεμία Β΄ πρός Ν. Νταπόντε. Παρά Σάββα ἱερομ. Καρυαί, 1924.

[15].Μελετίου Πηγᾶ, Περί τοῦ Πάσχα, Letres de MeletiusPigas, 286, 106.

[16].«Ὁμολογία Πίστεως», Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, σ. 4, 1690. «Τέσσερα μεγάλα θηρία θηρία ἐγέννησε ὁΙΣΤ΄αἰών. Τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τήν αἵρεσιν τοῦΚαλβίνου, τήν αἵρεσιν τῶν Γιεζουβιτῶν, καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου καλενταρίου... κατά δέ τῆς αἱρέσεως τοῦ νέου καλενταρίου ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ 1593».
[17].Τό ἀνωτέρω κείμενο γράφτηκε ἀπό τόν π. Ἰωσήφ στόἍγιον Ὄρος καί στηρίχτηκε ἐν πολλοῖς καί σέ δικές μαςἀπαντήσεις πρός τούς Οἰκουμενιστές-Νεοημερολογίτες, πού δημοσιεύσαμε στό παρελθόν, πρός τόν κ. Λιβανόν, στόν "Ὀρθ. Τύπο", πρός τήν Μονή Γρηγορίου, στούς "Ἁγίους Κολλυβάδες" καί πρός τόν Θεόκλητο Διονυσιάτη, στό Βοανεργές. Μικρές διορθώσεις καί διευκρινιστικές προσθῆκες ἔγιναν στό κείμενο ἀλλά καί στίςὑποσημιώσεις.

 Μέ ἰδιαίτερη σαφήνεια καί μεθοδικότητα ἀνατρέπει ὁ π.Ἰωσήφ τά αἴολα ἐπιχειρήματα τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, πού ἁπλῶς ἀναμασᾶ τίς θέσεις τοῦ Ἐπιφάνιου Θεοδωρόπουλου καί τοῦ Ἰωήλ Γιαννακόπουλου, πού πέθαναν χωρισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήνἁγιωτάτην Ὀρθοδοξίαν.